ΤΟ ΛΑΘΟΣ ΤΟΥ ΤΑΜΙΑ
Το νέο πως είχε γίνει λάθος κατά την πληρωμή του μισθού του, τού το έφερε ένας συνάδελφος. «Και τώρα;» τον ρώτησε ο Γιούρι. Αυτός του απάντησε ότι έπρεπε να πάει «σε κείνο το κτίριο». Εκείνο το κτίριο όμως, που ο συνάδελφος του το έδειχνε με ακατέβατο το χέρι του, κινούνταν συνέχεια δεξιά-αριστερά και πάνω-κάτω. Περισσότερο μάλιστα έμενε επάνω και αυτό ήταν το πιο παράξενο μιας και έτσι καταλούσε το νόμο της βαρύτητας. Ο Γιούρι σκέφτηκε ότι έπρεπε κι αυτός να μετακινείται ανάλογα με το κτίριο καθώς θα πήγαινε προς την πόρτα του, ώστε να μπορέσει να μπει. Έτσι πράγματι έκανε και σε λίγο ήταν μέσα στο κτίριο. Ένας λακές του πρόσφερε ένα γλυκό λέγοντάς του: «Στην επιτυχία σας. Σας περιμένουν στον δεύτερο όροφο, στο ταμείο». Πριν ανέβει, ο Γιούρι κοίταξε από το παράθυρο. Ο συνάδελφός του έδειχνε ακόμα προς το κτίριο.
Για να πάει στον δεύτερο όροφο ήταν τέτοια η κατασκευή του κτιρίου ώστε πρώτα έπρεπε να περάσει από τον έκτο και από τον πέμπτο όροφο. Στην αίθουσα του ταμείου ήσαν όλοι οι καθηγητές του γυμνασίου του οι οποίοι τώρα ήσαν υπάλληλοι του Υπουργείου Οικονομικών. Ο υπεύθυνος για τη διόρθωση του λάθους ήταν ο καθηγητής του των μαθηματικών ο οποίος έβγαινε από την αίθουσα όταν αυτός μπήκε. Όταν ο καθηγητής είδε τον Γιούρι, γύρισε στη θέση του λέγοντας «Σε περιμέναμε. Τι βαθμό είχες πάρει στο μάθημά μου;» «Πέντε» του απάντησε ο Γιούρι. «Πέντε επί τριακόσια τριάντα;» ρωτάει. Όταν είδε ότι ο Γιούρι δυσκολευόταν στην απάντηση, «χίλια εξακόσα πενήντα» του λέει. «Χίλια εξακόσα πενήντα καπίκια σου κρατήσαμε κατά λάθος. Πάρτα». Χάρηκε που το λάθος δεν ήταν δικό του και τα λεφτά αυτά ήταν παραπάνω από όσα είχε κανονίσει για να περάσει το μήνα.
Με τα λεφτά στο χέρι έτρεξε προς το σπίτι του. Εκεί βρήκε τη γυναίκα του καρφωμένη στον τοίχο του χωλ με ένα καρφί μπηγμένο ακριβώς στο μέσο του μετώπου της. Φορούσε ένα φουστάνι άσπρο με μαύρες βούλες και αιωρούνταν δεξιά και αριστερά πάνω στον τοίχο σαν εκκρεμές. Της έδωσε χίλια καπίκια για να πάρει ένα φουστάνι και άλλα εκατόν πενήντα για να αγοράσει ένα μαγιό για το μικρότερο κοριτσάκι τους, που εκείνη την ώρα μάθαινε κολύμβηση σε μια μπανιέρα δίπλα στη μητέρα της.
Κουρασμένος από όλα αυτά κατευθύνθηκε στο υπνοδωμάτιο, όπου σε μια γωνία του η μητέρα του με δυο φίλες της παίζανε χαρτιά. Ξάπλωσε στο κρεβάτι χωρίς να κοιμηθεί. Δίπλα του ήταν το τηλέφωνο. Χωρίς να μπορεί να εξηγήσει γιατί το έκανε αυτό, όμως πήρε στο τηλέφωνο ένα φίλο και τον παρακάλεσε να παίρνει τον αριθμό του κάθε δέκα λεπτά και να μην απαντάει όποιος και αν το σηκώσει. Ύστερα γύρισε το πρόσωπό του προς το μέρος του τοίχου και έκανε τον κοιμισμένο. Το τηλέφωνο χτυπούσε κάθε δέκα λεπτά και η μητέρα του το σήκωνε όλο και πιο νευριασμένη κάθε φορά. Τέλος ο Γιούρι κοιμήθηκε πραγματικά. Στον ύπνο του ένοιωσε έναν έντονο διαξιφιστικό πόνο στην έξω επιφάνεια του δεξιού του ταρσού, κάτω από το κότσι. Ο πόνος ήταν συνεχής και έμοιαζε σαν κάποιος να του χάραζε το δέρμα. Παρότι πονούσε δεν κατάφερε να ξυπνήσει παρά μόνον όταν ο πόνος είχε πια περάσει. Και τότε είδε την αιματηρή επιμήκη πληγή στο μέρος όπου πριν ένοιωθε τον πόνο. Τα χείλη του τραύματος έχαιναν υπερβολικά και άφηναν να φαίνεται ο πυθμένας του και τα τοιχώματά του, κατακόκκινα από το ξεραμένο αίμα. Σκέφτηκε ότι ήταν μεγάλη η ζημιά και ότι θα έκανε καιρό να γιατρευτεί. Και ενώ αναρωτιόταν ποιος του είχε ανοίξει εκείνη την πληγή, όρμησε μέσα στο δωμάτιο η μητέρα του κρατώντας ματωμένο ένα μαχαίρι και ουρλιάζοντας προς το μέρος του: «Νόμισες ότι δεν κατάλαβα τη μηχανή σου; Έβαλες να σε παίρνουν τηλέφωνο για να με αφήνεις ξάγρυπνη…» «Με κατάλαβε», είπε μέσα του ο Γιούρι. Και αμέσως, θέλοντας να την τιμωρήσει γι αυτό που έκανε, κουτσαίνοντας και πονώντας έτρεξε πίσω της γιατί αυτή βγήκε τρέχοντας από το δωμάτιο. Δεν την πρόλαβε παρά αφού για να βγει είχε κάνει κομμάτια την εξώπορτα του σπιτιού με ένα απότομο τράβηγμά της. Στάθηκε μην αποφασίζοντας τι: να κυνηγήσει την μητέρα του ή να επισκευάσει την πόρτα; Πριν ο Γιούρι προλάβει καν να αποφασίσει, η μητέρα του πήγε στο χολ και άρχισε να μαζεύει τα ρούχα τα δικά του. Έφτιαξε ένα μπόγο και τον πέταξε μπροστά στα πόδια του. «Φύγε. Στα κομμάτια», του είπε.
Ο Γιούρι κατευθύνθηκε με τον μπόγο στα χέρια προς την πλατεία όπου μοίραζαν τρόφιμα και κουβέρτες στους άστεγους και τους πεινασμένους. Εκεί τον ρώτησαν πόσα λεφτά του έδωσαν από το ταμείο, και όταν τους είπε, πήγαν προς μια πόρτα που έγραφε απέξω τον αριθμό 1650 την άνοιξαν και έβγαλαν από μέσα τρεις νταμιζάνες γεμάτες με γάλα και πολλά μέτρα ενός μεταλλικού σωλήνα λυγισμένου για να μην πιάνει πολύν χώρο και του τα έδωσαν. Ανάμεσα στα σιδερικά γυρίσματα του σωλήνα βρισκόταν η μεγαλύτερη κόρη του, που φορούσε ποδιά νοσοκόμας και τον κοίταζε παρακαλεστικά στα μάτια. Ο Γιούρι κατάλαβε ότι ήθελε να την βγάλει από εκεί μέσα. Την πήρε μαζί του και πήγανε για ταξί. Επειδή τα ταξί πετούσαν τρία μέτρα πάνω από το έδαφος, οι οδηγοί δεν τους έβλεπαν αν δεν τους έκαναν νόημα όταν ακόμα τα ταξί ήταν πολλά μέτρα μακριά τους. Γι αυτό και ώσπου κάποιο ταξί να σταματήσει πέρασε πολλή ώρα.
Πήγαν κατευθείαν στο σπίτι. Η γυναίκα του κρεμόταν ακόμα στον τοίχο ταλαντευόμενη. Στην άκρη του δωματίου ο αδερφός του σκαρφαλωμένος σε μια σκάλα παιδευόταν να εγκαταστήσει ένα αιρ-κοντίσιον βρίζοντας κάθε φορά που κάτι του πήγαινε στραβά. Η μητέρα τους τον βοηθούσε συμβουλεύοντάς τον, ενώ κάθε που έστρεφε για να τον δει, ακουγόταν το τρίξιμο του καρφιού στον τοίχο μέσα. Τέλος έριξε στον Γιούρι ένα αγριεμένο βλέμμα. Ο Γιούρι κατάλαβε τι σήμαινε αυτό το βλέμμα. Χωρίς να μιλήσει πήρε μια κανάτα με γάλα και την άδειασε στο στόμα μιας κούκλας που βρισκόνταν πάνω στο τραπέζι ώσπου αυτή άρχισε να βγάζει γάλα από τα στήθη της. «Έτοιμη!» φώναξε. Όλοι οι μέσα στο σπίτι μπήκαν στη σειρά για να πιουν.
Ξάφνου έγινε σκοτάδι. Από μακριά φάνηκε να έρχεται ο άρχοντας του σκότους που διακρίνονταν γιατί ήτανε πιο σκοτεινός από το σκοτάδι. Μεγαλοπρεπής σαν άραβας εμίρης πλησίασε, άρπαξε τη μητέρα του Γιούρι από τα μαλλιά και την πέταξε πέρα. «Τώρα δεν έχεις εχθρό» είπε στον Γιούρι. Ο Γιούρι βγήκε έξω με τον άρχοντα του σκότους, περπατώντας οι δυο τους σ’ έναν μακρύ και στενό διάδρομο. Η κόρη του ακολουθούσε φοβισμένη. Ένα παιδάκι έπαιζε πιο πέρα. Πάρτο και μάθε του τα παιχνίδια του Ισλάμ, είπε ο άρχοντας του σκότους στον Γιούρι. Ο Γιούρι έπιασε το μικρό παιδάκι από το χέρι. Εκείνο δείχνοντάς του τον άρχοντα του σκότους του είπε: «Πρώτα θα καθαρίσουμε το σπίτι του μπαμπά».
Το σπίτι του άρχοντα του σκότους ήταν δίπλα από το σπίτι του Γιούρι. Μα τότε γιατί τους πήρε τόσην ώρα για φτάσουν σ’ αυτό, αναρωτήθηκε ο Γιούρι. Καθαρίστριες είχαν αναλάβει την καθαριότητα του πατώματος. Ο Γιούρι ανέβηκε στο περβάζι ενός ψηλού παράθυρου, και με ένα τεράστιο ξυράφι ξυρίσματος που έμοιαζε με το εργαλείο που οι υαλοκαθαριστές καθαρίζουν τα τζάμια των καταστημάτων, καθάριζε τα τζάμια. Στο εξωτερικό πεζούλι του ανοιχτού παράθυρου εμφανίστηκε μια τραγουδίστρια διαμαρτυρόμενη γιατί ο Γιούρι είχε ξυρίσει μαζί με τα τζάμια του παράθυρου και τις τρίχες από τα οπίσθιά της. Ο Γιούρι προσπάθησε να θυμηθεί αν οι γυναίκες έχουν τρίχες στα οπίσθιά τους. Μα πριν το καταφέρει, ο γιος του άρχοντα του σκότους είπε στον Γιούρι: «Μην της δίνεις σημασία. Με όλους έτσι κάνει». Και χαμογελώντας του με κατανόηση τον έπιασε απαλά από το χέρι και βγήκαν μαζί στον μαύρο διάδρομο. Οδηγώντας τον μέσα από υπόγειες στοές, τέλος ανέβηκαν στην επιφάνεια. Εκεί περίμενε ο συνάδελφος που είχε πει στον Γιούρι για το λάθος των χρημάτων του μισθού του. Ήταν ακόμα ορθός και εξακολουθούσε να έχει το χέρι του υψωμένο και δείχνοντας προς το κτίριο όπου έπρεπε να πάει ο Γιούρι. Ο Γιούρι, κοιτάζοντας προς τα εκεί, είδε ότι ακόμα το κτίριο κινούνταν συνέχεια δεξιά-αριστερά και πάνω-κάτω. Πλησίασε τον συνάδελφό και του είπε: «Πήγα». Εκείνος κατέβασε το χέρι του.
Τρίτη 4 Μαρτίου 2025
Ο ΒΙΑΣΜΟΣ
(ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΟ
ΣΚΗΝΕΣ ΔΥΟ)
Τόπος: περίχωρα της Αθήνας και μετά ο Παράδεισος
Χρόνος: Χριστούγεννα 2004 και μετά η εποχή των πρωτόπλαστων Αδάμ και Εύας.
Πρόσωπα:
ΑΓΓΕΛΟΣ, ΑΓΑΘΗ, ΘΕΙΟΣ TOY ΑΓΓΕΛΟΥ, ΦΙΔΙ, ΘΕΟΣ (η φωνή του)
ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
(Δωμάτιο αγροτικού σπιτιού με μεγάλο κήπο γύρω, στην ερημιά. Όταν ανοίγει η αυλαία, ο Άγγελος τελειώνει το δέσιμο του δεξιού χεριού της Αγάθης, που το αριστερό της είναι κιόλας δεμένο στα πάνω κάγκελα του κρεβατιού, ενώ τα πόδια της στα κάτω. Η Αγάθη φωνάζει, βρίζει και φτύνει τον Άγγελο, ενώ με αδύναμη μανία και σαν λυσσασμένη προσπαθεί να σπάσει τα δεσμά της.)
ΑΓΓΕΛΟΣ
(ήρεμα)
Μη με φτύνεις. Σε λίγο θα μου δώσεις όσο σάλιο θέλεις κι όχι στο πρόσωπο αλλά κατευθείαν μέσα στο στόμα μου.
ΑΓΑΘΗ
Κάθαρμα! Αλήτη! Βρωμιάρη! Θα σε...(αγωνίζεται να σηκωθεί)
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ναι..."θα με"...τι «θα με»;
ΑΓΑΘΗ
Αλήτη!..
ΑΓΓΕΛΟΣ
Αν μπορεί κανείς να κάνει κάτι τον άλλο εγώ είμαι
αυτός. Και ξέρεις τι "θα σε" εγώ!
ΑΓΑΘΗ
Κάθαρμα!
(Με όλη της τη δύναμη)
Βοήθειαααα!
ΑΓΓΕΛΟΣ
(ειρωνικά)
Λίγο πιο δυνατά...
ΑΓΑΘΗ
Βοήθειαααα...
ΑΓΓΕΛΟΣ
Στάσου.
(ανοίγει την πόρτα)
Για ν' ακούγεσαι καλλίτερα. Έλα, πάμε μαζί. Με το
ένα, με το δύο, με το τρία- Βο... γιατί δεν φωνάζεις;
ΑΓΑΘΗ
Κάθαρμα!
ΑΓΓΕΛΟΣ
Έλα, σύνελθε. Σε χιλιόμετρα μακριά δεν υπάρχει ψυχή. Στο ξανάπα. Δε θέλεις να το πιστέψεις. Επιτέλους πείστηκες;
ΑΓΑΘΗ
Βρωμερέ παλιάνθρωπε! Τέρας! (τον φτύνει)
ΑΓΓΕΛΟΣ
(σκουπίζεται με ένα χαρτομάντηλο. Την πλησιάζει δείχνοντάς της το πρόσωπό του)
Έχω αλλού;
(Η Αγάθη τον ξαναφτύνει)
ΑΓΓΕΛΟΣ
(γελάει)
Κράτα και λίγο σάλιο μέσα σου. Θα αφυδατωθείς.
ΑΓΑΘΗ
(με σιγανή και όλο μίσος φωνή, παραδομένα)
Κάθαρμα!
ΑΓΓΕΛΟΣ
Έτσι μπράβο. Μη χάνεις άσκοπα δυνάμεις. Με έβρισες, με είπες κάθαρμα, αλήτη, παλιάνθρωπο, τι άλλο να μου πεις-δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο. Κι αν βρεις κάτι πες το σιγά να μην κουράζεσαι. Είσαι και ταλαιπωρημένη από τη νάρκωση...
ΑΓΑΘΗ
(σιγά)
Σαδιστή!
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ναι, είναι κι αυτό. Σωστό.
(μικρή σιωπή)
Λοιπόν σταμάτησαν οι φωνές και οι βρισιές; Σταμάτησαν φαίνεται... Έλα, θα συνεργαστείς; (την πλησιάζει)
ΑΓΑΘΗ
Εσύ είσαι άρρωστος! Είσαι πειραγμένος στο μυαλό. Να συνεργαστώ… Βρε κάθαρμα ποια γυναίκα συνεργάζεται στο βιασμό της; Εμπρός! Κάνε ό,τι έχεις να κάνεις. Κι αν γλυτώσεις από τα δόντια μου να θεωρείς τον εαυτό σου τυχερό. Μα μετά τι θα κάνεις; Θα με αφήσεις έτσι δεμένη; Δε θα με λύσεις; Τότε είναι που δε θα ζήσεις ούτε στιγμή. Ή θα με σκοτώσεις ή θα σε σκοτώσω.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Πολλά ερωτήματα μαζεμένα! Αλλά πρώτος στη
σειρά είναι ο έρωτας.
ΑΓΑΘΗ
Έρωτας! Πάψε αλήτη να βιάζεις και τις λέξεις.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Πώς θέλεις να το λέω; Βιασμό; Βιασμό! Πρώτα σειρά έχει ο βιασμός λοιπόν. Και για το βιασμό πρέπει πρώτα να φροντίσω. Μπορώ να σε κάνω ακίνδυνη να με βλάψεις κλείνοντάς σου το στόμα με μια πετσέτα ή με ένα λευκοπλάστ. Μα δε θα 'ναι όμορφα έτσι. Να μην μπορείς να λες τις λέξεις που λέει μια γυναίκα πάνω στον έρωτα...
ΑΓΑΘΗ
Σαδιστής! Ναι! Σαδιστής! Σαδιστής είσαι. Θέλεις να με βασανίζεις. Και θέλεις να βασανίζεις και τη λογική μου. Βρωμιάρη! Τελείωνε κάθαρμα κι άσε τα λόγια..."λέξεις που λέει η γυναίκα πάνω στον έρωτα"... Ελεεινέ! Θεέ μου σε ποια θέση μ' έχεις φέρει-να παρακαλάω ένα κτήνος να με βιάσει...
ΑΓΓΕΛΟΣ
Αν ήθελα να σε βιάσω όπως όπως θα το είχα κάνει όταν ακόμα ήσουνα ναρκωμένη. Ή θα το 'κανα τώρα κρατώντας ένα μαχαίρι ή ένα πιστόλι. Μα πρέπει να το θέλεις κι εσύ.
ΑΓΑΘΗ
Να θέλω το βιασμό μου ανισόρροπε άνθρωπε; Τι μου
λέει Θεέ μου... Με νάρκωσες, με κουβάλησες εδώ, μ'
έδεσες, και θέλεις από πάνω να θέλω να με βιάσεις...Τέρας! Όχι τέρας, ούτε τα τέρατα δεν κάνουν τέτοιες πράξεις.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Και επειδή δεν είμαι τέρας γι αυτό θέλω να θελήσεις
κι εσύ να γίνεις δική μου.
ΑΓΑΘΗ
"Να γίνεις δική μου"! Τι λες, δεν μου κάνεις τώρα και ερωτική εξομολόγηση; Δέσε με και πιο σφιχτά ακόμα και έτοιμη θα είμαι πια για μιαν ερωτική εξομολόγηση. Μόνο τα λουλούδια σου λείπουνε.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Δε μου λείπουνε. Έχω μέσα.
(βγαίνει στο διπλανό δωμάτιο και φέρνει μιαν ωραία ανθοδέσμη που τη δείχνει στην Αγάθη)
Να 'τα!
ΑΓΑΘΗ
Ω! Θεέ μου! Πού έμπλεξα!
(Ο Αγγελος πηγαίνει πάλι μέσα τα λουλούδια και ξανάρχεται)
Και θέλεις βρωμερέ να βλέπεις μια γυναίκα έτσι πεσμένη και δεμένη με ανοιχτά τα πόδια; Λύσε μου τα πόδια να τα μαζέψω ή σκέπασέ με τουλάχιστον.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Έχεις δίκιο.
(τη σκεπάζει με μια κουβέρτα)
ΑΓΑΘΗ
Ποιος είσαι βρωμιάρη; Πού με βρήκες; Πώς με διάλεξες; Γιατί εμένα;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Άγγελο με λένε.
ΑΓΑΘΗ
Μμμμ! Τι όνομα! Όνομα και πράμα! Και γιατί εμένα;
ΑΓΓΈΛΟΣ
Γιατί μου αρέσεις κι επειδή ήτανε εύκολο για μένα να σε ναρκώσω καθώς γύριζες μόνη σου από τη δουλειά μέσα από το πάρκο. Εντάξει; Άλλη ερώτηση;
ΑΓΑΘΗ
Τι έχεις σκοπό να κάνεις-έτσι θα είμαστε ως πότε; Μήπως είμαι όμηρος και πρόκειται να ζητήσεις λύτρα;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ώστε για τέτοιον παλιάνθρωπο με θεωρείς; Μοιάζω
για τέτοιος;
ΑΓΑΘΗ
Δηλαδή ο βιασμός δεν είναι παλιανθρωπιά; Τι θ' ακούσω ακόμα από σένα...
ΑΓΓΕΛΟΣ
Μα δεν σε βίασα.-.Αλήθεια πώς σε λένε;
ΑΓΑΘΗ
Έχει σημασία αυτό;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Μιας και συζητάμε να ξέρουμε τα ονόματά μας είναι
καλλίτερα. Ύστερα εγώ σου συστήθηκα.
ΑΓΑΘΗ
(καταλαβαίνοντας πως άδικα βρίζει και αντιμιλάει)
Καλά καλά, Αγάθη με λένε...
ΑΓΓΕΛΟΣ
(γελάει)
Αγάθη;..
ΑΓΑΘΗ
Είναι για γέλια το όνομά μου;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Με συγχωρείς… μα για σκέψου: Άγγελος και Αγάθη
μπλεγμένοι σε μια τέτοια δουλειά...
ΑΓΑΘΗ
Εσύ έκανες βρωμιές. Τo γέλιο ταιριάζει για το δικό
σου όνομα μόνο.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ναι, πάλι δίκιο έχεις. Αγάθη, αν σου λύσω τα πόδια θα
νιώθεις πιο άνετα;
ΑΓΑΘΗ
Θέλει και ρώτημα;
(Ο Άγγελος πλησιάζει και της λύνει τα πόδια. Η Αγάθη μένει ήρεμη ενώ ο Άγγελος τήνε λύνει. Κατόπιν τραβιέται στην πάνω μεριά του κρεβατιού)
ΑΓΓΕΛΟΣ
Εντάξει;
ΑΓΑΘΗ
Εντάξει θα είναι όταν θα είμαι στο σπίτι μου χωρίς σκοινιά στα χέρια και χωρίς να θυμάμαι αν γινόταν, αυτόν τον εφιάλτη. Θα 'σουνα εντάξει εσύ δεμένος πάνω σ' ένα κρεβάτι μακριά από το σπίτι σου;.. Πού είμαστε;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Πενήντα χιλιόμετρα δυτικά από την Αθήνα, στο χτήμα ενός θείου μου που έχει πάει ένα ταξίδι στη Γερμανία.
ΑΓΑΘΗ
Ωραία. Τώρα… ησύχασα!
ΑΓΓΕΛΟΣ
Με ρώτησες, σου είπα.
ΑΓΑΘΗ
Σωστά, τώρα εσύ έχεις δίκιο.
(κοιτάζει από το παράθυρο)
Και όλος αυτός ο κήπος -του θείου σου είναι;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ναι. Πληρώνει και του τον περιποιούνται.
(σιωπή)
ΑΓΑΘΗ
Και τώρα τι κάνουμε... κύριε Άγγελε;.. Καθόμαστε και κοιτάζουμε ο ένας τον άλλο και μιλάμε όμορφα και ωραία σαν δυο φίλοι;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Τι καλλίτερο από αυτό, αν ήτανε πράγματι έτσι...
ΑΓΑΘΗ
(δυνατά)
Έχω φίλους που κάθομαι και συζητάω μαζί τους! Και
όχι δεμένη. Δεν περίμενα όμως και να με αρπάξεις
εσύ, να κάθομαι εδώ δεμένη και να με κοροϊδεύεις κι
από πάνω πως θα γίνουμε φίλοι...
ΑΓΓΕΛΟΣ
Εγώ δεν είπα ότι θα γίνουμε φίλοι. Είπα αν. Εσύ το είπες το "θα".
(Η Αγάθη ηρεμεί. Κοιτάζει τον Άγγελο παρατηρώντας τον καλά)
Γιατί με κοιτάς;
ΑΓΑΘΗ
Μιας και καθόμαστε έτσι προσπαθώ να καταλάβω. Ποιος ο λόγος να κάνεις κάτι τέτοιο; Τόσες γυναίκες γύρω μας… Δεν έχεις φιλενάδα;
ΑΓΓΕΛΟΣ
(κοφτά)
Όχι.
ΑΓΑΘΗ
Γιατί;.. Θέλω να πω θα μπορούσες να έχεις.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Να μη σ' ενδιαφέρει.
ΑΓΑΘΗ
Νομίζω πολλές γυναίκες θα σε ήθελαν.
ΑΓΓΕΛΟΣ
(επιθετικά)
Λοιπόν και τι έγινε μ' αυτό; Θα χτυπήσω την πόρτα
του σπιτιού τους και θα τους πω: θέλετε να κάνουμε
έρωτα;
ΑΓΑΘΗ
Όχι. αλλά...
ΑΓΓΕΛΟΣ
(σαν να μην άκουσε την Αγάθη)
Δεν αρκεί να είσαι ανεκτός σωματικά. Τo ξέρεις
πολύ καλά. Πρέπει να έχεις τον τρόπο να πλησιάζεις τις γυναίκες. Ξέρεις εσύ καλλίτερα από μένα σε ποιους δίνουν οι γυναίκες σημασία και σε ποιους όχι. Οι γυναίκες θέλουν τον δυναμικό άντρα, τον όχι υποχωρητικό, θέλουν τον μαχητή. Όχι έναν ήσυχο και ντροπαλό άντρα όσο άντρας κι αν είναι αυτός.
ΑΓΑΘΗ
Ντροπαλός και ήσυχος εσύ που έκανες αυτό που έκανες;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Αυτό είναι εύκολο. Θέλει απόφαση, δύναμη μυική και λίγες ιατρικές γνώσεις. Όλα αυτά τα ξέρω και τα μπορώ. Μα πώς θα ζητήσω από μια γυναίκα να κάνει έρωτα μαζί μου;
ΑΓΑΘΗ
Σοβαρά μιλάς; Στην εποχή της κατάκτησης του φεγγαριού και στην εποχή των κομπιούτερς δεν μπορείς να γνωρίσεις μια κοπέλα;
ΑΓΓΕΛΟΣ
(με τα μάγουλά του να κοκκινίζουν, δυνατά)
Μη με ρωτάς τέτοια πράγματα.
ΑΓΑΘΗ
(τον κοιτάζει χαμογελώντας)
Για να σε δω καλλίτερα... Γιατί να μη σε ρωτάω; Τόσα έκανες συ σε μένα, εγώ ούτε μιαν ερώτηση δεν μπορώ να σου κάνω; Λοιπόν δεν μπορείς να γνωρίσεις μια γυναίκα;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Σταμάτα τις ερωτήσεις σου είπα!
(δυνατά και επιθετικά)
Όχι δεν μπορώ! Ή μήπως το φεγγάρι σου και οι κομπιούτερς θα το κάνουν για μένα; Τι σχέση έχει το ένα με το άλλο; Σταμάτα τη συζήτηση αυτή.
(απειλητικά)
Και μη με κοιτάς!
(η Αγάθη χαμηλώνει τα μάτια της. Ήρεμα)
Δε θέλουν έτσι να τους το πεις οι γυναίκες. Πρέπει να ξέρεις τον δικό τους κώδικα. Μερικοί δεν τον ξέρουν. Ανάμεσα σ’ αυτούς είμαι κι εγώ-τι περίεργο;
ΑΓΑΘΗ
(Σηκώνει τα μάτια της και τον βλέπει)
Έχεις δοκιμάσει ποτέ;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Μη με βλέπεις! Ναι, έχω δοκιμάσει. Ειρωνεία και
περιφρόνηση ήταν η απάντηση...
(Ξάφνω σηκώνεται και αποφασιστικά και αμίλητα πηγαίνει στο κρεβάτι, λύνει γρήγορα τα χέρια της Αγάθης, την ξεσκεπάζει, και τη βοηθάει να σηκωθεί. Βγάζει από την τσέπη του την ταυτότητά του και την τείνει στην Αγάθη. Κρατώντας σκυμμένο το κεφάλι του και γρήγορα μιλώντας)
Φύγε. Αυτή είναι η ταυτότητά μου. Διεύθυνση, όνομα, όλα. Πήγαινε στην αστυνομία. Πήγαινε. Μα φύγε! Φύγε!
(δυνατά)
Και πριν απ' όλα μη με κοιτάς έτσι!..
(βγάζει από την τσέπη του τα κλειδιά του αυτοκινήτου του. Της τα δίνει)
Πάρε το αυτοκίνητο και φύγε!
ΑΓΑΘΗ
(παίρνει την ταυτότητα και τα κλειδιά και στέκει ακίνητη για λίγο μην μπορώντας να καταλάβει τι συμβαίνει. Τέλος:)
Μου δίνεις την ελευθερία μου. Με αφήνεις ελεύθερη και μου δίνεις και την ταυτότητά σου. Ξέρεις πως αν πάω στην αστυνομία θα έχεις σοβαρά μπλεξίματα και με αφήνεις ελεύθερη; Με την ταυτότητά σου στο χέρι μου, με τη γνώση τούτης της καλύβας, με τα σημάδια από το δέσιμο στα χέρια και στα πόδια μου το ξέρεις πως έχεις σίγουρη καταδίκη και φυλάκιση;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν είμαι χαζός. Ξέρω και τι έκανα και τι σου λέω να κάνεις. Πήγαινε. Μα δε θα προλάβεις να με δεις στη φυλακή. Αν δεν ξέρω τι να κάνω με σας τις καταραμένες τις γυναίκες, μα ξέρω τι να κάνω με τον εαυτό μου. Τράβα.
ΑΓΑΘΗ
(Με ύφος που προσπαθεί να κάνει υπεροπτικό)
Όποτε θελήσω εγώ. Και αν το θελήσω. Τώρα εγώ κάνω ό,τι θέλω. Μπορεί να θέλω να σε βασανίσω εγώ όπως με βασάνισες εσύ.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν το μπορείς.
ΑΓΑΘΗ
Δεν αποφασίζεις εσύ. Τώρα αποφασίζω εγώ. Και όπλο μου είναι όχι σκοινιά και μπιστόλια μα εγώ η ίδια. Η γυναικεία μου η φύση.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Με βασάνισες τόσην ώρα με τις ερωτήσεις σου. Με
έκανες να νιώσω πάλι ένας ανίκανος για τη γνωριμία
μου με τις γυναίκες-και φτάσαμε έτσι πάλι στο
σημείο να πρέπει να συναινέσεις κι εσύ για να
κάνουμε έρωτα. Δηλαδή να μην κάνω έρωτα ούτε με
σένα-ούτε με τη βία δηλαδή.
Τι άλλο θα μου έκανες για να με βασανίσεις;
Αποφάσισα να βιάσω μια γυναίκα και ούτε αυτό
το μπόρεσα κι ας σε είχα δεμένη χεροπόδαρα. Τι άλλο μπορείς να μου κάνεις;
(βγαίνει στο δίπλα δωμάτιο και γυρίζει με ένα πιστόλι. Τo δίνει της Αγάθης)
Αν θέλεις μπορείς να με εκτελέσεις τώρα, αυτή τη στιγμή. Δεν έχεις κανένα φόβο. Σου είπα, κανείς ούτε τον πυροβολισμό θ' ακούσει ούτε θα με αναζητήσει εδώ. Ξέρεις να χειρίζεσαι πιστόλι;
ΑΓΑΘΗ
Ξέρω.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Εμπρός. Λύτρωσέ με.
ΑΓΑΘΗ
(κοιτάζει το πιστόλι στο χέρι της, την ταυτότητα, τα
κλειδιά. Τα πετάει όλα πάνω στο κρεβάτι)
Τι μέρα Θεέ μου! Τι ζω που ούτε να το φανταστώ ποτέ δεν θα μπορούσα! Μα είναι αλήθεια όλα αυτά ή είναι η φαντασία που μου παίζει αυτό το παιχνίδι;
(κάθεται στο κρεβάτι αφήνοντας όλη την εξουθένωσή της από ό,τι πέρασε εκείνη την ημέρα να εκδηλωθεί. Τα μάτια της κλείνουν και γέρνει λιπόθυμη)
ΑΓΓΕΛΟΣ
Αγάθη! Αγάθη! Λιποθύμησε!
(πετάει μια καρέκλα πάνω στο κρεβάτι και βάζει τα πόδια της επάνω. Της ξεκουμπώνει τη φούστα και τη μπλούζα και της κάνει αέρα με ένα περιοδικό. Η Αγάθη σε λίγο συνέρχεται)
Λιποθύμησες.
ΑΓΑΘΗ
Είμαι καλά τώρα.
(σηκώνεται σιγά, βάζει την καρέκλα στη θέση της, κουμπώνεται, ξανακάθεται αδύναμη και χλωμή στο κρεβάτι)
ΑΓΓΕΛΟΣ
Θέλεις να σου φέρω λίγο νερό;
ΑΓΑΘΗ
Όχι, ευχαριστώ.
(κοιτάζει το πιστόλι, την ταυτότητα, τα κομμένα σκοινιά. Γκριμάτσα απορίας. Άτονα)
Διαθέτει το κατάστημα κανένα μήλο;
ΑΓΓΕΛΟΣ
(με έκπληξη)
Μήλο;
ΑΓΑΘΗ
Ναι μήλο. Δεν ξέρω τι έχει μέσα του μα όταν έχω τα χάλια μου ένα μήλο με συνεφέρνει. Έχεις;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν ξέρω... δηλαδή… δεν θέλεις ένα καφέ;..
ΑΓΑΘΗ
Προτιμώ το μήλο αν υπάρχει. Αν δεν υπάρχει φτιάξε καφέ.
ΑΓΓΕΛΟΣ
(διστακτικά)
Υπάρχει αλλά…
ΑΓΑΘΗ
Αλλά, τι;
ΑΓΓΕΛΟΣ
(αποφασιστικά)
Ας πάει στο διάολο! Υπάρχει!
(βγαίνει έξω και γυρίζει με ένα μήλο στο χέρι, Της το δίνει σ' ένα πιάτο μ' ένα μαχαίρι)
Ορίστε!
ΑΓΑΘΗ
(αρχίζει να καθαρίζει το μήλο)
Γιατί τόση φασαρία για ένα μήλο;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Μια ιδιοτροπία του θείου μου. Έχει μια παλιομηλιά
εδώ απόξω και θέλει να τρώει μόνο αυτός τα μήλα
της. Και να πεις πως κάνει πολλά... όλο κλάρα είναι.
Καμιά δεκα-δεκαπέντε το χρόνο κάνει.
Αλλά δεν αφήνει κανέναν να τρώει. Τo πρώτο πράγμα που λέει στους κηπουρούς που προσλαμβάνει είναι αυτό. Να μη φάει κανένας μήλο. Και τα μετράει. Φέτος ας πούμε είχε δώδεκα απάνου της. Ε, δώδεκα περιμένει να βρει όταν ξανάρθει. Αν είναι ένα λιγότερο ποιος είδε το θεό και δε τον φοβήθηκε...
Μα τώρα δε με νοιάζει. Έναν νεκρό θα βρει ακόμα κι
αν ερχότανε σε λίγο.
Να σου φτιάξω όμως κι ένα καφέ. Θα πιω κι εγώ.
ΑΓΑΘΗ
Έναν νεκρό; Αυτό λοιπόν είναι που ξέρεις να κάνεις καλά και αυτό σκοπεύεις να κάνεις;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Άστο αυτό σε μένα. Εσύ κοίτα να συνέλθεις.
ΑΓΑΘΗ
Καλά. Φτιάξε λοιπόν και καφέ αφού θέλεις κι εσύ. Υπάρχουν τ' απαραίτητα;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Υπάρχουν. Μόνο που ο καφές θα ’ναι μπαγιάτικος.
(πηγαίνει στο ντουλάπι, παίρνει τον καφέ και βγαίνει στην κουζίνα. Από την κουζίνα) Δε θ' αργήσει. Γλυκόν τον θέλεις;
ΑΓΑΘΗ
Δε μ' ενδιαφέρει. Λίγον θα γέψω για να μην πίνεις
μόνος σου.
(σιωπή)
Δηλαδή θα σκοτωθείς στ' αλήθεια;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Σου μοιάζω ν' αστειεύομαι;
(σιωπή)
ΑΓΑΘΗ
Πόσον καιρό έχει να πατήσει άνθρωπος εδώ μέσα;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Πάνω από δυο μήνες.
ΑΓΑΘΗ
Τόσο υπολόγισα κι εγώ.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Πώς το υπολόγισες;
ΑΓΑΘΗ
Από το πάχος της σκόνης.
Νόστιμο το μήλο!
ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν έχω δοκιμάσει ποτέ από δαύτα.
Για να του αρέσουν τόσο πολύ, θα 'ναι νόστιμα.
ΑΓΑΘΗ
Μια αράχνη στον τοίχο. Μεγάλη.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν εκπλήσσομαι. Εδώ μέσα θα υπάρχουν κι άλλα ζωύφια άγνωστα και στους επιστήμονες ακόμα.
(μπαίνει με τους καφέδες) Είσαι καλλίτερα;
ΑΓΑΘΗ
(Ζωηρά)
Ναι! Πραγματικά ζωντάνεψα! Σου φύλαξα ένα κομματάκι. Δοκίμασε να δεις τι νόστιμο που είναι.
(του τείνει το μήλο. Ο Άγγελος το τρώει)
ΑΓΓΕΛΟΣ
Πράγματι ωραίο.
(Ο Άγγελος πίνει καφέ με ευχαρίστηση. Η Αγάθη κοιτάζει παιχνιδιάρικα τον καφέ της)
ΑΓΑΘΗ
Οι σπόροι του καφέ...
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ναι...τι;..
ΑΓΑΘΗ
Δε μοιάζουνε σαν ένα στήθος γυναικείο με το χώρισμά τους στη μέση; To δικό μου στήθος είναι καλλίτερο φυσικά. Αλλά μοιάζουνε. Οι ρόγες τους λείπουνε.
(χαμογελάει)
ΑΓΓΕΛΟΣ
(χωρίς να την κοιτάζει)
Αγάθη, παραζωντάνεψες...
ΑΓΑΘΗ
Μα μοιάζουνε και με κάτι άλλο. Αυτό θα το πεις εσύ γιατί εσύ το έχεις.
ΑΓΓΕΛΟΣ
(μισό με ντροπή, μισό παραξενεμένος)
Αγάθη, τι έπαθες;
ΑΓΑΘΗ
(ερεθισμένη)
Με τον έτοιμο-τον κόκκινο, ορθωμένο, τεράστιο σαν
θεό φαλλό μοιάζουν.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Αγάθη δεν ξέρω τι πας να κάνεις μ' αυτά που λες. Πιες τον καφέ σου και όταν συνέλθεις θα σου πω. Μπορεί να άλλαξε το σενάριο μα το φινάλε μένει το ίδιο.
ΑΓΑΘΗ
(σα να μη τον άκουσε)
Και τούτο το κύπελλο είναι το γυναικείο δοχείο.
Και ο καφές είναι το άσπρο υγρό σου μέσα του!
ΑΓΓΕΛΟΣ
Μήπως έκανα λάθος και σου έδωσα ρακί;
Ή το μήλο έχει τέτοιες επιδράσεις επάνω σου;
ΑΓΑΘΗ
Σου είπα, με συνεφέρνει. Με δυναμώνει. Μου δίνει ζωή. Αλλά μου έδωσες και ρακί. Πριν, όταν με είχες ξαπλωμένη στο κρεβάτι.
Να 'τηνε πάλι η αράχνη.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Θες να τη σκοτώσω;
ΑΓΑΘΗ
Όχι! Όχι. Έχεις ακούσει πως υπάρχουν αράχνες που
τρώνε το αρσενικό μετά τον έρωτα;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Κάπου το διάβασα. Αγάθη άκουσέ με. Θα σου πω πράγματα που κι αυτά για πρώτη φορά θα τ' ακούσεις όπως για πρώτη φορά ένιωσες και είδες ό,τι σου συνέβη σήμερα.
ΑΓΑΘΗ
Τώρα ό,τι και ν' ακούσω δε θα μου κάνει εντύπωση. Αφού συνέβησαν όλα αυτά και αφού συμβαίνει και τούτο τώρα- ύστερα από όλα αυτά να κουβεντιάζουμε πίνοντας το καφεδάκι μας-όλα τα περιμένω. Λέγε.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ακου. Αν όλα πήγαιναν καλά, αν δεν άρχιζαν οι καταραμένες ερωτήσεις σου που έφεραν τα πράγματα στην ίδια κατάσταση με σένα όπως με κείνην που ισχύει και για τις άλλες γυναίκες, εξουδετερώνοντας το κλίμα που είχα δημιουργήσει μέχρι τότε ανάμεσά μας-αν με λίγα λόγια δεν αποκάλυπτες με τις διαβολεμένες σου ερωτήσεις την αδυναμία μου να κατακτώ-να έχω γυναίκες, να τι θα γινότανε: Αν δεν συναινούσες, τελικά θα σε βίαζα όπως να 'τανε και ύστερα θα σε άφηνα ελεύθερη όπως και τώρα. Και εγώ θα αυτοκτονούσα με μια σφαίρα στο κεφάλι. Τώρα που ...
ΑΓΑΘΗ
Και γιατί θα αυτοκτονούσες;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Τώρα μπορώ να ανοίξω τελείως την πόρτα που εσύ μισάνοιξες και να τα δεις όλα. Να! δεν μπορώ να ζω με τον πόθο μου για τη γυναίκα ανικανοποίητον. Δεν αντέχεται αυτό. Δεν το μπορώ. Ξέρω, θα μου πεις πως αυτό συμβαίνει και με πολλούς άλλους, πως κανείς δεν έχει όσες γυναίκες και όποιες θέλει. Ναι. Συμφωνώ. Ας ζήσουν έτσι όποιοι μπορούν. Εγώ δεν το αντέχω. Για μένα ο έρωτας είναι το πρωταρχικό στοιχείο στη ζωή μου . Μα αρκετά μέχρι τώρα. Όποιος σαδιστής έκανε τον άνθρωπο ένα παιχνίδι στον ανικανοποίητο πόθο του, ας χαίρεται με τον πόνο των άλλων. Εγώ δεν αντέχω άλλο. Θα φύγω από το θέατρό του. Θα δώσω τέλος στη ζωή μου για να δώσω έτσι τέλος και στο μαρτύριό μου.
Είναι η πρώτη φορά που θα πήγαινα με γυναίκα πηγαίνοντας μαζί σου. Ούτε αυτό δεν θα γίνει. Δεν πειράζει. Έτσι ήτανε γραμμένο. Ίσως να μην συνέβαινε τίποτα από όλα αυτά αν δεν ήτανε τα καταραμένα φορέματα που φοράτε. Που αφήνουν όλα γυμνά επάνω σας σα να φωνάζετε ελάτε, ελάτε να μας χαρείτε! Να βλέπεις μπροστά σου όλα αυτά… ποιος αντέχει; Ύστερα φωνάζετε πως σας βιάζουνε. Να βλέπεις μπροστά σου όλα αυτά… δεν αντέχω άλλο. Θα φύγω από το θέατρό του. Θα δώσω τέλος στη ζωή μου για να δώσω έτσι τέλος και στο μαρτύριό μου.
Τώρα λοιπόν ό,τι έγινε έγινε. Τα πράγματα αλλάζουν. Εσύ θα πιεις τον καφέ σου και θα φύγεις. Και εγώ όταν μείνω μόνος θα κάνω εκείνο που πρέπει. Δεν θέλω να σκοτωθώ μπροστά σου. Τέτοιο θέαμα δεν είναι για γυναίκες.
ΑΓΑΘΗ
Τελείωσες;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Τελείωσα.
ΑΓΑΘΗ (χειροκροτεί)
Μπράβο! Ωραία! Ένας που δεν φοβάται να πεθάνει!
ΑΓΓΕΛΟΣ
Πες το όπως θέλεις. Όμως τελείωνε και πήγαινε. Θα φύγεις με το αυτοκίνητό μου. Άστο όταν θα έχεις φτάσει κοντά στον δημόσιο δρόμο. Εκεί κάποιο περαστικό αυτοκίνητο θα βρεις να σε πάει στην Αθήνα.
ΑΓΑΘΗ
Τι ωραία που τα έχεις κανονίσει όλα! Καλά, κάνε όπως θέλεις. Έχω όμως μια προσφορά να σου κάνω που θα σου αρέσει.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Μπορώ ακόμα να δέχομαι προσφορές λοιπόν; Σαν τι είδους προσφορά; Έναν ωραίο τάφο ίσως;
ΑΓΑΘΗ
Όχι. Να πεθάνεις αφού πρώτα θα έχεις κάνει εκείνο
που θέλεις να κάνεις.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Έρωτα μαζί σου;
ΑΓΑΘΗ
Ακριβώς.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Είδες κανένα χέρι απλωμένο; Πού πετάς τη δραχμή σου; Η ελεημοσύνη σου στο δρόμο κυλάει, και πέφτει στον υπόνομο.
ΑΓΑΘΗ
Δεν είναι ελεημοσύνη. Θέλω να σε νιώσω μέσα μου. Ένας ετοιμοθάνατος παρτενέρ δεν είναι καθημερινό εύρημα. Και παρθένος μάλιστα. Θα είσαι διπλά ζαλιστικός. Επειδή θα είναι η πρώτη σου φορά και μαζί και η τελευταία. Αν ήξερα πως θα πεθάνεις ύστερα, θα σε άφηνα να με βιάσεις.
Μα και τώρα ίδιο το βρίσκω. Θα κάνεις κι εσύ εκείνο που θέλεις και θα κάνω κι εγώ αυτό που θέλω.
Μήπως νομίζεις πως δεν υπάρχουν γυναίκες που υποφέρουν το ίδιο όπως εσύ; Να, εγώ! Όχι πως δεν έχω γνωρίσει άντρες, όμως πάντοτε λιγότερους από όσους ποθώ.
Και σου το λέω πως σίγουρα θα ευχαριστηθείς μαζί μου. Έχω στενή και σφιχτή τρύπα. Και ούτε τ' άλλα μου δεν είναι άσχημα. Εσύ ο ίδιος το είπες ότι σου άρεσα γι αυτό με διάλεξες. Και-ναι-ξέρεις να διαλέγεις.
ΑΓΓΕΛΟΣ
(σιγά και επικριτικά)
…Πρέπει να μεταχειρίζεσαι τέτοιες λέξεις;
ΑΓΑΘΗ
Μ' αρέσει!
ΑΓΓΕΛΟΣ
Μη μου ζητήσεις κι άλλο μήλο γιατί τότε θα πεις και
χειρότερα.
ΑΓΑΘΗ
Ποτέ δεν έχω μιλήσει έτσι μέχρι τώρα. Έπρεπε να δείχνω βλέπεις κυρία. Σεμνή. Ηθική. Τώρα όμως κανείς δε θα μάθει τι θα γίνει εδώ μέσα. Έτσι μπορώ να λέω και να κάνω ό,τι θέλω.
Να τα κάνουμε δεν ντρεπόμαστε. Να τα λέμε γιατί να
ντρεπόμαστε; Τόση υποκρισία... Αλλά και τόση δύναμη λοιπόν έχει πράγματι ο Λόγος; Αν ναι, ας τήνε δείξει λοιπόν όλη του σήμερα εδώ, χαρίζοντάς μας την μεγαλύτερη ευτυχία που χάρηκε ποτέ άνθρωπος.
(γελάει)
Αλήθεια, πριν πεθάνεις μήπως μπορείς να μου πεις τι θα πει ηθική; Ποτέ δεν το κατάλαβα.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ούτε εγώ. Όμως να ένας πρόχειρος ορισμός της: ένα
ακόμα μέσο για να βασανίζονται οι άνθρωποι.
ΑΓΑΘΗ
(ξαπλώνει στο κρεβάτι. Απλώνει τα χέρια ικετευτικά προς τον Άγγελο)
Έλα! Είμαι έτοιμη για το σμίξιμό μας!
ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν είπα το ναι.
ΑΓΑΘΗ
(με σιγουριά και με λαχτάρα)
Δεν μπορείς ν' αρνηθείς τέτοια προσφορά. Δεν μπορείς ν' αρνηθείς τέτοια πρόσκληση. Ούτε να αποστρέψεις το ξαναμμένο κιόλας πρόσωπό σου από αυτή την πρόκληση.
Έλα. Οι κορφές μου περιμένουνε να τις κατακτήσεις. Όπου ύψωμα κι ένα βραβείο καρτερεί πρωτόειδωτο για σένα-για τον κατακτητή του. Έλα να μπεις μέσα σε όλες τις ξερές χαράδρες και σε όλες τις σπηλιές μου και να τις λασπώσεις με τη βροχή σου. Έλα ουρανέ μου στη γη σου που σε διψάει. Κάνε τ' άστρα σου καθένα τους ένα γλυκό κάψιμο πάνω στο κορμί μου, αυτό το κορμί που με κάθε πόρο του σε ποθεί. Και το λαχταριστό φεγγάρι σου, αφού λάμψει πάνω στο κορμί μου χαϊδεύοντας κάθε του άκρη, ύστερα απόδοσέ το στην υγρή του φωλιά που αιώνες ανικανοποίητη μακριά του το καρτεράει. Έλα ουρανέ μου-έλα πατέρα μου εσύ και γιε, και βγάλε μου αυτά τα κρύα ρούχα που άβουλα και άβολα με ντύνουν-έλα και ξερίζωσε τη χωματένια φλούδα μου και φανέρωσε τη λάβα που κρυβόνταν τόσα χρόνια αποκάτω τους περιμένοντάς σε να καείς εσύ απ' αυτήνε και να την δροσίσεις.
Έλα αγαπημένε θεριστή. Τα στάχυα μου άδοτα ξεραίνονται. Έλα και κόψε τα και φτιάξε το ψωμί που θα χορτάσει και τους δυο μας στον αιώνα. Έλα μακελλάρη εσύ πάνω στ' ολόφλογο άτι σου καβάλα, να με γεμίσεις αίματα που γιατρεύουνε-να με γεμίσεις αίματα που δροσίζουνε-να με γεμίσεις αίματα που καίνε.
Έλα Μεγάλε Φυτευτή να σπείρεις μέσα μου το σπόρο που γεννάει κόσμους και σύμπαντα και ανθρώπους και θεούς και δαίμονες. Έλα να σπείρεις τον σπόρο που γεννάει καλύβια και κήπους και βιασμούς και μήλα και πόθους.
Έλα Αγαπημένε να συνεχίσουμε τον κόσμο. Έλα φονιά του Μηδενός, έλα καταλύτη της Ανυπαρξίας, έλα Νόημα του Είναι εσύ να ραντίσεις με το ζωογόνο σάλιο σου τα όντα μου για να υπάρξουνε. Έλα! Δεν ακούς τις φωνές και τα παρακάλια; Δε βλέπεις τα δάκρυα; Δεν οσμίζεσαι τη σαπίλα που πάει να πάρει τη θέση του τρυφερού αρώματος; Έλα, σε καρτερώ εγώ, η Γυναίκα, να γεννήσουμε μαζί το Γιό. Να γεννήσουμε το συνεχιστή του ονείρου μας. Σε καρτερώ εγώ, η Γυναίκα, για να συνεχιστεί το παραμύθι. Έλα! Τo Κενό περιμένει την πλήρωσή Του! Έλα Ουρανέ μου και τυλίξου σφιχτά γύρω μου συντρίβοντας ανάμεσα στα σώματά μας κάθε ήλιο, κάθε αστέρι, κάθε πηγή φωτός, κάθε αχτίδα. Έλα να φτιάξουμε μαζί τη Μεγάλη Νύχτα που θα γεννήσει τις καινούργιες μέρες. Έλα να παλέψουμε τη μόνη πάλη που είναι για τους ανθρώπους-την πάλη του Έρωτα. Και να κρατήσουμε τόση μόνο δύναμη ίσα για να σηκώσουμε τα χέρια να στεφανώσουμε το νικητή που από τώρα ξέρουμε ποιος θα είναι-η ευτυχία, Ελα! Έλα Άντρα! Έλα Αγαπημένε! Έλα Βιαστή! Έλα Αγγελε!
(προκλητικά)
Έλα να μου ξεκουμπώσεις τη μπλούζα μου. Μου αρέσει να με ξεκουμπώνει ο άντρας. Κοίτα τα στήθη μου πώς θέλουνε να λευτερωθούνε κι αυτά. Δες πόσο στριμωγμένα είναι εδώ μέσα τα καημένα. Λευτέρωσέ τα. Λευτέρωσέ με.
ΑΓΓΕΛΟΣ
(σηκώνεται, κάνει μερικούς νευρικούς βηματισμούς στο δωμάτιο, ύστερα πηγαίνει στη γωνία του δωματίου, αφήνει τη ράχη του να γλιστρήσει κατά μήκος του τοίχου και κάθεται στο πάτωμα.)
Δεν το περίμενα έτσι. Πολλά μου δίνεις. Πολλά μου ζητάς.
ΑΓΑΘΗ
Όλα θα στα δώσω. Και όλα σου-ναι-θα σου τα πάρω. Σιχάθηκα τα ψέματα. Σιχάθηκα τις κοινωνικότητες. Σιχάθηκα το φλερτ. Άκου λέξη: φλερτ! Μια ακατανόητη συμπαράταξη γραμμάτων με ένα πιο ακατανόητο νόημα. Ναι, ξέρω τι λέω. Ακατανόητο νόημα. Ένα ζύγιασμα συμφερόντων! Αλλιώς εγώ το νιώθω: σε θέλω, με θέλεις, ερωτευόμαστε. Δεν με θέλεις; Ο επόμενος που θα συναντήσω θα με θέλει. Κι αν όχι αυτός, ο τρίτος. Ώσπου να 'ρθει ο καιρός-εμείς να τόνε φέρουμε-που όλοι θα θέλουν όλους, Ναι. Θα 'ρθει εκείνη η μέρα, Τι θα πει προετοιμασία; Τι θα πει επιλογή από τη γυναίκα; Τι θα πει επίδειξη δύναμης, ισχύος οποισδήποτε μορφής από τον άντρα; Ζώα είναι οι άντρες να κορδώνονται για να φανούνε ψηλότεροι και δυνατότεροι από άλλους; Και οι γυναίκες είναι μηχανές επιλογής για να διαλέγουνε; Τι το θέλουμε το λογικό αν όχι για να αποβάλουμε τέτοιες μωρίες; Θα 'ρθει, θα 'ρθει ο καιρός που οι άνθρωποι θ' αγαπιούνται ανάμεσό τους μόνο γιατί είναι άνθρωποι. Θα 'ρθει! Άνθρωπος να μη θέλει άνθρωπο;.. Θα 'ρθει, θα 'ρθει η μέρα εκείνη! Θα το δεις! Και άνθρωποι καθώς εγώ κι εσύ θα τη φέρουμε. Και τότε θα ζούμε μέσα στην ευτυχία. Όλοι θα είμαστε ευτυχισμένοι τότε. Ο έρωτας κάνει τη δυστυχία ή την ευτυχία των ανθρώπων.
Έλα να νιώσουμε για μια φορά ευτυχισμένοι. Έλα να σιγουρέψουμε πως δε χάθηκε κάθε ελπίδα.
(Δυνατά, με πάθος)
Τα σιχάθηκα όλα όσα κρατάνε μακριά τους ανθρώπους αναμεταξύ τους. Και πρώτο σιχάθηκα το όνομά μου-Αγάθη! Να φτύσω την αγαθότητα που στερεί τον άνθρωπο από το ομορφότερο πράγμα στον κόσμο-από τον έρωτα.
(συγκρατημένα)
Βλέπεις πως δεν είσαι ο μόνος που σκέφτεσαι έτσι. Όμως εγώ δεν θα πεθάνω γι αυτό. Ίσως βρω τρόπο να ικανοποιώ τελικά τον ακατανίκητο πόθο μου-να ικανοποιώ το πράμα μου που καίγεται στη σκέψη και μόνο του αντρικού όργανου. Κάτι θα κάνω. Ίσως να βγαίνω στο δρόμο και να κολλάω στους περαστικούς σαν τις πόρνες.. Κάτι θα βρω. Έχω σχέδια στο μυαλό μου. Καθένας πρέπει κάτι να σκαρφίζεται ώστε να γεύεται ασυγκράτητα την ευτυχία.
Μα δεν ήθελα και να με βιάσουνε. Όχι. Θα σ' έτρωγα-θα 'βρισκα τρόπο-αν το επιχειρούσες τελικά. Τώρα θα σε φάω αλλιώς.
Και συ πού να 'ξέρες να μου 'λεγες: "θέλω να κάνω έρωτα μαζί σου!" Ευκολότερα θα σου δινόμουν αφού εξασφάλιζα πρώτα τη σιωπή σου για ό,τι θα κάναμε. Γιατί οι άνθρωποι ό,τι δεν μπορούνε να κάνουνε το κατακρίνουνε. Καταραμένοι είναι οι άνθρωποι- διώχνουνε από τη ζωή τους το μόνο που αξίζει να ζήσουνε.
Έλα να ερωτευτούμε! Σήκω! Σε είδα που ερεθίστηκες με όσα άκουγες να λέω. To παντελόνι σου δεν σε χωρούσε. Δεν μπορείς να κρυφτείς. Μη μου πεις πως ακόμα και τώρα ντρέπεσαι. Έλα να με γδύσεις. Έλα. Έλα να ερωτευτούμε και μετά φεύγω. Θα γίνει όπως θέλεις μα αφού πρώτα ευχαριστηθείς και με ευχαριστήσεις, αφού πρώτα γνωρίσεις τον έρωτα.
(Ο Άγγελος σηκώνεται, παίρνει το πιστόλι από το κρεβάτι και το βάζει στο κομοδίνο πάνω. Πετάει σε μιαν άκρη την ταυτότητά του και δίνει τα κλειδιά στην Αγάθη. Βγαίνει και ξαναφαίνεται στην πόρτα στέκοντας ερωτηματικά εκεί με τα λουλούδια στο χέρι.)
Φέρτα εδώ!
(Ο Άγγελος της πηγαίνει τα λουλούδια. Η Αγάθη τα παίρνει και τα πετάει στο πάτωμα. Του τείνει το χέρι)
Έλα!
(Ο Άγγελος γέρνει στο κρεβάτι. Αρχίζει να της ξεκουμπώνει αργά την μπλούζα)
Έτσι! Έτσι μου αρέσει! Κοίτα τα στήθη μου πώς ξεπετάγονται από μέσα από τη φυλακή τους. Θέλουνε να ταγίσουνε-αυτή είναι η δουλειά τους-να ταγίσουνε όλο τον κόσμο. Μα τούτη την ώρα όλος ο κόσμος είσαι συ γι αυτά. Πιες. Πιες το γάλα τους. Κοίτα πώς σε βλέπουν ορθώνοντας τα κεφαλάκια τους... Περιμένουνε να τα στραγγίσεις μέχρι την τελευταία στάλα τους. Γι αυτό γινήκανε. Γι αυτό υπάρχουνε.
( Ο Άγγελος ανταποκρίνεται σε ό,τι του λέει η Αγάθη. Και της Αγάθης τα λόγια τα διακόπτουν μόνον σιγανά βογγητά ηδονικής ευχαρίστησης)
Χάδεψέ τα. Φίλησε τα. Δάγκωσέ τα να πονέσουνε
λίγο. Μην τα λυπάσαι-τους αρέσει...
Δες πώς χορεύουν. Χόρεψε μαζί τους. Βλέπεις πώς
στητά κι ατίθασα σε περιμένουνε να τα μερέψεις;
Στάσου να σε γδύσω κι εγώ… Έτσι...
αυτό... εκεί... ναι... κι αυτά... εκεί... ναι...
ω! το στόμα μου... το πρόσωπό μου… πώς όλα μου καίνε και δροσίζονται μαζί... ναι... έτσι...
ναι... ένα παιχνίδι είναι η ζωή… το κρεβάτι το
γήπεδό του...
Τα χέρια… τα πόδια μου... το στήθος σου… τα πόδια
σου… Έτσι!..
Τη φούστα... ναι... και τώρα αυτό το ρουχάκι... περιττό δε μας είναι;.. ναι, ναι, τελείως περιττό πια... Ναι! έτσι... έτσι... ναι...
ΦΩΝΗ ΘΕΙΟΥ ΑΠΕΞΩ
Άγγελε! Άγγελε πού είσαι;
ΑΓΓΕΛΟΣ
(σηκώνεται απότομα)
Ο θείος μου! Σήκω! Ντύσου!
(ντύνονται όπως όπως κι οι δυο και συμμαζεύουν ό,τι προλαβαίνουν. Μπαίνει ο θείος)
Γεια σου ανεψιέ. Μπα μπα μπα, βλέπω έχεις και παρέα.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Γεια σου θείε. Δεν σε περίμενα. Από δω η Αγάθη. Μια
καλή φίλη. (στην Αγάθη) Ο θείος μου-σου μίλησα γι αυτόν...
ΑΓΑΘΗ
Χαίρω πολύ.
ΘΕΙΟΣ
Κι εγώ παιδί μου. Πάντοτε έλεγα στον ανεψιό μου να
βρει μια καλή κοπέλα. Χαίρομαι γι αυτό ανεψιέ.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Κάτσε θείε μου. Έχουμε λίγην ακαταστασία εδώ
μέσα, τώρα ήρθαμε, δεν προλάβαμε να συγυρίσουμε
ακόμα. Πώς ήτανε και μας ήρθες; Θα κάτσεις ή θα σε
χάσουμε πάλι γρήγορα;
ΘΕΙΟΣ
Θα κάτσω λίγες μέρες. Τι γίνεται ο κήπος;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Καλά θείε. Βλέπω και τους εργάτες όποτε έρχομαι, καλά τα πάνε.
ΘΕΙΟΣ
Μπράβο! μπράβο!
(κοιτάζει γύρω και βλέπει τα φλούδια από το μήλο. Πλησιάζει εκεί ανήσυχος)
Τι είναι αυτά;
(κοιτάζει μια τον Άγγελο μια την Αγάθη)
Δεν πιστεύω...
(Ο Άγγελος δε μιλάει)
Δεν πιστεύω...
(ορμάει έξω και σε λόιγο ξαναμπαίνει έξαλλος)
Βρωμιάρη! Πώς τόλμησες!;
(αρπάζει μια μαγκούρα και αρχίζει να χτυπάει τον Άγγελο. Αυτός παίρνει από το χέρι την Αγάθη και βγαίνουν τρέχοντας από το δωμάτιο. Δυνατά)
Να μη σε ξαναδώ στα μάτια μου! Και ξέχνα την περιουσία μου! Παλιάνθρωπε!
(Γυρίζει μέσα στο δωμάτιο και γελάει, ικανοποιημένος)
Καλά τον ξεφορτώθηκα. Πολύ μου είχε γίνει βάρος τελευταία.
(ΤΈΛΟΣ ΣΚΗΝΉΣ ΠΡΏΤΗΣ)
Ο ΒΙΑΣΜΟΣ
ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ (ΚΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ)
(Ο Άγγελος και η Αγάθη είναι γυμνοί και κοιμισμένοι κάτω από ένα δέντρο κοντά σε μια μεγάλη μηλιά μέσα σ’ έναν μεγάλο κήπο με δέντρα και ζώα. To Φίδι είναι ανεβασμένο στη μηλιά πάνω, χωρίς ο Άγγελος και η Αγάθη όταν ξυπνήσουν να μπορούν να το δουν, ενώ αυτό μπορεί και να τους βλέπει και να ακούει ό,τι λένε. Ζώα περνοδιαβαίνουν αμέριμνα.)
ΦΙΔΙ
(στον εαυτό του)
Ως πότε θα μου ξεφεύγετε; Θα σας καταφέρω. Κάποτε θα σας βρω βολικούς και θ' αρπάξετε το δόλωμα που σας ρίχνω χρόνους τώρα και δεν το αρπάζετε. Το δόλωμα που για το καλό σας έχω ετοιμάσει μα που εσείς αποχαυνωμένοι από τη θεϊκή λάμψη μα και τύφλα μαζί, το αποφεύγετε. Θα φέρω τη χαρά στη ζωή σας. Θα βρω την κατάλληλη στιγμή. Πάντοτε έρχεται σε κείνον που ξέρει να περιμένει. Κατ' εικόνα και ομοίωση να σου πετύχει... δυο δυστυχισμένα πλάσματα εκεί… υπομονή εαυτέ μου. Υπομονή και θα το ομορφύνεις κι αυτό το έργο του θεού. Η κακία και η πονηρία του θα με βοηθήσουν και τώρα να κάνω εκείνο που το δικό μου καλό και γεμάτο αγάπη μυαλό έχει αποφασίσει: να κάνω ευτυχισμένους τους ανθρώπους! Τι ωραία που κοιμούνται τα πουλάκια μου... Πόσο τέλεια έχουν αποδεχτεί τη δυστυχία τους.... α! θα έχω πετύχει τη μεγαλύτερη επιτυχία μου αν κι αυτούς τους καταφέρω. Μα να! ξυπνάνε…
(Ξυπνάνε, ο Άγγελος πρώτα και ύστερα η Αγάθη)
ΑΓΓΕΛΟΣ
(αναστατωμένος)
Πού είμαι;.. Ποιος… Θεέ μου, πάλι…
(σκουντάει την Αγάθη)
Εύα! Εύα!
(Η Αγάθη πετάγεται τρομαγμένη)
ΑΓΑΘΗ
Μ' έπιασε! Μ' έπιασε! Άγγελε!.. Αδάμ!.. Σώσε με!
(συνέρχεται)
Όχι! Ο εφιάλτης πάλι...
(χώνεται στην αγκαλιά του Άγγελου φοβισμένη ακόμα)
Αδάμ!..
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ναι, κι εγώ. Τα ίδια. Δε θα γλιτώσουμε απ' αυτό.
...Ο άνθρωπος που μας κυνηγούσε πάλι;..
ΑΓΑΘΗ
Αχ ! ναι....
ΑΓΓΕΛΟΣ
Κι εγώ. Πόσες φορές δεν ήρθε αυτό το όνειρο να μας ταράξει… Ο άνθρωπος που μας κυνηγάει με τη μαγκούρα του… Τι τέρατα που δημιουργεί η φαντασία μας! Ενώ ξέρουμε καλά πως μόνον εγώ κι εσύ υπάρχουμε. Εκεί υπάρχουν λέει κι άλλοι, άντρες τάχα, όμως δεν φανερώνονται στο όνειρό μας. Και όλα εκείνα τα φριχτά αντικείμενα... που δεν είναι ούτε φύλλα, ούτε ζώα, ούτε νερά, ούτε ξύλα, ούτε δέντρα… Τι είναι; Ποιος τα 'φτιαξε και τα στέλνει στ' όνειρό μας; Κι εκείνη η τετράγωνη σπηλιά με μέσα της πράγματα άγνωστα, αλλόκοτα... Σου έδωσα πάλι να κρατάς εκείνο το παράξενο σίδερο και την χρωματισμένη πλάκα;
ΑΓΑΘΗ
Ναι. Και τα...πώς μου τα είπες..."τα κλειδιά".
ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν ήμασταν εμείς. Εμείς είμαστε άσπροι. Στο όνειρό μας το δέρμα μας είναι φτιαγμένο από πολλά κομμάτια που έχουν διαφορετικά χρώματα. Πώς δεν τρομάζουμε απ' αυτό μόνο και να ξυπνήσουμε για να μη φτάσουμε ως τον άλλο τον Αδάμ που μας κυνηγάει;..
ΑΓΑΘΗ
Και κείνο το πράγμα που πάνω του αντί στο χώμα είχαμε ξαπλώσει... Και κείνα που κάναμε και λέγαμε πάνω σ' αυτό… Εσύ λέει να είσαι απάνω από μένα και αυτό το κομμάτι κρέας που κρέμεται μπροστά σου να είναι μέσα στην τρύπα μου… τι ανόητα πράγματα... Και συ με έδεσες για να κάτσω να βάλεις μέσα στην τρύπα μου αυτό το πράγμα γιατί εγώ δεν ήθελα… τι είναι τα όνειρα Αδάμ; Ποιος τα στέλνει; Να ρωτήσουμε μια μέρα το Θεό. Μήπως ο ίδιος μάς τα στέλνει για κάποιο λόγο;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Κι αυτός πάλι… μας έβαλε εδώ και μας παράτησε. Έχει φεγγάρια να περάσει. Πού να τον βρούμε να τον ρωτήσουμε;..
ΑΓΑΘΗ
Και συ πάλι με φώναζες Αγάθη. Και 'γω σ' έλεγα
Αγγελο…Τα θυμάσαι κι αυτά;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Τόσες φορές που τα άκουσα τα θυμάμαι. Εκείνο που με βασανίζει όμως περισσότερο σ' αυτό το όνειρο, είναι που θέλω τόσο πολύ να βάλω μέσα σου το πράγμα μου αυτό και κάτι δεν με αφήνει. Και υπάρχουν κι άλλες Εύες λέει, όπως υπάρχουνε κι άλλοι Αδάμ κι ούτε αυτές μ' αφήνουν. Κι εγώ θέλω... θέλω... όπως στα 'λεγα στο όνειρο. Και γιατί δεν με αφήνουν; Δεν ξέρω. Είναι τόσο εξωπραγματικό, που δεν έρχεται στο μυαλό μου ούτε σαν ιδέα. Κάτι σαν μια αόριστη απαγόρευση όπως αυτή του Θεού ή όπως αυτή του άλλου Αδάμ του όνειρου, που τον έλεγα… πώς τον έλεγα αλήθεια;.. ναι-θείο!
Μα μια απαγόρευση τόσο δυνατή, που με καίει η έλλειψη εκείνου που μου απαγορεύει.
Και όσες και οι Εύες είναι, τόσο πολλές φορές και είμαι θλιμμένος.
Και τι το θέλω εκείνο το σίδερο λέει; Θυμάσαι; Κάτι θέλω να κάνω στον εαυτό μου μ’ αυτό αλλά δε θυμάμαι τη λέξη...
ΑΓΑΘΗ
...Να "χτονήσεις" θέλεις λέει...
(γελάει)
Όχι, κάπως αλλιώς το λες… να "ντοχτήσεις"… όχι όχι
(γελάνε κι οι δυο συνέχεια ψάχνοντας να θυμηθούνε τη λέξη)
Να "τοχτήσεις"
ΑΓΓΕΛΟΣ
Όχι... να αυχονήσω;
ΑΓΑΘΗ
Κάπως έτσι... Πλησιάζεις... Εσύ το λες, βρέστο...
ΑΓΓΕΛΟΣ
Να! Να "αυτοκτονήσω" θέλω!..
ΑΓΑΘΗ
Ναι, αυτό λες. Άκου λέξη! Πού τη βρήκες-πού τα βρηκαμε όλα τούτα θεέ μου! Και τι σημαίνουν; Από που μας έρχονται;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Αλήθεια για γέλια είναι...
ΑΓΑΘΗ
Τώρα που δεν μας κυνηγάει κανείς για γέλια είναι αλήθεια..
Και τον Αδάμ τον άλλονε που λες θείο, το "Θεός" μου θυμίζει κάθε φορά που το ακούω, ακόμα και μέσα στο όνειρό μου…
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ίσως επειδή και κείνος όπως ο Θεός μας έχει απαγορέψει κι αυτός να φάμε μήλο.
ΑΓΑΘΗ
Ίσως.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Θα σου πω κάτι Εύα. Κάθε φορά που βλέπουμε το όνειρο αυτό θέλω να σου το πω μετά, αλλά διστάζω. Δεν ξέρω πώς θα το πάρεις.
ΑΓΑΘΗ
Πες το. Δε θα σε μαλώσω ό,τι κι αν μου πεις. Πες το
αφού το θέλεις.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Να, αυτά τα ανόητα πράγματα που κάναμε πεσμένος εγώ πάνω από σένα κι εσύ όντας αποκάτω μου, να!, καμιά φορά…
ΑΓΑΘΗ
Ναι...
ΑΓΓΕΛΟΣ
Να, καμιά φορά όταν τα σκέπτομαι ξύπνιος όταν είμαι,
όπως τώρα, μού αρέσουν...
ΑΓΑΘΗ
Άλλο και τούτο! Τι μπορεί να σου αρέσει από δαύτο; Να κουνιέσαι μπρος και πίσω συνέχεια και αντί να σε κουράζει να σου αρέσει;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ναι. Και όλα εκείνα που κάνουμε πριν από αυτό το μπρος πίσω, και κείνα μου αρέσουν.
ΑΓΑΘΗ
Να μου ακουμπάς αυτό το πράγμα σε όλο το κορμί
μου και να το βάζεις στο στόμα μου και όλα αυτά;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ξέρω, φαίνεται παράλογο, όμως έτσι είναι. Όταν ζήτησα από το Θεό να σε φτιάξει, περίμενα να σταματήσω να στενοχωριέμαι που ήμουνα μόνος. Όμως η παρουσία σου κοντά μου δε σου το κρύβω πως πολύ λίγο με βοήθησε στο να μην είμαι θλιμμένος και να μην αιστάνομαι και πάλι μόνος. Και σκέπτομαι κάποτε κάποτε: μήπως εκείνο που κάνουμε στο όνειρό μας είναι αυτό που θα με έκανε χαρούμενον; Γιατί-πώς να στο πω- όταν αυτό το πράμα μεγαλώνει, θέλω να το βάλω μέσα σε κάποια τρύπα πραγματικά…
ΑΓΑΘΗ
Λες;..
ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν ξέρω τι άλλο να υποθέσω. Όμως στο όνειρο και
σένα σου αρέσει, μην το αρνηθείς.
ΑΓΑΘΗ
Ναι. Στο όνειρο. Τo θυμάμαι πολύ καλά. Με τρελαίνει θα έλεγα-όχι μου αρέσει. Μα τώρα που το σκέπτομαι, μου έρχεται να κάνω εμετό από αηδία. Αν μπορούσε και μένα να μου άρεσε και τώρα, δε σου λέω ψέματα, θα έκανα ό,τι μπορούσα για να το νιώσω και τώρα, που δεν είμαστε σε όνειρο. Όμως στα όνειρα συμβαίνουν πολλά που με τη ζωή την πραγματική δεν έχουν καμία σχέση.
ΑΓΓΕΛΟΣ
To ξέρω. Γι αυτό δε στο 'λεγα μέχρι τώρα. Θα μου περάσει. Κάτι θα βρεθεί που θα μου περάσει αυτή τη βαρυθυμιά που δε λέει να μ' αφήσει μήνες τώρα.
(αρχίζουν να τρώνε καρπούς από τα δέντρα Στο διάστημα αυτό το φίδι κατεβαίνει από τη μηλιά όπου ήταν σκαρφαλωμένο, πηγαίνει στο δεξιό μέρος της σκηνής και μιλάει προς την πλατεία)
Nα την η ευκαιρία! Ήρθε! Χρόνια την περίμενα. Ήρθε! Τώρα χρησιμοποιώντας αυτά που άκουσα, το σχέδιό μου θα γίνει πραγματικότητα. Θα φάνε μήλο και θα πούνε κι ένα τραγούδι από πάνω. Θα τους πείσω πως η γνώμη που έχει ο Αδάμ είναι σωστή. Πως τάχα αφού το μήλο έκανε τη γυναίκα στο όνειρο να θέλει κι αυτή τον έρωτα και μάλιστα με αυτόν γινόταν ευτυχισμένη κι αυτή, το ίδιο θα συμβεί και στο ξύπνιο τους, Τώρα τους έχω κι αυτούς στο χέρι. Επιτέλους θα φάνε το μήλο. Θα χαρούνε λίγο κι αυτοί οι κακόμοιροι. Θα πάψουνε να είναι δούλοι στον θεό. Έτσι αυτός θα χάσει ένα του στήριγμα ακόμα, κι εγώ θα έχω κάνει ένα άλμα προς την αρχηγία. Λεπτομέρειες μη μου ζητάτε για το πώς θα το πετύχω αυτό. Ούτε κι εγώ τις ξέρω ακόμα. Βλέποντας και κάνοντας, Σήμερα είναι η μέρα να δοξαστεί ο γιος του Διαβόλου. Παρακολουθείστε με.
(Πηγαίνει γύρω γύρω απομακρυνόμενος από τον Άγγελο και την Αγάθη, και ύστερα πηγαίνει προς αυτούς προσποιούμενος ότι τώρα έρχεται. Φτάνει στο μέρος όπου είναι ο Άγγελος και η Αγάθη. Κάνοντας τον αγανακτισμένο)
Να πάρει και να σηκώσει... Πρωί πρωί... Όλο το ίδιο και το ίδιο να μου ζητάει… Την βαρέθηκα!
(Φτάνοντας στον Αδάμ και στην Εύα κάνει ότι μόλις τώρα τους είδε)
Ω! Γεια σας φίλοι μου! Τι κάνετε;
ΑΓΓΕΛΟΣ και ΑΓΑΘΗ μαζί
Γεια σου Φίδι.
ΦΙΔΙ
Ωραία μέρα σήμερα!
ΑΓΓΕΛΟΣ
Όλες οι μέρες του Θεού ωραίες είναι.
ΦΙΔΙ
Σωστά. Και οι νύχτες και οι μέρες. Ό,τι φτιάχνει ο Θεός ωραίο είναι.
ΑΓΑΘΗ
Να παινεύεις τον Θεό δε σ' έχω ξανακούσει Φίδι.
ΦΙΔΙ
Όχι, αλλά το καλό δεν μπορώ να μην το παραδεχτώ. Μπορεί να μη τον πολυαγαπάω το θεό, αλλά ό,τι φτιάχνει το 'χει καλά καμωμένο.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Τώρα σηκωθήκαμε από τον ύπνο μας. Παραήτανε γλυκιά η νύχτα και μας κράτησε πιο πολύ στην αγκαλιά της απόψε.
ΦΙΔΙ
Εγώ σήμερα τραβάω για τα νότια. Άντε γεια σας.
ΑΓΑΘΗ
Σήμερα δε σε βλέπω ορεξάτο. Δεν μας μίλησες καθόλου για μήλα. Σου πέρασε ο καημός να μας ταϊσεις μήλο;
ΦΙΔΙ
Όλα έχουνε τα όριά τους Εύα μου.
Προσπάθησα, προσπάθησα, τι άλλο να κάνω; Δε
θέλετε, δε θέλετε! Με το στανιό τίποτα δε γίνεται.
Εγώ για το καλό σας φρόντιζα, μα χωρίς να θέλει
κανείς, ούτε καλό ούτε κακό μπορείς να του κάμεις.
Να μη λέτε πως έχω και κανένα συφέρο να φάτε σεις
ή να μη φάτε μήλο.
Να 'σαστε καλά. Αν δε σας ξαναδώ σήμερα πάλι, τα
λέμε αύριο. Γεια σας.
(κάνει πως φεύγει)
ΑΓΓΕΛΟΣ
Γεια σου Φίδι.
ΑΓΑΘΗ
Όμως Φίδι, σε άκουσα κάτι να μουρμουρίζεις όταν ερχόσουν. Με ποιον τα 'χεις;
ΦΙΔΙ
Α! Ναι, μπράβο που το πρόσεξες. Να σας ρωτήσω κάτι…
ΑΓΑΘΗ
Ναι! Τι;
ΦΙΔΙ
Μήπως σας έτυχε να δείτε πουθενά κανένα μανιτάρι με μπλε χρώμα γύρω γύρω στην ομπρέλα του και με κόκκινο χρώμα στη μέση;
ΑΓΓΈΛΟΣ
Υπάρχει και τέτοιο μανιτάρι; Όχι δεν είδαμε. Εσύ Εύα;
ΑΓΑΘΗ
Ούτε εγώ. Και γιατί ρωτάς φίδι;
ΦΙΔΙ
Ουφ! Όχι εγώ. Ο περίστερος με παρακάλεσε να του βρω και να του πάω. Παρακάλεσμα το λέω, μα μου έχει βγάλει την πίστη μέρες τώρα. Βρήκες; Με ρωτάει. Όχι, του λέω. Και με παρακαλάει και πάλι και πάλι και πάλι. Εσύ που γυρίζεις εδώ κι εκεί και σούρνεσαι στο χώμα, μου λέει, κάπου θα το πετύχεις, Έχω χάσει την ησυχία μου με δαύτο.
ΑΓΑΘΗ
Και τι το θέλει το περιστέρι αυτό το μανιτάρι;
ΦΙΔΙ
Είναι μεγάλη ιστορία όσο και ανόητη, Θα σας κουράσει να σας την έλεγα. Aν βρείτε όμως κόψτε ένα και όταν περάσω μου το δίνετε.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Θα το 'χουμε στο νου μας.
ΑΓΑΘΗ
Τι το θέλει το τέτοιο μανιτάρι το περιστέρι; Πες μου
σε παρακαλώ Φίδι!;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Μας είπε πως είναι μια ανόητη ιστορία. Ύστερα τι μας ενδιαφέρει εμάς; Δε βλέπεις πως βιάζεται το Φίδι;
ΑΓΑΘΗ
Έλα Αδάμ, σε παρακαλώ, δυο λεφτά καθυστέρηση δεν
είναι μεγάλο πράγμα. Όλη η μέρα δική του είναι.
Ξέρεις πως μου αρέσει να μαθαίνω νέα.
(στο Φίδι)
Πες μας Φίδι, σε παρακαλώ!
ΦΙΔΙ
Ας της κάνουμε το χατίρι Αδάμ. Η Εύα είναι λίγο περίεργη. Έτσι την έκαμε ο θεός. Δεν είναι κακό αυτό. Να σας πω λοιπόν. Ακούστε. Η περιστέρα, δεν θέλει να πολυπετάει. Τα φτερά της λέει τα έχει για ομορφιά και για να ισορροπεί όταν περπατάει στη γη. Και κουράζεται να πετάει, λέει. Δεν της τα 'δωσε ο Θεός για να πετάει. και αφού βρίσκει τροφή στη γης, τι θέλει στον αέρα, λέει.
Ο περίστερος όμως δεν το θέλει αυτό. Εκεινού του αρέσει να πετάει και δε θέλει να πετάει μόνος του. Θέλει παρέα. Ώσπου ένα πρωί η περιστέρα του διηγήθηκε ένα όνειρο που είδε. Ήτανε λέει σε ένα μέρος που υπήρχανε πολλά μανιτάρια. Και αυτή από όλα έσκυψε και τσίμπησε ένα μανιτάρι που ήτανε μπλε γύρω και στη μέση κόκκινο. Και τότε λέει άρχισε να πετάει στο όνειρό της μέσα. Και πολύ της άρεσε τότε το πέταγμα. Από τότε ο περίστερος ψάχνει και ο ίδιος, αλλά και σε μένα λέει κάθε μέρα να του βρω αυτό το μανιτάρι. Για να δώσει στην περιστέρα να φάει, και τότε θα της αρέσει να πετάει.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Κουτός ο περίστερος. Γιατί τι σχέση έχουν τα όνειρα με το ξύπνο;
ΦΙΔΙ
Αυτό σκέφτηκα κι εγώ. Και το είπα του περίστερου.
Πώς σου 'ρθε αυτό; τόνε ρωτάω-τι σχέση έχει το 'να με τ' άλλο;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Σωστά…
ΑΓΑΘΗ
…Και τι σου είπε;..
ΑΓΓΕΛΟΣ
Έλα Αγάθη, άσε πια το Φίδι να φύγει…
ΦΙΔΙ
Να σου πω Εύα…
(στον Αδάμ)
μην την μαλώνεις Αδάμ…
Μου είπε μια ιστορία που άκουσε από το λιοντάρι. Και η λιονταρίνα λέει, στην αρχή που την έκανε ο Θεός, εθύμωνε όταν τήνε χάδευε το λιοντάρι. Ώσπου μια μέρα που εκοιμόντανε είδανε και οι δυο μαζί αυτή τη φορά το ίδιο όνειρο, πως όταν έτρωγε η λιονταρίνα φύλλα πορτοκαλιάς, τότε ήθελε χάδια.
Και όταν εξύπνησαν, όταν η λιονταρίνα έφαγε πάλι
φύλλα πορτοκαλιάς, τότε ήθελε και στο ξύπνιο της
χάδια και μάλιστα της άρεσαν τόσο πολύ, που ερήμαξε όλες τις πορτοκαλιές της γειτονιάς της.
Και σκέφτηκε και λέει τώρα και ο περίστερος, πως αν
και η περιστέρα φάει και όταν είναι ξύπνια από το
μανιτάρι εκείνο, τότε θα της αρέσει να πετάει όπως
και στη λιονταρίνα άρχισαν να αρέσουνε τα χάδια
όταν βρήκε και έφαγε αυτό που είδε στο όνειρό της.
Είναι ή δεν είναι σαχλαμάρες όλα αυτά;
Γι αυτό σας λέω. Μα ο περίστερος δεν θα ησυχάσει αν
δεν βρει το μανιτάρι. Άμα έχεις να κάνεις με κουτά
πλάσματα τι να πεις...
Προσπάθησα να τον πείσω ότι δεν έχει καμία
σημασία το τι τρως και ότι το πέταγμα δεν έχει
σχέση με τέτοια, όμως ήτανε σαν να μίλαγα στο
ποτάμι. Ούτε με άκουσε καθόλου. Βρες μου εσύ, μου
λέει, αυτό το μανιτάρι, και άσε με εμένα να είμαι κουτός.
Αυτή είναι η ιστορία Εύα μου, ελπίζω να μην
πιστέψετε και σεις τα λόγια του περίστερου. Ο Θεός
εσάς σας έχει δώσει λογικό.
ΑΓΑΘΗ
Και βέβαια δεν τα πίστεψα Φίδι. Βλακείες του περίστερου. Άντε στο καλό και αν βρούμε το μανιτάρι θα σου το δώσουμε να γλιτώσεις από τη γκρίνια του.
ΦΙΔΙ
Θα μου κάνετε μεγάλη χάρη. Γεια σας.
ΑΓΑΘΗ
Στο καλό.
(το Φίδι απομακρύνεται. Όταν δεν φαίνεται πια αυτό, η Αγάθη στρέφει χαρούμενη στον Άγγελο)
Αδάμ! Άκουσες;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Τι;
ΑΓΑΘΗ
Δεν άκουσες τι είπε το Φίδι-πως όταν η λιονταρίνα έφαγε φύλλα πορτοκαλιάς που είχε φάει και στο όνειρό της, ήθελε τα χάδια όπως και στο όνειρο. Αυτό δεν σου λέει τίποτα;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Μου λέει πως το φίδι και ο περίστερος δεν ξέρουνε τι λένε.
ΑΓΑΘΗ
Κι αν ξέρουνε;.. Κι αν ξέρουνε Αδάμ;..
ΑΓΓΕΛΟΣ
Μα τι λες τώρα;
ΑΓΑΘΗ
Λέω: κι αν ξέρουνε; Κι αν έτσι είναι; Μήπως τότε, αν φάω κι εγώ μήλο τώρα, όπως έφαγα στο όνειρό μας, θελήσω αυτά που χωρίς να φάω μήλο δεν θέλω;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν πιστεύω σε τέτοια Εύα. Κουταμάρες εκεί…
ΑΓΑΘΗ
Και όμως, αν είναι σωστή η υπόθεση αυτή, πόσα
χάνουμε αν δεν δοκιμάσουμε… Να χαίρομαι τέτοια
χαρά όπως και στο όνειρο! Γι αυτό θα έδινα ό,τι κι αν
μου ζητούσαν.
Μήπως Αδάμ, αυτό που δεν θέλω τώρα, γίνει το πιο
αγαπημένο μου όταν φάω μήλο;
Θα υπάρχει μεγαλύτερη χαρά από κείνην; Αδάμ, μ'
ακούς; Ή πρέπει να σε φωνάζω: Άγγελε;..
ΑΓΓΕΛΟΣ
Εύα, κι αν ακόμα ήτανε έτσι, πού θα βρούμε μήλο να
δοκιμάσουμε;
ΑΓΑΘΗ
(σηκώνει το χέρι και δείχνει με το δείκτη του χεριού της κατά τη μηλιά, κοιτάζοντας την κιόλας ίσα στο κέντρο της)
ΑΓΓΕΛΟΣ
Όχι! Τρελή είσαι; Όχι! Βγάλτο από το νου σου.
ΑΓΑΘΗ
(τεντώνει πιο πολύ το χέρι της και κρατώντας το
σταθερό μένει σ' αυτή τη στάση όσο λέει τα πιο
κάτω)
Και τρελή είμαι και κάτω δεν το βάζω. Αυτό το
δέντρο με τους καρπούς του θα μας δώσει την τέτοια
ονειρεμένη ευτυχία. Τώρα είμαι σίγουρη γι αυτό. Και
γι αυτό το ευτυχισμένο όνειρο θα παρακούσω τις προσταγές όσων θεών.
(κατεβάζει το χέρι-στρέφει στον Αδάμ)
Το άκουσες Αδάμ αυτό που είπα;
ΑΓΓΕΛΟΣ
To άκουσα Εύα. Θέλεις να παρακούσεις την εντολή του θεού. Κάνε το. Εγώ δε θα σε ακολουθήσω. Είναι το μόνο δέντρο που δεν μας αφήνει να φάμε απ' αυτό.
ΑΓΑΘΗ
(σα να μη τον έχει ακούσει)
Τώρα εξηγώ τα λόγια του Φιδιού πως αν φάμε καρπούς από το δέντρο αυτό θα γίνουμε θεοί. Δεν ήσουνα θεός όταν με είχες αποκάτω σου και βογκούσες σαν λιοντάρι από την ευδαιμονία σου; Δεν θα έδινες και συ ό,τι τίμημα σου ζητούσε κάποιος, αν ήτανε να σου δώσει τα στήθη και τις τρύπες όλων των γυναικών που είδαμε στ' όνειρό μας, να παίζεις όσο κι όπως θέλεις μαζί τους; Ήτανε ζωή αυτή που ζούσες μέσα στο όνειρο; Όχι, δεν ήτανε, εσύ ο ίδιος το έλεγες. Και είναι ζωή αυτή που ζεις τώρα εδώ στον Παράδεισο, να αιστάνεσαι κακόθυμος και να λες ότι δεν ξέρεις τι έχεις, ενώ ξέρεις πολύ καλά τι έχεις; Και μου είπες πριν λίγο τι έχεις-πως θα 'θελες ό,τι κάναμε στο όνειρό μας να το κάνουμε και στο ξύπνιο μας-εδώ, στον Παράδεισο. Δεν μας επιτρέπεται εδώ; Θα πάμε εκεί που επιτρέπεται. Έλα Αδάμ-πάμε!
ΑΓΓΕΛΟΣ
Εύα, στο όνειρο είχαμε κάποιον θείο που δε μας άφηνε να φάμε μήλο. Εδώ έχουμε τον Θεό. Και αν θα κάνουμε το ίδιο που κάναμε και στο όνειρό μας, όπως μας έδιωξε ο θείος εκεί, θα μας διώξει εδώ ο Θεός. Και τότε τι θα κάνουμε; Από το όνειρο ξυπνάμε και βρισκόμαστε κάθε φορά εδώ, στη σιγουριά του Παράδεισου. Αν μας διώξει και ο Θεός τι θα κάνουμε; Πού θα πάμε;..
ΑΓΑΘΗ
Παράδεισος να σου πετύχει… Που να μην μπορεί κανείς να χαρεί ό,τι ομορφότερο! Τι χειρότερο μπορεί να μας συμβεί από αυτό;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν ξέρεις. Δεν ξέρω. Μόνον ο Θεός ξέρει.
ΑΓΑΘΗ
Ο Θεός ξέρει να μας τυραννάει! Αυτό ξέρει! Αφού
μας στερεί κάτι που τόσο μας αρέσει-το ωραιότερο πράγμα στον κόσμο-γιατί να τον υπολογίσουμε κι εμείς;
Και ξέρεις κάτι;
Υποψιάζομαι τι μπορεί να σήμαινε εκείνο το "θα
αυτοκτονήσω" που έλεγες. Πως θα πάψεις να
υπάρχεις. Αυτό είναι το χειρότερο που μπορούμε να
πάθουμε αν παρακούσουμε την εντολή του Θεού.
Να τι το πολύ να γίνει. Και γιατί να υπάρχουμε
χωρίς να γευόμαστε ό,τι τόσο μας αρέσει; Να υπάρχουμε για να βασανιζόμαστε από τη στέρηση της χαράς;
Κι αν δεν ήθελε να τρώμε τα μήλα γιατί μας έβαλε
τη μηλιά μπροστά στα μάτια μας; Δε σκέφτηκε πως
κάποτε θα καταλαβαίναμε τι αυτό το δέντρο μπορεί
να μας χαρίσει με τους καρπούς του;
Δεν του πέρασε από το μυαλό πως κάποτε αντίς γι
αυτόνε θα κάναμε Θεό το δέντρο αυτό;
Θεός… Ας μας διώξει ο Θεός. Ας μείνει με τα ζώα
στον κήπο. Αν θέλει ζώα που να μην ξέρουνε τι θα
πει χαρά, ας κάτσει με αυτά.
Για μένα Θεός είναι από δω και πέρα η μηλιά με όλα
τα φρούτα που έχει πάνω της.
Αδάμ έλα. Πάμε να κόψουμε και να φάμε το απαγορευμένο μήλο.
(τον τραβάει από το χέρι)
Έλα! Έλα!
ΑΓΓΕΛΟΣ
Σαν να ξαναζώ το όνειρο. Έτσι με καλούσες και τότε.
ΑΓΑΘΗ
Ναι. Για τα άλλα μήλα μου. Για κείνα που γι αυτά
γίνανε τα χέρια σου έτσι που μια φούχτα σου να τα
κλείνει μέσα της κάνοντάς τα να σπαρταράνε.
Έλα Αδάμ. Ναι, θεοί θα γίνουμε αλήθεια κι εμείς.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Εύα… φοβάμαι!
ΑΓΑΘΗ
Γι αυτό είμαι εγώ εδώ-για να σου δίνω κουράγιο. Για να σε βοηθάω να ξεπεράσουμε όλες τις δυσκολίες που μας περιμένουνε μετά από ό,τι θα κάνουμε. Για να σε βοηθήσω να χτίσουμε έναν δικό μας κήπο, που η ευτυχία θα τον σκεπάζει με τα φτερά της. Και ο κήπος αυτός είναι κείνος που βλέπαμε στο όνειρό μας. Γεμάτος με καμώματα που μας δίνουν τόση χαρά, όπως εκείνη του όνειρου που και οι δυο μας βλέπουμε τόσο συχνά. Σκέψου Αδάμ! Δεν θα είναι υπέροχο;
(πιάνει από το χέρι τον Αδάμ και τον οδηγεί προς τη μηλιά)
Έλα!
ΑΓΓΕΛΟΣ
…Πάμε!
(Η Αγάθη και ο Άγγελος πηγαίνουν στη μηλιά και η Αγάθη κόβει ένα μήλο. Τρώει. Δίνει και στον Άγγελο και τρώει κι αυτός. Τα πρόσωπά τους γεμίζουν με αγαλλίαση. Αυστηρή φωνή του Θεού)
ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Αδάμ!
ΑΓΓΕΛΟΣ
(κάτω από τη μηλιά)
Εδώ είμαι Θεέ μου.
ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Γιατί έφαγες καρπό από το δέντρο που σου είχα
απαγορέψει να φας;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Γιατί οι καρποί αυτοί είναι γλυκοί Θεέ μου. Και συ με
έκανες να μου αρέσει το γλυκό.
ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Να φύγεις από τον κήπο Αδάμ.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Να φύγω αν εσύ το θέλεις Θεέ μου.
ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Έτσι θέλω. Και ακόμα θέλω από εδώ και ύστερα να βγάζεις το ψωμί σου με τον ιδρώτα του προσώπου σου.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Όπως θέλεις Θεέ μου.
ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Πήγαινε!.
ΑΓΑΘΗ
Θεέ μου, θέλω να σου μιλήσω.
ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Μπα! Εσύ Εύα; Σ' ακούω.
ΑΓΑΘΗ
Με το νου που μου έδωσες είδα, σκέφτηκα, σύγκρινα. Κι ένιωσα πως ο δρόμος που πρέπει ν’ ακολουθήσει ο άνθρωπος για να βρει την ευτυχία του, δεν είναι κείνος που μας δείχνουν οι εντολές σου.
ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Μπα! Και ποιος είναι λοιπόν Εύα;
ΑΓΑΘΗ
Είναι κείνος που ξανοίγουν τα όνειρά μας.
ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
(με βροντή και λάμψη )
Φύγετε κι οι δυο από τον κήπο!
(Ο Άγγελος πιάνει την Αγάθη από το χέρι και βαδίζουν προς την έξοδο του κήπου ήρεμοι και σοβαροί, ακουμπώντας η Αγάθη το κεφάλι της στον ώμο του Άγγελου)
ΑΥΛΑΙΑ
Δευτέρα 3 Μαρτίου 2025
ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΜΑΧΑΙΡΙΟΥ
Ασπόνδυλη είναι η χώρα μου; Και μέσα της σκουλήκια και μέδουσες, και σπόγγοι και θαλάσσιες ανεμώνες ζουν μονάχα;
Γι αυτό και όπου χτυπήσω μόνο σάρκα βρίσκω και ποτέ ένα κόκαλο;
Και τότε γιατί ακούω υποσχέσεις όλο για κόκαλα και κόκαλα και κόκαλα;
Και τι να είναι πιά αυτά τα κόκαλα που ούτε στον ύπνο μου δεν τα έχω δει;
Ακούω να λένε στα παιδιά τους οι άνθρωποι «θα σε πάω στο πάρτι» ή «θα σου πάρω καραμέλες», και τα παιδάκια χαίρονται που θα πάνε σε πάρτι ή γιατί θα έχουν καραμέλες, γιατί ξέρουν τι είναι πάρτι και καραμέλες.
Ενώ εμένα κάθε τόσο μου υπόσχονται κόκαλο και ποτέ δεν με πήγαν ως εκεί για να μάθω τι τουλάχιστον είναι αυτό το πράγμα…
Και ποιοι μου το υπόσχονται; Μου το υπόσχονται όχι μαμάδες και μπαμπάδες, αλλά μεγάλα κεφάλια τόσα χρόνια τώρα-υπουργοί, βουλευτές, πρωθυπουργοί-δηλαδή σοβαρά πρόσωπα...
Μια φορά μονάχα να το είχα δει, να το είχα ακουμπήσει και τι καλό στον κόσμο…
Όλο υποσχέσεις και υποσχέσεις. Και τελικά τι; Τίποτα.
Τουλάχιστο μια φορά να το είχα γνωρίσει να έβλεπα βρε αδερφέ τι είναι αυτό το περίφημο κόκαλο…
Γιατί στο κάτω κάτω μπορεί και να μην μου άρεσε και να έπαυα να στενοχωριέμαι που δεν με πηγαίνουν ως εκεί.
Ενώ τώρα, όσο το είδατε εσείς άλλο τόσο το είδα κι εγώ…
ΠΟΡΝΗ ΤΕΡΜΑ
(Λος Άντζελες, Όταν σταμάτησε να μπαίνει σε συνέχειες η «ΠΟΡΝΗ» στο περιοδικό μου «ΛΟΓΙΑ»)
«ΠΟΡΝΗ» τέρμα και λυπάμαι
Φίλοι μου αγαπητοί
Αν θα πλήγωνε κανέναν
Η απόφαση μου αυτή.
Αλλά αλλιώς δεν το μπορούσα
Όπως θα σας πω να κάνω-
Στην αγάπη σας για μένα
Σας ορκίζομαι επάνω.
Πριν πεντέξη μέρες ήρθε
Και με βρήκε η Ελένη
Του Μενέλαου η γυναίκα
Η ωραία και ξακουσμένη.
Στου Μενέλαου είχε δέσει
Το λαιμό ένα λουράκι
Κι από κει τόνε τραβούσε
Σαν να ήτανε σκυλάκι.
Και μου είπε: "Κύριέ μου
Ποιος δικαίωμα σας δίνει
Κι έχει τίτλος τ’ όνομά μου
Ποιητικού σας έργου γίνει;»
"Ελενίτσα μου" της λέω
"Μη μωρό μου με πληγώνεις-
Ποιανού έργου;» Και μου λέει
Αγριόφωνα: "ΤΗΣ ΠΟΡΝΗΣ!"
"Μα", της λέω, «τι σχέση έχει
Ω! μελιρροούσα γύναι
Τ’ όνομά σου με την «ΠΟΡΝΗ»;
Και μου λέει: «Κι εγώ τ' είμαι;»
«Ακουσε». της λέω, «γλύκα,
Κι αν ακόμα αποφασίσεις
Και τον τρίτο τον παγκόσμιο
Πόλεμο να ξεκινήσεις,
Ούτε τίτλο του αλλάζω,
Ούτε το έργο σταματάω
Σε συνέχειες να το βγάζω.
Και, μαμζέλ, σε χαιρετάω.»
Με μανία τότε εκείνη
Μιά τραβώντας το λουρί
«Πάμε Μεν» λέει του αντρός της
Που για λίγο να πνιγεί.
Α! Σκληρό είμαι καρύδι
Και καμιά του κόσμου τσούλα
Δεν μπορεί την πίστη που έχω
Να μ’ αλλάξει ούτε στιγμούλα.
Και ο Πάπας μου ’χει κάνει
Τηλεφωνική μια κλήση
Και μου είπε: «Μίο φίλιο
Η εκκλησία θα σ' αφορίσει
Αν τοιαύτα επιμένεις
Στο περιοδικό να γράφεις
Και τους ρόλους να μπερδεύεις
σύκων μεταξύ και σκάφης.
Μία ήτανε η Εύα
Κι όχι δύο-ευτυχώς.
Και του θεού μας ήτο κτίσμα.
Κι αυτό είναι γεγονός.»
«Μα κι αν Πάπα μ’ αφορίσεις
Γνώμη όμως δε θ’ αλλάξω
Κι όπως η Δημιουργία
Έγινε θα το φωνάξω.
Κι αν εσύ ενώ δεν πρέπει
Την Αλήθεια τη φοβάσαι,
Απ’ την Έδρα σου κατέβα-
Δε σου πρέπει Πάπας να ’σαι.»
Τότε θύμωσε ο Πάπας
Και μου λέει όλο πείσμα:
«Βλέπεις τούτο το μαχαίρι;
Να! Θα κάνω κι άλλο Σχίσμα!»
Και με δίχως σκέψη άλλη
Στον αέρα μια τραβάει
Και στα δύο εχωρίσαν
Και ματώσανε τα χάη.
Τι να κάνω η σοφή του
αφού έτσι κάρα θέλει;
Και τι κάνουνε στη Δύση
Γιατί πρέπει να με μέλει;
Μα εδώ δε σταματήσαν
Οι πολλές οι αντιδράσεις
Και οι τόσες που με βρήκαν
Για την «ΠΟΡΝΗ» μου αιτιάσεις.
Γυναικείοι δεκαπέντε
Σύλλογοι τηλεφωνήσαν
Και φωνάζοντας αγρίως
Μου ’πανε πως με μηνύσαν
Επειδή την «ΠΟΡΝΗ» εκδίδω.
Μα η δίκη πλάκα θα ’χει:
Δεν εκδίδω εγώ την ΠΟΡΝΗ
Μα εκδίδεται μονάχη…
«Κι αν μηνύσεις όχι δέκα
Αλλά κι εκατό θα φάω
Θα συνεχιστεί η «ΠΟΡΝΗ»
Στους Συλλόγους απαντάω.
Και ο Σύνδεσμος του Ελ Ει
«ΙΕΡΟΔΟΥΛΟΙ ΕΛΛΗΝΙΔΕΣ»
Ενα γράμμα μούχει στείλει
Μ’ εξηνταεννιά σελίδες
Και με βρίζει, γιατί, λέει,
Με την «ΠΟΡΝΗ» πως διασύρω
Την υπόληψη του κι ότι
Πρέπει να την αποσύρω.
Κι όλο έπιανε το γράμμα
Μοναχά μισή σελίδα
Και οι άλλες-τέτοιο πράγμα
Πρώτη μου φορά το είδα-
Ηταν όλο πάνω ως κάτω
Με υπογραφές γεμάτες
Είτε άσχημες ή ωραίες
Είτε στέκες ή αφράτες.
Κι η Τσιλέρ παίρνει, η ωραία
Της Τουρκίας πρωθυπουργίνα
Και μου λέει: «την ΠΟΡΝΗ κόψε
Ή θα μπούμε στην Αθήνα».
«Και δε μπαίνετε;» της λέω.
"Μπείτε και ποτέ μη βγείτε.
Κείνο που με νοιάζει εμένα
Στο Λος Αντζελες μην μπείτε".
«Θα χαρίσουμε την Κύπρο
Στην Ελλάδα. Δε σε μέλει;»
Και εγέλασα: «Ποιός είπε
Πως αυτό η Κύπρος θέλει;»
«Βρε Γκιαούρη μήπως θέλεις
Να σας δώσουμε την Πόλη;
Να! Την «ΠΟΡΝΗ» σου σταμάτα
Και δική σας είναι όλη».
Τίποτα εγώ. «Μη θέλεις
Το κορμί μου να γλεντήσεις;
Ελα. Μα τα θήλεα όλα
Πόρνες μη τα καταντήσεις".
Μούπε κι άλλα σαν και τούτα
Μα δε μ’ ένοιαξε καθόλου
Και τις προσφορές της όλες
Εστειλα κατά διαόλου.
Και το ίδιο έχω κάνει
Και με άλλες ενοχλήσεις,
Και με άλλες σαν και τούτες
Αντι-ΠΟΡΝΗκές αιτήσεις.
Και η ΠΟΡΝΗ ακωλύτως
Όλως θα συνεχιζόταν
Και θα φώναζε σε όλους
Τη Μεγάλη Αλήθεια, όταν…
…Όταν ήρθε χτες το βράδυ
Και το στόμα του το λάγνο
Ακουμπώντας στο αυτί μου
Μου ψιθύρισε το σπλάχνο:
«Αν την ΠΟΡΝΗ συνεχίσεις
Δε θα με ξαναφιλήσεις!»
Μπρος σε τέτοιες εξηγήσεις
Δε φτουράνε αντιρρήσεις
Και γι αυτό είναι που σας λέω
Πως αλλιώτικα να κάνω
Δε μπορούσα-κι όρκο παίρνω
Στην αγάπη του επάνω.
---
ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΠΑΣΣΑΡΗ
Σ’ είδα στο γυάλινο πανί να κλαις
Κι ένα παράπονο ναν’ η ζωή σου όλη.
Πάψε τον θρήνο. Δεν ανθούν πολλές
Σαν του παιδιού σου τις ψυχές
Στης γης το περιβόλι.
Λεύτερος πάντα σαν πουλί και σαν το φως
Στη χώρα μέσα της σκλαβιάς ο γιος σου τριγυρίζει.
Κι ανθίζει κάθε πόθος του κρυφός
Και του θεού τη λεφτεριά η λευτεριά του αγγίζει.
Αηδιασμένος απ’ του κόσμου τη βρωμιά
Έδωσε μια και γκρέμισε της αδικιάς τη βία
Και τώρα τη ζωή του πια καμιά
Δεν τη μολύνει πια ληστεία ή ατιμία.
Λεύτερος όπως έχει γεννηθεί
Έτσι και μες στη ζήση του λεύτερος πάντα μένει.
Κι όταν πεθάνει αυτός δεν θα χαθεί
Αφού λεύτερος άνθρωπος ποτέ του δεν πεθαίνει.
Κι αν, όπως λες σου λείπουν τα παλιά
Ο άντρα σου κι ένα παιδί κι ένα μικρό σπιτάκι
Γιατί ζητάς μια πρόσκαιρη σταλιά,
Όταν, πηγή συ, γέννησες αθάνατο ένα ρυάκι;..
ΖΑΝΕΤ
ΤΟΠΟΣ: Ερημόνησο
ΠΡΟΣΩΠΑ: Άνταμ, Ζανέτ, Βεθύ.
(Η Ζανέτ καθιστή σε μια καρέκλα στην αυλή ενός όσο γίνεται ευπρεπούς παραπήγματος
Ένα μικρό αυτοσχέδιο τραπεζάκι δίπλα της με πάνω του βιβλία. Ο Άνταμ όρθιος μπροστά της. Συνεχίζουν συζήτηση)
ΑΝΤΑΜ
Μα τι θέλεις άλλο αγάπη μου να κάνω για να σ’ ευχαριστήσω; Σπίτι σου έφτιαξα να μένουμε κι εσύ κι εγώ μέσα. Νερό τρεχάμενο έφερα. Και ξέρεις με πόσους κόπους. Εργαλεία τράβηξα από το ναυάγιο και για όσα λείπανε τα έφτιαξα από ξύλο. Σκεύη κουζίνας, καλλωπιστικά είδη, τα κουβάλησα από το ναυάγιο για να έχεις και να μην σου λείπει τίποτα από εκείνα που χρειάζεται μια γυναίκα. Κάθε πρωί ανάβω φωτιά και σου φτιάχνω το πρόγευμά σου με χορταρικά, φρούτα και με ψάρι που με κόπους ψαρεύω. Από το διπλανό νησάκι σου έφερα μπανάνες με τη βαρκούλα που έφτιαξα να λάμνουμε οι δυο μας. Όλα όσα μπορώ σου τα έχω δώσει κι ακόμα σε ρωτώ τι άλλο θέλεις να σου φέρω-τι άλλο θέλεις να κάνω για σένα. Πες μου αγάπη μου.
ΖΑΝΕΤ
Δεν θέλω τίποτε άλλο Άνταμ. Κι αυτά πολλά είναι που έχεις κάνει για μένα.
ΑΝΤΑΜ
Τότε γιατί είσαι θλιμμένη; Τι σου λείπει;
ΖΑΝΕΤ
Τίποτα. Δεν ξέρω… Τίποτα…
ΑΝΤΑΜ
Μήπως έχεις όρεξη για κάτι και διστάζεις να μου το πεις μήπως και είναι δύσκολο για μένα; Μην διστάζεις. Πες το. Ότι πεις θα το κάνω για να δω το πρόσωπάκι σου χαρούμενο και λαμπερό. Μέχρι τώρα, το νιώθω, το γέλιο δεν βγαίνει από την καρδιά αλλά γεννιέται στο στόμα σου. Η μιλιά σου είναι ευγενική μα δεν έχει τις ρίζες της στην ψυχή σου. Βγες από τον εαυτό σου Ζανέτ μου. Ζήσε και κάνε και μένα να ζήσω. Ξέρω, η ζωή δεν είναι ευχάριστη σ’ ένα ερημονήσι. Μα τι μπορώ να κάνω; Έχω έτοιμα τα ξύλα-φορτώματα από δαύτα- και τα πολύχρωμα πανιά. Κι όταν-αν φανεί κανένα πλοίο μακριά, θ’ ανάψω τη φωτιά και θ’ ανεμίσω τα πανιά για να μας δουν. Μα ως τότε τι να κάμω;
ΖΑΝΕΤ
Τίποτα Άνταμ. Τίποτα. Έχεις κάνει τόσα πολλά αγάπη μου! Είσαι τόσο καλός μαζί μου! Ύστερα πάντα ήθελα-το ξέρεις- να έκανα κάποιου είδους μοναχική ζωή. Ξέρεις πόσο με είχε κουράσει η κοινωνικότητα εκεί πέρα. Ρωτώντας τον εαυτό μου βρίσκω πολλές φορές να μη θέλω να φύγω από εδώ.
ΑΝΤΑΜ
Δείξε την αγάπη σου λοιπόν γι αυτό το μέρος. Δείξε την αγάπη σου-που λες πως νιώθεις για μένα.
ΖΑΝΕΤ
Ω! Άνταμ! Δεν πρέπει να είσαι παραπονεμένος αγάπη μου. Γιατί και πόσο σ’ αγαπώ και το ξέρεις, και στο δείχνω… τις στιγμές εκείνες…
ΑΝΤΑΜ
Μήπως… μήπως δεν σου αρέσω εγώ τις στιγμές εκείνες όπως τις λες; Μήπως, Ζανέτ, δεν είμαι καλός … στον έρωτα;..
ΖΑΝΕΤ
Όχι! Όχι! Αν έλεγα κάτι τέτοιο θα έλεγα ψέματα στον εαυτό μου. Μην το ξαναπείς αυτό αγάπη μου.
ΑΝΤΑΜ
Η φλόγα που μου ανάβεις κάθε φορά είναι η πιο μεγάλη που μπορεί να γίνει στο καμίνι του έρωτα. Και μόνο το δικό σου νερό μπορεί να μου τη σβήσει.
ΖΑΝΕΤ
Ναι, ναι. Μην συνεχίζεις άλλο πάνω σ’ αυτό καλέ μου και με κάνεις και ντρέπομαι…
ΑΝΤΑΜ
Τι σου λείπει λοιπόν αγάπη μου; Πες το μου και θα το ’χεις.
ΖΑΝΕΤ
Τίποτα δεν μου λείπει Άνταμ αγάπη μου. Όλα τα ’χω. και τα ’χω χάρη σε σένα και τις γλυκές κι αντρίκιες σου φροντίδες.
ΑΝΤΑΜ
Τότε τι..
ΖΑΝΕΤ
Δεν ξέρω… δεν ξέρω. Τίποτα. Έλα τώρα, μην βασανίζεσαι άδικα. Μην σκέφτεσαι τέτοια. Όλα είναι καλά. Και προ παντός μη βάζεις την ιδέα στο μυαλό σου ότι εσύ πρέπει να κάνεις κάτι και δεν το κάνεις. Έλα… είπες θα πήγαινες κατά την πηγή. Δεν πήγες ούτε χτες ούτε προχτές. Θα σου έχει λείψει. Πήγαινε. Μην κάθεσαι να φυλάς εμένα. Εγώ θα διαβάσω κάτι. Μόνο φέρε μου κάποια από κείνα τα λουλουδάκια, αν υπάρχουν ακόμα. Θα σε περιμένω να φάμε μαζί.
ΑΝΤΑΜ
Μου υπόσχεσαι ότι δεν θα πλήξεις μόνη;
ΖΑΝΕΤ
Ναι αγάπη μου. Στο υπόσχομαι. Πήγαινε.
ΑΝΤΑΜ
Πάω λοιπόν. Σε χαιρετώ. Γεια σου αγάπη μου
(φιλιούνται)
ΖΑΝΕΤ
Γεια σου μοναδική μου αγάπη.
(Ο Άνταμ βγαίνει. Στον εαυτό της)
Η ακεφιά μου είναι βαριά. Δεν του ξεφεύγει. Κι όπως κι εγώ, έτσι κι αυτός δεν ξέρει τι τήνε γεννάει. Όλα τα έχω αλήθεια όσα μια γυναίκα ποθεί. Αγάπη, έρωτα, άνεση, ασφάλεια. Μα κάτι άλλο θα ’ναι που δεν το μετρώ καθώς τις γυναικείες χρείες αριθμώ. Κι είναι καλός ο Άνταμ ο καημένος. Σκλαβωμένος στα μαύρα μου τα μάτια. Άντρας εύκολος που δεν χρειάζεται να του θυμίζεις το καθήκον του. Η Φύση του ’χει δώσει να το ξέρει από γεννησιμιού του: αφοσίωση στη γυναίκα. Μα κι εγώ δεν κάνω το καθήκον μου; Καλός αφέντης του δεν είμαι; Κι όμως κάτι μου λείπει Θε μου. Μου λείπει κάτι που θα μου έφερνε την πραγματική ευτυχία… Και δεν θέλει πολλά ο καημενούλης μου. Ένα μου χαμόγελο του φτάνει. Μία ματιά γλυκιά μου του είναι αρκετή.
(ακούγεται θόρυβος στα ξερόχορτα)
Μπα! Ο Άνταμ-κάτι θα ξέχασε.
(μπαίνει ο Βεθύ. Η Ζανέτ τον βλέπει έκπληκτη και τρομαγμένη)
ΒΕΘΥ
Μην τρομάζεις γυναίκα. Είμαι άνθρωπος κι εγώ. Μη φεύγεις. Να! Βλέπεις; Δεν κρατώ κανένα όπλο. Άνθρωπος είμαι γυναίκα! Καημένη! Τόσο έχεις ξεχάσει τους ανθρώπους μέσα σε εφτά μήνες; Μην τρομάζεις. Σώθηκα κι εγώ από το ναυάγιο. Το κύμα μ’ έριξε σε κείνο το νησάκι.
(Κοιτάζοντας ψηλά)
Θεέ μου! Μπορώ και μιλώ Θεέ μου! Είδα πάλι ανθρώπου πρόσωπο. Τυχερός μέσα στην ατυχία μου...
(προς την Ζανέτ)
Άνθρωπος είμαι… ναυαγός κι εγώ κυρά μου. Μην τρομάζεις.
ΖΑΝΕΤ
(ακόμα ξαφνιασμένη)
Δεν τρομάζω. Ξαφνικά όμως βλέποντάς σε μπροστά μου… καταλαβαίνεις. Ύστερα δεν σε είχα δει στο πλοίο τόσες μέρες.
ΒΕΘΥ
Ίσως ταξίδευες σε άλλη θέση. Στην πρώτη;
ΖΑΝΕΤ
Ναι.
ΒΕΘΥ
Εγώ στην τρίτη. Γι αυτό. Εσύ τα έφτιαξες όλα τούτα ή είναι κι άλλος μαζί σου;
ΖΑΝΕΤ
(Κοιτάζει γύρω σαν θέλοντας να κερδίσει χρόνο. Ύστερα με σιγουριά)
Ναι. Μόνη μου. Εγώ.
ΒΕΘΥ
Είναι αυτό το τελευταίο νησάκι που έρχομαι. Δεν περίμενα να βρω ούτε εδώ κανέναν. Αλλά λάθεψα. Βρήκα μια όμορφη γυναίκα. Να έρθεις να μείνουμε στο νησί μου. Είναι πιο όμορφα εκεί.
ΖΑΝΕΤ
Παραπαίρνεις φόρα. Μου μιλάς σαν να με ξέρεις χρόνια.
ΒΕΘΥ
Είδα έναν άλλο άνθρωπο μετά από μήνες. Πώς θα έπρεπε να σου μιλούσα; Αλλά και τι πιο φυσικό ένας άντρας και μία γυναίκα να μένουν μαζί; Εμένα μου έχει λείψει πολύ μια ανθρώπινη συντροφιά τους μήνες ετούτους. Δεν μπορεί παρά να συμβαίνει το ίδιο και με σένα. Και σένα θα σου έχει λείψει μια παρέα.
ΖΑΝΕΤ
Πώς το ξέρεις;
ΒΕΘΥ
Μα είναι φυσικό.
(την πλησιάζει)
ΖΑΝΕΤ
Πώς σε λένε;
ΒΕΘΥ
Βεθύ. Και σένα;
ΖΑΝΕΤ
Ζανέτ.
ΒΕΘΥ
Εδώ θα ταίριαζε καλλίτερα να λεγόμασταν Εύα και Αδάμ.
ΖΑΝΕΤ
Μόνοι μας είμαστε, μπορούμε να αλλάξουμε τα ονόματά μας.
ΒΕΘΥ
(Παίρνει απαλά το χέρι της Ζανέτ και το φιλάει)
Το μήλο μόνον μας λείπει.
ΖΑΝΕΤ
Δεν μας λείπει. Εδώ είναι, και ώριμο μετά τόσον καιρό.
(φιλιούνται. Τα φώτα χαμηλώνουν, σβήνουν για λίγο και ξανανάβουν. Ο Βεθύ είναι καθισμένος στην καρέκλα και η Ζανέτ στα γόνατά του έχοντας τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του)
Με έκανες ευτυχισμένη Βεθύ.
ΒΕΘΥ
Είσαι γυναίκα με όλα σου. Και πανέμορφη. Και πόσο θερμή… Θεούλη μου!
(την φιλάει. Κινώντας τον δείκτη του χεριού του προς αυτήν δήθεν επιτιμητικά)
Και ψεύτρα μέσα σ’ όλα.
ΖΑΝΕΤ
Μια φορά που είπα αλήθεια αυτή είναι.
ΒΕΘΥ
Δεν λέω γι αυτό. Αλλά για το πώς είσαι μόνη σου στο νησί. Μια γυναίκα με τα δικά σου χέρια, ντυμένη έτσι και να διαβάζει βιβλία, δεν μπορεί να έχει φτιάξει μόνη της όλα αυτά που βλέπω εδώ γύρω φτιαγμένα από χέρι ανθρώπου.
ΖΑΝΕΤ
Έχεις δίκιο. Καλά κατάλαβες. Ζω με τον άντρα μου. Έχει πάει σε μια πηγή στο πίσω μέρος του νησιού. Και όπου να ’ναι θα γυρίσει. Γι αυτό πρέπει να φύγεις τώρα. Μπορείς να έρχεσαι συχνά; Είναι κάποιο από τα κοντινά νησάκια το νησί σου;
ΒΕΘΥ
Για να βρίσκομαι κοντά σου η θάλασσα δεν μετράει. Πότε θα είσαι πάλι μόνη;
ΖΑΝΕΤ
Όποτε μου πεις ότι θα είσαι πάλι εδώ. Πότε;
ΒΕΘΥ
Μεθαύριο την ίδια ώρα.
ΖΑΝΕΤ
Εντάξει. Πήγαινε τώρα.
ΒΕΘΥ
Κανόνισε να έχουμε περισσότερη ώρα στη διάθεσή μας.
ΖΑΝΕΤ
Όση θέλεις Βεθύ.
(φιλιούνται)
ΒΕΘΥ
Γεια σου γυναίκα.
ΖΑΝΕΤ
Γεια σου. Μεθαύριο την ίδια ώρα.
(Ο Βεθύ βγαίνει)
Από την πρώτη στιγμή που τον είδα, κατάλαβα τι μου είχε λείψει όλον αυτό τον καιρό. Τι ωραία που είναι τώρα όλα! Και πρώτα η ζωή. Αγαπιέμαι διπλά! Και επιτέλους έχω ένα μυστικό από τον Άνταμ. Κάτι εντελώς δικό μου. Κάτι που με κάνει… πώς να το πω… ελεύθερη, ανεξάρτητη. Ναι, ανεξάρτητη! Δεν έχω πια υποχρέωση να μένω με κανέναν. Από εδώ και πέρα χάρη θα κάνω όχι μόνον στην ανεξαρτησία μου αλλά και σε όποιον χαρίσω τον έρωτά μου! Ω! Ελευθερία! Πόσο πιο αξιαπόλαυστα τα κάνεις όλα! Είναι σαν να απόκτησα ξαφνικά δυό ζωές! Κι ας το σκεφτώ και αλλιώς: έτσι που είμαι δοσμένη τόσο στον Άνταμ, δεν μου επιτρέπει να έχω κάποιαν ανταμοιβή γι αυτό; Για τόσα χρόνια που είμαι πιστή στον άντρα μου δεν μου πρέπει κάποια ανταπόδοση; Κι έχω αγάπη αρκετή και για τους δυο. Αγάπη! Αγάπη! Ας κυκλοφορούσε σαν νόμιμο νόμισμα ανάμεσα σε όλους! Κι αν παίρνω αγάπη και από αλλού, αυτό δεν σημαίνει ότι θα έχω να δώσω περισσότερη αγάπη στον Άνταμ; Ω! Άνταμ! Πόσο θα κερδίσεις και συ από την καινούργια μου γνωριμία! Αυτό μου έλειπε λοιπόν και δεν το ήξερα ή δεν τολμούσα να το ομολογήσω στον εαυτό μου: κι ένας άλλος άντρας! Ω! Τώρα είμαι αληθινά ευτυχισμένη. Έλα Άνταμ! Έλα να με βρεις όπως με ήθελες πάντα! Πολύ αλήθεια σε έχω παιδέψει με την θλίψη μου άθελά μου… Έλα. Θα βρεις μια γυναίκα εδώ όπως την θέλεις και όπως πραγματικά σου αξίζει –μια γυναίκα ευτυχισμένη! Ναι. Τώρα νιώθω ότι είμαι πραγματική γυναίκα. Μια γυναίκα που έχει όλα όσα ποθεί κάθε γυναίκα: Απατώ! Έλα Άνταμ να φάμε και να περάσουμε ένα όμορφο απόγευμα. Τώρα θα βλέπεις στο πρόσωπό μου ένα πρόσωπο πραγματικά χαρούμενο και λαμπερό. Και όταν χαμογελώ το χαμόγελο θα βγαίνει τώρα αληθινά από την ψυχή μου. Και πάντα έτσι. Τώρα δεν θα έχω ώρες μελαγχολικές. Ποτέ πάλι. Ούτε αύριο ούτε μεθαύριο. Είπα μεθαύριο-μεθαύριο του είπα να έρθει πάλι του Βεθύ. Και γιατί τάχα μεθαύριο; Αύριο έπρεπε να τόνε φέρω πάλι. Ω! Τώρα θα δώσω στον Άνταμ μια γυναίκα όπως την θέλει. Του αξίζει εξάλλου του καημένου, είναι τόσο καλός μαζί μου….
ΑΥΛΑΙΑ
ΣΤΗΝ ΑΝΝΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ
ΤΟΥ ΔΥΟ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΔΩΔΕΚΑ
1
Τα χέρια σου πλάθουν κάθε πρωί
Τη ζύμη της ψυχής μου
Και όποιο σχήμα εκείνα θέλουνε
Της δίνουν.
Η μορφή σου συντροφιά μου
Σε κάθε βήμα μου μες στην ημέρα.
Πίκρες αιώνων εκβράζει η ύπαρξή μου
Σε κάθε σου φανέρωμα.
Με τη λάτρα της ημέρας
Τις σαρώνεις κάθε πρωί
Ανυποψίαστη ότι έτσι
Με προσφέρεις λιγότερο ένοχο
Στο Χρόνο,
Στη Δίκη,
Στην αιωνιότητα-
Ποτάμι εσύ,
Εμένα,
Τον αιώνια για σένα διψασμένον.
2
Για μένα
Που σου προσφέρω δώρα
Χρήματα
Υπηρεσίες
Θα έλεγε κανείς
Πως ο κύριος του παιχνιδιού είμαι.
Λάθος.
Εσύ μ’ εξουσιάζεις και με κυβερνάς.
Με το μικρό σου δαχτυλάκι για μπαγκέτα
Ό,τι διατάζεις κάνω.
Και όχι μόνο ό,τι μου πεις
Μα κι ό,τι σκέφτεσαι.
Με τον πόθο μου-σφαίρα σιδερένια-
Πετώντας τον ανάερα ψηλά
Σαν φουσκωτό μπαλόνι
Παίζεις
Και μ’ αυτό χαίρεσαι σαν παιδί.
Με κατέχεις ολοκληρωτικά και ακατάπαυστα.
Και σίγουρη πολύ για την κατοχή σου είσαι
Όπως άτομο
Που η διάσπασή του
Ακόμα στο μυαλό να μην είναι
Κανενός θνητού.
3.
Ομορφιά; Και τι θα πει ομορφιά;
Κι άλλες ειν’ όμορφες. Στο κάτω της γραφής
Η ομορφιά στο μάτι βρίσκεται ’κεινού που βλέπει.
Μα η σεμνότητα;
Το τακτ;
Η σιγουριά
Ότι ποτέ απ’ αυτό το στόμα
Λέξεις που δεν ταιριάζουν δεν θα βγούνε;
Η σοφία στο μοίρασμα της προσοχής
Σ’ ότι κάθε φορά την απαιτεί
Και την αξίζει;
Και τη βεβαιότητα
Πως πάντοτε το φέρσιμό της
Αρμονικό με όλα θα είναι
Κι αλάθευτο, έτσι
Που με την κάθε μια στιγμή-
Η τελευταία του κόσμου μας σα να ’ταν- δένει,
Αυτό
Άλλη ποια το ’χει;
4
Τόσο αγνή κι αμέτοχη
Τόσο σεμνή κι αμόλυντη,
Κάθε φορά που σε αγγίζω μόνο
Αμαρταίνω θαρρώ.
Κι η δίνη όταν τα φύλλα αρπάζει και το χώμα της αγάπης μου,
Ψηλά ως τον ουρανό τα στροβιλίζει, και μετά
Έρχεται και τις στάχτες τους αφήνει στο κορμί σου
Νομίζω πως
Έτσι αγία που είσαι
Σ’ ατιμάζω.
Αλλά
Φορές
Η δικιοσύνη αστράφτει μέσα μου
Και λέω γιατί να νοιώθω ένοχος-
Μήπως ο έρωτας
Η αγιοσύνη των θνητών δεν είναι;
5
Η καλημέρα σου τη νύχτα διώχνει.
Κι ο ήλιος των ματιών σου τη λαμπρή τη μέρα φέρνει.
Βουβαίνονται τ’ αηδόνια όταν μιλάς
Κι όταν μ’ αγγίζεις
Ερωδιών στρατιές
Μέσα στου κόσμου τ’ άνθη ερωτεύονται.
Το μικράκι σου κορμί όταν ριγεί
Της θάλασσας βογκούν τα βύθη
Κι όταν σπαράζει
η Πλάση ανταριάζεται.
Και κάποτε
Ρωγμές
Το φράγμα της αγάπης σου χαράζουνε
Κι όταν το σπάζουν
Ούτε σταγόνας μνήμη πια δε μένει
Για τον μεγάλο χαλασμό να πει…
Μόνον εσύ
Από ψηλά κοιτώντας τα χαλάσματα
Ξέπνοα
«Σας αγαπώ»
Τους ψιθυρίζεις.
6
Των Χριστουγέννων το έλατο
Γιατί εσύ το στόλισες
Λάμπει.
Στολίδια του η λαμπράδα των χεριών σου
Που από παντού το κύκλωναν.
Καμπανούλες του το σιγανοτραγούδισμά σου
Βγάζοντας από τα κουτιά
Και στον προορισμό τους οδηγώντας
Αστέρια, μπάλες, χρυσοβροχή.
Και μόνο πιο λαμπρά στο σπίτι μέσα φέγγει
Όχι καμία λάμπα ξέρω ’γω πόσων κηρίων
Παρά εγώ,
Απ’ των χαδιών και των φιλιών σου το λαμπύρισμα
Ολάκερος λαμπαδιασμένος.
7
Το σύμπαν στην παλάμη σου κρατάς.
Κι εγώ απέναντί του πώς να μετρηθώ
Που μόριο ένα σκόνης μέσα του είμαι;
Και πώς να πω το σ’ αγαπώ
Που η φωνή μου να σε φτάσει;
Γι αυτό αφήνομαι.
Αφήνομαι αρκούμενος στο χέρι σου ότι με κρατάς,
Με προσδοκία κρυφή
Πως σ’ νέο ένα μπινγκ μπάνγκ,
Σ’ έκρηξη μία κάποιου σουπερνόβα,
Σε μία σύγκρουση Γαλαξιών,
Ή έστω σε κάποιας χαοτικής εξίσωσης το «νι»
Το ρόδο σου το στόμα θα φιλήσω.
8
Ό,τι κατέχω
Το στοιχημάτισα επάνω σου:
Μαύρο κι όλα πάνε του χαμού-
Κόκκινο, διπλά τα κάνω.
Δε μου ’μενε και άλλο τίποτα
Γιατί να μένω απ’ το παιχνίδι μακριά;
Χοροπηδάει κιόλας πα’ στους αριθμούς η μπίλια.
Σιωπή όλα!
Ίσως την αγωνία να ζήσω μόνο της στιγμής
Αυτό μπορεί και να ’ναι τέλος
Η όλη αξία του στοιχήματος.
Σιωπή όλα!
9
Κάτω απ’ το δέρμα σου τριαντάφυλλα ευωδούν.
Μέλισσες του Έρωτα οι αντρικές οσμές σε τργυρίζουν.
Η Πλάση με δροσιά νοτίζει ρίζες κι ανθοπέταλα.
Και, ο κλαδευτής εγώ και ο περιβολάρης τους
Μες σε χρυσή καδένα-της καρδιάς μου-
Το απόσταγμα της ευωδιάς τους φυλακίζω-
Καθώς στιγμές ζωής ο ποιητής
Μέσα στους στίχους του φυλάττει,
Ανάμνηση Άνοιξης
Για τον βαρύ Χειμώνα.
10
Στων αιωνόβιων δέντρων τις κορφές
Πουλί στεφανωμένο με τον άνεμο
Και με τον ήλιο είσαι.
Και δεν μπορεί ανθρώπου νους να ξεχωρίσει
Ποιος είναι ο άνεμος, ποιο το πουλί και ο ήλιος.
Μια φωτεινή κραυγή μονάχα νοιώθει
Να τον τρυπάει σαν λατρείας βλέμμα,
Ένα ζαρκαδοσκίρτημα να τον τυφλώνει,
Και ποταμός ένας οδύνης να τον έχει
Από φερτά υλικά παχύρρευστος: αόριστα χάδια
Εύρωστα φιλιά
«Όχι» και «ναι» που πλέκονται σ’ ένα χορό θανάτου,
Ιλύν μυστηριακή,
Φαντάσματα παλιών ερώτων, και,
Ατέρμονα πνιγόμενη
Μια Μήδεια να σκοτώνει έναν Ιάσονα.