Σάββατο 29 Μαρτίου 2025

 ΤΑ  ΔΡΥΙΝΑ

Απίθωσαν τον δρύινο κάδο
πάνω στο παλιό δρύινο βαρέλι
το γλυκό κρασί γεμάτο
και κοιμήθηκαν.

Το πρωί
στο μέρος όπου ήταν αφημένα
είχε φυτρώσει μια μικρή
περήφανη και πεταχτούλα-
μια μικρή βαλανιδιά γαλανομάτα.

 ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ «ΣΤΕΦΑΝΟ» ΤΟΥ ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ
 
1.
(αγνώστου)
 
Ο Ερωτας ο άγριος αναζητείται.Τώρα,
Να, μόλις τώρα, το πρωί, τόσκασε απ' το κρεβάτι.
Παιδί. Τα δάκρυα του γλυκά. Ούτε λεφτό δε στέκει.  
Τάχατες χαμηλόβλεπο. Ατρόμητο και λάλο.
Έχει φτερά στους ώμους του και κουβαλάει φαρέτρα.
Δεν ξέρω ποιος το γέννησε, γιατί ούτε ο Αέρας,
Ούτε η Γη, ουτ' η θάλασσα παιδί τους δεν το λένε-
Όλοι και όλα το μισούν γιατί θρασύ πολύ ’ναι.
Κυρίως ψάξτε σε καρδιές-θα παγιδεύει πάλι
Καμμιά μέσα στα δίχτυα του. Μα νάτονε! τον βρήκα!
Ώστε στα μάτια κρύφτηκες μέσα της Ζηνοφίλας…
Σαϊτευτή! Περίμενες να μου ξεφύγεις έτσι;..
 

 
2
(αγνώστου)
 
Καμαρωτή λουτράρισσα με τι φωτιά με λούζεις!
Προτού ακόμα να γδυθώ η φλόγα σου με καίει.
 
 
3.
Αέρας ας γινόμουνα και όταν την αυγούλα
θα περπατούσες με γυμνά στήθη, να μ' αναπνέεις…
 
4.
(αγνώστου)
Τα μάτια έχεις της Ηρας.
Χέρια έχεις Αθηνάς
Στήθη της Αφροδίτης
Της Θέτιδας σφυρά.
 
Τυχερός που σε βλέπει
Ευτυχής που σ' ακούει
Ο που φιλεί σε ημίθεος
Κι είναι θεός Μελίτη
Τον ερωτά σου όποιος γευτεί.
 
 
 
 
5.
(αγνώστου)
Με τον ωραίο παίζοντας
τον Σθένιο όλη τη νύχτα
Η Λέοντος ξαγρύπνησε
Μέχρι που βγήκε τ' άστρο
Του Αυγερινού το λαμπερό.
 
Αυτής στην Κύπρι αφιέρωμα
είναι η λύρα ετούτη
που οι Μούσες τήνε παίζανε
όλη τη νύχτα εκείνη.
 
 
6.
(αγνώστου)
 
Η φτώχεια και ο Ερωτας, τα δυό κακά μου
να τα!
Και το μεν πρώτο εύκολα μπορώ να το βαστάξω.
Της Κύπρης όμως τη φωτιά διόλου δεν την αντέχω.
 
 
7.
(αγνώστου)
Αγάπησα, εφίλησα, με φίλησε. Εκείνο
πού ήθελα το πέτυχα-μ' αγάπησε κι εκείνη.
Τώρα το ποιος και ποια και τι, μον’ η Θεά το ξέρει.
 
 
 
8.
(αγνώστου)
  Οι Χάρες ήταν τέσσερες. Οι Αφροδίτες δύο.
Οι Μούσες δέκα. Σ’ όλες τους, μέσα, η Δερκυλλίδα.
 
 
ΗΔΥΛΟΥ
 
Δόλιες προπόσεις και κρασί, και ο γλυκός ο έρως
του Νικαγόρα, κοίμησαν βαριά την Αγλαονίκη.
Των πόθων των παρθενικών τα λάφυρα ετούτα,
που ’ναι πεσμένα εδώ, υγρά και μυρωδάτα ακόμα,
δικό της είναι χάρισμα, στην Κύπριδα στολίδια.
Και οι φωλιές οι μαλακές που ντύναν τους μαστούς της
Τον ύπνο και το παίδεμα το τότε μαρτυράνε.
 
 
 
 
ΑΝΤΙΠΑΤΡΟΥ
 
Με μια δραχμή τώρα μπορείς την Αθηναία Ειρήνη
Χωρίς το φόβο κανενός δική σου να την έχεις.
Και ούτε κάνει πείσματα, και καθαρό έχει στρώμα,
Και το χειμώνα ζεστασιά. Άδικα επομένως
Αγαπημένε Δία μου μορφή βοδιού επήρες.
 
 
ΔΙΟΣΚΟΡΙΔΟΥ
 
Η τρυφερή με σκλάβωσε, Αδωνι, η Κλειώ, σαν είδα
Τα γαλατένια στήθη της να δέρνει στη γιορτή σου.
Αν και για μένα έκανε το ίδιο σαν πεθάνω
Τότε αδιαμαρτύρητα θα έπλεα μαζί σου.
 
 
 
 
ΡΟΥΦΙΝΟΥ
1.
Στην πολυαγαπημένη μου Ελπίδα, εγώ ο Ρουφίνος
Να χαίρεται της εύχομαι-αν το μπορεί- μακριά μου.
Σ' ορκίζομαι στα μάτια μου ότι δεν τον βαστάω
Τον χωρισμό από σένανε που μόνον κι έρμον μ' έχει,
Αλλά στο δάκρυ πάντοτε πνιγμένος, ή πηγαίνω
Στην Κορησσό, ή στον ναό της Άρτεμης τον μέγα.
Αύριο η πατρίδα μου θα με δεχτεί._Εγώ όμως
Πετώντας, στα ματάκια σου κοντά τα δυό θα έρθω,
Να σου  ευχηθώ μύριες φορές νάσαι καλά καλή μου.
 
 
2.
Θεοί σας το ορκίζομαι.
Δεν ήξερα η Κυθέρεια
Πως με λυμένα τα μαλλιά
Να της κυλάν στους ώμους
Λούζεται. Έλεος Θεά
δείξε γι αυτά τα μάτια,
που ένα σώμα θεΐκό
έχουν γυμνό αντικρύσει…
…Μα λάθεψα. Δεν ήτανε
Η Κυπρη, μα η Ροδόκλεια!
Αλλά πού τόση ομορφιά
Βρήκες; Νομίζω ξέρω:
Θα ’χεις ληστέψει τη θεά.

 
3
Ροδόκλεια σου στέλνω
Αυτό το στεφάνι
Με άνθη ωραία
πλεγμένο απ' τα ίδια
Δικά μου τα χέρια.

Φτιαγμένο το έχω
Με κρίνα μωράκια,
Νωπές ανεμώνες,
Ναρκίσσους υγρούς
Και μπλε ζουμπουλάκια.

Αυτά σα σε στέφουν
Εγωίστρια πάψε
Μεγάλη να είσαι:
Καθώς το στεφάνι
Αυτό, και συ έτσι:
Ανθείς και μαραίνεις.
 

4.
Αν και τους δυό μας Ερωτα ίσες φορές τοξεύεις
Είσαι Θεός. Μα αν έτσι δα μεροληπτείς, δεν είσαι.

 
5.
Εάν δεν έχεις δύναμη
Να κάψεις μ' ίδια φλόγα,
Πυρφόρε, και τους δύο μας,
Τότε του ενός τη φλόγα
Η σβήστη, ή βάλτηνε αλλού.
 
 
6.
Πολλές φορές επόθησα να σ' έχω μες στη νύχτα
Και, Θάλεια, τον ασίγαστον ερωτικό μου πόθο
Να τον χορτάσω. Τα γλυκά τα μέλη σου όμως τώρα,
Αν και γυμνά με ζώνουνε, εγώ, παραλυμένος
Νιώθω, και ύπνο αποζητώ. Ταλαίπωρη ψυχή μου
Στάσου ορθή! Τι έπαθες; Μην αποκάμεις τώρα!
Τέτοια μεγάλη δε θα βρεις και πάλι ευτυχία.
 
 
7.
Ποιός απ' το σπίτι σ' έδιωξε γυμνούλα και δαρμένη;
Ποιός είχε μάρμαρο ψυχή και μάτια που δε βλέπουν;
Μη μπήκε ο άντρας σου άξαφνα και σ’ έπιασε με άλλον;
Πράγματα που συμβαίνουνε. Όλες αυτό το κάνουν.
Και από τώρα κι υστέρα, κόρη μου, όταν έξω
Βρίσκετ' ο άντρας σου κι εσύ το φίλο έχεις μέσα,
Καλά την πόρτα κλείδωνε, να μη την ξαναπάθεις.
 
 
8.
Δε θέλω ούτε πολύμαθη ουτ' άμαθη να είναι-
Η μία είναι βιαστική, πολύ αργή η άλλη.
 
 
 
 
ΔΙΟΝΥΣΟΥ ΣΟΦΙΣΤΟΥ
 
Εσύ με τα ρόδα!
Το ξέρεις πως είσαι
Σαν ρόδο ωραία;
Μα τι πουλάς; πες μου-
Εσέ ή τα ρόδα;
Η μη και τα δυό;
 
 

 
 
 
ΦίΛΟΔΗΜΟΥ
 
1.
Όσες φορές στης Κήδιλλας ζεσταίνομαι τα στήθια,
Είτε ημέρα, είτε αν, νύχτα να πάω τολμήσω,
Ξέρω πως όλα μου κορώνα γράμματα τα παίζω.
Μα αλλιώς να κάνω δε μπορώ, γιατί η γλύκα θάρρος
Δίνει στον Ερωτα, κι αυτός, ξεχνάει τ’ είναι φόβος.
 
 
2.
Νυχτερινή, αλάνισσα, δικέρατη Σελήνη
Φώτιζε μες απ’ τ’ ανοιχτό μπαίνοντας παραθύρι.
Φώτα και κάνε τη χρυσή να λάμπει την Καλλίστη.
Κακό δεν είναι να κοιτά εκείνους π' αγαπιούνται
Μια αθάνατη. Κι αυτήν κι εμέ, μάς εύχεσαι, το ξέρω,
Σελήνη, να ευτυχήσουμε. Γιατί ο Ενδυμίων
κάποτε σου εφλόγισε κι εσένα την ψυχή σου.
 
 
3.
Ω! Πόδια! Ω! Κνήμη! Ω! Μηροί, που τη ζωή μου παίρνουν.
Γλουτοί ω! Ω! Εφήβαιο! Ω! Ωμοι!  Ω! Λαγόνια!
Ω! Στήθη! Ω! πεντατρύφερε τράχηλε! Ω! Ματάκια
που σα σας δω τρελαίνομαιΙ Ω! Εξοχα λαγνείας
φιλιά! ΩΙ Τα λικνίσματα τον όλεθρο που φέρνουν!
Ω! Οι φωνίτσες που με καιν! Κι αν είναι Οπικία
Και Φλώρα,  κι αν τα Σαπφικά τραγούδια δεν τα λέει,
 Ε…Κι ο Περσέας αγάπησε Ινδή-την Ανδρομέδα.
 
 
4.
-Γεια σου.
-Γεια σου και σένανε.
 -Ποιό είναι τ' όνομά σου;
-Εσένανε;
-Περίεργη μην είσαι.
 -Και συ είσαι.
-Είσαι κλεισμένη;
 -Πάντοτε, με κείνον που του αρέσω.
-Τι θάλεγες για σήμερα να τρώγαμε παρέα;
 
-Αν θέλεις…
                  
-Θέλω και πολύ. Και πόσο θα στοιχίσει;
 
-Μπροστά δε θέλω τίποτα.
 -Παράξενο. -Αν όμως
Είμαι καλή, ανάλογα κρίνε και πλήρωσέ με.
-Μ' αρέσει αυτό. Πού θα σε βρω όταν θα σε γυρέψω;
-Εκεί είναι το σπίτι μου.
                                 -Ποιά ώρα θάσαι σπίτι,}
-Την ώρα συ που θάθελες.
                        -Το θέλω τώρα.
                                                     -Πάμε.
 
 
 
 
 ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΥ
 
Οπως εμένα μ' έκανες σε τούτο να κοιμάμαι
Το κρύο το πλακόστρωτο, μπροστά στην 'ξώπορτά σου,
Έτσι και σένα σου εύχομαι, Κωνώπιον, να κοιμάσαι.
Ετσι, άχαριστη, κι εσύ σου εύχομαι να κοιμάσαι,
Όπως αυτόν που σ' αγαπά κοιμίζεις. Κι ούτε λίγο
Δε με λυπάσαι. Οι γείτονες με βλέπουν και λυπούνται.
Εσύ καθόλου. Τα λευκά όμως μαλλιά σαν έρθουν
Όλες αυτές τις θύμησες μπροστά σου θα τις φέρουν.
 
 
 
 
ΑΓΑΘΙΟΥ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΟΥ
 
Δεν μου αρέσει το κρασί. Μ' αν θες να με μεθύσεις
Δέχομαι, αν πρώτα εσύ, πριν μου προσφέρεις γέψεις.
Γιατί αν τα χειλάκια σου το κύπελλο αγγίσουν
Δύσκολο τη συνήθεια μου πια θα ΄ναι να κρατήσω
Και κέρασμα τόσο γλυκό να θέλω να το χάσω.
Γιατί εκείνο το φιλί που πήρε από σένα
Μαζί του κουβαλώντας το σε μένα θα το φέρει
Και θα μου πει πόσο γλυκά τα χείλια σου φιλούνε.
 
 
 
 
 
 
ΠΑΥΛΟΥ ΣΙΛΕΝΤΑΡΙΟΥ
 
1.
Γλυκό είναι το χαμόγελο φίλοι μου της Λαΐδας.
Γλυκό το δάκρυ των ματιών που ό,τι θωρούνε χαίρει.
Χτες, δίχως λόγο κι αφορμή έγειρε το κεφάλι
Κι ενώ πάνω στον ώμο μου το είχε ακουμπισμένο
Ν' αναστενάζει άρχισε, και παραπονεμένα
Να κλαίει. Την εφίλησα. Σαν δροσερής πηγούλας
Νεράκι ήταν τα δάκρυα που μούσμιξαν το στόμα.
Κι όταν τη ρώτησα "για ποιου τη χάρη δάκρυα χύνεις;",
"Για σένα", μου απάντησε. "Φοβάμαι μη μου φύγεις-
Γιατί οι άντρες τον πατούν τον όρκο της αγάπης".
 
 
2.
Ας βγάλουμε μικρούλα μου τα ρούχα που μας ντύνουν
Κι η γύμνια σου κι η γύμνια μου η μια την άλλη ας σμίξουν
Κι ας σμίξουμε τα μέλη μας κάτω στη γη πεσμένοι.
Κι ανάμεσά μας τίποτα. Γιατί αυτό το ρούχο
Το αλαφρό που συ φοράς, παχύτερο απ' το τείχος
Μου μοιάζει της Σεμίραμις. Ας σμίξουνε τα στήθη.
Ας σμίξουνε τα χείλη μας. Τα άλλα η σιωπή μου
Ας κρύψει-απεχθάνομαι την αθυροστομία.
 
3.
Μου είναι προτιμότερη Φίλλινα μια ρυτίδα
Δική σου, πάρα τον οπό να ’χω της ήβης όλης.
Και θέλω περισσότερο στα χέρια μου να νιώθω
Τα δυο εγώ που κρέμονται βαριά βαριά σου μήλα
Παρά τον όρθιο το μαστό της νέας ηλικίας.
Γιατ' είναι το Φθινόπωρο πιο όμορφο το δικό σου
Από ’κεινής την Ανοιξη, και ο δικός σου είναι
Χειμώνας, πιο θερμός παρά το καλοκαίρι άλλων.
 
4.
Τα μάτια σου είναι Χαρικλώ
Βαριά από τον πόθο
Που ξεφυσάει μέσα τους.
Άγρια τα μαλλιά σου.
Της ρόδινης σου της παρειάς
Η λάμψη έγινε ωχρότη.
Το σώμα σου παράλυτο.
Κι αν μεν, όλη τη νύχτα
Σώμα με σώμα πάλευες
Γι αυτό τάπαθες τούτα,
Τότε κάθε άλλη ξεπερνά
Η ευτυχία εκείνου
Που αγκαλιά σε κράτησε
Στα δυο του χέρια μέσα.
Αν όμως κι ένας έρωτας
θερμός σε λιώνει, τότε
Έτσι λιωμένη έλα σε με.
 
 
 
5.
Τ' ακοίμητο ξεφεύγοντας της μάνας της το βλέμμα
Δυο μήλα ροδοκόκκινα μούδωσ' η ωραία κόρη.
Όμως τα μήλα κόκκινα κρυφά τα είχε βάψει
Με του έρωτα την κόκκινη και μαγεμένη φλόγα.
Και καίγομαι ο δύστυχος μέσα στη φλόγα όλος.
Κι αντί τα δύο στήθια της-Θεοί-μέσα κρατάω
Στα άπρακτα τα χέρια μου μονάχα δύο μήλα.
 
 
6.
Αν κούκλα μου μου τάδωσες σαν σύμβολο τα μήλα
Των δυο μαστών σου, τότε αυτό με κάνει ευτυχισμένον.
Αν όμως όχι, άδικη-και να το ξέρεις-είσαι.
Γιατί ενώ μου άναψες τη λάβρα της αγάπης
Δε μου τη σβεις. Μα την πληγή του Τήλεφου είχε γιάνει
Εκείνος που την άνοιξε. Και συ μη θες μωρό μου
Σ' όσα πικρά ’χω βάσανα να μου προστέσεις κι άλλα.
 
 
 
 
 
ΑΣΚΛΗΠΙΑΔΟΥ
 
1.
Δημήτριε, στην αγορά πήγαινε ν' αγοράσεις
Απ τον Αμύντα ρέγγες τρεις και γοπαδάκια δέκα.
Πάρε κι εικοσιτέσσερες (αυτός να στις μετρήσει)
Φρέσκες γαρίδες. Και μετά αμέσως να γυρίσεις.
Πάρε κι απ' του Θαβόριου έξι ματσάκια ρόδα.
Κι απ' της Τρυφέρας σαν περνάς, πες της ναρθεί κι εκείνη.
 
 
2.
Νύχτα χειμώνα-ατέλειωτη. Μισός ακόμα μένει
Δρόμος στην πούλια να κρυφτεί. Κι εγώ να βολοδέρνω
Με τη βροχή να με χτυπά, στην πόρτα της απέξω-
Της άπιστης, που ο πόθος της μ' έχει καταπληγώσει.
Γιατί δεν ήταν Ερωτα βέλος αυτό που η Κύπρη
Μού πέταξε, παρά απονιάς βέλος πυρακτωμένο.

 
3.
Μπροστά σε σένα τρεις φορές
μου ορκίστηκε, Λυχνάρι,
πως θα ’ρθει η Ηράκλεια.
Δεν ήρθε. Αν Λυχνάρι
Είσαι θεός, την άπιστη
Τιμώρησε την όταν
Τον φίλο μες στο σπίτι της
Θα ’χει: ενώ θα παίζουν
Σβήσου, και πια μην τους φωτάς.
 
 
4.
Είναι γλυκό να ξεδιψάς με χιόνι μες στο θέρος.
Είναι γλυκό, όταν θα δεις, σαν έβγει ο χειμώνας,
Τα πρώτα τ’ ανοιξιάτικα στεφάνια. Αλλ’ απ' όλα,
Το πιο γλυκό ειν' όταν μια τους δυο κουβέρτα κρύψει
Τους εραστές-κι αυτοί μαζί την Αφροδίτη υμνούνε.
 
 
5
Στα τρυφερά επιάστηκα τα δίχτυα της Διδήμης.
Σαν το κερί μες στη φωτιά τα κάλλη της με λιώνουν.
Κι ας είναι μαύρη-τι μ' αυτό; Το κάρβουνο αν τ' ανάψεις
Λάμπει κι εκείνο και φωτά σαν ροδομπουμπουκάκι.
 
 
6.
Χιόνι, χαλάζι, κεραυνούς, σκοτάδι ρίχνε, καίγε,
Όλα τα κόκκινα της Γης σύννεφα ταρακούνα.
Μα μόνο αν με σκότωνες θα ’παυα. ‘Οσο όμως
Να ζω μ' αφήνεις, άπαυτα εδώ κι εκεί θα τρέχω
Κι απ' όσα ως τώρα έκανα, χειρότερα θα κάνω.
Γιατί στην ίδια του θεού την εξουσία είμαι
πούσαι κι εσύ-που κάποτε, πιστός στο θέλημά του
Χρυσός μέσα σε χάλκινη εχώθηκες θαλάμη.
 
 
7.
Τι την φυλάς την παρθενιά; Όταν θα πας στον Αδη
Δε θάβρεις κόρη, εραστές. Της Κύπριδας τις χάρες
Οι ζωντανοί τις γεύονται. Θα ’μαστε μόνο στάχτες,
Και κόκκαλα, παρθένα μου, στου Αχέροντα το ρέμα.
 
 
8.
Άνθη μου στα θυρόφυλλα μείνετε κρεμασμένα.
Από τα δάκρυα που εγώ σας πότισα, μη φύλλα
βλασταίνοντας απότομα, σειστείτε-γιατί πάντα
Τα μάτια είναι των εραστών καταπλημμυρισμένα.
Και σαν η πόρτα ανοιχτεί και βγει η Αμύντα, τότε
επάνω στο κεφάλι της ρίξετε τη βροχή μου,
Ώστε τα δάκρυα να τα πιουν τα ξανθωπά μαλλάκια.
 
 
9.
Της Νικαρέτης το γλυκό πρόσωπο, που βαμμένο
Του πόθου έχει τα χρώματα, και που συχνά προβαίνει
Στο παραθύρι το ψηλό,  Κύπρη αγαπημένη,
Οι λαμπερές οι αστραπές το έχουνε μαράνει
που τα γλυκά τα βλέμματα στέλνουν του Κλεοφώντα
καθώς μπροστά 'π' την πόρτα της αυτός συχνοδιαβαίνει.
 

10.
Απ’ το θρασύ πληγώθηκα το νάζι της Φιλαίνιο.
Και ας μη φαίνεται η πληγή. Ως μέσα στο μεδούλι
φτάνει ο πόνος. Έρωτες, χάνομαι, πάω, πεθαίνω.
Γιατί καθώς επήγαινα για ύπνο προς το σπίτι
Να! Ετσι ανέμελα, έρωτα, έκανα με μια πόρνη.  
Μα τώρα ξέρω-χτύπαγα την πόρτα έτσι του Αδη.
 
 
11.
Ητανε νύχτα και βροχή.Και το κακό το τρίτο
Του έρωτα ήταν το κρασί. Βοριάς φύσαγε κρύος.
Κι εγώ μονάχος. Ο καλός ο Μόσχος νίκησε όμως.
Κι αυτά στο Δία φώναξα βρεγμένος όπως ήμουν:
«Και σένα έτσι σου εύχομαι να τριγυρίζεις, δίχως
Μια πόρτα να βρεις για να μπεις. Ως πότε έτσι Δία;
Δία, σταμάτα φίλε μου. Έχεις και συ αγαπήσει.»
 
 
ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ
 
 
1.
Αυτά Δορκάδα να της πεις. Καλλίτερα ακόμα
Πες της τα ίδια δυό φορές. Και τρεις. Λέξη προς λέξη.
Τρέχα. Μη στέκεσαι στιγμή. Πέτα. Μα... μια στιγμούλα… Στάσου… πριν όλα να στα πω πώς βιάζεσαι Δορκάδα;
Λοιπόν ακόμα να της πεις… Μάλλον… τι λέω…
Όχι. Πες της πως δεν της απαντώ. Η μάλλον πες της ότι...
Πες της τα όλα φανερά και τίποτα μην κρύβεις...
Αν και, γιατί εσένανε στέλνω να πας Δορκάδα,
Αφού κι εγώ ο ίδιος, να! μαζί σου προχωράω;..
 

2.
Κύμα πικρό του Ερωτα και θύελλες της ζήλειας,
Ακοίμητες, και των γιορτών νερά φουρτουνιασμένα!
Πού πάω; ‘Ολα άχρηστα του νου μου τα τιμόνια.
Θα δούμε πάλι άραγε την τρυφερή τη Σκύλλα;
 
 
3.
Ω, Συ Σελήνη που γλυκά τους π' αγαπούν φωτίζεις!
Κι άστρα! Και Νύχτα! Και μικρή συ λύρα, που συντρόφι
Σ' είχα στα ξεφαντώματα! Άραγε θα την έβρω
Μονάχη της την άσωτη; Κι άγρυπνη; Και κλαμένη;
Η βρήκε άλλον εραστή; Αν ναι, με δάκρυα τότε
Που σαν βροχή θα τρέχουνε, ετούτο το στεφάνι
θα το μαδήσω απ' τ' άνθη του, και στην εξώπορτά της
θα το κρεμάσω, με αυτά επάνω του γραμμένα:
"Κύπρη, σε σε ο Μελέαγρος, που του κορμιού σου όλα
Τ' απόκρυφα τα διάβασε σαν ανοιχτό βιβλίο
Τα ερείπια της αγάπης του έχει εδώ κρεμάσει".
 
 
4.
Στη Ζηνοφίλα έδωσε την ομορφιά ο Έρως,
Αγάπης φίλτρα η Κύπριδα, κι οι Χάριτες τη χάρη.
 
5.
Μα! η πλεξίδα της Τιμώς και μα! της Ηλιοδώρας
Το σάνταλο. Μα! η 'υωδιαστή ξώπορτα του Τιμάριου.
Μα! της Αντίκλειας τ' όμορφο της γλυκομάτας γέλιο
Και μα! τα φρεσκομάζευτα της Δωροθέας τ' άνθη,
Δεν έχει σαίτες φτερωτές πια η φαρέτρα σου Ερω:
Πά' στην καρδιά μου όλα σου τα βέλη τα ΄χεις ρίξει.
 
 
 
6.
Ναι μα! τα ερωτιάρικα, τα ομορφοπλεγμένα
Σγουρά μαλλάκια της Τιμώς. Μα! της Δημώς το σώμα.
Μα! της Ιλιάδας τα γλυκά παιχνίδια της αγάπης.
Μα! τ' άγρυπνο λυχνάρι μου που τόσα με το φως του
Ξενύχτια μου εφώτισε, λίγη μου έχει μείνει
Ερω, ψυχή στα χείλη μου. Μ' αν είναι ορισμός σου
Με μια σου λέξη μοναχά κι αυτήνε τήνε φτύνω.
 
 
7
Τα δάκρυα πριν που έχυνε και τους καημούς που ετράβα
Πολύ καλά γνωρίζοντας μου λέει η καρδιά μου:
"Από τον πόθο μακριά φύγε της Ηλιοδώρας".
Λέει αυτή. Μα δύναμη δεν έχω εγώ να φύγω.
Γιατί αυτή, η αναιδής, ενώ με συμβουλεύει,
Την ίδια ώρα που αυτά μου λέει, τη λατρεύει.
 
8.
Τιμάριον, φλόγα η ματιά, ξόβεργα το φιλί σου
Κι όποιον κοιτάξεις τόνε καις, κι όποιον φιλήσεις ’χάθη.
 
 
9.
Κέρνα, και πάλι "στην υγειά" λέγε «της Ηλιοδώρας!»
Πάλι και πάλι λέγε το, και το γλυκό όνομά της
Με το κρασί ανακάτευε. Και με, στεφάνωσε με
Με το στεφάνι που αυτήν θυμίζει. Μαραμένο
κι αν είναι, με αρώματα ειν' όμως ποτισμένο.
Τους αγαπούν τους εραστές-γιά δες-τα ρόδα: κλαίνε
Που σ' αγκαλιά τη βλέπουνε άλλην απ' τη δική μου.
 
 

10.
Στης Ηλιοδώρας Κύπριδας, και στης Πειθώς, κι ακόμα
Στης Χάρης της γλυκόλογης τη γεια εγώ τα πίνω.
Μία Θεά για με ειν' αυτές, αυτή που τόνομά της
το ποθητό, με το κρασί το σμίγω και το πίνω.
 
11.
Νύχτα, μητέρα των Θεών, θερμά παρακαλώ σε-
Συντροφε στα γιορτάσια μου, αγαπημένη Νύχτα,
Ναι, σε θερμοπαρακαλώ για ένα πράγμα μόνο:
Δέσποινα Νύχτα, κάποιος αν κατ' από την κουβέρτα
Της Ηλιοδώρας έχει μπει, και κει παρηγοριέται,
Και απαλοζεσταίνεται δίπλα στο κοιμισμένο
Το σώμα της, που πιο πολύ ο ύπνος τ' ομορφαίνει,
Τότε ο λύχνος ας σβηστεί. κι εκείνος που χαμένος
Μες στα γλυκά τα στήθια της αναπαμό δεν έχει,
Δώσε του Ενδυμίωνα να κοιμηθεί τον ύπνο.
 
 
12.
Το κύπελλο εγλύκανε γιατί της Ζηνοφίλας
Λέει της πολυαγάπητης πώς φίλησε το στόμα
Που ασταμάτητα μιλεί. Α! Τυχεροί. Ας ήταν
Τα χείλη της ν' αγγίζανε απάνω στα δικά μου
Και να ’πινε με το φιλί εκείνο την ψυχή μου.
 
 
13.
Γιατί στης Ηλιοδώρας μου το δέρμα πάνω εστάθεις
Τα άλλα τ’ ανοιξιάτικα αφήνοντας λουλούδια
Ανθοτρυγήτρα μέλισσα; Μη για να μου μηνύσεις
Πως το κεντρί του Έρωτα μες στην καρδιά του κλείνει
Εκτός από τη γλύκα του κι άφευγη μία πίκρα;
Νομίζω αυτό πως είπες-ναι .Αλλά, αγαπητή μου
Γύρισε πίσω. Από παλιά το νέο αυτό το ξέρω.

 
14.
Τιμάριον, φλόγα η ματιά, ξόβεργα το φιλί σου΄
Κι όποιον κοιτάξεις τόνε καις, κι όποιον φιλήσεις 'χάθη.
 
 


ΠΟΣΕΙΔΙΠΠΟΥ  (ή ΑΣΚΛΗΠΙΑΔΟΥ)
 
Παφία Κυθέρεια, ο Κλέανδρος, απ' την ακρογιαλιά σου
Να κολυμπάει τη Νικώ στο διάφανο είδε κύμα.
Κι ο έρωτας τον έκαψε. Και κάρβουνα αναμμένα
Εμπήκαν στην καρδούλα του απ’ της μικρής το σώμα  
Τ’ ολόβρεχτο. Και στην ξηρά ναυάγησεν εκείνος.
Αυτή, αφροταξίδευτη, στην παραλία εβγήκε.
Τώρα κι οι δύο σβήνουνε μέσα στον ίδιο πόθο:
Πιάσανε τόπο οι ευχές που στην ακτή είχε κάνει.
 
 
 
 
ΡΟΥΦΙΝΟΥ  (ή ΑΔΕΣΠΟΤΟ)
Την ώρα βρήκα που ήτανε μόνη της η Προδίκη
Και την ικέτεψα τ' αβρά πιάνοντας γόνατα της:
"Σώσε" της είπα "κάποιονε που χάνεται για σένα.
Την που από μέσα μου ψυχή πετάει κράτησέ την".
Έκλαψε όταν μ' άκουσε. .Μου σκούπισε το δάκρυ
Και τρυφερά τα χέρια της πήρανε τα δικά μου.
 
--------------------------------------------------------------


Παρασκευή 28 Μαρτίου 2025

 ΓΡΑΦΕΣ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑ ΡΩΡΕΡΚΑΡ

ε.

Σεις λοιπόν ήσασταν χτες το φως του ήλιου
που έλαμψε ως και μέσα στην ψυχή μου!
Να βλέπεις την ψυχή σου για πρώτη φορά...
Ένα λευκό ατελείωτο.

Τι πάνω του θα γράψετε κυρία;
Ξέρετε, το λευκό,
Κάτι ζητάει για να δικαιωθεί.
Μια γκρίζα σας ματιά θα του χαρίσετε για ν' απαλυνθεί;
Ένα φιλί σας ίσως από μακριά
στα χρώματά του να το αναλύσει;

Της μέρας οι μέριμνες σάλι πλεχτό
και την επιθυμία μου σας κρύβουν;
Όμως μέσα από τα ανοίγματά του,
λέξεις βιαστικά δεν ορμούν
την επιθυμία μου να ζωγραφίσουν
στο πιάτο πάνω που μηχανικά πλένετε,
στη σκέψη σας "να πάρω αλάτι όταν βγω",
στην τηλεόραση που χωρίς να βλέπετε κοιτάτε;

Μα με πόσες φωνές να σας μιλήσω
για να με ακούσετε;
Χωρίς σας θα καταλυθούν-κοιτάξτε-
οι κόσμοι μου.
Γιατί εσείς δεν είστε η από τους Καιρούς
για μένα προορισμένη;
Εσεις τη σφραγίδα μου δεν έχετε;
Τα δάση μου
τα παλαιά και υγρά βαθύσκια,
εσείς δεν είστε που διασχίσατε,
στον κόσμο για να έρθετε,
και δίπλα μου μέσα του για να σταθείτε;
Πώς τώρα δεν αναρωτιέστε
γιατί ένα ξύλινο χώρισμα
μπορεί να σας κρατεί μακριά μου;

Των χεριών σας δέστε τις γραμμές-
έκτυπα των δικών μου δεν είναι;
Και πόσες ματιές μου θέλετε να δείτε
για να εννοήσετε
πως μόνον
για να ζήσετε μέσα τους  υπήρξατε;

Των βημάτων μου τους ήχους
δεν ακούτε, καθώς αυτά,
το τσιμέντο κοιλαίνουν
γύρω σας σερνάμενα;

Στου ονείρου τ' όνειρο,
που ζωή το λένε,
θέση τα σκαλοπάτια σας για με δεν έχουν
στον δρόμο που τραβάει για την καρδιά σας;

Ακούστε με: αν γραφτό σας είναι να μοιράζεστε,
αξίζω το κομμάτι σας εγώ εκείνο
που όλην ακέρια σας κρατεί
μετά από τον ψευδή διαμελισμό σας.

Και τώρα τι;
Εσείς μακριά μου λίγα μέτρα,
Και τρόπο να μην έχω εγώ να σας ειπώ
πόσο κι οι δυο μας είμαστε χαμένοι.

 ΣΙΛΕΣΙΟΣ
(Έμμετρη απόδοση αφορισμών του μυστικιστή ποιητή Σιλέσιου)

Η ψυχή αείζωο πνεύμα πέρα από το χρόνο
είναι.
Ήδη ζει μες στο κορμί μας την αιώνια της
ζωή.

*

Γάλα το ανθρώπινο. Κρασί το θείο.
Χαρά σ' όποιονε πιει κι από τα δύο.

*

Η μεγαλύτερη ευλογιά θα 'ναι στον ουρανό:
καρδιές ολάνοιχτες, η μια στην άλληνε δοσμένη.

*

Αγάπη ειν’ ο Θεός, και δεν μπορεί παρά να αγαπάει.
Xωρίς «γιατί» θ' αγάπαγες και συ θεός αν ήσουν.


*

Θα 'ναι ο άνθρωπος θεός αν γίνει το μοντέλο
που από κείνο ο θεός τον άνθρωπο έχει φτιάξει.

*

Ο σοφός μέσα στη θλίψη και τον πόνο δεν λυπάται.
Ούτε καν παρακαλάει να ξεφύγει από κει μέσα.

*
Είναι η σταγόνα θάλασσα στη θάλασσα όταν πέσει.
Πώς η ψυχή δε θα 'ναι Θεός όταν στο Θεό θα πάει;

*

Αν εκμηδενιστεί ο θεός, εγώ θα πάω πάλι
εκεί που ήμουνα προτού εκείνος να με πλάσει.

*

Είναι ο θεός ο μουσικός κι εμείς τα όργανα
του.
Και ο καθένας μας ηχεί από το πνεύμα εκείνου.

*

Απ' τον πόλεμο η ειρήνη. Απ' τον πόνο η χαρά.
Κι η κατάρα της ζωής μας ευλογία θα γενεί.

*

"Γιατί θα πρέπει ο χριστιανός δίκαιος να 'ναι κι ευσεβής;"
Ρωτάς γιατί ένα πρόβατο σαν τίγρις να μη φέρεται.

*

Θες με μια κίνηση να δεις μπροστά σου
ν' απλώνεται ο παράδεισος ο ίδιος;
Στρέψε το πρόσωπο σου από τον κόσμο.

*

Άνθρωπε, γίνε κάτι πιο από άνθρωπο μεγάλο.
Την υψηλότερη κορφή προσπάθησε να φτάσεις.
Μες στο βασίλειο του θεού μόνον θεοί θα μπούνε.

*

Γιος του θεού είμαι κι εγώ. Και κάθομαι δεξά του.
Και μέσα μου τη σάρκα του και την ουσία του βλέπει.

*

Ο θεός δεν είναι δίκιο. Η πηγή του δίκιου είναι.

*

Γιατί μας έπλασες θεέ μου, θα χορτάσεις
ευχαριστίες από κάθε σου πιστό.
Κι ας μην μπορούσες παρά να μας πλάσεις,
ανάγκη και για μας το ευχαριστώ.

*

Μέσα μου ο θεός φωτιά. Μέσα του εγώ η λάμψη.
Ε,τι; Δεν είμαστε γερά οι δυο μας λες δεμένοι;

*

Η άβυσσός μου του θεού την άβυσσο απαντάει.
Στέκουν οι δυο διστακτικές: βαθύτερη ποια είναι;

*

Πότε τον κόσμο έφτιαξε ο θεός;
Τη μέρα που γεννήθηκα.

*

Τόσο ωραίος ειν' ο θεός, ώστε ο ίδιος, πάντα
με τη δική του ομορφιά εκστασιασμένος είναι.

*

Σαν μια πηγή είναι ο θεός.
Ρέει αβρά προς τα έξω
μα εντός του κείται ολόκληρος.

*

Ο θεός πάντα δουλεύει.
Τη δουλειά του αν δεν βλέπεις
φταις εσύ και όχι Εκείνος.

*

Η αιωνιότητα για μας αδιαπραγμάτευτη είναι.
Θέλουμε ή δεν θέλουμε θα υπάρχουμε αιώνια.

*

Γιατί ο Θεός μας έπλασε όπως τον εαυτό του;
Είναι απλό: γιατί άλληνε δεν είχε εμπειρία.

*

Ο Θεός ό,τι είμαι γίνεται,
γιατ' ήμουν πριν ό,τι είναι.

*

Τί ωραιότερο για μέ
να 'ναι ο ίδιος ο θεός
μαζί μου ερωτευμένος!;

*

Ο θεός είναι ό,τι τρώω κι ό,τι πίνω.
Γιατί ένα του κομμάτι είμαι κι εγώ.

*

Τι 'ταν στον τόπο αυτόν προτού
ο θεός τον κόσμο πλάσει;
Τότε ο ίδιος ο θεός
αυτός ο τόπος ήταν.

*

Για το θεό δεν ξέρουμε τίποτε απολύτως.
Κι ό,τι γι Αυτόν δεν ξέρουμε πρέπει και να γινούμε.

*

Αν νομίζεις ο θεός πως δεν ειν' όλα
και γυρεύεις κάτι έξω απ’ αυτόν
τότε φίλε μου από χέρι έχεις χαμένα
και τον ίδιο τον θεό κι όλα για πάντα.



30 Μαρτίου γεννήθηκε ο Βαν Γκόγκ


 PINK PEACH   TREES
 (Van Gogh)

Α!  Ροζ μικρές ροδακινιές!  Η Άνοιξη κυλάει
μες στων κλαδιών σας τους χυμούς,  χορεύει και πηδάει
και αγκαλιάζει ερωτικά το τρυφερό κορμί σας
και παίζει και ακκίζεται και χαίρεται μαζί σας.

Κοντά σας να  ’μαστε και μεις. Με χέρια, μάτια, στόμα,
μ’  αυτιά, με μύτη, με κορμί, και με τη γλώσσα  ακόμα
πασκίζουμε να νιώσουμε λίγη απ’  την Άνοιξή σας
από το γλυκοκάρωμα και την απόλαψή σας.

Κοιτάμε, αφουγκραζόμαστε, μυρίζουμε, δαγκάμε
μα τη γλυκιά τη μέθη σας εμείς δεν τη μεθάμε.
Ζηλότυπα την Άνοιξη εντός σας την κρατείτε
και "όχι" μας φωνάζετε, "όχι-ποτέ όσο ζείτε".



CAFE  TERRACE  AT  NIGHT
(Van Gogh)

Φωτοπερίχυτη γωνιά με δάπεδο ερυθρό
δίπλα του σούρουπου η ζωή-της νύχτας η πειθώ
δυο κόσμοι-ο ένας ζωντανός, λουσμένος μες στο φως
κι ο άλλος πλάι του σταχτίς, αφώτιστος, κρυφός.

Ένα "καφέ" παρισινό. Μικρά και στρογγυλά
τα τραπεζάκια στέκονται κομψούλια και ψηλά
με τις καρέκλες δίπλα τους κυρίες ελκυστικές
χίλιες μικρές απόκρυφες να υπόσχονται  χαρές.

Νύχτα! Παρίσι!  Άνοιξη!  Ζολά!  Μπωντλαίρ!  Ουγκώ!
Ω!  αηδονάκι του φωτός στον κόσμο τον βουβό!
Α!  και ζωγράφε που πολύ ό,τι ήθελα να δω
αφού εγώ δεν πήγα εκεί μου το ’φερες εδώ.


SIEN WITH CIGAR IN WHITE DRESS
SITS NEXT TO STOVE ON THE FLOOR
(Van Gogh)

Λοιπόν Σιέν αυτό ήτανε το τέλος της ζωής σου
δίπλα στη σόμπα καθιστή,επάνω στις σανίδες
μιας πάλης τα γυρίσματα να σκεφτεσαι ανίσου
κι ενός βιβλίου τις μελανές και άγραφες σελίδες.  

Κι αν τα μαλλιά σου έχουνε μαύρο ακόμα χρώμα
μα η ματιά δεν ξεγελά κι η όψη του προσώπου
κι όσα κραυγάζει τραγικά το σφραγισμένο στόμα
για μια ήλικία μοναχά μιλούν-γι αυτήν του
ανθρώπου.

Σιέν-Σιέν αυτό λοιπόν-αυτό είναι το τέλος;
ένα τσιγάρο μοναχά η μόνη σου συντρόφια
κι αυτό χωμένο άτονα στα χέρια σου σαν βέλος
μέσα σε σάρκες άζωες-σε περιστέρια ψόφια...

Σιέν, σε λίγο η νυχτιά θα μπει στην κάμαρά σου
και ό,τι η μέρα βιαστική δε σ’ άρπαξε περνώντας
αυτή θ’ αρπάξει.  Μα εμάς για πάντα η ζωγραφιά σου
θα μας ζεσταίνει την καρδιά θλιμμένα τραγουδώντας



SUNFLOWERS, MUNICH,
NOUE PINAKOTEK
(Van Gogh)


Ποιος μας ζωγράφισε σκληρός ζωγράφος
κι είναι τα φύλλα μας κιτρινισμένα
κι έτσι κειτόμαστε σαν πεθαμένα
κι είναι το βάζο μας πικρό σαν τάφος;

Εμάς που στρέφαμε τα πρόσωπά μας
στο μέγα του ήλιου πυρρό στεφάνι
τώρα ένα μαύρο πικρό μελάνι
κλέβει το γέλιο μας και τη χαρά μας.

Μα ο μεγάλος μας καημός και θλίψη
για σένανε είναι ζωγράφε πλάστη:
σ' αυτόν που έτσι μας εφαντάστη
θα 'χουν κι ο έρωτας κι η αγάπη λείψει.




HOUSES IN ANTWERP
(Van Gogh-1885)

Σπίτια στο Αντβέρπ. Σπίτια ενωμένα
με κοινές αυλές, σκεπές και τοίχους
σπίτια μες στο φως παραδομένα
και τους δρόμους ενατρόγυρα ησύχους.
                                                       
Ξύλινα σπιτάκια που παλιώσαν.
Που η σκόνη τα ’χει μισοασπρίσει.
Σπίτια ευλογημένα που δε νοιώσαν
στη μακριά τους τη ζωή πάθη και μίση.

Σπίτια ανθρωπινά που ενώ τελείως
έχουνε χαθεί απ’ τη ζωή μας
ένας φεγγερός χρωστήρας θείος
τώρα τα προσφέρει στην ψυχή μας.



RISES
(VAN GOGH)

Και βέβαια οι ίριδες ανθίζουνε το Μάη
στου Αγίου Παύλου της Μωσόλ το μοναστήρι
κι όταν κανείς απ' τ' ανοιχτό παράθυρο κοιτάει
ένα πολύχρωμο θωρεί μπροστά του πανηγύρι.

Μα του ζωγράφου η ματιά τις ίριδες τις θέλει
μες σ' ένα γκρίζο πήλινο χωριάτικο κανάτι
και από κει τα φύλλα τους να υψώνονται σαΝ βέλη
και λυπηρά μηνύματα να στέλνουνε στο μάτι.

Τις θέλει να στριμώχνουνε τ' αβρά στηρίγματά τους
μες στου δοχείου το στενό καμπυλωμένο στόμιο.
Θέλει κρυμμένη να κρατεί εκεί μέσα τη χαρά τους
σε σχήματα που ουτ' ένα τους με τ' άλλο δεν είν’
όμοιο.

Και θέλει τ' άνθη τα μαβιά να γέρνουν κουρασμένα
και να γεμίζουν την ψυχή με πένθιμες εικόνες'
και θέλει τα να μοιάζουνε πουλάκια πεθαμένα
κι ελπίδες που τις σκέπασαν της λησμονιάς οι
σκόνες.

Και κάποιο ανθάκι εκεί δεξά, ψηλά ψηλά το στήνει
και με ποτάμια αιμάτινα στολίζει τη θωριά του.
Κι είναι σαν η ύστατη ζωή στο άνθος αυτό να σβήνει
ή σαν το φάντασμα εκεί να στέκει του θανάτου.




L' ARLESIENNE: (MADAME JOSEPH-MICHEL GINOUX)
(VAN GOGH)

Αναπόληση; Απορία; Θαυμασμός
Πάνω απ' τ' ανοιγμένο το βιβλίο;  
Ένας σύντομος, τυχαίος χαιρετισμός
Η το ύστερο στη ζωή πικρό αντίο;

Το ’να χέρι στου βιβλίου τις σειρές
Και στον κρόταφο το άλλο έχει διπλώσει
Λες και θέλει στου μυαλού τις αυλακιές
Ο,τι γράφει το βιβλίο ν΄ αποτυπώσει.

Μαύρο χρώμα το τραπέζι, τα μαλλιά
Το παλτό, τα ωραία μάτια και τα φρύδια
Φόντο πλούσιο μία κίτρινη αντηλιά
Και στον άσπρο το γιακά κόκκινα φίδια.

Μα η καρέκλα αν είναι κόκκινο βαθύ
Κατακόκκινα κι αν ειν' και τα βιβλία
Μας δονεί το ερυθρό που ’χει απλωθεί
Στων χειλιών την αναρχίνιστη ομιλία.

Σε ποια βάθη βυθισμένη είσαι κυρά;
Ποιες το διάβασμα κλειστές σ' άνοιξε θύρες
Και ορμήσανε της σκέψης τα νερά
Και σε πνίγουν στις μεγάλες τους πλημμύρες;
 




SIESTA
(Vincent Van Gogh)

Βουνά υψώνονται τα στάχια
κομμένα πια και στοιβαγμένα.
Σαν χρυσωπά φαντάζουν βράχια
σε χρυσοπέλαγο ριγμένα.

Στη σκιά που ρίχνουν τα δεμάτια
δυο δουλευτές έχουν ξαπλώσει
και στα κλεισμένα τους τα μάτια
βαρύς ο ύπνος έχει απλώσει

Ο άντρας ύπτιος με βαλμένα
τα δυο του χέρια προσκεφάλι.
Δίπλα τα δρέπανα αφημένα.
Tου θέρου μέσα τους η ζάλη.

Στο άλλο πλάι του εκείνη
σχεδόν πρηνής, σκυφτή λιγάκι
και προς το μέρος του να κλίνει
 τ’ ωραίο της το κεφαλάκι.

Αυτή σεμνή κι υποταγμένη-
αυτός αφέντης και δεσπότης
άραγε τέτοια ταιριασμένη
ζωή να ζει και στ’ όνειρό της;..

   Αλλαγή ώρας της Κυριακής 27 Οκτωβρίου 2024


Η Αλλαγή στης πατρίδας το έλος
μύτη σκάζει:
το μικρό στο ρολόγι μας βέλος
θέση αλλάζει!

Τo ρολόγι μας πίσω θα πάει
μία ώρα
λες και χρόνο πολύν μας χρωστάει
τούτη η χώρα.

Μία ώρα πιο αργά θα λαλούν
τα κοκόρια
και πιο πάνω μια ώρα θ’ αργούν
τα βαπόρια.

Μα του λαού που σε ύπνο βαθύ
έχει γείρει
του χρειάζεται άλλη αλλαγή:
ΞΥΠΝΗΤΗΡΙ!

  ΝΎΧΤΑ 9-10-98

ξέρετε πόσα καράτια έχει η ξενιτιά; είκοσι τέσσερα
ξέρετε πόσες ειν’ οι έξοδες κινδύνου της; δεν έχει.

ο βρόχος ταλαντεύεται σε κάθε αγεροφύσημα
μέσαθέ του περνάνε
κουβαλώντας στο φτερό τους ό,τι φανταστείς,
πουλιά
με δυσανάγνωστα ονόματα σε ταυτότητες φθαρμένες
ξεκουράζονται πάνω στο σκοινί όπως σε νησί όταν μεταναστεύουν
τότε το ταλάντεμα παίρνει άλλον ρυθμό
που ως να προλάβει να στεριωθεί κι αυτός
οι δυο εικόνες ζαλίζουνε το μάτι και θολώνουνε το νου
τέτοιο ταλάντεμα μπορεί ακόμα να το προκαλέσει
ένα κουφέτο ή το κλάμα ενός μωρού-
πράγματα τόσο τραγικά στη βαθιάν ουσία τους,
όσο καλόδεχτα στο μασκάρεμά τους

απόψε ήμουνα παν’ από πρόσωπα και ιδέες
στο χώρο που το Τίποτα απλώνει-κι είδα
μέσα του σπόροι εφιαλτικοί και τερατώδεις να πλανιώνται
φαντάσματα ακόμα αγέννητων μορφών
και «μορφές» εδιάβαζες
και «σπίτια» και «γράμματα»
κι ένα σα μέσα σε αχλύ κρυμμένο σπέρμα
«Λόγος»
έγραφε πάνω του διστακτικά

βέβαια το να τρέξει κανείς για να ξεφύγει είναι η πρώτη σκέψη
όμως πού να πας-τα χέρια πίσω δεμένα, τα πόδια ξέψυχα
και-λες να χρειαζότανε κι αυτό-
η θάλασσα απέραστη μπροστά

ο θάνατος ειν’ ένα άγριο σκυλί αν δεν του πετάς
που και που καμιά πέτρα να φοβηθεί
θα σε φάει

και η ζωή είναι καλή έχει τις παγίδες της
τις ορέξεις, τους διαλογισμούς της,
τα νεύρα της καμιά φορά
στο βάθος δεν είναι μεγάλη συφορά
να είσαι ζωντανός
οι χάντρες στον σκοτεινό της λαιμό
λάμπουν σαν μπάλες πολύχρωμες σε πανηγύρι
το γέλιο της δεν είναι πάντοτε σαρκαστικό
και το σακούλι των ελπίδων της ξέχειλο-απλώνεις
και παίρνεις όσες θέλεις-ασυλλόγιστα
τώρα θα πεις γιατί μιλάω έτσι για τη ζωή
πρώτα δεν κινδυνεύω να μ’ ακούσει κι ύστερα
ας ακουστούν για λόγου της και μερικές αλήθειες

δε θρέφει ο καρπός τη ρίζα αλλά η ρίζα τον καρπό
οι χυμοί στα τριχοειδή ανεβαίνουν δεν κατεβαίνουν
τα κύματα του ατλαντικού στέλνουν τον αφρό τους
κατά τον άλλο κόσμο-ο αέρας φυσάει δυτικά
αυτά είναι ξένα για τα ρομπότ που ροκανίζουν ανθρώπους
και για το Χρόνο, που άνετα ροκανίζει και τους δυο

στιγμιότυπα
«θυμάσαι τις χάντρες;»
«όχι»
«καλά
γιατί δεν υπήρχαν χάντρες»
άλλο:
«ο κύριος βαρόνος έχει επιληψία»
«αλήθεια;»
«δεν ξέρω, ο κύριος βαρόνος δεν έχει επιληψία μα να πούμε κάτι…»

α! τυχεροί που είμαστε που δεν μιλούν οι πεθαμένοι-
που δεν έχουνε φωνή που ν’ ακούγεται από τ’ αυτιά μας
και που όταν με το στόμα το δικό τους κάτι πούνε
μόνο οι άλλοι πεθαμένοι τους ακούν και ακόμα
κάποιοι ζωντανοί που εντός τους σέρνουν πεθαμένους

οι αρμοί του κόσμου σκουριάζουν οι ρόδες του φθείρονται
οι κήποι του γεμίζουν αγκαθερά ξερόχορτα
Σκουριά, Φθορά, Ξέρα
λίγα βρύα μόνο πάνω τους θυμίζουν ζωή

όλα καλά
μα να φεύγεις νικημένος-αυτό μετράει.
έξω κι αν η νίκη είναι ήττα…

κλειστός ουρανός κλειστές λέξεις κλειστά νοήματα-όχι νοήματα
πώς να καταλάβεις;
ανηφόρες, πείνες, αποχωρισμοί, ερείπια
πώς ν’ ανασάνεις;

«έλα λοιπόν εδώ να δεις πώς ζούμε» της έγραψε
«να δεις πώς από μια κλωστή μονάχα κρατημένοι
σεργιανάμε με καμάρι τη ζωή μας, απλώνοντας
ψηλαφητά το πόδι σα σε ναρκοπέδιο, μη σκοντάψουμε
και πέσει η ζωή μας και τη χάσουμε
τη μοναδική

έλα λοιπόν εδώ χωρίς άργητα-
μας προλαβαίνεις δε μας προλαβαίνεις
γιατί όλα εδώ είναι ανάποδα φτιαγμένα
τα σκοτάδια μας γνωρίζουνε
τα περιβόλια μας έχουν ξεχασμένους
όταν μας πέσει κάτω το μαντήλι μας
δε σκύβουμε να το σηκώσουμε
τους επαίνους
τους ακούμε αδιάφορα
και αστόλιστοι
μπορούμε να πάμε και σε γάμο ακόμα
έλα λοιπόν εδώ χωρίς άργητα
μας προλαβαίνεις δε μας προλαβαίνεις
γιατί όλα εδώ ξένα είναι και γι αυτό
γίνονται όπως πρέπει
κι αν κάποιος μας κακολογεί τόνε λυπούμαστε
όχι από υψηλοφροσύνη τάχα μα γιατί
χάνει τα λόγια του άσκοπα-ο καημένος
έλα, μας βρίσκεις δε μας βρίσκεις
εδώ που τα λέμε υπάρχουν και στιγμές
που η ζωή μας ξεγελάει ακόμα με κάτι πράγματα
σαν άνθη που μπερδεύονται με το χιόνι
σου είπα-ξεγελάσματα
όνειρα από θύμησες φτιαγμένα
μνήμες που ξανάρχονται σαν ζωντανές
κι αφού η ζωή λοιπόν μοιάζει με θάνατο
λέμε καμιά φορά μήπως μπερδέψαμε τις λέξεις
μα κι έτσι πάλι
ότι ελέγαμε για τη ζωή καθόλου δεν αλλάζει
μόνο που τώρα θα το λέμε για το θάνατο
μα ούτε τα παιχνίδια αυτά δεν μας τραβάνε πια
κι αν θέλεις να μας περιγράψεις με μια λέξη, να τη:
παραδομένοι
και πώς όχι- ας μάχονται
όσοι ακόμα δεν εξόδεψαν όλες τις ήττες τους»

οι νόμοι της Φυσικής αδιαφορούν για τα βιβλία που τους περιγράφουν
οι νόμοι της ζωής αδιαφορούν για τους ανθρώπους που διαφεντεύουν
το αχ δεν έχει παράσταση στις εξισώσεις της Φυσικής και της Χημείας
ούτε μπορούν οι νότες να το περιγράψουν
φωλιάζει στην ψυχή-εκεί που δε χωράνε
τα τεχνητά φθαρτά
και ούτε φθόγγος είναι ούτε αριθμός αλλά βέλος
που διατρυπάει την απεραντοσύνη
(το ρολόι μας δε φοράει προσωπίδα-οι χτύποι του
είναι χτύποι τσεκουριού σε κούφιο γέρικο κορμό)

«για συζήτηση μην κάνεις σκέψη
μιλάει κάποιος και κανείς δεν τον ακούει
κι αν τον ακούει δεν τον εννοεί
άλλες έννοιες κλείνει για τον καθένα η ίδια λέξη
ανάλογα με την ηλικία, τη μόρφωση, τις εμπειρίες του
και μοιάζουμε όταν μιλάμε σαν να παίζουμε
εκείνο το παιχνίδι που σ’ ένα χαρτί
γράφει ερωτήσεις ένας κι ο άλλος απαντήσεις
διασταυρώνοντάς τες ύστερα στην τύχη
καταλαβαίνεις, κι αν τυχαία κάποιο ταίριασμα υπάρξει
πάλι σε κατανόηση δεν οδηγεί αλλά επισφραγίζει
τη δυνατότητα διαφόρων απαντήσεων στην ίδια ερώτηση
έτσι το μόνο που μπορούμε
είναι να καθόμαστε αμίλητοι ένας απέναντι στον άλλο
και αυτή η στάση μας-όπως θα δεις-μας δίνει
μιαν αξιοπρέπεια που δεν έχει ο λόγος
ελα να μας δεις»

καλή η Αθήνα μα καλή κι η Έδεσσα
οι πλατείες της λάμπουν χλωμά τα φθινοπωρινά απογέματα
τα ροδάκινα ένας μικρός ήλιος το καθένα
οι καταρράκτες της ανύπαρκτοι όπως η ύπαρξη
του Μεγαλέξαντρου η ανίκητη ορμή τραντάζει ακόμα τη γη περνώντας
μα πόσο ακόμα οι λάμψεις;
ως πόσο οι πλατείες και τ’ απογέματα;
σφυράει το τρένο
ο αποχαιρετισμός
ιλαρός γιατί εγκαταλείπονται μηδενικά και εικασίες
και γιατί το τρένο είναι το μεγαλύτερο μηδενικό

μερίδιο στην ευτυχία δεν έχει ο χορηγός
η ευτυχία δεν έχει μερίδιο στη ζωή

τιποτένιοι απατεώνες μας πήρανε το πορτοφόλι.
με μέσα του όλα τα χαρτιά: αποδείξεις
κάρτες, τα εισιτήρια του θεάτρου, το σημείωμα
με τις δουλειές που έπρεπε να γίνουν
και ξέρουμε-όλα τα πέταξαν εκτός από τα χρήματα που βρήκαν μέσα
αν τουλάχιστον χανόταν κανείς από κάτι μεγάλο…

το βράδυ όταν σβήνουμε το φως χάνεται ο κόσμος
τίποτε τότε δεν υπάρχει
οι χώρες μένουν μόνο στο μυαλό
(και κείνο ξέρουμε όλοι τι σκαρώνει)
το ίδιο και οι άλλοι χώροι
μένει ο δικός μας κόσμος μόνο-το δωμάτιό μας
ή το κρεβάτι με το σώμα μας επάνω
ή το σώμα μας μόνο χωρίς τίποτα
έξω ή μέσα του

επειδή χωρίς τη μνήμη δεν θα υπήρχαμε
γι αυτό καλώ τη μνήμη μοναδικό θεό
επειδή χωρίς τη μνήμη δε θα κέρδιζε
η αδημονία την υπομονή μας
το σκοτάδι το φως
ο θάνατος τη ζωή
επειδή η μνήμη γέννησε και μας και την ψυχή μας
την απληστία και την αγωνία μας
επειδή χωρίς τη μνήμη δεν θα υπήρχε ο κόσμος
γι αυτό καλώ τη Μνήμη τον Μοναδικό
ανήλεο θεό

ένα τεστ
ξενιτεμένοι είναι κείνοι που φεύγουν ή αυτοί που μένουν;
απάντηση: κείνοι που φεύγουν
αυτό, κι ας μην ξενιτευτείτε, πρέπει να το μάθετε
και ποιανού η κούπα έχει φαρμάκι κρύσταλλο αντί για πάτο;
του ξενιτεμένου, να το θυμόσαστε
και ποιανού το πρόσωπο είναι κείνο που είναι;
να ξέρετε, του ξενιτεμένου
για ποιον ο ήλιος είναι πηγή σκότους;
για ποιον του μαχαιριού κόβει και η λαβή του;
για ποιον στη γη επάνω δεν υπάρχει πανδοχείο;
για ποιον ο χειμώνας σέρνει πίσω του το πτώμα της Άνοιξης;
για το μετανάστη
να το ξέρετε
και ποιος είναι-ας το ξαναπούμε-
ο μετανάστης; κείνος που φεύγει ή κείνος που μένει;
κείνος που φεύγει-το θυμόσαστε, μπράβο


καλή είναι η Αθήνα
οι γειτονιές της έχουν ακόμα χρώμα
η ανάσα της έχει ακόμα ευωδιά
τόσο παλιά όσο το στρέβλωμα του νου
και όσο της ανθρώπινης δυστυχίας το μονοπάτι
είναι κι αυτό μια πρωτιά φανταχτερή για των θνητών τα μέτρα
καλή είναι η Αθήνα
με το τσιμέντο της
με τις εκκλησίες της, με τα νυφιάτικα μαγαζιά της,
με δυο άδειες τρύπες για μάτια, με ρουζ στα άσπρα ζυγωματικά,
με μάρμαρο στη θέση των ανθρώπων
κουφέτα, ανθοδέσμες, ρύζι, κώνειο, μηκώνιο
καλός κι ο ουρανός της Αθήνας-γαλανός
η περηφάνια του ντόπιου-η απόλαυση των τουριστών
οι περηφάνιες και οι απολαύσεις-δυο τραγανά κεράσια στη δλητηριασμένη τούρτα.

τη νύχτα δεν κοιμάσαι σε ξυπνάν τα ελικόπτερα
ψάχνοντας για φονιάδες και για κλέφτες
το φως τους εντονότερο από των άστρων
το μέγεθός τους πολλαπλάσιο του ήλιου
το βογγητό τους πιο βαθύ από τη θάλασσα.
γι αυτό οι άνθρωποι πιστεύουν στα ελικόπτερα
κι όχι στ’ αστέρια και στον ουρανό
γι αυτό οι αισθήσεις ειν’ ολέθριες-μας ξεγελούν
γι αυτό στραβά τα βλέπουμε όλα
κι η ζωή
μας οδηγεί σε λάθος δρόμο-μα και τι
αν κοίταζε τ’ αστέρια
θα ’πεφτε μέσα σε γκρεμό κανέναν

«έλα να δεις τις μικρές μας φυλακές
τις μικροσκοπικές
που από λίγα μίλια μακριά δεν φαίνονται
ούτε αυτές ουτ’ εμείς μέσα τους
λέω για τα σπίτια που ’χουμ’ εδώ
κομψούλια καγκελάκια στα παράθυρα
συναγερμοί ηλεκτρονικοί που φτιάχνουν δίχτυ γύρω
η πόρτα με τρεις φραγμένη κλειδαριές
πίσω της το όπλο
κατ’ απ’ το μαξιλάρι το πιστόλι μας
έλα να δεις τις όμορφές μας φυλακές
με μόχθο από μας τους ίδιους σκαλιγμένες
πάνω στα κοφτερά του τρόμου βράχια
με περηφάνια γιατί τους εφτιάξαμε
μικρά όμορφα φρούρια
του κήπου το βράδυ τα φώτα αυτόματα ανάβουν    
στο πέταγμα των πουλιών της νύχτας
ή στο σούρσιμο κάποιας αλαφροπάτητης γατούλας
καθώς το γεύμα της ψωνίζει
μόνο εμείς δε βλέπουμε τον κήπο μας
γιατί μέσα του έκθετοι
θα ’μασταν στόχος
έλα να δεις τις μικρές μας φυλακές που μέσα τους
κλεινόμαστε πριν πέσει ο ήλιος
γιατί εδώ η σελήνη ο δικτάτορας απαγορεύει την κυκλοφορία
έλα να δεις τις φυλακές μας
πριν μας τις πάρει η τράπεζα γιατί εδώ
ως και τις φυλακές μας τις χρωστάμε
έλα να δεις»

έσπρωξε το καρότσι της με δυσκολία ως τ’ αυτοκίνητο
προσεκτικά έβαλε τις σακούλες στο καπό
μια ντομάτα κύλησε στο χώμα
την εκοίταξε, σκέφτηκε λίγο
στα σκουπίδια τέλος την πήρε και την πέταξε
πηγαίνοντας την έσπρωχνε ο αέρας κι έτρεχε άθελά της
γυρίζοντας επήγαινε αργά αργά σαν κολυμπώντας στον αέρα ενάντια
ή σαν να μάχονταν με το λεπτό της σώμα   
ν’ ανοίξει δρόμο μες στο πλήθος
τα μαλλιά της οριζοντιωμένα για πρώτηνε φορά κερδίζοντας
η επανάστασή τους στη βαρύτητα ενάντια
τέλος
με το μικρό της σώμα ταλαντευόμενο σαν βάρκα σε νερού γρήγορα κυματάκια
εμπήκε στ’ αυτοκίνητο με δυσκολία
και συνενοχικά γελώντας μου όταν ξαφνικά με είδε,
έκλεισε την πόρτα του αυτοκίνητου
έβαλε μπρος
έφυγε
ήταν εκείνη η Κυριακή που ο νοτιάς είχε λυσσάξει

οι μετανάστες! τα παιδιά της Νύχτας κι οι αδερφοί των αστεριών!
ζιζάνια με κόπο ξεριζωμένα
που ξεραίνονται κατ’ απ’ τον ήλιο
το χωράφι τότε βγάζει καλόν καρπό
σοδιά καλή για τον παραγωγό με πλούσια κέρδη
ο ιδρώτας του αγρότη τότε δικαιώνεται

απόψε το φεγγάρι ήρθε και ’στάθη στο παράθυρό μου
ίσα εκεί που έπεφτε το βλέμμα μου
τέτοια ωραία συμφωνία ήταν απρόσμενη
γι αυτό και αποκαλυπτική
ένοιωσα τότε πώς μπορούν
με τόσα πράγματα να παρομοιάζουν το φεγγάρι οι ποιητές
κάτι φωτεινό μες στ’ άφωτα τα πλάτη τ’ ουρανού
μπορείς με ό,τι θέλεις να το παρομοιάσεις
αφού ό,τι να πεις ταιριάζει όχι μόνο στου φεγγαριού
αλλά σε κάθε υποστάσεως τη μοναδικότητα

Τους φίλους τους είχα μέσα στο τσεπάκι του γιλέκου μου
σαν ρολόι χρυσό
χτυπούσαν εκεί δίπλα στους χτύπους της καρδιάς μου
καμιά φορά μπερδεύονταν οι δύο ήχοι- έλεγα
ας τους να μπερδεύονται, έτσι είναι οι φίλοι
να μην ξέρεις αν αυτοί είσαι εσύ ή εσύ εκείνοι
μια τέτοια εμπλοκή έλεγα είναι ευπρόσδεκτη
κι έτσι τραβούσε ο καιρός ώσπου μια μέρα
που είχε συννεφιά κι ο ήλιος δεν προσδιόριζε τις ώρες
αυτή τη μέρα θέλησα να δω τι ώρα είναι
τότε είδα
πως του ρολογιού μου οι δείχτες γυρίζουν ανάποδα
κι ότι χαμένος είμαι μες στο Χρόνο
το πέταξα κι εγώ και δόθηκα ολόβολος
στη νύχτα ή στη μέρα αδιαφορώντας πού

όταν έρθει η ώρα που όλα ησυχάζουν τότε είναι πολύ αργά
η άφωνη σάλπιγγα πρέπει μέσα στο σάλο να ηχήσει
κατόπι βλέπεις όλα από ένα επίπεδο πιο πάνω-κι αυτό
η δόξα είναι της ζωής για τους μικρούς ανθρώπους-κάτω βλέπεις ν’ αναδεύονται επιθυμίες αδιαμόρφωτες, πάθη θερμά,
πράξεις άσκοπες, ψευδαισθήσεις
και ο μικρός άνθρωπος-εσύ-
δεν μετράς πια στ’ ανθρώπινα

στις μεγάλες ηλικίες κανείς πρέπει να κάνει δίαιτα
όχι ξηρούς καρπούς, όχι λησμονιά όχι τσιγαριστά όχι εγκατάλειψη, όχι πολύ αλάτι, όχι αδιαφορία
χλωρούς καρπούς ναι, ελεημοσύνη ναι, βρασμένα χορταρικά ναι ψέματα καλοβρασμένα ναι ευγένεια ναι ζυμαρικά ναι
καμιά φορά μπερδεύονται τα πιάτα
άλλοτε κάποιος έχει αλλάξει ετικέτες στα μπουκάλια
ή κάποιο φαγητό τελείωσε
τότε τα πράγματα δυσκολεύουν
η διαδικασία αντιστρέφεται
τα ναι παίρνονται για όχι και τα όχι για ναι
μπορεί ακόμα και να ξαναγυρίσει κανείς για λίγο στην παιδικότητα

το δέντρο έξω από την κρεβατοκάμαρά μου ρίχνει τα φύλλα του
και τώρα φαίνονται τα πουλιά στα κλώνια του
να λυπηθεί κανείς για το θάνατο των φύλλων
ή να χαρεί για το φανέρωμα των πουλιών;

Επειδή όταν κανείς πεθαίνει τα πράγματά του μένουν ορφανά
αυτό δε θα πει πως δεν έπρεπε να πεθάνει
θα πει πως δεν έπρεπε να είχε ζήσει

αυτά δεν γράφονται για να εξασφαλιστεί μια ευπροσήγορη όαση
γιατί αν την ευπροσηγορία τη ζητάς
την έχεις κιόλας εξαντλήσει
γράφω για να μάθετε
για το μέλλον
ή για να κληροδοτήσετε τη γνώση στα παιδιά σας
για το μέλλον τους
κι έτσι κι αυτά ώσπου κάποτε
να μη φεύγουν οι άνθρωποι από τη ζωή αδίκιωτοι

ένας καλός λόγος χτυπάει κατάστηθα τη μοναξιά
αυτιά που δεν ακούνε τέτοιο λόγο απέξω
ψάχνουνε σε δικούς τους ήχους να τον βρουν
κι όταν τον βρούνε ειν’ αυτός ο λόγος ασταμάτητος
και ρέει ανυστερόβουλα
σαν το ποτάμι που κυλάει έτσι απλά κι ούτε γνωρίζει
πως γεωργοί ποτίζουν τα χωράφια τους με τα νερά του
κι όποιος θα πάρει το μαχαίρι να χωρίσει
το λόγο σε καλόν και σε κακόν
το αδύνατο του εγχειρήματος τόνε συνθλίβει

ξέρετε πόσα καράτια έχει η ξενιτιά; εικοσιτέσσερα
ξέρετε πόσες ειν’ οι έξοδες κινδύνου της; δεν έχει

ο βρόχος ταλαντεύεται σε κάθε αγεροφύσημα
μέσαθέ του περνάνε
κουβαλώντας στο………