Ο ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟΣ ΧΟΡΟΣ
Στο σπίτι όχι-δε χορεύαμε
ζεϊμπέκικους χορούς. Αυτούς τους γνώρισα
σε κάτι ταβερνάκια μυστικά
σε κάτι ταβερνάκια στενωπά
που όταν έρχονταν η ώρα
που όταν έφτανε η ώρα
που όταν έπρεπε
σηκώνονταν ο άντρας
μέριαζε τις καρέκλες τα τραπέζια και το σύμπαν
και μόνος
άγνοια όλος και άφεση
εχόρευε πατώντας πα’ στο πάτωμα της οικουμένης-
στο άϋλο το πάτωμα του κόσμου εχόρευε πατώντας.
Και μέσα στην αυτάρκεια του κλεισμένος
ήτανε πια ανοιχτός σε όλα
και καλόδεχτος
κι ωραίος
κι αυτός και ο χορός του.
Και ο χορός του γίνονταν θρησκεία
και ο χορός του έχτιζεν απ’ τήν αρχή τον κόσμο
ευθύν κι ατρόμητον
και σταθερόν
κι αντρίκιον
με μέσα του όλα τα καλά και καμιά θέση-
καμία πρόβλεψη
για υποκρισίες γι ατιμίες και για δόλους.
'Έτσι εγνώρισα εγώ-
έτσι εγνώρισα εγώ ετούτον το χορό
που ας τον λέω χορό γιατί δε βρίσκω
γιατί δεν ξέρω άλλα λόγια πιο καλά
να ζωγραφίσω με μια λέξη την Αγιότητα
να ζωγραφίοω την Αγνότητα με μία λέξη-
γιατί δεν ξέρω άλλα λόγια πιo καλά-
γιατί άλλο λόγο οι άνθρωποι δεν έχουν
για το Αληθινό.
Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2025
ΘΑ ΤΑΞΙΔΕΨΩ
Θα ταξιδέψω΄ηρθε η ώρα
τις τελευταίες μου θα μαζέψω
δυνάμεις που 'κρυβα ως τώρα
και πια κινώ-θα ταξιδέψω.
Θα ταξιδέψω όχι σαν χέλι
προς κάποιες θάλασσες των Νότων
θα ταξιδέψω όχι σαν χέλι
προς κάποιες θάλασσες ερώτων.
Θα ταξιδέψω σαν ελέφας
οκνός ανέραστος και μόνος
θα ταξιδέψω σαν ελέφας
προς την καρδιά ενός χειμώνος.
Σαν πριν την ώρα ωριμασμένη
στο δέντρο πάνω μια οπώρα
τώρα θα πέσω-η βλογημένη
να ταξιδέψω έφτασε ώρα.
ΤΟ ΣΠΙΤΙ
Ποτέ μου δεν απόκτησα
σπίτι στη γη επάνω.
Μα έχω σχέδια πολλά
για όταν θα πεθάνω.
Θα 'χω ένα σπίτι τότε εγώ
που όλα θα χωράει.
Η γη σαν μια πετρούλα του
μικρούλα θα μετράει.
Ήλιους θα έχω λαμπερούς
για φώτα΄ και τα βράδια
όχι φτηνούς πολυέλεους
μα ολόγιομα φεγγάρια.
Αντίς χαλιά, στο πάτωμα
θα στρώνω Γαλαξίες.
Κομήτες μες στα βάζα μου
θα έχω για γαζίες.
Κι αν χρειαστώ και της βροχής
τις δροσερές σταγόνες
ωραία νεφελώματα
θα βρέχουν για αιώνες.
(Και θα 'χω για ενθύμιο
φυλάξει σε μιαν άκρη
απ' τη ζωή που 'ζησα 'δώ
μιαν αδικιά-ένα δάκρυ).
Πάρκα του και δωμάτια
αλλέες, σοφίτες, κήποι,
θα 'χουνε όλα τα καλά-
τίποτα δε θα λείπει.
Και στην κρεββατοκάμαρα-
θυμάμαι, ας μην το είπα-
θα 'χω σε μια γωνία της
κομψή μια μαύρη τρύπα.
ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΑΙ ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Αγγελική και Ιφιγένεια
κι οι δυο στην ίδια την τροχιά..
Αγγελική και Ιφιγένεια
ανεκδιήγητα στοιχειά…
Αγγελική και Ιφιγένεια
μία δυάδα χαοτική
μες στο μυαλό καμία ένια
α! -Ιφιγένεια-Αγγελική…
Η μια την άλλη συμπληρώνει-
η μια την άλλη αναπληροί
κι η δόλια η φρόνηση πληρώνει
την αμυαλιά την ανθηρή.
Ω! Ιφιγένεια! Ω! Αγγέλω!
Ω! Της ανοίας της χρυσής!
Να δω τη ζήση λίγο θέλω
καθώς τη βλέπετε κι εσείς…
Αγγελική με τόσο βάθος
όσο μια τρύπα στο νερό
Έφη που τόσο έχεις μάθος
όσο το ξύλο το ξερό.
Ω! Ξαδερφούλες μου χαμένες
μέσα στη δίνη των Καιρών!
Ω! Ξαδερφούλες βυθισμένες
σε τέλμα πράσινων νερών!
Ω! Αγγελικούλα μου! Ω! Έφη!
Ω! Ξαδερφούλες μου κενές!
τάχα ποια νύχτα να σας τρέφει
μες στ' άφωτό της το αχανές..
ΗΓΗΣΩ
Στου τάφου της το χείλος καθισμένη
με συντροφιά τη δούλη σύνοδό της
η Ηγησώ θρηνεί τον εαυτό της
κι ας είν' αιώνες τώρα πεθαμένη.
Στο χέρι δε θα βάλει το απαλό της
το κόσμημα που βλέπει έτσι θλιμμένη
και θα 'θελε και κείνο να πεθαίνει
να το 'χει και στο θάνατο δικό της.
Θρηνεί το μαρμαρένιο της το στήθος
για χάδι που ποτέ δε θα γνωρίσει…
το στόμα για φιλιά που δε θα πάρει...
Κι αυτή δοσμένη στο δικό της βύθος
πικρά θρηνεί για το μαργαριτάρι
το χέρι της που πια δεν θα στολίσει.
ΕΚ ΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ
Πάντα μου θεέ μου
σ' όλες τις εικόνες
γελαστόν σε νιώθω
μέσα στους αιώνες.
Λάθος θα 'χουν κάνει
τ' άγιο πρόσωπό σου
σοβαρό όσοι φτιάξαν-
δεν είν' το δικό σου.
Μες στη δυστυχία
ο θεός μας γέλιο
πρέπει να σκορπάει
και το ευαγγέλιο
πρέπει τόμος να 'ναι
φίνων ανεκδότων-
πρέπει θε μου να ’σαι
κλόουν εκ των πρώτων.