ΑΡΡΗΤΟΛΕΠΤΟΠΝΕΥΣΤΙΑ
Τον θεόν ο πτωχός επροσκύνησε
με κατάνυξιν τόσον βαθείαν
κι είχε τόσην στο πρόσωπον έκστασιν
την εικόνα ως εθώρει την θείαν
που απ’ το σκύψιμο μεν του εσκίστηκε
μια σκελέα παλιά που φορούσε
κι εις το χαίνον το στόμα του εχώθηκε
μία μύγα που γύρω πετούσε.
Κι ο γιατρός και ο ράφτης του πήρανε
τόσα χρήματα που εσοφίστη
να καλεί μυγοχάφτη τον πλάστη μας
και ακόμα φτωχών ρουχοσκίστη.
Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2025
ΛΕΥΚΟΤΑΤΟΝ
Λευκότατον το δέρμα της ήτο
και τόσον απαλόν
που ως το δικό μου άγγιζε
βελούδο μ’ άγγιζε θαρρούσα.
Όμως δεν ήτο τόσον η αφή όσον η όρασις
που υπολογίζονταν:
μία υπέροχος λευκότης.
Πάνω του ό,τι ήθελα
να γράψω εμπορούσα
και λες πως άλλαι λέξεις δεν υπήρχον
(πόσον τώρα θλίβομαι δι αυτό)
έγραφα πάντοτε «ΗΔΟΝΗ»
και αποχωρούσα.
ΔΙΧΩΣ ΧΑΔΙ
Μια νύχτα κι άλλη νύχτα δίχως χάδι
δίχως φιλί κι έτσι περνά η ζωή
μονάχος όταν πέφτει το σκοτάδι
μονάχος κι όταν φτάνει το πρωί.
Και δε θυμάμαι να 'ρθε κάποια μέρα
ντυμένη της ελπίδας τη χαρά
και δε θυμάμαι δροσερόν έναν αγέρα
μ’ αγάπη στ’ ανοιχτά του τα φτερά.
Νιώθω μονάχα να με ζώνει ένα βράδυ
κι ενός χειμώνα κρύου η πνοή-
μια νύχτα κι άλλη νύχτα δίχως χάδι,
δίχως φιλί, κι έτσι περνά η ζωή.
ΟΙ ΠΑΡΩΠΙΔΕΣ
Θα δεις γυρνώντας δω και κει
όσα ποτέ δεν είδες
αν ένα ωραίο πρωινό
βγάλεις τις παρωπίδες.
Να οι άδικοι που πέρναγαν
για δίκαιοι-τώρα μοιάζουν
ο,τι ειν’ αλήθεια: κλέφταροι
τον κόπο μας που αρπάζουν.
Η κόρη ειν’ η σεμνότυφη
ένα κοινό πορνίδιο
και ο παπάς με το φονιά
μητρώο έχουν ίδιο.
Η σύζυγος η τίμια
στην ατιμία χωμένη
κι η οικογένεια που ευτυχεί-
κρίμα-δυστυχισμένη.
Ο όσιος φαύλος-ο έξυπνος
ηλίθιος-η παιδούλα
μια διεστραμμένη έκρυβε
στα στήθη της ψυχούλα.
To φως σκοτάδι φοβερό.
Αθώος ο ισοβίτης.
Η μάνα για το κέφι της
πουλάει το παιδί της.
Ό,τι εφαινόντανε σοφό
άσοφο τώρα-νάτο!
Ό,τι ωραίο άσχημο.
Ό,τι ν’ αξίζει, σκάρτο.
Μακάριοι όσοι δεν έχουνε
περιέργειες υψηλές
κι έχουν τις παρωπίδες τους
στέριες-παντοτινές.
Ποτέ σας μη τις βγάλετε-
η συμβουλή μου να! τη.
Να μη θελήστε αληθινό
ποτέ να δείτε κάτι.
TO MATΙ
Ένας καθρέφτης έχει μείνει
στην κάμαρά μου μέσα μόνο.
Μες στο γυαλί του αργοσβήνει-
χάνεται χρόνο με το χρόνο
κι όλο ξοδιάζεται η μορφή μου.
Χτες που κοιτάχτηκα δεν είδα
παρά το μάτι το δεξί μου
ν' ανοιγοκλείνει σαν παγίδα
που κάτι τι ζητάει να πιάσει
μέσα στον άδειο τον καθρέφτη
κι άλλο μη βρίσκοντας, με βιάση,
μες στον καθρέφτη το ίδιο πέφτει.
Ο ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟΣ ΧΟΡΟΣ
Στο σπίτι όχι-δε χορεύαμε
ζεϊμπέκικους χορούς. Αυτούς τους γνώρισα
σε κάτι ταβερνάκια μυστικά
σε κάτι ταβερνάκια στενωπά
που όταν έρχονταν η ώρα
που όταν έφτανε η ώρα
που όταν έπρεπε
σηκώνονταν ο άντρας
μέριαζε τις καρέκλες τα τραπέζια και το σύμπαν
και μόνος
άγνοια όλος και άφεση
εχόρευε πατώντας πα’ στο πάτωμα της οικουμένης-
στο άϋλο το πάτωμα του κόσμου εχόρευε πατώντας.
Και μέσα στην αυτάρκεια του κλεισμένος
ήτανε πια ανοιχτός σε όλα
και καλόδεχτος
κι ωραίος
κι αυτός και ο χορός του.
Και ο χορός του γίνονταν θρησκεία
και ο χορός του έχτιζεν απ’ τήν αρχή τον κόσμο
ευθύν κι ατρόμητον
και σταθερόν
κι αντρίκιον
με μέσα του όλα τα καλά και καμιά θέση-
καμία πρόβλεψη
για υποκρισίες γι ατιμίες και για δόλους.
'Έτσι εγνώρισα εγώ-
έτσι εγνώρισα εγώ ετούτον το χορό
που ας τον λέω χορό γιατί δε βρίσκω
γιατί δεν ξέρω άλλα λόγια πιο καλά
να ζωγραφίσω με μια λέξη την Αγιότητα
να ζωγραφίοω την Αγνότητα με μία λέξη-
γιατί δεν ξέρω άλλα λόγια πιo καλά-
γιατί άλλο λόγο οι άνθρωποι δεν έχουν
για το Αληθινό.