ΤΟ ΠΛΥΝΤΗΡΙΟ
Μετά από κάθε πλύσιμο
Πρέπει να βάλει στη σειρά και πάλι
Τα πράγματα που από το τρέμουλο της πλύσης
Ανακατεύτηκαν επάνω στο πλυντήριο-
Μπουκάλια, καλαθάκια, περιοδικά…
Συνηθισμένος είναι
Γιατί έτσι και μετά από κάθε τράνταγμα
Που τα χτυπήματα της ζωής του φέρνουν
Πρέπει στη θέση τους κάθε φορά να ξαναβάζει
Συνήθειες, πεποιθήσεις, συναισθήματα, ιδέες…
Δε γίνεται αλλιώς.
Κι ας ξέρει,
Κι ας το βλέπει,
Πως πριν καλά καλά την ταχτοποίηση τελειώσει
Έχουν αρχίσει άπλυτα καινούργια να σωρεύονται.
Τρίτη 1 Απριλίου 2025
ΤO ΑΦΕΝΤΙΚΟ ΚΑΙ Ο ΥΠΗΡΕΤΗΣ
Ένας πλούσιος είχε στη δούλεψή του έναν υπηρέτη.
Αυτός
του γυάλιζε τα παπούτσια, αυτός του έφτιαχνε το φαγητό, τον έπλενε, του
ετοίμαζε τις διασκεδάσεις του. O ίδιος ο υπηρέτης ζούσε σε μιαν
αχυρένια καλύβα, σε μια γωνιά του κήπου του πλούσιου αφεντικού. Δούλευε
από το πρωί μέχρι το βράδυ και ζούσε μια μίζερη, μιαν άθλια ζωή. Και
δεχόταν αδιαμαρτύρητα κάθε ιδιοτροπία ή κακομεταχείριση από το αφεντικό
του.
Μόνο σε ένα πράγμα ήταν απαιτητικός, πράγμα που φαίνεται
παράξενο για υπηρέτη, όμως έτσι ήταν. Και μάλιστα η απαίτηση αυτή ήταν
αδιαπραγμάτευτη για τον υπηρέτη. Αλλά περίεργο είναι και πως το αφεντικό
σεβόταν απόλυτα τήν ιδιοτροπία του υπηρέτη του.
Η ιδιοτροπία αυτή
ήταν η εξής: ό υπηρέτης ήθελε πάνω στους τοίχους της καλύβας του να
βλέπει λέξεις η φράσεις που να του αρέσουν. Οι φράσεις αυτές μπορούσαν
να είναι είτε γραμμένες κατευθείαν πάνω στους τοίχους, είτε γραμμένες σε
χαρτιά που κρέμονταν από αυτούς.
Ποιες ακριβώς ήταν αυτές οι λέξεις
δεν το ήξερε το αφεντικό, όμως καλά καλά δεν το ήξερε ούτε και ο ίδιος ο
υπηρέτης. Μπορούσε δηλαδή αυτός να είναι ικανοποιημένος από τις
επιγραφές του δωματίου του για λίγους μήνες ή για μερικά χρόνια και
ξαφνικά περισσότερες ή λιγότερες από τις λέξεις αυτές να αρχίσουν να μη
τον ικανοποιούν πια. Αυτή η έλλειψη ικανοποίησης δεν δηλωνόταν από τον
υπηρέτη στον κύριό του, παρά εκδηλωνόταν με ανεπαίσθητες αλλαγές στην
συμπεριφορά του προς αυτόν. Ας πούμε άφηνε αυτός αγυάλιστη την εσωτερική
πλευρά ενός παπουτσιού του κυρίου του, ή όταν έστρωνε το κρεβάτι του
άφηνε ακάλυπτη μια μικρή επιφάνεια κάποιας γωνίας. Άλλες φορές,
υποχωρώντας από το δωμάτιο μετά από την ακρόαση πού είχε από το
αφεντικό, η υπόκλισή του δεν ήτανε ακριβώς εδαφιαία, αλλά τέτοια που να
αφήνει μια μικρή απόσταση μεταξύ κεφαλιού και πατώματος.
To αφεντικό από τη μεριά του έπρεπε να παρατηρήσει τις μικροαλλαγές αυτές και να σπεύσει να διορθώσει τις επιγραφές.
Και
πραγματικά το αφεντικό παρατηρούσε αμέσως τις αλλαγές στη συμπεριφορά
του υπηρέτη απέναντί του. Και δε θα νιαζόνταν και πολύ το αφεντικό αν
δεν είχε γυαλισμένη κάποια πλευρά του παπουτσιού του ή αν μια ακρούλα
του κρεβατιού του ήταν άστρωτη, όμως ήξερε καλά πως αυτή η συμπεριφορά
ήταν η αρχή μιας σειράς διαταραχών στις σχέσεις του με τον υπηρέτη,
τέτοιας που, αν δεν έπαιρνε μέτρα να την ανακόψει έγκαιρα, αυτή θα είχε
σαν κατάληξη τη φυγή του υπηρέτη από το σπίτι και την εγκατάστασή του
στην καλύβα του κήπου του γείτονα. Και αυτό με τη σειρά του εσήμαινε πως
οι υπηρεσίες θα παρέχονταν τώρα στο γείτονα, που μάλιστα περίμενε πως
και πως να συμβεί κάτι τέτοιο, επειδή ο υπηρέτης ήτανε ο μόνος στην
περιοχή.
Γι αυτό και το αφεντικό, μόλις αντιλαμβανόταν την αλλαγή
αυτή στη στάση του υπηρέτη του, έσπευδε αμέσως να βρει λέξεις άλλες, που
αντικαθιστώντας κάπoιες από εκείνες που μέχρι τώρα κρέμονταν στον
τοίχο, θα επανέφεραν στο δρόμο τής μέχρις εξαντλήσεως προσφοράς των
υπηρεσιών του τον υπηρέτη του. Ήταν μια λεπτή υπόθεση αυτή και απαιτούσε
διαρκή προσοχή από το αφεντικό η διάγνωση μιας τέτοιας συμπεριφοράς. Θα
μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι η τέτοια παρατηρητικότητα του αφεντικού
ήταν το μόνο προσόν που του έδινε τη δυνατότητα να διατηρεί τον υπηρέτη
στη δούλεψή του, μιας και απ' αυτήν εξαρτιόταν η συνέχιση της
συνεργασίας εκείνου με αυτόν.
Και το αφεντικό εργαζόταν με πάθος
πραγματικό όταν επρόκειτο να αλλάξει τις λέξεις στον τοίχο της καλύβας.
Στην πραγματικότητα ήταν η μόνη φορά στη ζωή του που το αφεντικό
εργαζόταν, αν μπορεί κανείς να ονομάσει εργασία το ψάξιμο για λέξεις.
Και τότε είναι που δούλευαν και οι φίλοι του αφεντικού, εκείνοι που μαζί
του έτρωγαν τα φαγητά που ο υπηρέτης παρασκεύαζε και ωφελούνταν από τις
υπηρεσίες που τους προσέφερε. Κλείνονταν τότε όλοι αυτοί μέσα σε
αίθουσες ειδικά διασκευασμένες για το σκοπό αυτό, και καθένας πρότεινε
και μια ή δυο διαφορετικές λέξεις ή φράσεις. Και ήσαν όλοι πολύ
προσεκτικοί και έδειχναν μεγάλο ενδιαφέρον στη δουλειά τους, επειδή
ήξεραν πως από αυτήν εξαρτιόταν όλη τους η καλοπέραση, αλλά μερικές
φορές και η ίδια τους η ζωή. Γιατί ο υπηρέτης, αν το πράγμα έφτανε ως τη
φυγή του από το σπίτι όπου μέχρι τότε υπηρετούσε, τότε, πάνω στη φούρια
του για αλλαγή αφεντικού, μπορούσε και να σκοτώσει το παλιό αφεντικό ή
κάποιον από το σινάφι του. Αλλά και αυτό να μην συνέβαινε, το αφεντικό
και οι φίλοι του δεν μπορούσαν να παραδεχτούν ότι θα έχαναν έναν τόσο
αφοσιωμένο υπηρέτη μόνο και μόνο επειδή στάθηκαν ανίκανοι να βρουν
μερικές λέξεις, αφού αυτό ήταν όλο κι όλο που ο υπηρέτης ήθελε για να μη
φύγει, και ποτέ δεν διαμαρτύρονταν για την αμοιβή του ή για τις
υπερβολικά κουραστικές υπηρεσίες που προσέφερε.
Και μέσα στην αίθουσα
διασκέψεων ακούγονταν διάφορες κατά καιρούς λέξεις και φράσεις, όπως
"αλλαγή", "μιάσματα", "αποστασία", "σκληρός πυρήνας Ευρώπης",
"ανάπτυξις", "συμμετοχική δημοκρατία", "θεσμοί", "έξοδος από τα
Μνημόνια" και ό,τι μπορούσε το μυαλό του αφεντικού να υποθέσει πως θα
ικανοποιούσε τον υπηρέτη του και θα έφερνε τις σχέσεις του με αυτόν στην
προηγούμενή τους κατάσταση. Και τις περισσότερες φορές κάτι έβρισκε το
αφεντικό που να ικανοποιεί το ιδιότροπο αυτό γούστο του υπηρέτη του.
Γιατί στό βάθος ο υπηρέτης δεν ήθελε να αλλάζει αφεντικό, μόνο ήθελε να
ικανοποιεί κάποια μέσα του φωνή που του έλεγε πως είναι μια ζηλευτή
ιδιαιτερότητα γι αυτόν να είναι ο μόνος υπηρέτης μέσα στο σύνολο των επί
γης υπηρετών, που δουλεύει αδιαμαρτύρητα και χωρίς απαιτήσεις για
βελτίωση των συνθηκών της εργασίας του και της ζωής του.
ΜΙΑ ΓΑΤΑ ΣΤΟ ΠΑΡΚΟ
Περπατώ στο πλακόστρωτο κομμάτι του πάρκου της
πόλης. Βλέπω σε απόσταση εφτά μέτρων από τον χλοοτάπητα μία γάτα, που,
ακίνητη, έχει στραμμένη την προσοχή της σε ένα σημείο της νότιας γωνίας
του. Σταματώ την πορεία μου, που η νοητή ευθεία της διασταυρώνει την
απόσταση από τη γάτα ως το σημείο που αυτή κοιτάζει, και στέκω ακίνητος
με τη σειρά μου, παρατηρώντας την. Τι βλέπει; Ή τι ακούει; Μένει σ’
αυτή τη στάση χωρίς ούτε ένα κοίταγμα αλλού. Περνάνε ένα ή δύο λεφτά
έτσι. Ύστερα, αρχίζει να κινείται σκυφτή και με αργά, αθόρυβα βήματα
προς το χορτάρι, χωρίς να πάρει το βλέμμα της από εκεί όπου πριν
κοίταζε. Πλησιάζω τόσο, ίσα που να μη της αποσπάσω την προσοχή. Φτάνει
στο πεζούλι που χωρίζει το πλακόστρωτο από τον χλοοτάπητα και
τοποθετείται κάθετα προς το πεζούλι, με τα μπροστινά πόδια της επάνω
του, χωρίς όλο αυτό το διάστημα να έχει στρέψει το κεφάλι της ή το μάτι
αλλού. Τώρα βλέπω καλά ότι η προσοχή της είναι στραμμένη σε ένα σημείο
του χορταριού δέκα πέντε περίπου εκατοστά από εκεί όπου στέκεται. Μένει,
παγωμένη λες, σ’ αυτή τη θέση-για πόσο δεν μπορώ να πω: είμαι τόσο
συνεπαρμένος με αυτό που διαδραματίζεται μπροστά στα μάτια μου, που
νοιώθω μέρος της παράστασης, ώστε ούτε για μένα δεν υπάρχει ο χρόνος. Σε
όλο αυτό το διάστημα η γάτα ρίχνει, αστραπιαία κάθε φορά, δυο φορές από
μια ματιά προς εμένα, αρκετές γι αυτήν ώστε να σιγουρευτεί ότι δεν έχει
να φοβηθεί τίποτε από μένα. Ύστερα από αυτό αισθάνομαι σαν να είμαι
συνένοχος σε ό,τι ετοιμάζεται. Ξάφνου ανασηκώνεται στα πίσω πόδια, χωρίς
να κινήσει το κεφάλι το κορμί της αιωρείται ελαφρά και αργά μια δεξιά
μια αριστερά, ύστερα ανυψώνει το κορμί για να πάρει φόρα και πέφτει
βαριά πάνω στο σημείο που τόσην ώρα παρατηρούσε, με τα μπροστινά πόδια
δεξιά το ένα και αριστερά το άλλο από το που έβλεπε επίμαχο σημείο, ενώ
φέρνει τη μουσούδα της προς τα κάτω, πάνω ακριβώς από αυτό, στη χλόη.
Ένα δευτερόλεπτο μετά και χωρίς να κινήσει διόλου το υπόλοιπο σώμα,
σηκώνει τη μουσούδα της από εκεί, κινεί για ελάχιστο κλάσμα του
δευτερολέπτου, ανεπαίσθητα, τα μάτια της δεξιά αριστερά και αποφασίζει
και βάζει τα πόδια της εκεί όπου πριν είχε ακουμπήσει το μουσούδι της.
Εκεί, τελείως απορροφημένη από αυτό που κάνει, κοιτάζοντας στο ίδιο
πάντοτε σημείο και χρησιμοποιώντας για εργαλεία πότε το ένα πόδι της
και πότε το άλλο, σκάβει το χορταρένιο αφράτο χώμα ανακατεύοντας το
πράσινο της χλόης με το μαύρο-γκρίζο του χώματος. Σταματάει το σκάψιμο,
σηκώνει το κεφάλι, το κινεί ελαφρά δεξιά αριστερά, παρακολουθώντας κάτι
άγνωστο και αόρατο για μένα (μια κίνηση; έναν ήχο; μιαν απεγνωσμένη
προσπάθεια διαφυγής κάποιου;) και ξαφνικά το χώνει ακριβώς μέσα στην
τρύπα που είχε μόλις πριν ανοίξει με τα πόδια της. Εκεί, κινώντας
γρήγορα το κεφάλι δεξιά και αριστερά, μέσα στο χώμα, μένει τόσην ώρα,
που θα μπορούσα στο διάστημα αυτό να έχω με την ησυχία μου πάει κοντά
της και να ξαναγύριζα πάλι στη θέση μου. Κάποια αίσθησή της τής έλεγε
ότι δεν κινδύνευε από τίποτε άραγε, ή δεν την ένοιαζε τίποτε άλλο εκείνη
τη στιγμή παρά η λεία της, ρισκάροντας τα πάντα γι αυτήν; Και να, μετά
από χώσιμο της μουσούδας της όλο και πιο βαθιά στο χώμα, σκάβοντας και
με αυτήν ίσως, και για τόσο χρονικό διάστημα που αναρωτήθηκα πώς μπορεί
να αναπνέει εκεί μέσα τόσην ώρα, τέλος τη σηκώνει, κρατώντας όμως τώρα
στο στόμα της ένα καταματωμένο ποντικάκι. Γύρισε αμέσως προς εμένα, σαν
σε συνένοχο ή συνεργάτη, με κοίταξε καλά με το λάφυρό της στο στόμα,
προχώρησε λίγα αργά βήματα απομακρυνόμενη από μένα, στάθηκε, ξαναγύρισε
προς το μέρος μου κοιτάζοντάς με καλά καλά ίσα μέσα στα μάτια, φως
φανάρι γεμάτη περηφάνια για το κατόρθωμά της, αλλά ίσως και
ευχαριστώντας με γα την διακριτική μου στάση απέναντι σ’ αυτήν και στην
όλη διαδικασία. Της φώναξα ένα «μπράβο!» ενώ ταυτόχρονα έσφιξα τα χέρια
πάνω από το κεφάλι μου το ένα με το άλλο. Τότε άρχισε να γευματίζει.
Υποσχέθηκα στον εαυτό μου αλλά και στη γάτα, να γράψω αυτό που είδα, το
λιγότερο που μπορούσα να κάνω για την παράσταση που δόθηκε μπροστά στα
μάτια μου, μια παράσταση που μου έδειξε πόσο πιο αξιόλογα πλάσματα από
τον άνθρωπο υπάρχουν πάνω στη γη, και πόσο η επικοινωνία και η
αλληλοκατανόηση ενός πλάσματος με άλλο, άλλου είδους, δεν είναι καθόλου
αδύνατη.
ΖΑΝΕΤ
ΤΟΠΟΣ: Ερημόνησο
ΠΡΟΣΩΠΑ: Άνταμ, Ζανέτ, Βεθύ.
(Η Ζανέτ καθιστή σε μια καρέκλα στην αυλή ενός όσο γίνεται ευπρεπούς παραπήγματος
Ένα μικρό αυτοσχέδιο τραπεζάκι δίπλα της με πάνω του βιβλία. Ο Άνταμ όρθιος μπροστά της. Συνεχίζουν συζήτηση)
ΑΝΤΑΜ
Μα
τι θέλεις άλλο αγάπη μου να κάνω για να σ’ ευχαριστήσω; Σπίτι σου
έφτιαξα να μένουμε κι εσύ κι εγώ μέσα. Νερό τρεχάμενο έφερα. Και ξέρεις
με πόσους κόπους. Εργαλεία τράβηξα από το ναυάγιο και για όσα λείπανε τα
έφτιαξα από ξύλο. Σκεύη κουζίνας, καλλωπιστικά είδη, τα κουβάλησα από
το ναυάγιο για να έχεις και να μην σου λείπει τίποτα από εκείνα που
χρειάζεται μια γυναίκα. Κάθε πρωί ανάβω φωτιά και σου φτιάχνω το
πρόγευμά σου με χορταρικά, φρούτα και με ψάρι που με κόπους ψαρεύω. Από
το διπλανό νησάκι σου έφερα μπανάνες με τη βαρκούλα που έφτιαξα να
λάμνουμε οι δυο μας. Όλα όσα μπορώ σου τα έχω δώσει κι ακόμα σε ρωτώ τι
άλλο θέλεις να σου φέρω-τι άλλο θέλεις να κάνω για σένα. Πες μου αγάπη
μου.
ΖΑΝΕΤ
Δεν θέλω τίποτε άλλο Άνταμ. Κι αυτά πολλά είναι που έχεις κάνει για μένα.
ΑΝΤΑΜ
Τότε γιατί είσαι θλιμμένη; Τι σου λείπει;
ΖΑΝΕΤ
Τίποτα. Δεν ξέρω… Τίποτα…
ΑΝΤΑΜ
Μήπως
έχεις όρεξη για κάτι και διστάζεις να μου το πεις μήπως και είναι
δύσκολο για μένα; Μην διστάζεις. Πες το. Ότι πεις θα το κάνω για να δω
το πρόσωπάκι σου χαρούμενο και λαμπερό. Μέχρι τώρα, το νιώθω, το γέλιο
δεν βγαίνει από την καρδιά αλλά γεννιέται στο στόμα σου. Η μιλιά σου
είναι ευγενική μα δεν έχει τις ρίζες της στην ψυχή σου. Βγες από τον
εαυτό σου Ζανέτ μου. Ζήσε και κάνε και μένα να ζήσω. Ξέρω, η ζωή δεν
είναι ευχάριστη σ’ ένα ερημονήσι. Μα τι μπορώ να κάνω; Έχω έτοιμα τα
ξύλα-φορτώματα από δαύτα- και τα πολύχρωμα πανιά. Κι όταν-αν φανεί
κανένα πλοίο μακριά, θ’ ανάψω τη φωτιά και θ’ ανεμίσω τα πανιά για να
μας δουν. Μα ως τότε τι να κάμω;
ΖΑΝΕΤ
Τίποτα Άνταμ. Τίποτα.
Έχεις κάνει τόσα πολλά αγάπη μου! Είσαι τόσο καλός μαζί μου! Ύστερα
πάντα ήθελα-το ξέρεις- να έκανα κάποιου είδους μοναχική ζωή. Ξέρεις πόσο
με είχε κουράσει η κοινωνικότητα εκεί πέρα. Ρωτώντας τον εαυτό μου
βρίσκω πολλές φορές να μη θέλω να φύγω από εδώ.
ΑΝΤΑΜ
Δείξε την αγάπη σου λοιπόν γι αυτό το μέρος. Δείξε την αγάπη σου-που λες πως νιώθεις για μένα.
ΖΑΝΕΤ
Ω!
Άνταμ! Δεν πρέπει να είσαι παραπονεμένος αγάπη μου. Γιατί και πόσο σ’
αγαπώ και το ξέρεις, και στο δείχνω… τις στιγμές εκείνες…
ΑΝΤΑΜ
Μήπως… μήπως δεν σου αρέσω εγώ τις στιγμές εκείνες όπως τις λες; Μήπως, Ζανέτ, δεν είμαι καλός … στον έρωτα;..
ΖΑΝΕΤ
Όχι! Όχι! Αν έλεγα κάτι τέτοιο θα έλεγα ψέματα στον εαυτό μου. Μην το ξαναπείς αυτό αγάπη μου.
ΑΝΤΑΜ
Η
φλόγα που μου ανάβεις κάθε φορά είναι η πιο μεγάλη που μπορεί να γίνει
στο καμίνι του έρωτα. Και μόνο το δικό σου νερό μπορεί να μου τη σβήσει.
ΖΑΝΕΤ
Ναι, ναι. Μην συνεχίζεις άλλο πάνω σ’ αυτό καλέ μου και με κάνεις και ντρέπομαι…
ΑΝΤΑΜ
Τι σου λείπει λοιπόν αγάπη μου; Πες το μου και θα το ’χεις.
ΖΑΝΕΤ
Τίποτα δεν μου λείπει Άνταμ αγάπη μου. Όλα τα ’χω. και τα ’χω χάρη σε σένα και τις γλυκές κι αντρίκιες σου φροντίδες.
ΑΝΤΑΜ
Τότε τι..
ΖΑΝΕΤ
Δεν
ξέρω… δεν ξέρω. Τίποτα. Έλα τώρα, μην βασανίζεσαι άδικα. Μην σκέφτεσαι
τέτοια. Όλα είναι καλά. Και προ παντός μη βάζεις την ιδέα στο μυαλό σου
ότι εσύ πρέπει να κάνεις κάτι και δεν το κάνεις. Έλα… είπες θα πήγαινες
κατά την πηγή. Δεν πήγες ούτε χτες ούτε προχτές. Θα σου έχει λείψει.
Πήγαινε. Μην κάθεσαι να φυλάς εμένα. Εγώ θα διαβάσω κάτι. Μόνο φέρε μου
κάποια από κείνα τα λουλουδάκια, αν υπάρχουν ακόμα. Θα σε περιμένω να
φάμε μαζί.
ΑΝΤΑΜ
Μου υπόσχεσαι ότι δεν θα πλήξεις μόνη;
ΖΑΝΕΤ
Ναι αγάπη μου. Στο υπόσχομαι. Πήγαινε.
ΑΝΤΑΜ
Πάω λοιπόν. Σε χαιρετώ. Γεια σου αγάπη μου
(φιλιούνται)
ΖΑΝΕΤ
Γεια σου μοναδική μου αγάπη.
(Ο Άνταμ βγαίνει. Στον εαυτό της)
Η
ακεφιά μου είναι βαριά. Δεν του ξεφεύγει. Κι όπως κι εγώ, έτσι κι αυτός
δεν ξέρει τι τήνε γεννάει. Όλα τα έχω αλήθεια όσα μια γυναίκα ποθεί.
Αγάπη, έρωτα, άνεση, ασφάλεια. Μα κάτι άλλο θα ’ναι που δεν το μετρώ
καθώς τις γυναικείες χρείες αριθμώ. Κι είναι καλός ο Άνταμ ο καημένος.
Σκλαβωμένος στα μαύρα μου τα μάτια. Άντρας εύκολος που δεν χρειάζεται να
του θυμίζεις το καθήκον του. Η Φύση του ’χει δώσει να το ξέρει από
γεννησιμιού του: αφοσίωση στη γυναίκα. Μα κι εγώ δεν κάνω το καθήκον
μου; Καλός αφέντης του δεν είμαι; Κι όμως κάτι μου λείπει Θε μου. Μου
λείπει κάτι που θα μου έφερνε την πραγματική ευτυχία… Και δεν θέλει
πολλά ο καημενούλης μου. Ένα μου χαμόγελο του φτάνει. Μία ματιά γλυκιά
μου του είναι αρκετή.
(ακούγεται θόρυβος στα ξερόχορτα)
Μπα! Ο Άνταμ-κάτι θα ξέχασε.
(μπαίνει ο Βεθύ. Η Ζανέτ τον βλέπει έκπληκτη και τρομαγμένη)
ΒΕΘΥ
Μην
τρομάζεις γυναίκα. Είμαι άνθρωπος κι εγώ. Μη φεύγεις. Να! Βλέπεις; Δεν
κρατώ κανένα όπλο. Άνθρωπος είμαι γυναίκα! Καημένη! Τόσο έχεις ξεχάσει
τους ανθρώπους μέσα σε εφτά μήνες; Μην τρομάζεις. Σώθηκα κι εγώ από το
ναυάγιο. Το κύμα μ’ έριξε σε κείνο το νησάκι.
(Κοιτάζοντας ψηλά)
Θεέ μου! Μπορώ και μιλώ Θεέ μου! Είδα πάλι ανθρώπου πρόσωπο. Τυχερός μέσα στην ατυχία μου...
(προς την Ζανέτ)
Άνθρωπος είμαι… ναυαγός κι εγώ κυρά μου. Μην τρομάζεις.
ΖΑΝΕΤ
(ακόμα ξαφνιασμένη)
Δεν τρομάζω. Ξαφνικά όμως βλέποντάς σε μπροστά μου… καταλαβαίνεις. Ύστερα δεν σε είχα δει στο πλοίο τόσες μέρες.
ΒΕΘΥ
Ίσως ταξίδευες σε άλλη θέση. Στην πρώτη;
ΖΑΝΕΤ
Ναι.
ΒΕΘΥ
Εγώ στην τρίτη. Γι αυτό. Εσύ τα έφτιαξες όλα τούτα ή είναι κι άλλος μαζί σου;
ΖΑΝΕΤ
(Κοιτάζει γύρω σαν θέλοντας να κερδίσει χρόνο. Ύστερα με σιγουριά)
Ναι. Μόνη μου. Εγώ.
ΒΕΘΥ
Είναι
αυτό το τελευταίο νησάκι που έρχομαι. Δεν περίμενα να βρω ούτε εδώ
κανέναν. Αλλά λάθεψα. Βρήκα μια όμορφη γυναίκα. Να έρθεις να μείνουμε
στο νησί μου. Είναι πιο όμορφα εκεί.
ΖΑΝΕΤ
Παραπαίρνεις φόρα. Μου μιλάς σαν να με ξέρεις χρόνια.
ΒΕΘΥ
Είδα
έναν άλλο άνθρωπο μετά από μήνες. Πώς θα έπρεπε να σου μιλούσα; Αλλά
και τι πιο φυσικό ένας άντρας και μία γυναίκα να μένουν μαζί; Εμένα μου
έχει λείψει πολύ μια ανθρώπινη συντροφιά τους μήνες ετούτους. Δεν μπορεί
παρά να συμβαίνει το ίδιο και με σένα. Και σένα θα σου έχει λείψει μια
παρέα.
ΖΑΝΕΤ
Πώς το ξέρεις;
ΒΕΘΥ
Μα είναι φυσικό.
(την πλησιάζει)
ΖΑΝΕΤ
Πώς σε λένε;
ΒΕΘΥ
Βεθύ. Και σένα;
ΖΑΝΕΤ
Ζανέτ.
ΒΕΘΥ
Εδώ θα ταίριαζε καλλίτερα να λεγόμασταν Εύα και Αδάμ.
ΖΑΝΕΤ
Μόνοι μας είμαστε, μπορούμε να αλλάξουμε τα ονόματά μας.
ΒΕΘΥ
(Παίρνει απαλά το χέρι της Ζανέτ και το φιλάει)
Το μήλο μόνον μας λείπει.
ΖΑΝΕΤ
Δεν μας λείπει. Εδώ είναι, και ώριμο μετά τόσον καιρό.
(φιλιούνται.
Τα φώτα χαμηλώνουν, σβήνουν για λίγο και ξανανάβουν. Ο Βεθύ είναι
καθισμένος στην καρέκλα και η Ζανέτ στα γόνατά του έχοντας τα χέρια της
γύρω από τον λαιμό του)
Με έκανες ευτυχισμένη Βεθύ.
ΒΕΘΥ
Είσαι γυναίκα με όλα σου. Και πανέμορφη. Και πόσο θερμή… Θεούλη μου!
(την φιλάει. Κινώντας τον δείκτη του χεριού του προς αυτήν δήθεν επιτιμητικά)
Και ψεύτρα μέσα σ’ όλα.
ΖΑΝΕΤ
Μια φορά που είπα αλήθεια αυτή είναι.
ΒΕΘΥ
Δεν
λέω γι αυτό. Αλλά για το πώς είσαι μόνη σου στο νησί. Μια γυναίκα με τα
δικά σου χέρια, ντυμένη έτσι και να διαβάζει βιβλία, δεν μπορεί να έχει
φτιάξει μόνη της όλα αυτά που βλέπω εδώ γύρω φτιαγμένα από χέρι
ανθρώπου.
ΖΑΝΕΤ
Έχεις δίκιο. Καλά κατάλαβες. Ζω με τον άντρα μου.
Έχει πάει σε μια πηγή στο πίσω μέρος του νησιού. Και όπου να ’ναι θα
γυρίσει. Γι αυτό πρέπει να φύγεις τώρα. Μπορείς να έρχεσαι συχνά; Είναι
κάποιο από τα κοντινά νησάκια το νησί σου;
ΒΕΘΥ
Για να βρίσκομαι κοντά σου η θάλασσα δεν μετράει. Πότε θα είσαι πάλι μόνη;
ΖΑΝΕΤ
Όποτε μου πεις ότι θα είσαι πάλι εδώ. Πότε;
ΒΕΘΥ
Μεθαύριο την ίδια ώρα.
ΖΑΝΕΤ
Εντάξει. Πήγαινε τώρα.
ΒΕΘΥ
Κανόνισε να έχουμε περισσότερη ώρα στη διάθεσή μας.
ΖΑΝΕΤ
Όση θέλεις Βεθύ.
(φιλιούνται)
ΒΕΘΥ
Γεια σου γυναίκα.
ΖΑΝΕΤ
Γεια σου. Μεθαύριο την ίδια ώρα.
(Ο Βεθύ βγαίνει)
Από
την πρώτη στιγμή που τον είδα, κατάλαβα τι μου είχε λείψει όλον αυτό
τον καιρό. Τι ωραία που είναι τώρα όλα! Και πρώτα η ζωή. Αγαπιέμαι
διπλά! Και επιτέλους έχω ένα μυστικό από τον Άνταμ. Κάτι εντελώς δικό
μου. Κάτι που με κάνει… πώς να το πω… ελεύθερη, ανεξάρτητη. Ναι,
ανεξάρτητη! Δεν έχω πια υποχρέωση να μένω με κανέναν. Από εδώ και πέρα
χάρη θα κάνω όχι μόνον στην ανεξαρτησία μου αλλά και σε όποιον χαρίσω
τον έρωτά μου! Ω! Ελευθερία! Πόσο πιο αξιαπόλαυστα τα κάνεις όλα! Είναι
σαν να απόκτησα ξαφνικά δυό ζωές! Κι ας το σκεφτώ και αλλιώς: έτσι που
είμαι δοσμένη τόσο στον Άνταμ, δεν μου επιτρέπει να έχω κάποιαν
ανταμοιβή γι αυτό; Για τόσα χρόνια που είμαι πιστή στον άντρα μου δεν
μου πρέπει κάποια ανταπόδοση; Κι έχω αγάπη αρκετή και για τους δυο.
Αγάπη! Αγάπη! Ας κυκλοφορούσε σαν νόμιμο νόμισμα ανάμεσα σε όλους! Κι αν
παίρνω αγάπη και από αλλού, αυτό δεν σημαίνει ότι θα έχω να δώσω
περισσότερη αγάπη στον Άνταμ; Ω! Άνταμ! Πόσο θα κερδίσεις και συ από την
καινούργια μου γνωριμία! Αυτό μου έλειπε λοιπόν και δεν το ήξερα ή δεν
τολμούσα να το ομολογήσω στον εαυτό μου: κι ένας άλλος άντρας! Ω! Τώρα
είμαι αληθινά ευτυχισμένη. Έλα Άνταμ! Έλα να με βρεις όπως με ήθελες
πάντα! Πολύ αλήθεια σε έχω παιδέψει με την θλίψη μου άθελά μου… Έλα. Θα
βρεις μια γυναίκα εδώ όπως την θέλεις και όπως πραγματικά σου αξίζει
–μια γυναίκα ευτυχισμένη! Ναι. Τώρα νιώθω ότι είμαι πραγματική γυναίκα.
Μια γυναίκα που έχει όλα όσα ποθεί κάθε γυναίκα: Απατώ! Έλα Άνταμ να
φάμε και να περάσουμε ένα όμορφο απόγευμα. Τώρα θα βλέπεις στο πρόσωπό
μου ένα πρόσωπο πραγματικά χαρούμενο και λαμπερό. Και όταν χαμογελώ το
χαμόγελο θα βγαίνει τώρα αληθινά από την ψυχή μου. Και πάντα έτσι. Τώρα
δεν θα έχω ώρες μελαγχολικές. Ποτέ πάλι. Ούτε αύριο ούτε μεθαύριο. Είπα
μεθαύριο-μεθαύριο του είπα να έρθει πάλι του Βεθύ. Και γιατί τάχα
μεθαύριο; Αύριο έπρεπε να τόνε φέρω πάλι. Ω! Τώρα θα δώσω στον Άνταμ μια
γυναίκα όπως την θέλει. Του αξίζει εξάλλου του καημένου, είναι τόσο
καλός μαζί μου….
ΑΥΛΑΙΑ
ΣΤΟ ΓΟΡΙΛΛΑ
ΤΟΥ L.A. ZOO
Σύννους, μ' εμβρίθεια ως μ' εθώρεις
πήρα το βλέμμα μου μακριά-
όσα θωρώντας με μου ιστόρεις
μέσα στο πνεύμα μου βαθιά σπαθιά,
που ως απ' το χώμα προς το χώμα
;eρχoνταν μες στην αντηλιά
μου πελεκούσε τ' όρθιο σώμα
και μου σταμάταγε τη νια μιλιά.
Και στη σκληρή πάνω λεπίδα
η σχέση έλαμπε η σωστή:
μέσα στου κήπου την παγίδα
οι άνθρωποι είχαμε κλειστεί
και συ εμάς παρατηρούσες
κι όχι εσένα εγώ κι αυτοί.
Και συ το ύφος μας μετρούσες
πρόγονε, απόγονε, συμπορευτή.
ΤΟ ΚΕΡI
Θα πήγαινε ν’ ανάψει ένα κερί.
Το ύφος του θα διόρθωνε εις συντετριμμένον
με βήματα μικρά θα έμπαινε, διστακτικά
και με σκυφτό κεφάλι.
Θα έκανε μια κίνησιν φιλήματος
προς την εικόνα-
όμως χωρίς να ακουμπήσει στο γυαλί-
μετά δυο τρία βήματα οπίσω
κάνοντας ταυτοχρόνως το σημείον του σταυρού.
Ύστερα ήταν το κερί. Για να τ’ ανάψει
σήκωμα του κεφαλιού (να μην καούμε κιόλας)
στερέωσις του κεριού στο μανουάλι
κι υπόκλισις μετρία προς το ιερόν.
Σ’ αυτήν τη στάση πέντε ως δέκα δευτερόλεπτα
με το σιαγόνι ν’ ακουμπά στο στέρνον
κι ύστερα έξοδος ως είχε μπει
αθορύβως.
Μα το κυριότερον είναι το πρόσωπο να κρύβονταν.
Α! Να! Θα πήγαινε την ώρα
που το σκοτάδι πέφτει λίγο λίγο
ενώ τα φώτα δεν ανάβουνε ακόμα.
Στο μισοσκόταδο
το πρόσωπο σχεδόν καθόλου δε θα φαίνονταν.
ΜΕΝΤ
( Ιρανός φίλος στην Αμερική)
Μ’ άσπρο μανδύα και σαρίκι
και με χρυσό ένα σκουλαρίκι
ο Μεντ σερβίρει τους πελάτες
χάμπουργκερ τσίλι και πατάτες.
Τόσο μακριά από τη πατρίδα
χωρίς χαρά, χωρίς ελπίδα,
μία ζωή περνάει θλιμμένη
και μια θυμάται ευτυχισμένη.
Άραγε πόση πίκρα κρύβει
μες στις πατάτες που σερβίρει;
Ποιον ξεγελάει πόνο κρυφό του
το ευγενικό χαμόγελό του...
Σοφέ θεέ, όση κακία
κρύβεται μες στην ακακία
τόσο εντός σου κλείνεις μένος
για το ανθρώπινο το γένος.
Πόσο μισείς τα πλάσματά σου!
Σαν να μην ήτανε δικά σου,
το θείο χέρι σου απλώνεις
και κάθε μέρα τα σκοτώνεις.
ΒΟΛΤΑ ΣΤΟ ΠΑΡΚΟ
Βγήκα για μια βόλτα.
Όλα ίδια όπως πάντα.
Οι άντρες ανικανοποίητοι
με τις εμμονές τους,
οι νεαροί αλλόκοσμοι
με την έπαρσή τους,
οι ψυχοπαθείς κυρίες με τα σκυλάκια τους.
Όλα ίδια όπως πάντα.
ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ
Κι αφού
οι ευρωπαίοι
εδιώξανε τους τούρκους απ’ τον τόπο,
κι έλληνες μας βαφτίσαν από κάποιους
που παλαιά ζούσαν εδώ,
μετά, έτσι έτοιμους, μας δώσαν μια κλωτσιά
και από τότε πια εμείς περήφανοι γυρνάμε.
Εκείνοι μας λαδώνουν κάθε τόσο,
τα σύνορά μας καθορίζουν,
τους ολυμπιακούς κάνουν αγώνες μας,
μας δίνουν όπλα και πηλίκια και στολές
και λέμε μεις "οι ένοπλες δυνάμεις μας",
λεφτά μας δίνουνε και λέμε μεις "η οικονομία μας".
Όμως κι εμείς από την άλλη τους δουλεύουμε πιστά:
τις κυβερνήσεις έχουμε που αυτοί μας λένε
οι εφημερίδες κι οι τηλεοράσεις μας
γράφουν και λένε ό,τι αυτοί διατάξουνε
κι ως για μπογιά, βάζουμε μπόλικη,
όταν σκυμμένοι τα παπούτσια τούς γυαλίζουμε.
Και πολύ τους διασκεδάζουμε
με έργα όπως «Ο Καραγκιόζης Πρωθυπουργός»,
«Ετσι είναι αν έτσι νομίζουμε»,
«Το επάγγελμα της κυρίας Γουόρεν».