Δευτέρα 1 Ιουλίου 2024

 Ο ΑΙΣΧΥΛΟΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΟΣ

ΙΚΕΤΙΔΕΣ










ΠΑΡΟΔΟΣ

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΙΔΩΝ
Στο καραβίσιο μας αυτό κοπάδι που από του Νείλου
κίνησε τις ακρογιαλιές τις ψιλοαμμουδένιες
Ας ρίξει βλέμμα φιλικό ο ικέσιος ο Δίας.
Φύγαμε αφού αφήσαμε τη χώρα τη Σεβάσμια
Που της Συρίας ειν' όμορη, όχι γιατί ίσως αίμα
Εχύσαμε κι εξόριστες μας έκρινε η πόλη
Με κάποια της απόφαση, αλλά από μοναχές μας
Για την αηδία που νιώθουμε για τον ανίερο γάμο
Που τα παιδιά θέλουν με μας να κάνουν του Αιγύπτου-
Κι ο Δαναός,ο αρχηγός της σύναξης ετούτης,
Πατέρας μας, και που για μας αυτός αποφασίζει
Ζυγίζοντας τα πράγματα έκρινε ότι θάταν
Λιγώτερο άσχημο για μας να φύγουμε όπως όπως,
Πλεοντας πα’ στης θάλασσας το κύμα, και στου Άργους
Τα χώματα ν' αράξουμε, απ' ό,που κι η γενιά μας
Καυχιέται πως κατάγεται, απ’ την Πνοή του Δία
Την ιερή, κι απ’ το άγγιγμα του άγιου του χεριού του
Πάνω στην που μαστίγωνε ο οίστρος Αγελάδα.
Και για μας ποια θα ήτανε πιό καλόδεχτη χώρα
Παρ’ αυτή οπού φτάσαμε με αυτά μες στα χέρια
Τα κλαδιά τα ικετήρια με ταινίες ζωσμένα;
Αλλά ω! πόλη συ και γη και σεις νερά καθάρια
Και σεις Θεοί κατ' απ' τη γη που όλους τους ανόμους
Τους τιμωρείτε αυστηρά από εκεί που είστε,
Και σεις θεοί ουράνιοι, και τρίτος συ Σωτήρα
Δια, όπου των δίκαιων σκέπεις αντρών τα σπίτια,
Κάντε τη χώρα αυτήν εδώ, με φιλικές διαθέσεις
Να μας δεχτεί τον όμιλο ετούτο των παρθένων.
Και των γιων των αδιάντροπων, του Αιγύπτου το σμάρι,
Πριν σ’ αυτό να πατήσουνε το αμμουδένιο ακρογιάλι
Με το πλοίο τους στείλ’ το μες στο πέλαγος πάλι
Οπου νάβρουνε θύελλα με σφοδρή τρικυμία
Και βροντές κι αστραπές και θαλάσσιους ανέμους, Βροχοφόρους και άγριους, κι απ’ αυτά να χαθούνε
Πριν προλάβουν ν' ανεβούνε στα κρεβάτια μας πάνω
Και να σμίξουνε μ’ έρωτα –ποιοι;- τα πρώτα ξαδέρφια-
Κάτι που ούτε το θέλουμε κι ούτε δίκαιο είναι.

Από πέρα απ’ τη θάλασσα τώρα κράζω βοηθό μου
Το μοσχάρι το άγιο, το παιδί της Γελάδας
Της προγόνου μου που έβοσκε σ' ανθοφόρα λιβάδια
Και που ’γεννήθη απ' την Πνοή του Δίατην ερωτιάρα.
Γιατί βέβαια σαν έφτασε ο κατάλληλος χρόνος
Η Επαφή πραγματώθηκε του χεριού του του θείου
Και γεννήθηκε ο Έπαφος, απ' αυτή ονομασμένος.

Κι αφού για πρώτον μάρτυρα έχω αυτόν καλέσει
Και αφού έχω τα παλιά τα βάσανα αναφέρει
Που η αρχαία μου προγονή σ’ αυτούς εδώ τους τόπους
Τους χλοερούς, υπόφερε, θα φανερώσω τώρα
Σ' αυτής της γης τους κάτοικους, αλάθητα σημάδια
Που ας είναι απροσδόκητα, όμως θα τα πιστέψουν.
Μα τη συνέχεια ακούγοντας κανείς θα καταλάβει.

Και αν κοντά μου εβρίσκονταν μάντης εντόπιος κάποιος
Τις φωνές που να γνώριζε των πουλιών να εξηγήσει,
Τον μεγάλο ακούγοντας τον πικρό μου το θρήνο
Τη φωνή θα ενόμιζε ότι θ’ άκουγε τάχα
Απ' την άτυχη Μήτιδα, του Τηρέα τη γυναίκα-
Αηδονιού που απόκοντα τόχει πάρει γεράκι.

Που φευγάτη απ' του τόπου της το νερό και το χώμα
Πενθεί για τα που άφησε αγαπημένα μέρη,
Αλλά και μες στο θρήνο της μιλάει για το παιδί της
Που σκοτωμένο χάθηκε απ' το ίδιο της το χέρι
Όταν απάνω του έπεσε μάννας κακιάς μανία.

Έτσι τα πάθη μου κι εγώ ψάλλω, η πολυθρηνούσα,
Με μελωδίες Ιωνικές, σκιώντας τα μαγουλά μου
Που απ' τον ήλιο μελαψά του Νείλου έχουνε γίνει,
Και την καρδιά μου, άμαθη στα δάκρυα ως τα τώρα.
Κι έτσι απ’ τους θρήνους τ’ άνθη τους κορφολογώ, από φόβο
Μήπως και φίλους δε θα βρω που να νιαστούν για μένα, Καθώς φυγάδα ειμ' εγώ απ' τη χώρα της Αιγύπτου.

Μα ω! του γένους μας θεοί, αφού το δίκιο δείτε,
Με διάθεση καλόγνωμη όσα σας λέμε ακούστε.
Κάνετε οι παράνομοι να μην πραγματωθούνε
Πόθοι τα νιάτα πούχουνε. Κι αφού αλήθεια είναι
Οτι απεχθανόσαστε κάθε στα θεία ασέβεια,

Στο ζήτημα του γάμου μου τη δίκια δώστε λύση.
Γιατί κι όσοι από πόλεμο αφήσουν δυστυχώντας
Της πατρίδας τα χώματα, στο κακό που τους βρήκε
Τους βωμούς λογαριάζουνε μοναχή σωτηρία
Των Θεών-τους ολόσεβους, ιερούς αυτούς τόπους.
 
Α! Και νάταν η θέληση που αφήνει ο Δίας
Να γνωρίσουν οι άνθρωποι, όποια έχει στ' αλήθεια!
Μα όμως ειν' αδύνατο στους θνητούς να γνωρίσουν
Του Θεού τα θελήματα. Φανερώνονται ξάφνου,
Αστραπές σα να ήτανε και το σκότος φωτίζουν
Στους ανύποπτους φέρνοντας τους θνητούς δυστυχίες.

Εύστοχα και με σιγουριά ό,τι θελήσει ο Δίας
Γίνεται, μ’ ένα κίνημα μόνο της κεφαλής του.
Είναι βαθύσκιοι και πυκνοί οι δρόμοι του μυαλού του
Και δεν μπορούνε να τους δουν τα ματιά των ανθρώπων.

Από ελπίδων κορυφές γκρεμίζει τους ανθρώπους.
Και δε χρειάζεται γι αυτό νάχει τη βία όπλο-
Στους Θεούς όλα εύκολα. Και ας στέκει στα ύψη.
Από 'κει, απ’ τους άγιους, τους πανσέπτους του θρόνους Ο,τιδήποτε γίνεται που θα βάλει στο νου του.

Ας ρίξει στην ανθρώπινη την ασέβεια το βλέμμα
Να δει ότι ξανάρχεται. Και τη φορά είναι τούτη
Του γένους μου το βλάστημα που τώρα έχει φουντώσει
και αμετάπειστα ζητά μαζί μας ένα γάμο.
Και με μανία, σαν κεντρί, φέρεται, που δε φεύγει
Ως να πληρώσει με χαμό του έρωτα το δόλο.

Με σκουξιές που ταιριάζουνε σε νεκρών θρηνωδίες
Τα λέω ξεφωνίζοντας τα βάσανα μου ετούτα,
Τ' ασήκωτα και θλιβερά, που δάκρυα στα μάτια
Οποιου τ' ακούει φέρνουνε. Αλί και τρισαλί μου!
Μοιρολόγια για μένανε ζωντανή όντας λέω..

Σου ζητάω καλόγνωμη να δειχτείς συ για μένα
Γη Απία λοφόσπαρτη, αν τη γλώσσα μου νιώθεις
Που μιλάω τη βάρβαρη. Και ναι, άλυπα πέφτουν
Στη λινή τη Σιδώνεια την καλύπτρα μου πάνω
Με μανία τα χέρια μου και κουρέλια την κάνουν.

Όταν αυτό που ζήτησαν οι άνθρωποι έχει γίνει
Και ειν' ο θάνατος μακριά κι όλα καλά πηγαίνουν
Τότε με πλήθιες το θεό θυσίες ευχαριστούνε.
Αλίμονο! Αξεδιάλυτα τα βάσανα μου είναι.
Τάχα το κύμα του κακού αυτό, πού θα μας πάει;

Σου ζητάω καλόγνωμη να δειχτείς συ γιά μένα
Γη Απία λοφόσπαρτη, αν τη γλώσσα μου νιώθεις
Που μιλάω τη βάρβαρη. Και ναι! Αλυπα πέφτουν
Στη λινή τη Σιδώνεια την καλύπτρα μου πάνω
Με μανία τα χέρια μου και κουρέλια την κάνουν.

Το πλοίο με τα λινόδετα πανιά και τα κουπιά του
Που το νερό κρατά μακριά, τον άνεμο ούριο βρήκε
Κι ήρθα εδώ ατρικύμιστη. Παράπονο δεν έχω.
Μα ο Πατέρας που από 'κει ψηλά όλα τα βλέπει
Ας μας τα φέρει δεξιά όταν και όπως πρέπει.

Και μεις, οι γόνοι θείας γενιάς, ας δώσει ο Θεός σε κλίνη Αντρίκια να μην πέσουμε και πάντοτε παρθένες
Κι ανύπαντρες να μείνουμε.

Και του Δία η σεμνόπρεπη, σοβαρόθωρη κόρη
Που παρθένα και που έμεινε και που θέλει να μείνει
Τωρα ας στρέψει το βλέμμα της και σε με που ζητάω
να μείνω αγνή για πάντοτε. Και μ' όση δύναμη έχει
Και τους διωγμούς μου ας ιδεί, και αγανακτισμένη,
 Παρθένα αυτή, κι εμένανε ας σώσει την παρθένα.

Και μεις,οι γόνοι θείας γενιάς,ας δώσει ο Θεός σε κλίνη Αντρίκια να μην πέσουμε και πάντοτε παρθένες
Κι ανύπαντρες να μείνουμε.

Ειδεμή όπως είμαστε μελαψές απ' τον ήλιο
Αν οι Ολύμπιοι θεοί δε θα μας δώσουν δίκιο,
Στου Δία του φιλόξενου, αφού θα κρεμαστούμε,
Τα δώματα θα φτάσουμε κατ' απ’ τη Γη που μένει,
κρατώντας ικετήρια κλαδιά στα δυο μας χέρια.

Α! Δια! Για ό,τι έγινε με την Ιώ-αλί μου
Οργή εκδικήτρα των Θεών απάνω μου ξεσπάει.
Και τηνε νιώθω καθαρά την ουρανονικήτρα
Τη ζήλεια της γυναίκας σου: σφοδρός στ' αλήθεια αέρας
Θα φέρει πάντα τρικυμιά.

Και για το Δία θ' αρχίσουνε τότε οι επικρίσεις
Πως τάχα είναι άδικος γιατί της Αγελάδας
Το γιο, που του ήτανε και γιός, έχει καταφρονήσει
Και τώρα τις δεήσεις μας κάνει πως δεν ακούει.
Όμως εκεί ας μας άκουγε στα ύψη οπου στεκει
Καλόγνωμ' ας μας άκουγε τώρα που τον καλούμε.

Α! Δία! Για ό,τι έγινε με την Ιώ-αλί μου
Οργή εκδικήτρα των Θεών απάνω μου ξεσπάει.
Και τηνε νιώθω καθαρά την ουρανονικήτρα
Τη ζήλεια της γυναίκας σου: σφοδρός στ'αλήθει' αέρας
Θα φέρει πάντα τρικυμιά.



ΠΡΩΤΟ  ΕΠΕ1ΣΟΔΙΟ
ΔΑΝΑΟΣ
Φρόνιμες πρέπει νάσαστε παιδιά. Εδώ έχετ’ έρθει
Έχοντας ένα γέροντα πατέρα για οδηγό σας
Που και πιστός είναι σε σας και το μυαλό του κόβει
Και της στεριάς τα πράγματα τάχει προβλέψει όλα.
Σεις μόνο πάντα νάχετε τα λόγια μου στο νου σας.
Μα βλέπω σκόνης σύννεφο που αμίλητα δηλώνει
Στρατό. Από τους άξονες το σφύριγμα δεν παύει,
Και βλέπω πλήθος δόρατα κι ασπίδες που κρατάει
Ανεβασμένο σε άλογα και άρματα καμπύλα.
Ισως για μας να μάθανε απ' τους μαντατοφόρους
Οι αρχηγοί αυτής της γης κι έρχονται για να δούνε.
Μα είτε καλοδιάθετα έρχεται ο στρατός τους
Είτε με ωμή έρχεται οργή και άγρια ξαναμμένος,
Για σας είναι καλλίτερα παιδιά μου να σταθείτε
Στο βράχο πάνω ετούτονε που είναι μαζεμένοι
Όλοι της χώρας οι θεοί. Δύναμη πιο μεγάλη
Και από πύργο έχει ο βωμός-άσπαστη ασπίδα ειναι.
Μα γρήγορα πηγαίνετε, και τα σεμνά κρατώντας
Στ' αριστερό το χέρι σας κλαδιά της ικεσίας,
Που τόσο στον σεβάσμιο αρέσουνε τον Δία  
Στεφανωμένα με λευκές ταινίες, ν' αποκριθείτε
 Με λόγια που να δείχνουνε και σεβασμό και λύπη
Για τη μεγάλη πούχετε ανάγκη, όπως ταιριάζει
Σε σας που ξένες είσαστε, λέγοντας με σαφήνεια
Για τη φυγή σας, πούγινε χωρίς να χύσετε αίμα.
Να δείξετε σεμνότητα με τη φωνή σας πρέπει,
κι ακόμα σοβαρότητα να δείξετε να βγαίνει
Από ’να σώφρον πρόσωπο με ήρεμο ένα βλέμμα.
Πρώτες να μη μιλάτε εσείς. Κι όταν το λόγο πάρτε
Μη τον κρατάτε ώρα πολλή. Πολύ δεν τ' αγαπάνε
Τα λόγια εδώ οι άνθρωποι. Και νάχετε στο νου σας
Να υποχωρείτε πάντοτε. Είσαστε της ανάγκης.
Φυγάδες, ξένες είσαστε. Με θράσος να μιλάνε
Δεν πρέπει όσοι βρίσκονται σε θέση αδυναμίας.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΙΔΩΝ
Σε φρόνιμες πατέρα μου φρόνιμα έχεις μιλήσει.
Και θα φροντίσω τις σοφές αυτές τις συμβουλές σου
Στο νου μου νάχω. Μα και συ, ω! προγονέ μας Δία
Στρέψε το βλέμμα πάνω μας.


ΔΑΝΑΟΣ
Το βλέμμα του ας ήταν
Καλωσυνάτο πάνω μας να έπεφτε αλήθεια.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΙΔΩΝ
Δίπλα σου τώρα, στους βωμούς, εκεί θαρθώ να κάτσω.

ΔΑΝΑΟΣ
Λοιπόν να μην καθυστερείς και κάνε όπως σου είπα.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Τα βάσανα λυπήσου μας Δία, προτού χαθούμε.

ΔΑΝΑΟΣ
Αν θέλει εκείνος ολ' αυτά όμορφα θα τελειώσουν.
Τώρα του Δία τον άγγελο τον πρωινό καλέστε.



ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Τώρα του ήλιου εμείς το φως καλούμε του ζωοδότη.

ΔΑΝΑΟΣ
Καλέστε και τον άσπιλο Απόλλωνα, τον θείο,
Που οι ουρανοί εξόρισαν.


ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
                                             Αυτός θα καταλάβει
Γιατί την ίδια γνώρισε με τη δική μας μοίρα.

ΔΑΝΑΟΣ
Δείχνοντας τη συμπόνια του βοηθός σε μας ας γίνει.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Κι απ' τους Θεούς ποιόν άλλονε να κράξω για βοηθό μου;

ΔΑΝΑΟΣ
Βλέπω αυτή την τρίαινα, κάποιου Θεού σημάδι.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Ας με δεχτεί όπως μ' έφερε, καλά, σ' αυτή τη χώρα.

ΔΑΝΑΟΣ
Μα να εδώ κι ένας Ερμής Ελληνικά δοσμένος.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Ας φέρει αυτός το μήνυμα ότι εμείς πια δούλες
Θα πάψουμε να είμαστε και θα λευτερωθούμε.

ΔΑΝΑΟΣ
Τους μαζεμένους εδώ δα βωμούς των θεών ετούτων
Θέλω να τους σεβάσετε. Στον τόπο αυτόν σταθείτε
Τον ιερό, σαν νάσαστε σμάρι από περιστέρια
Που σκιάζονται τα ομόφτερα γεράκια που ειν’ εχθροί τους
Κι αν και το ίδιο έχουνε με κείνα εντός τους αίμα
Να τα μολύνουνε ζητάν. Αγνό πώς θε να μείνει
Πουλί αν φάει άλλο πουλί; Και πώς αγνός να μείνει
Αντρας αν κάποιος παντρευτεί γυναίκα με τη βία,  
Χωρίς ουτ' ο πατέρας της ακόμα να τον θέλει;
Ούτε νεκρός δεν πρόκειται,στον Αδη όταν πάει,
Να την γλιτωσει την ποινή μιας τέτιας αμαρτίας.
Γιατί εκεί κατά πως λεν, σε τελευταία μια κρίση
Τις αμαρτίες των νεκρών δικάζει άλλος Δίας.
Λοιπόν προσέχετε μ' αυτόν τον τρόπο να φερθείτε
Για να τελειώσουνε καλά για σας ετούτα όλα.


ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Από πού ηρθε ο όμιλος που προσφωνώ ετούτος
Ντυμένος μ' έναν ξενικό τρόπο, που καμαρώνει
Για τους βαρβαροκαμωτους τους πέπλους που φοράει
Και για όσα το κεφάλι του φασκιώματα σκεπάζουν;
Αυτό δεν είναι ντύσιμο των γυναικών του Άργους
Ούτε και των υπόλοιπων των τόπων της Ελλάδας.
Ομως μεγάλη εντύπωση κάνει σε μένα η τόλμη
Που είχατε, για νάρθετε άφοβα μες στη χώρα
Χωρίς κανένα κήρυκα,οδηγούς ή και προξένους.
Εχετε βέβαια κλαδιά στ' αγάλματα αποθέσει
Όλων των ντόπιων των Θεών, όπως οι ικέτες κάνουν.
Η Ελλάδα μόνο απ' αυτό μπορεί να εκτιμήσει.
Κι άλλα πολλά θα δύνονταν κανένας να εικάσει
Αν δεν υπήρχε η φωνή, εδώ, για να μιλήσει.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Για τη στολή τάπες καλά. Σε ποιόν όμως μιλάω;
Σ' απλόν πολίτη ή σ' ιερόν ραβδούχο ή κι ίσως πάλι
Σε κάποιον απ' τους άρχοντες ετούτης δω της πόλης;



ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Μπορείς και ν’ αποκρίνεσαι και να μιλάς με θάρρος.
Γιος είμαι του Παλαίχθονα που η γη έχει γεννήσει.
Και κυβερνώ τον τόπο αυτό. Πελασγός τ’ όνομά μου.
Και αφού είμαι βασιλιάς, οι Πελασγοί από μένα
Που αυτή τη χώρα κατοικούν,επόμενο να πάρουν
Το όνομα τους ήτανε. Και όλον κυβερνάω
Τον τόπο που από μέσα του περνά ο αγνός Στρυμόνας
Στη δυτική του την πλευρά. Κι ακόμα εξουσιάζω
Τη χώρα εγώ των Περραιβών, και όσα είναι μέρη
Πέρα απ' την Πίνδο και κοντά στη χώρα των Παιόνων,
και της Δωδώνης τα βουνά. Και σύνορό μου είναι
Η θάλασσα. Και διοικώ ακόμα κι όσα μέρη
Βρίσκονται κάτω απ' αυτά. Κι η γη αυτή, η Απία
Που τώρα πάνω της πατάς, επήρε τ’ όνομα της
Από γιατρό. Γιατί παλιά, ο Απις, γιός του Φοίβου,
Που απ' αντίπερα είχε ερθεί, από τη Ναυπακτία,
Και μάντης, και θεραπευτής, τη χώρα είχει απαλλάξει
Απ' τα θηρία που σκότωναν ανθρώπους, που η γη μας
Από το μίασμα παλιών αιμάτων μολυσμένη
Συνέχεια ξερνοβόλαγε θυμό γεμάτη όλη.  
Απαίσια όντα σε φουρνιές-δράκοντες που κανένας
Να ζει μαζί τους δεν μπορεί. Κι αφού με τέλεια γνώση Χρησιμοποίησε φάρμακα, που αποτέλεσμα είχαν,
Να μας γλυτώσει απ' ολ' αυτά, για πληρωμή του πήρε
Να τόνε μνημονεύουμε  στις προσευχές μας όλοι.
Λοιπόν αφού σου απόδειξα εγώ ποιος είμαι, τώρα
ειν' η σειρά σου να μου πεις ποια είναι η γενιά σου.
Μα τουτη η πόλη -ξέρε το- λόγια πολλά δε θέλει.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Και καθαρά και γρήγορα θα σου τα πω. Αργείες
Καυχιόμαστε πως είμαστε. Γόνοι της Αγελάδας
Πούχε τα όμορφα παιδιά. Κι ετούτα που σου λέω
Κι ακόμα όσα θε να πω θα δεις πως ειν' αλήθεια.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Απίστευτο μου φαίνεται, ξένες, αυτό που ακούω-
Το γένος σας Αργείτικο πως είναι. Γιατί μάλλον
Λίβυες παρομοιάζετε γυναίκες και καθόλου
Σε τούτης 'δω δε μοιάζετε της χώρας τις γυναίκες.
Ο Νείλος μόνο θάτρεφε τέτιο φυτό. Απ' την Κύπρο
Τεχνίτες άντρες έχουνε τέτιες μορφές τυπώσει-
Γυναίκες που σας μοιάζουνε. Πάλι ακούω νομάδες
Ινδές, με τους Αιθίοπες γειτόνισσες, πως τρέχουν
Πάνω στις γοργοπόδαρες σαν τ’ άλογα καμήλες
και σε σαμάρια καθιστές. Αν παλι είχατε τόξα
Θα έλεγα πως είσαστε οι παρθένες αμαζόνες
Οι σαρκοφάγες. Όμως αν με φώτιζες πιο πέρα
Θα μάθαινα καλλίτερα, πώς η καταγωγή σας
Ειν’ απ’ το Άργος.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
                                      Λένε πως η Ιώ ιέρεια ήταν
Στης Ηρας τους σεπτούς ναούς, εδώ, στη γη του Άργους.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Και μάλιστα η φήμη της ήταν πολύ μεγάλη.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Και για το Δία μη λέγεται πως με θνητή επήγε;


ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Ναι. Και αυτό δεν έμεινε κρυφό από την Ηρα.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Και  πώς  τελείωσε ο καυγάς που οι  δυο θεοί  εστήσαν;

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Εκανε  του  Άργους  η  θεά Γελάδα τη  γυναίκα.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Λοιπόν την καλοκέρατη ο Δίας Αγελάδα
πλέον δεν την πλησίασε;

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
                                                 Σαν ταύρος λεν βαρβάτος.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Και τι έκαν' η πανίσχυρη του Δία γυναίκα τότε;

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Φύλακα τετραπέρατο στην Αγελάδα ορίζει.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Ποιος λες πως ήταν ο βοσκός που τάβλεπε όλα γύρω;

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Ο Άργος, το παιδί της γης, που ο Ερμής σκοτώνει.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Κι άλλο ακόμα ποιό κακό στη δύστυχη εκείνη
Την Αγελάδα έστειλε;

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
                                       Μια μύγα που αναγκάζει
Τα βόδια όλο να τρέχουνε.


ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
                                                 Οι κάτοικοι του Νείλου
οίστρο τη λεν τη μυγα αυτή.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
                                                     Μ' αυτή λοιπόν τη μύγα
Την έδιωξε απ’ τη χώρα μας και πήρε αυτή τους δρόμους.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Οσα μου είπες συμφωνούν με όσα εγώ γνωρίζω.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Και έφτασε στην Κάνωβο και ύστερα στη Μέμφι.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Και με του Δία το άγγιγμα είχε παιδί γεννήσει.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Και για ποιόν μόσχο Θεϊκό καυχιέται η Γελάδα;


ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Τον Επαφο, απ’ τ’  όνομα της επαφής εκείνης.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Και ύστερα απ' τον Επαφο ποιός άλλος εγεννήθη;

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Αυτή που μία μέγιστη κατέχει γη-η Λιβύη.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Και ποιό εκείνη γέννησε ακόμα λες βλαστάρι;

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Τον Βήλο, που απόκτησε δύο παιδιά και είναι
Πατέρας του πατέρα μου.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
                                            Τ’ όνομα πες μου τώρα
Του πάνσοφου πατέρα σου.


ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
                                           Δαναό τόνε λένε,
Κι ο αδερφός του αρσενικά παιδιά έχει πενήντα.



ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Μη σταματήσεις τώρα εδώ. Τ’ όνομα πες κι εκείνου.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Αίγυπτος. Τώρα που ’μαθες τ' αρχαίο μας το γένος
Πράξε σα να συνάντησες μια σύναξη μπροστά σου
Αργείτικη.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
                           Μου μοιάζετε πως έχετε αρχαίους
Δεσμούς με τούτηνε τη γη. Αλλα τα πατρικά σας
Τα σπίτια πώς τολμήσατε ν' αφήσετε; Ποια τύχη
Πάνω σας μαύρη έπεσε ;


ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
                                               Δε μοιάζουν μεταξύ τους
Ω! βασιλιά των Πελασγών τα πάθη των ανθρώπων.
Ομόφτερο κακό ποτέ και πουθενά δε θα ’βρεις.
Γιατί και ποιός θα τόλεγε πως η φυγή μου ετούτη
Η ανέλπιστη, θε νάκανε ν' αράξει εδώ στο Άργος
Συγγενική σας μια γενιά, παλιά, που θα ’χε φύγει
Για νάρθει εδώ να ζήσει πια, σπρωγμένη από μίσος
Για γάμο και για έρωτα;


ΒΑΣΙΛΙΑΣ
                                              Και τ' ήρθες να ζητήσεις;
Απ' τους Θεούς της πόλης μας που εδώ 'ναι μαζεμένοι Κρατώντας νιόκοπα κλαδια,λευκοστεφανωμένα;

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Σκλάβα ποτέ να μη γενώ στο γένος του Αιγύπτου.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Γιατί; Ανήθικο ειν' αυτό ή ’κείνοι εχθροί σου είναι;

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Αν τον αφέντη αγαπά ποιός τη σκλαβιά δε θέλει;


ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Ετσι αξαίνει η δύναμη πιότερο στους ανθρώπους.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Και να χωρίσουνε μπορούν αν δουν πως δυστυχούνε.



ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Και πώς λοιπόν εγώ μπορώ σ' αυτό να σας βοηθήσω;

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Αν με ζητήσουν τα παιδιά του Αιγύπτου μη με δώσεις.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Λόγια βαριά μου λες. Κακόν θες πόλεμο να κάνω.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Αλλά η Δίκη είναι βοηθός σ' όσους την παραστέκουν.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Απ' την αρχή αν ήτανε της μάχης στο πλευρό σας.


ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Σεβάσου ετούτους τους βωμούς,έτσι στεφανωμένους.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Τους βλέπω κι έχω στέκοντας  τρόμο ιερό μπροστά τους.


ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Βαριά ειν' αλήθεια η οργή του ικέσιου του Δία.

Ω! βασιλιά των Πελασγών καλόγνωμα άκουσε με
Βλαστάρι του Παλαίχθονα. Και δες με, τη φυγάδα
Ετσι όπως είμαι ικέτιδα απ' τον τόπο μου διωγμένη,
Δαμάλι σαν να ήμουνα που λύκος κυνηγάει
Σε βράχους δυσκολόβατους, που 'λπίζοντας βοήθεια
Τα βάσανα του το βοσκό κράζοντας μουκανίζει.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Από τα νιόκοπα κλαδιά σκιασμένο, τώρα, βλέπω
Το πλήθος τούτο των θεών της πόλης να σαλεύει.
Των συγγενών μας εύχομαι η υπόθεση των ξένων
Να μη μας έβγει σε κακό. Και ούτε φασαρία
Ετσι απρόβλεφτη καμμιά στα ξαφνικά να γίνει.
Από τα τετοια πράγματα δεν έχει ανάγκη η πόλη.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Ας στρέψει στην αθώα μας φυγή πάνω το βλέμμα
Η ικετήρια Θέμιδα, κόρη του μοιροδότη
Του Δία. Και συ, έστω σοφός και σ' ηλικία μεγάλος
Μάθε από μένα ότι αν σέβεσαι τον ικέτη
Φτωχός ποτέ δε θα γενείς και ότι τις θυσίες
Που ένας άντρας κάνει αγνός, πάντα οι θεοί τις στέργουν.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Δεν είστε βέβαια εσείς ικέτες στων δικών μου
Διαμερισμάτων τις αγνές εστίες καθισμένες.
Κι αφού ειν’ το μίασμα ζήτημα όλοκληρης της πόλης
όλοι οι πολίτες στη γιατρειά θα πρέπει να βοηθήσουν.
Γιατί δε θ' αποφάσιζα υπόσχεση να δώσω
Αν πρώτα δε θα έλεγα όσα τρέξαν στο λαό μου.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Κι η πολιτεία εισ' εσύ, και ο λαός εσύ 'σαι.
Αρχοντας ανεξέλεγκτος. Βωμούς εξουσιάζεις,
Εστίες της γης, και, νεύοντας, αποφασίζεις μόνος.
Και απ' το θρόνο που εσύ μονάχος διαφεντεύεις
Ολων των υποθέσεων την τύχη αποφασίζεις.
Φυλάξου από το μίασμα.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
                                              Ας πάει  στους  εχθρούς  μου.
Μα να βοηθήσω δε μπορώ χωρίς ζημιά να πάθω.
Και ούτε είναι φρόνιμο αυτές τις παρακλήσεις
Που κάνετε, αλογάριαστες εγώ να τις αφήσω.
Σ' αμηχανία βρίσκομαι και φόβος με κατέχει:
Να κάνω κάτι η άπρακτος να μείνω κι ό,τι γίνει;

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Πρόσεχε κείνον που ψηλά στέκοντας όλα βλέπει-
Προστατη των πολύπαθων ανθρώπων που προσπέφτουν
Σ' άλλους ανθρώπους, μα χωρίς το δίκιο τους να βρούνε.
Η οργή του ικέσιου περιμένει του Δία
όποιον μένει ασυγκίνητος στων παθόντων τους θρήνους.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Αν με τους νόμους σύμφωνα της χώρας σου ανήκεις
Συ, στου Αιγύπτου τα παιδιά, που ότι είναι λένε
Οι πιο στενοί σου συγγενείς, ποιός θα θελήσει τότε
Σ' αυτούς να φέρει αντίσταση; Εκτός αν αποδείξεις
ότι δεν έχουνε αυτοί πάνω σου εξουσία.
Αν της πατρίδας σου αυτό οι νόμοι της ορίζουν.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Ας μη βρεθώ εγώ ποτέ σε αντρική εξουσία.
Βρήκα τη σωτηρία μου από απαίσιο γάμο
Μ' αυτό το δρόμο της φυγής που πήρα κατ' απ' τ' άστρα.
Και συ τη Δίκη διάλεξε για σύμμαχο, και πάρε
Απόφαση που στους θεούς τα σέβη σου να δείχνει.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Να κρίνω είναι δύσκολο. Κριτή σου μη με βάζεις.
Στο ’πα και πριν- αν του λαού δεν πάρω εγώ τη γνώμη.
Οση κι αν έχω δύναμη τίποτα εγώ να κάνω
Χωρίς αυτήνε δεν μπορώ. Γιατί αν κάτι γίνει
Στραβό, μιά μέρα να μου πει τότε μπορεί ο λαός μου
«Τους ξένους προστατεύοντας κατάστρεψες την πόλη».

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Ο Δίας ο αμερόληπτος, γενάρχης και των δυό μας,
Ολα τα βλέπει από ψηλά κι ανάλογα μοιράζει
τα δίκαια στους δίκιους τ’ άδικα στους αδίκους.
Αφού μετράει έτσι λοιπόν, γιατί στενοχωριέσαι;
Και κείνο πούναι δίκαιο γιατί να μην το κάνεις;

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Για να σωθούμε προσοχή χρειάζεται μεγάλη.
Η σκέψη πρέπει στο βυθό να φτάσει των πραγμάτων  
Ξύπνια και πεντακάθαρη σαν των δυτών το μάτι.
Ετσι που εν πρώτοις άβλαβο να είναι για την πόλη
Το θεμα αυτό, και ύστερα, καλά για μας να πάει
Κι ούτε να γίνει πόλεμος για όποιες διεκδικήσεις,
Ούτε και παραδίνοντας εσάς, έτσι όπως είστε
Πάνω στων θεών μας τους βωμούς όλες εμπιστεμένες,
Να βάλουμε στα σπίτια μας μέσα τον θεό εκείνο
Που όλα καταστρέφονται απ' την εκδίκηση του
Κι ούτε νεκρό το θύμα του στον Αδη δε γλυτώνει.
Λοιπόν τι λες;  Δε χρειάζεται τέτοια βαθιά μια σκέψη;

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Σκέφου λοιπόν με προσοχή μεγάλη, και στους ξένους,
Την ευσέβειά σου δείχνοντας όλη, προστάτεψέ τους.
Και την εξόριστη εμέ που από μακριά έχω έρθει
Κηνυγημένη απ' ασεβείς διωγμούς, μη με προδώσεις.
Και μη θελήσεις να με δεις συρμένη με τη βία
Απ' τους ναούς τόσων θεών που εδώ  'ναι μαζεμένοι.
Εσύ που όλη τη δύναμη κατέχεις μες στην πόλη
Βάλε στο νου ακόλαστοι πόσο πολύ ειν’ οι άντρες
Κι από τη βία του θεού και την οργή φυλάξου.

Μη στέρξεις την ικέτιδα να δεις εμέ να σέρνουν
Από αυτά τ' αγάλματα, έξω από κάθε δίκιο,
Τραβώντας με, σαν άλογο νάμουν, απ' το τουρμπάνι,
Και βάζοντας τα χέρια τους στους πέπλους μου επάνω
Όπου με τοση υπομονή και τέχνη ειν’ υφασμένοι.

Γιατί μάθε. Δε σβήνεται όποια πράξη κι αν κάνεις
Αλλά γίνεται νόμισμα που στο μέλλον πληρώνει
Τα παιδιά και το σπίτι σου. Σκέψου αυτά που σου λέω- Από το Δία η δύναμη του Δίκαιου πηγάζει.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Και βέβαια το σκέφτηκα. Το πράγμα εκεί πηγαίνει. Μεγάλο έχω πόλεμο να κάνω ή με κείνους
Η με αυτούς. Δε γίνεται αλλιώς. Πια το καράβι
Στέριωσε. Με τη ναυτική οι σανίδες του την τέχνη Ταιριάξανε αδιάσπαστα η μία με την άλλη.
Διέξοδος δίχως τίμημα τον πόνο δεν υπάρχει.
Οταν τα πλούτη λείψουνε από τα σπίτια μέσα,
Αλλα μπορούν να έρθουνε, αν θέλει ο Κτήσιος Δίας
Και περισσότερο από πριν τ' αμπάρια να γεμίσουν.
Κι αν βέλη πάλι άπρεπα τοξέψει μία γλώσσα
Που την ψυχή ταράζουνε και πόνο προκαλούνε
Με άλλα λόγια ο σκληρός ο λόγος μαλακώνει.
Μα για να μη ο συγγενής χύσει συγγένειας αίμα
Πολλές θυσίες χρειάζονται. Και να σφαχτούνε πρέπει
Ζωα πολλά και σε πολλούς θεούς να προσφερθούνε
Για ν' αποτρέψουν το κακό που πρόκειται να γίνει.
Να κρίνω αλήθεια δεν μπορώ για τη διαμάχη ετούτη.
Και προτιμώ ανίδεος για τα κακά να είμαι
Παρά σοφός. Και άσχετα με τη δική μου γνώμη
Ολόψυχα εύχομαι καλά το θέμα να τελειώσει.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Ακου τα παρακάλια μου πώς τώρα θα τελειώσουν.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Λέγε. Ακούω. Δεν πρόκειται λέξη να μου ξεφύγει.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Ζωσμένο έχω το στήθος μου με πάνινες λουρίδες.
Και συγκρατώ τα πέπλα μου στη μέση μου με ζώνες.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Ετσι συμβαίνει. Και σωστά μιας και γυναίκα είσαι…


ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Μάθε λοιπόν ότι αυτά πολύ θα με βοηθήσουν.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Λοιπόν! Τι θέλουνε να πουν αυτά τα λόγια που είπες;
 
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Αν κάτι δεν υποσχεθείς καλό στη σύναξη μας…

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Ε,και τι σχέση έχει αυτό με τούτα τα ζωνάρια;

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Με δώρα νέα τ' αγάλματα ετούτα θα στολίσω.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Μ' αινίγματα εμίλησες. Μίλα λοιπόν καθάρια.


ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Χωρίς ν' αργώ απ' τ' αγάλματα θα κρεμαστώ ετούτα.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Ο λόγος που είπες την καρδιά βαριά μου την πληγώνει.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Κατάλαβες.  Γι αυτό κι εγώ λιανά στα έχω κάνει.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Ναι. Και δυσκολοδά;μαστα προβλήματα με πνίγουν.
Σαν ποταμός απάνω μου τα βάσανα ορμάνε.
Στων συμφορών το πέλαγο που δύσκολα περνιέται,
Και βάθη έχει αμέτρητα εμπήκα. Και λιμάνι
Στα βάσανα δε φαίνεται. Γιατί αν αυτό που θέτε
Δεν κάνω, τότε μίασμα, λέτε άφευγο θα μ' έβρει.
Αν πάλι στέκοντας μπροστά στα τείχη δώσω μάχη
Ενάντια στα ξαδέρφια σας, τα τέκνα του Αιγύπτου,
Πώς το αντίτιμο πικρό δε θάναι, να βαφτούνε
Μ' αίμα αντρικό τα χώματα για γυναικών χατήρι;
Αλλά του Δία την οργή του ικέσιου θα πρέπει
Να τη μετρήσω σοβαρά. Γιατί για τους ανθρώπους
Αυτό 'ναι το χειρότερο. Μα γέροντα πατέρα
Εσύ αυτών των κοριτσιών χεραγκαλιά τους κλάδους
Πάρε αυτούς και πήγαινε σ’ άλλους βωμούς και βάλτους
Των εγχωρίων μας θεών, να δουν ολοι οι πολίτες
Ετούτο το αλάθητο σημάδι του ερχομού σας
Κι όποια τους κάνω πρόταση να μη την απορρίψουν.
Γιατί τ' αρέσει του λαού τους άρχοντες να ψέγει.
Και ίσως βλέποντας αυτά να λυπηθεί κανένας
Και την ασέβεια κακοϊδεί του αρσενικού του ομίλου
Και πιο καλόγνωμος για σας να είναι ο λαός μου.
Γιατί όλοι τους αδύνατους τους βλέπουν με συμπάθεια.

ΔΑΝΑΟΣ
Μεγάλη ήταν η τυχη μας που βρήκαμε σε σένα
Ανθρωπο που αποδείχτηκε πως σέβεται τους ξένους.
Μόνο μαζί μου συνοδούς κάποιους από τους ντόπιους
Δώσ’ μου να μ' οδηγήσουνε ώστε μαζί να βρούμε
Τα ιερά και τους βωμούς των θεών, που ’ναι χτισμένοι
Στο μπρος το μέρος των ναών. Θάχω κι ασφάλεια έτσι
Όταν στην πόλη περπατώ. Γιατί ούτε ίδια όψη έχω
Ούτε κι έχω ίδιο ντύσιμο. Ίδια δεν τρέφουν ράτσα
Ο Νείλος και ο Ίναχος. Και κοίτα μήπως φόβο
Το θάρρος φέρει το πολύ. Γιατί έχει ξαναγίνει
Κάποιος δικό του άνθρωπο από άγνοια να σκοτώσει.


ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Σεις άντρες συνοδέψτε τον. Λέει καλά ο ξένος.
Στους βωμούς οδηγήστε τον-στων Θεών μας τους τόπους. Και λίγα ναν' τα λόγια σας σε όποιον συναντάτε
Το ναύτη αυτόν πηγαίνοντας ικέτη στους θεούς μας.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Οπως τόνε συμβούλεψες αυτός θα φύγει τώρα.
Ομως με με τι γίνεται; Τι εγγύηση μου δίνεις;

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Εκεί που είσαι ασ’ τα κλαδιά, του πόνου σου σημάδι.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Τ' αφήνω απ’ τα χέρια μου μα με δική σου ευθύνη.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Περπάτα τώρα στου ιερού το επίπεδο το μέρος.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Και πώς σε μέρος θα σωθώ βωμούς όπου δεν έχει;

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Ορνια δε θα σ’ αρπάξουνε άγρια. Μη φοβάσαι.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Κι αν σε χειρότερους εχθρούς με δώσεις κι από δράκους;

ΒΑΣΙΑΙΑΣ
Κάποιος καλά σα σου  μιλά, καλά και  συ απάντα.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Παράξενο  ν'  ανησυχώ απ' το φόβο  μου  δεν  είναι.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Μεγάλος  είναι πάντοτε  ο φόβος στις γυναίκες.

ΧΟΡΟΣ  ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Με λόγια μη  μ’ ευχαριστείς  μόνο, αλλά και  μ'   έργα.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Πολλή ώρα ο πατέρας σου δεν πρόκειται ν’ αργήσει.
Εγώ θα πάω το λαό τώρα να συγκαλέσω
Κι ευνοϊκά όσο μπορώ για σε να τον διαθέσω.
Και στον πατέρα σου θα πω πώς πρέπει να μιλήσει.
Γι αυτό και μείνε συ εδώ και τους θεούς του τόπου
Για ό,τι πιότερο ποθείς με θέρμη παρακάλα.
Πάω λοιπόν ώστε όλ’ αυτά να τα φροντίσω τώρα
Κι εύχομαι τύχη και πειθώ να με ακολουθήσουν.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
(ΠΡΩΤΟ ΣΤΑΣΙΜΟ)

Ω! βασιλιάδων βασιλιά, ευδαιμονία γεμάτε,
Και μόνε παντοδύναμε, ατάραχε συ Δια!
Ο,τι ζητάμε άκου το και κάνε το να γίνει.
Την ανομία των αντρών ας την απομακρύνει
Η δίκαιά σου η οργή. Το μαύρο το καράβι
Μέσα στα μαύρα βύθισ’ το τα βάθη του πελάγου.

Στο ξακουσμένο γένος μας το βλέμμα σου αφού στρέψεις Γένος που έχει ρίζα του γυναίκα αγαπητή σου

Τη φήμη ανανέωσε του όμορφου δεσμού μας.
Θυμήσου συ που την Ιώ χεράγγιξες. Θυμήσου,
Ο Δίας μας είναι πρόγονος, και το’χουμε περφάνια.
Η γη Αυτή μας γέννησε και είμαστε άποικοί της.

Τα ίχνη ακολούθησα τα παλαιά και ήρθα
Στον τόπο που η μητέρα μου άγρυπνα φυλαγμένη
Σε βοΐδοτρόφο άνθινο λιβάδι εβοσκούσε
Η Ιώ, απ' ό,που, αλλόφρονη κι οιστροκηνυγημένη
Εφυγε, και αφήνοντας πολλά πίσω της έθνη
Επέρασε τον δίαυλο τον κυματοδαρμενο
Και στης απέναντι της γης επάτησε το χώμα.

Και γρήγορα διαβαίνοντας απ' της Ασίας τα μέρη
Περνάει την προβατότροφη Φρυγία μία κι έξω
Περνάει και του Τεύθραντα την πόλη στη Μυσία,
Και τις κοιλάδες των Λυδών, και τα όρη των Κυλίκων
Και των Παμφύλων, και ορμά στα μέρη που αιώνια
Ποτάμια τα διασχίζουνε , και στη γεμάτη στάρι
Τη χώρα τη βαθύπλουτη, τη γη της Αφροδίτης.

Και κεντημένη πάντοτε απ' το αιχμηρό το βέλος
Του φτερωτού βοϊδοβοσκού, στον τόπο ύστερα φτάνει
Τον πλούσιο και τον ιερό, τα χιόνια που ποτίζουν
Και που τον δέρνουνε σφοδροί τυφώνες, και στου Νείλου
Στο τέλος φτάνει τα νερά, τα καθαρά απ' αρρώστιες,
Ξέπνοη από τ' άδικα βάσανα κι απ' τους πόνους
Που απ' το κεντρί ετράβηξε που είχε η Ηρα στείλει.

Κι οι θνητοί που σε κείνηνε κατοικούσαν τη χώρα
Απ' το φόβο τους τρέμανε και χλωμιάζαν να βλέπουν
Τ' ασυνήθιστο θέαμα: ένα τέρας ασχήμιας
Μισό γελάδα που ήτανε κι άλλο μισό γυναίκα.
Γιατί βλέπεις τα χάνανε μπρος σ’ ένα τέτοιο τέρας.
Τότε την οιστροκέντητη, την που έτρεχε συνέχεια,
Τότε την άθλια Ιώ, ποιο τ’ όνομα εκείνου
Που τη θεράπεψε; Αυτός,
                                               ο Δίας, που βασιλεύει
Μες στους αιώνες. Ειν' αυτός που ’κανε αυτό το θάμα.
Με τη σώζουσα δύναμη που το χέρι του έχει
Και τη θεία του βούληση, τη λυτρώνει απ' τους πόνους.
Κι απ' τα μάτια της τρέξανε ντροπής δάκρυα τότε.
Κι αφού όπως η αδιάψευστη η παράδοση λέει
Ολο μέσα της τ' άμετρο μπήκε βάρος του Δία,
Το παιδί εκείνη γέννησε που δεν έχει ψεγάδι,

Και μακάρια που έζησε γι’ αναρίθμητα χρόνια.
Γι αυτό κι ολόκληρη βοά η γη: «Αλήθεια είναι
Πως είναι τούτο το παιδί του ζωοδότη Δία.
Ποιος άλλος τα επίβουλα κακά που ’στειλε η Ηρα
θα μπόρειε να σταμάταγε;» Του Δία αυτό ειν' έργο.
Κι αν πεις πως απ' τον Επαφο κρατάει αυτό το γένος
Τότε αλήθεια θε να πεις.

Τάχα σε ποιόν θα ταίριαζε άλλονε να προσφύγω
θεό, που έργα δίκαια τόσα πολλά έχει κάνει;
Σ' άλλονε ποιόν παρά σ' αυτόν, πατέρα και κύριό μας
που με το χέρι το ίδιο του φύτεψε τη γενιά μας,
Αυτόν, τον μέγα και σοφό του γένους μας τον χτίστη,
Αυτόν, τον ευεργέτη μας, τον Δία, το βοηθό μας;

Σε κανενός δε βρίσκεται αυτός την εξουσία.
Μέγας και τους μικρότερους όλους εξουσιάζει.
Δύναμη μεγαλύτερη στον κόσμο δεν υπάρχει
Που αυτός να της υποταχτεί. Και γρήγορα να κάνει
Μπορεί, ο,τι ο πάνσοφος ο νους του θα θελήσει.





ΔΕΥΤΕΡΟ  ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ

ΔΑΝΑΟΣ
Θάρρος παιδιά. Είναι καλά τα νέα από τους ντόπιους.
Ο δήμος πήρε απόφαση οριστική.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
                                                               Καλώς τον
Το γέροντα που μούφερε νέα ωραία τόσο.
Μα έλα, πες, το ψήφισμα πώς βγήκε; Πόσο ήσαν
Πολλά τα χέρια του λαού που αυτή την κρίση κάναν;  

ΔΑΝΑΟΣ
Ολοι αποφασίσανε ομόφωνα οι Αργείτες
Ετσι που μέσα μου ένιωσα σα νάμουν πάλι νέος.
Όλοι μαζί, με τα δεξά τα χέρια τους, εκάναν
Ο αέρας να τραντάζεται καθώς έλεγαν τούτα:
"Εμείς να μείνουμε στη γη αυτήν ασφαλισμένοι
Κι ελεύθεροι, και νάχουμε στη χώρα αυτή ασυλία.
Και ούτε ντόπιος κάτοικος, ούτε κανένας ξένος
Να μη μας σύρει στη σκλαβιά. Κι αν κάποιος βία ασκήσει, Όποιος βοηθός μας δεν ερθεί απ' τους κατοίκους, τότε
Γι’ άτιμος να λογίζεται και να τον εξορίσουν."
Ο βασιλιάς των Πελασγών με τέτια που είπε λόγια
Καλά για μας, τους έπεισε. Τους είπε για το φόβο
Που έχει, μήπως αύξαινε αργότερα η πόλη
Του Δια του ικέσιου την όργητα. Κι ακόμα
Για το διπλό το μίασμα και ξένο και δικό τους
Είπε, μιας κι εμείς είμαστε και ξένοι και πολίτες,
Πως αν αυτό φανερωθεί στην πόλη, θε να θρέψει
Αγιάτρευτη μια συφορά. Κι υψώνοντας τα χέρια
Στο άκουσμα των λόγων του ετούτων οι Αργείτες
Ψηφίσαν δίχως κήρυκα αυτά να γίνουν έτσι.
Τις ρητορείες τις πειστικές και τις καλοειπωμένες
Με προθυμία τις δέχτηκε των Πελασγών ο δήμος.
Μα βέβαια κι απόφαση και κρίση είναι του Δία.




ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
(ΔΕΥΤΕΡΟ ΣΤΑΣΙΜΟ)
Εμπρός ! Ευχές ας ψάλλουμε λοιπόν για τους Αργείους
Καλά που μας φερθήκανε. Κι ας στέρξει ο Ξένιος Δίας
Ν' ακούσει ετούτες τις ευχές που βγαίνουν από στόμα
Ξένο, και ανεκπλήρωτη καμμιά να μην αφήσει.

Αυτή 'ναι η καλλίτερη ώρα κι εσείς ν' ακούστε
θεοί που σας εγέννησε ο Δίας, τις ευχές μας
Που για το γένος τούτο εδω, απ' την καρδιά μας λέμε.
Αρη άγριε κι αχόρταστε για ιαχές πολέμου,
Που μεσα σ' αιματόβαφους αγρούς θνητούς θερίζεις,
Ποτέ τη χωρα αυτήν εδώ των Πελασγών μη δώσεις
Να γίνει παρανάλωμα στις φλόγες του πολέμου.
Γιατί μας σπλαχνιστήκανε και ψήφισαν υπέρ μας.
Γιατί τιμούν και σέβονται του Δία τους ικέτες,
Όπως την κακοπάθητη ετούτη σύναξη μας.

Ούτε το μέρος των αντρών ψηφίζοντας επήραν
Δείχνοντας περιφρόνηση στα γυναικεία τα δίκια,
Μα το νου τους τον είχανε στον ανίκητο δράκο
Που στέλνει ο Δίας τιμωρό-και ποιο αν τον έχει σπίτι
Στη στέγη αυτόν το δράκοντα μπορεί χαρά να νιώσει!
Τόσο βαρύς θρονιάζεται.

Γιατί σεβάστηκαν αυτές που ’χουν το ίδιο αίμα
Και που ικέτες πρόσπεσαν στον πάναγνο το Δία.
Γι αυτό και πάντα των Θεών θα έχουνε την εύνοια
Σε καθαρούς αφού βωμούς θα θυσιάζουν πάνω.


Ετσι λοιπόν ας υψωθεί ολόθερμη η ευχή μας
Ως τα ουράνια, βγαίνοντας από τα στόματά μας
Που κάτω στέκουν απ' τη σκιά των ικετήριων κλάδων.
Ποτέ λοιμός την πόλη αυτή απ' άντρες μην αδειάσει,
Ούτε με ντόπιων αίματα η γη να μη ματώσει.
Και της νιότης αθέριστα όλα τ' άνθη να μένουν.
Κι ούτε ποτέ της Κύπριδας ο εραστής, ο Αρης,
Ο των ανθρώπων χαλαστής, αυτά να μην τα κόψει.

Κι ας καίνε πάντα οι βωμοί, γεμάτοι απ' τους γέρους
Που γύρω τους μαζεύονται. Κι η πόλη ας κυβερνιέται
πάντα σωστά, με σεβασμό για τον μεγάλο Δία,
Και κύρια για τον Ξένιο, που απ' τα παλιά τα χρόνια,
Αυτός τη μοίρα κυβερνά.

Κι η γη ετούτη ευχόμαστε εύφορη πάντα να ’ναι
Και η Εκάτη Αρτεμη πάντοτε να βοηθάει
Των γυναικών τους τοκετούς.

                                                         Κι ούτε ποτέ να πέσει
Στη γη αντροφθόρος χαλασμός ρημάζοντας την πόλη,
Που των δακρύων το θεό τον Αρη να οπλίζει,
Που δεν ανέχεται χορούς και απαλές κιθάρες,
Φρνοντας πένθιμες κραυγές και συμφορές στην πόλη.
Και οι αρρώστιες μακριά να παν απ' τους ανθρώπους
Κι αίσιος ας ειν’ ο Απόλλωνας πάντα στη νεολαία.

Και να την έχει εύφορη τη γη τους πάντα ο Δίας
Και δίφορα και τρίφορα τα δέντρα της να κάνει.
Ναν' τα κοπάδια γόνιμα που βόσκουν στους αγρούς της
Και οι θεοί κάθε καλό να στέλνουν στους κατοίκους.
Απ’ τους βωμούς ν’ ακούγονται ύμνοι χαράς μονάχα
Και το τραγούδι που αγαπάει τη συντροφιά της λύρας
Από καθάρια πάντοτε χείλια να τραγουδιέται.

Και της πόλης οι άρχοντες σταθερά να κρατάνε
Το τιμόνι και πάντοτε με την πρόνοια βοηθό τους
να φροντίζουν καλά το κοινό το συμφέρον.
Και πριν σε πόλεμο να μπουν ας δίνουνε στους ξένους
Την ευκαιρία συμβιβασμού με δίκαια διαιτησία
Την πόλη προφυλάγοντας από κακά μεγάλα.

Κι όσους Θεούς κατέχουνε τη χώρα να μην παύουν
Ποτέ οι ντόπιοι να τιμούν μ' όσες τιμές εμάθαν
Απ' τους πατέρες τους: κλαδιά στεφανωμένοι δάφνης
και βόδια θυσιάζοντας. Γιατί μέσα στους νόμους
Της Δίκης της πολύσεβης, τρίτος κανόνας γράφει
Πως είναι πρέπον να τιμάς αυτούς που σε γεννήσαν.




ΤΡΙΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ
ΔΑΝΑΟΣ
Αγαπημένες μου οι ευχές που λέτε καλές είναι.
Ομως να μην τρομάξετε ακούγοντας τα λόγια
Τα νέα κι απροσδόκητα που θα σας πει ο πατέρας.
Από αυτήνε τη σκοπιά που ικέτες μάς εδέχτη
Βλέπω το πλοίο.Φαίνεται καλά. Βλέπω καθάρια
Τα παραπέτα, τα πανιά, και βλέπω και την πλώρη
Που ερευνάει το μάτι της το δρόμο που ειν’ εμπρός της,
Και που πολύ πειθαρχικά υπακούει στο τιμόνι
Που απ' την πίσω τη μεριά του πλοίου την κυβερνάει-
Κι αφού αυτό την κυβερνά, φίλη σε μας δεν είναι.
Κι οι ναύτες φαίνονται καλά.Τα μαύρα τους τα πόδια
Μες απ' τα ρούχα που φορούν τ’ άσπρα τους ξεπροβάλλουν,
Και ξεχωρίζουνε καλά και τ’ άλλα τους τα πλοία
Και ολ' η άλλη δύναμη που ’χουν για επικουρία.
Με μάινα τώρα τα πανιά τ’ αρχηγικό τους πλοίο
Προς την ακτή μας έρχεται με όλα τα κουπιά του.
Μα τώρα ήσυχα εσείς πρέπει και μυαλωμένα
Να δείτε την κατάσταση. Και να μην αμελείτε
Τις προσευχές σας στους Θεούς. Λοιπόν εγώ πηγαίνω
Να βρω βοηθούς συνηγόρους και θα’ρθω εδώ μαζί τους. Μπορεί αυτοί να στείλουνε κήρυκα ή πρεσβεία
Θέλοντας να σας πιάσουνε και να σας απαγάγουν.
Μα ό,τι και να θέλουνε δε θα τα καταφέρουν.
Γι αυτό να μη φοβόσαστε. Και αν αργήσω να ’ρθω
Σεις για καλό και για κακό καθόλου μην ξεχνάτε
Την προστασία των βωμών. Θάρρος. Και την ημέρα
Την ορισμένη, ο υβριστής των θείων θα πληρώσει.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Φοβάμαι πατέρα πολύ τα γοργόφτερα πλοία
Που ό,που να ’ναι φτάνουνε. Ο χρόνος είναι λίγος
Που απομένει ώσπου αυτό που ’ναι γραφτό να γίνει.
Να τρέμω ο φόβος μ' έκανε -πραγματικά το λέω-

Μήπως ο δρόμος της φυγής ο τόσος που ’χω κάνει
Αδικα πήγε-χάνομαι πατέρα από το φόβο.

ΔΑΝΑΟΣ
Παιδιά μου, αφού απόφαση οριστική οι Αργείοι
Πήρανε, θάρρος να ’χετε. Με σιγουριά το λέω:
Θα πολεμήσουνε για σας.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
                                                Οι γιοί του Αιγύπτου είναι
Ξεδιάντροποι, ακόλαστοι κι αχόρταγοι για μάχη.
Το λέω σε σένα που και συ πολύ καλά τους ξέρεις.

αντιστροφή α'
Με καράβια μαυρόπρωρα και γερά καμωμένα
Και με την τύχη για βοηθό στην άνομη οργή τους
Εχουνε πλεύσει ως εδώ με πολύ στρατό μαύρο.

ΔΑΝΑΟΣ
Μα θάβρουνε πολλούς εδώ και καλογυμνασμένους.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Μη με αφήνεις μόνη μου πατέρα, σε ικετεύω.
Μία γυναίκα μόνη της τίποτα δε φελάει.
Και ούτε είναι δυνατό ποτέ να πολεμήσει.

Καρδιές εκείνοι έχουνε βρώμικες, δολοπλόκες.
Πανούργες. Και δε σέβονται βωμούς. Είναι γεράκια.


ΔΑΝΑΟΣ
Α! Τι καλά που θάτανε σεις όπως τους μισείτε
Να τους μισούνε κι οι θεοί..

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Τα χέρια τους απάνω μας θ' απλώσουνε πατέρα
Χωρίς βωμούς ή τρίαινες να φοβηθούνε διόλου.


Περήφανοι κι αδιάντροποι είναι και μανιασμένοι
Και δε λογιάζουνε θεούς.

ΔΑΝΑΟΣ
                                                Μα λέει φήμη κάποια
Οι λύκοι δυνατότεροι πως είναι από τους σκύλους.
Κι ούτε μπορεί ο πάπυρος το στάχυ να νικήσει.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Με τέτοια πούχουν ένστικτα ξεδιάντροπα κι ανόσια
Να φυλαχτούμε πρέπει εμείς από τη δύναμή τους.

ΔΑΝΑΟΣ
Δεν είναι τόσο γρήγορες του στόλου οι κινήσεις.
Ούτε και τ' άραγμα, μιας και  τα παλαμάρια πρέπει
Να δέσουν πρώτα στη στεριά για να κρατάν τα πλοία.
Μα κι όταν ρίξουν άγκυρα και τότε οι κυβερνήτες
Αμέσως δε θαρρεύουνε, ιδίως αν έχουν φτάσει  
Σε αλίμενη μία ξηρά, κι όταν το βράδυ πέφτει.
Στο γνωστικό τον πλοίαρχο η νύχτα έγνοιες φέρνει.
Ετσι δε θα ’ν’ η απόβαση εύκολη του στρατού τους
Προτού το πλοίο ασφαλιστεί σ' ήρεμο αραξοβόλι.
Ομως αφού παρ' ολ' αυτά ο φόβος σε κατέχει
Μη σταματήσεις στους Θεούς να κάνεις παρακάλια
Γιατί βοήθεια θα σου βρω. Θα εισακούσει η πόλη Αγγελιαφόρο γέροντα όταν σωστά μιλάει.
 


ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
ΤΡΙΤΟ ΣΤΑΣΙΜΟ

Ω! Χώρα συ λοφόσπαρτη, που αξίζεις κάθε σέβας!
Αραγε τι θα πάθουμε ; Στης γης ποιο της Απίας
Υπάρχει τόσο σκοτεινό μέρος για να χωθούμε ;
Αχ! Ας γινόμουνα καπνός μαύρος, να γειτονεύω
Με του Δία τα σύννεφα. Ή άφαντη ας γινόμουν
Τελείως, και ας πέταγα, χωρίς φτερά, σα σκόνη.

 Η ψυχή μου το τρέμουλο νιώθει τώρα της φρίκης.
Μες σε φόβου σκοτείνιασμα η καρδιά μου χτυπάει.
Βαθιά με συνταράξανε όσα είδε ο πατέρας.
Πεθαίνω απ' το φόβο μου. Προτιμώ της κρεμάλας
Το σκοινί να με τύλιγε προτού ζυγώσει άντρας
Που τόσο τον σιχαίνομαι , σε τούτο το κορμί μου.
Τόχω καλλίτερα νεκρή κι αφέντης μου ο Αδης.

Πώς θα μπορούσε να βρεθεί ένας θρόνος στον αέρα
Τόσο ψηλός που το νερό που κουβαλούν τα νέφη
Χιόνι εκεί να γίνεται. Ή νάταν ένας βράχος
Απότομος και γλιστερός, μετέωρος και παντέρμος,
Που η κορφή του άφαντη νάναι σ' ανθρώπου μάτι,
Ιδιος του γύπα μια φωλιά, που νάναι μαρτυράς μου
Στο που θα κάνω ένα βαθύ πέσιμο, προτού γάμο
Που μου ματώνει την ψυχή αναγκαστώ να κάνω.

Στους σκύλους έπειτα τροφή και στα εντόπια όρνια
Όχι, δε θα με πείραζε να γίνω, γιατί φέρνει
Τη λύτρωση ο θάνατος απ' τα κακά κι απ' όσες
Λύπες αυτά και βάσανα φέρνουνε στους ανθρώπους.
Ας μ' έβρισκε προτού βρεθώ στου γάμου το κρεββάτι.
Γιατί άλλο μέσο ποιό θα βρω εγώ για να ξεφύγω
Από  το  γάμο;  Σ'   άλλη  ποια καταφυγή  να ελπίσω;

Θρηνητική προς τους Θεούς σκούξε φωνή ικεσίας
Που ν' ακουστεί ως τον ουρανό γιά νάβρουν οι ευχές μου Τέλος καλό, και να σωθώ, ας είναι και με μάχη.
Εσύ που όλα δίκαια τα βλέπεις, κοίτα τώρα
Τη βία με βλέμμα εχθρικό. Και στους δικούς σου ικέτες
Δείξε όλη την αγάπη σου.

Γιατί του Αιγύπτου τα παιδιά, τα κακομαθημένα,
Με την αντρίκια τόλμη τους κραυγές λαγνείας βγάζουν
Και τρέχουνε ξοπίσω μου και θέλουν να μ' αρπάξουν.  
Εμένα, που με γρήγορο τρέξιμο έχω φύγει.
Μα ίδια ειν' η ζυγαριά για όλους η δική σου-
Και τι μπορεί για τους θνητούς να γίνει αν συ δε θέλεις;



ΤΕΤΑΡΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Βγήκε απ' το πλοίο στη στεριά ο αρπαχτής μας. Νάτος:
Α! Που να ψόφαγες προτού, άρπαγα, μας αγγίξεις…
Βγάζω φωνή σπαραχτική. Βλέπω πως τούτα θάναι
Αρχή βασάνων φοβερών. Βογκάω, ξεφωνίζω.
Αά… αά.. Εμπρός λοιπόν: Τρέξε μήπως γλιτώσεις… Πρωτόγονοι, κομπαστικοί κι απέχθεια προκαλούνε
Ή σε καράβια πλέουνε, ή σε στεριά πατούνε.

ΚΗΡΥΚΑΣ
Εμπρός!  Στο πλοίο γρήγορα! Εμπρός! Πάρτε τα πόδια!
Και μην ακούσω όχι,γιατί…γιατί θα σας μαδήσω
Τρίχα με τρίχα το μαλλί. Και θα σας σημαδέψω.
Και γιατί μες στο αίμα σας, κομμένο πέρα ως πέρα
Θα πέσει το κεφάλι σας. Γρήγορα! Εμπρός! Τρεχάτε!
Εμπρός στο πλοίο γρήγορα, χαμένες και χαμένες.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Στην αρμυρή τη θάλασσα την πολυκυματούσα
Με το γοργό καράβι σας ας ήταν να χαθήτε
Και συ, και ο αφέντης σου, κι η ασεβή του γνώμη.

ΚΗΡΥΚΑΣ
Κολυμπώντας στο αίμα σου θα σε πάω στο πλοίο.
Μην είσαι ξεροκέφαλη.Τα "θέλω" και "δε θέλω"
Αστα στην πάντα. Και αυτές τις έδρες ασ’ τες τώρα
Και για το πλοίο πήγαινε. Σέβας δε θα σου δείξω
Γιατί και χώρα πρόδωσες, κι άλλους θεούς πιστεύεις.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Το βοΐδοτρόφο ας μη δω πάλι νερό του Νείλου
Που όποιος το πιεί παίρνει ζωή κι αξαίνει του το αίμα.

ΚΗΡΥΚΑΣ
Εμπρός! Στο πλοίο γρήγορα! Στο πλοίο θες δε θέλεις.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Αλί μου! Αλί! Πώς θάθελα στης θάλασσας τα μάκρη
Να ’χες αγύριστα χαθεί, εκεί, στο Σαρπηδόνα…
Πώς απ’ ομίχλη κι ισχυρό άνεμο πλανημένος
Τάφος να σου γινότανε το αμμουδερό του χώμα!..

ΚΗΡΥΚΑΣ
Σκούζε και κάλειε τους θεούς. Ξεφώνιζε όσο θέλεις.
Μα ν' αποφύγεις δεν μπορείς το Αιγύπτιο το πλοίο,
Ακόμα κι αν πικρότερα φωνάζεις κι απ’ τη θλίψη.



ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Αλι! Αλί στη συμφορά που βρίσκεται μπροστά μου,
Και που εσύ γαυγίζοντας γι αυτήνε καμαρώνεις.
Μα ο μεγάλος εύχομαι Νείλος, έτσι που βλέπει
Τίποτα να μη σέβεσαι, αυτή σου την ασέβεια
Να σου την κάνει ανίσχυρη ώστε να μη μας βλάψεις.

ΚΗΡΥΚΑΣ
Αοιπόν στο καμπυλόγραμμο να πάτε το καράβι
Γρήγορα! Και καμμία σας να μην αργεί-αμέσως!  
Αλλιώς τραβώ σας τα μαλλιά και σας τα ξερριζώνω.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Πατέρα μου αλίμονο. Τ' αγάλματα με βλάψαν.
Φάντασμα, μαύρο φάντασμα, με σέρνει σαν αράχνη
Κι αργά αργά μα σίγουρα στη θάλασσα με πάει.
Αλί! Αλί! Αλί! Αλί! Γη μάννα μου! Γη μάννα!
Μακριά μας στείλτον! Διώξ’ τονε αυτόν που οι φωνές του Τρόμο μας φέρνουν. Ω! Της Γης παιδί: Πατέρα Δία!



ΚΗΡΥΚΑΣ
Δεν τους φοβάμαι τους θεούς αυτούς. Γιατί ούτε νέον
Ούτε μ' ανάθρεψαν αυτοί μέχρι που να γεράσω.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Λυσσώντας δίπλα μου ορμά το δίποδο το φίδι.
Αλί! Αλί! Αλί! Αλί! Γη μάννα μου! Γη μάννα!
Μακριά μας στείλτον! Διώξ’ τονε αυτόν που οι φωνές του
Τρόμο μας φέρνουν! Ω! Της Γης παιδί! Πατέρα Δία!

ΚΗΡΥΚΑΣ
Κι αν κάποια δεν ακούσει αυτά που είπα και δεν έμπει
Μες στο καράβι, τοτε εγώ, τα καλοϋφασμένα
Ρούχα της δε θα λυπηθώ κουρέλια να τα κάνω.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Αχ! Κυβερνήτες κι άρχοντες της πόλης! Μας αρπάζουν!..

ΚΗΡΥΚΑΣ
Όρεξη μόνο νάχετε κι αφέντες αν ζητάτε
Τους γιους θάχετε του Αίγυπτου και γρήγορα. Οι αφέντες
Διόλου δε θα σας λείψουνε.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
                                                     Βάσανα βασιλιά μου ανήκουστα υποφέρουμε. Μας έχουν αφανίσει.

ΚΗΡΥΚΑΣ
Θα σε τραβήξω απ' τα μαλλιά λοιπόν, αφού ό,τι είπα
Δεν το ακούς με το καλό.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
                                                Ε, συ εκεί.Τι κάνεις;
Με ποια προσβάλλεις πρόφαση των Πελασγών τη χώρα; Μήπως σε πόλη γυναικών θαρρείς πως έχεις έρθει;
Και ασεβείς στους Ελληνες, βάρβαρος ενώ είσαι,
Και ούτε φαίνεσαι γι αυτό διόλου να μετανιώνεις.

ΚΗΡΥΚΑΣ
Και ποιο είναι το άδικο το σφάλμα πούχω κάνει;

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Σαν ξένος πούσαι να φερθείς δεν ξέρεις πρώτα πρώτα.


ΚΗΡΥΚΑΣ
Γιατί; Αυτό που έχασα το βρήκα και το παίρνω.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Αφού εζήτησες πιο πριν από ποιον ντόπιο άδεια;


ΚΗΡΥΚΑΣ
Απ' τον Ερμή, προστάτη αυτών που ψάχνουν ό,τ ι εχάσαν.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Για τους Θεούς μιλάς, αλλά, σέβας γι αυτούς δεν έχεις.

ΚΗΡΥΚΑΣ
Εγώ κρατώ το σέβας μου για τους Θεούς του Νείλου.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Κι απ' ό,τι ακούω τους εδώ διόλου δε λογαριάζεις…

ΚΗΡΥΚΑΣ
Αν δε θα μ’ εμποδίσετε τις παίρνω τώρα κιόλας.


ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Αν τις αγγίξεις, γρήγορα πολύ πικρά θα κλάψεις.

ΚΗΡΥΚΑΣ
Διόλου αυτά φιλόξενα που είπες μόλις τώρα…

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Γιατί τους ιερόσυλους δεν τους μετρώ σαν ξένους.

ΚΗΡΥΚΑΣ
Αυτά που μου ’πες στα παιδιά θε να τα πω του Αιγύπτου.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Εμένα δε μου καίγεται καρφί. Πες τα όπου θέλεις.

ΚΗΡΥΚΑΣ
Μα για να ξέρω και να πω με όση πρέπει ακρίβεια-
γιατί ο κήρυκας σωστά θα πρέπει ν’ αναφέρει-
Τι να τους πω πως γίνηκε και πήγα πίσω δίχως
Να φέρω τις ξαδέρφες τους-να πω ποιός δε μ' αφήκε;
Γιατί με μάρτυρες αυτά δεν τα δικάζει ο Αρης
Και ούτε τέτοιες διαφορές τις λύνει με το ασήμι.
Εδώ κορμιά θα πέσουνε-ζωές θε να χαθούνε.  


ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Ανάγκη ποια για όνομα; Οταν η ώρα θα ’ρθει
Θε να το μάθετε καλά κι εσύ κι οι σύντροφοί σου.
Όσο γι αυτές, αν θέλουνε με όλη την καρδιά τους
Μαζί σου νάρθουν, πάρε τες, μιλώντας αν τις πείσεις
Αλλά μ’ επιχειρήματα ευσέβεια γεμάτα.
Γιατί αυτή 'ν' η απόφαση η οριστική που πήρε
Με μιας της πόλης ο λαός. Τη σύναξη ετούτη
Των γυναικών, να μη ποτέ τη δώσει με τη βία.
Κι άσειστα έχει σφηνωθεί στην ψήφο μέσα ετούτη
Και τη στεριώνει το καρφί. Κι αυτά που ακούς δεν είναι
Σε πλάκες πάνω χαραχτά, ούτε και σφραγισμένα
Με του παπύρου τις πτυχές, αλλά τα λέει στόμα
Που με μια γλώσσα ελεύθερη μιλάει. Τράβα τώρα,
Χάσου απ' τα μάτια μου μπροστά.

ΚΗΡΥΚΑΣ
                                                  Πόλεμο ξεσηκώνεις
Και μάλιστα άγριο. Ας ειν' η νίκη με τους άντρες.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Βεβαίως εδώ και θα ’βρετε άντρες σ' αυτή τη χώρα
Που-νάσαι σίγουρος-κρασί δεν πίνουν κριθαρίσιο.
Και τώρα πάρτε θάρρος σεις, και με τις συνοδούς σας
Τις τόσο αγαπημένες σας, τραβήξτε για την πόλη
Που τηνε προστατεύουνε πύργοι ψηλοί και κάστρα. Υπάρχουν σπίτια εκεί πολλά, όπου μπορείτε μ' άλλους Πολλούς να κατοικήσετε. Μ' αν πάλι σας αρέσει
Μπορείτε σε μοναχικά να κατοικήστε σπίτια.
Ο,τι σας είναι πιό καλό κι ευχάριστο διαλέξτε.
Δική σας ειν' η εκλογή. Εγώ θάμαι Προστάτης,
Δικός σας όπως άλλωστε και οι πολίτες όλοι,
Που όλα τούτα γίνονται με τη δική τους ψήφο.
Και μεγαλύτερο από μας κύρος ποιοί άλλοι θάχαν;

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Αλλά εσύ, ω! βασιλιά των Πελασγών σεβάσμιε,
Για ό,τι καλό μας έκανες χίλια καλά να έβρεις.
Και μες στην καλωσύνη σου στείλε μας τον γενναίο
Πατέρα μας, τον Δαναό, που ’ναι για μας η πρόνοια
Κι η θέληση. Γιατί αυτουνού πρώτα φροντίδα είναι
Σε σπίτια ποια να μείνουμε, πρέπει, κι αυτός το μέρος
Το πιο καλόδεχτο θα βρει. Γιατί όλοι τους τον ψόγο
Στους ξένους είναι οι άνθρωποι έτοιμοι να τον ρίξουν.
Ας γίνει το καλλίτερο. Και σεις καλές μου δούλες
Πάρτε τη θέση που σε σας έχει με κλήρο ορίσει
Σαν προίκα ο πατέρας μας  Δαναός, την κάθε μια μας
Να υπηρετείτε. Για να μη για μας μιλάει με κάκια
του τόπου αυτού εδώ ο λαός, και φήμη τ' όνομα μας
Ν' αφήσει ευυπόληπτη.

ΔΑΝΑΟΣ
                                                    Παιδιά μου τους Αργείτες
Να τους τιμάτε με σπονδές πρέπει και με θυσίες,
Και προσευχές να κάνετε σ' αυτούς θεοί σα νάταν
Ολύμπιοι. Γιατί γίνανε σωτήρες μας με δίχως
Κανείς τους μιαν αντίρρηση στο θέμα αυτό να φέρει.
Κι άκουσαν μ' αγανάχτηση, τα όσα να τους λέω
Σ' αγαπητούς τους συγγενείς πούχουν το ίδιο αίμα
Τι έκαναν τα ξαδέρφια σας. Κι αυτούς τους οπλισμένους
Σαν ακολούθους μου όρισαν, και σαν τιμής προνόμιο,
Μα και για να μη μ' έβρουνε πεσμένονε μια μέρα
Κρυφά και απροσδόκητα με δόρυ χτυπημένον.  
Γιατί αιώνιο θα ’τανε βάρος αυτό στη χώρα.

Κι αφού καλά μας κάνανε τέτοια, κι εμείς θα πρέπει
Και σέβας να τους έχουμε, αλλά κι ευγνωμοσύνη
Που τους τιμάει πιο πολύ. Στις πατρικές μου όμως
Τις συμβουλές τις φρόνιμες που έχετε γραμμένες,
Τώρα προσθέστε και αυτές: πως μια ομάδα ξένων
Ανθρώπων, δοκιμάζεται με τον καιρό μονάχα.
Και πως καθένας έτοιμη έχει τη γλώσσα πάντα
Για ξένο, κι είναι κι εύκολο βρωμιές να πει για κείνον. Λοιπόν αυτή τη συμβουλή εγώ σας δίνω τώρα.
Μη με ντροπιάστε. Είσαστε όλες σας πάνω στ' άνθος
Της ηλικίας που τραβά το βλέμμα των ανθρώπων.
Και δεν μπορείς τον τρυφερό καρπό να προστατέψεις.
Τον δρέπουνε και άνθρωποι και ζώα-έτσι δεν είναι;-
Και στον αέρα όσα πετούν κι όσα στη γη πατάνε.
Η Κύπρις λέει πως οι καρποί εκείνοι ώριμοι είναι
Χυμό που στάζουν. Και γι αυτούς τον Ερωτα φωνάζει
Να τους τρυγήσει. Όμοια κι αν τα πλούσια των παρθένων καθείς τα δώρα συναντά, ματιές γεμάτες ρίχνει
Με γοητεία, απ' τον γλυκό τον πόθο λιγωμένος.
Γι αυτό το νου σας να ’χετε μήπως μας βρούνε όσα
Για ν' αποφύγουμε πολύν έχουμε κάνει κόπο
Και τόσηνε οργώσαμε θάλασσα με το πλοίο.
Προσέχτε να μην κάνουμε ό,τ ι θα μας ντροπιάσει
Και απερίγραπτή χαρά θα δώσει στους εχθρούς μας.
Σπίτια για μας υπάρχουνε και μάλιστα περσεύουν.
Αυτά που δίνει ο Πελασγός κι αυτά που δίνει η πόλη.
Και δωρεάν να μείνουμε μπορούμε σ' όλα τούτα.
Εύκολα είναι όλα για μας. Μονάχα να φυλάτε
Τις οδηγίες τις πατρικές πάντοτε στο μυαλό σας.
Γιατί η τιμή περσότερο κι απ’ τη ζωή αξίζει.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Είθε να δώσουν οι Θεοί του Ολύμπου ευτυχία
Να βρούμε σ’ όλα τ' άλλα μας. Ως για της νιότης τ' άνθος
Που έχω εγώ πατέρα μου, καθόλου μη φοβάσαι.
Γιατί αν δεν έχουν οι Θεοί κάτι κακό σχεδιάσει
Δε θα ξεφύγω διόλου εγώ απ' τα παλιά μου αχνάρια.






ΕΞΟΔΟΣ
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
στροφή α'
Ελάτε, ας δοξάσουμε τους θεούς τους μακαρίους
Που την πόλη ορίζουνε, τους πολιούχους της, κι όσους
Στου Ερασίνου κατοικούν τ' αρχαίο γύρω ρέμα.
Και ν' αντιψάλλετε κι εσείς στον ύμνο τον δικό μας Ακόλουθές μου. Και γι αυτή την πόλη να μιλάει
Ο ύμνος μας, που Πελασγοί την κατοικούν. Και ούτε
Πάλι ποτέ να υμνήσουμε τις εκβολές του Νείλου,

Μα τα ποτάμια να τιμούμε εμείς που μες στη χώρα
Ησυχα τα πολύκλαδα χύνουνε τα νερά τους,
Το χώμα μαλακώνοντας κι εύφορο κάνοντας το.
Μα η παρθένα η Αρτεμη, τη σύναξη ετούτη
Ας λυπηθεί, και σπλαχνικό σ' αυτήν ας ρίξει βλέμμα.
Και όσο ζουμε εμείς, ποτέ να μη μας αναγκάσει
Στου γάμου, η Κυθέρεια, τη φυλακή να μπούμε.
Θανάσιμη θα ήτανε για μας τέτοια της νίκη.

ΘΕΡΑΠΑΙΝΙΔΕΣ

Μα δεν ξεχνά ο καλόβουλος ο ύμνος μας ετούτος
Την Κύπριδα. Γιατί κοντά στο Δία και την Ηρα
Μεγάλη έχει δύναμη. Για τ' άγια της τα έργα
Και για την ξύπνια σκέψη της οι θεοί την αγαπάνε.
Και δίπλα στην αγαπητή στέκουνε τη μητέρα
Μαζί, ο Πόθος κι η Πειθώ η γλυκειά, όπου ποτέ της
Την άρνηση δε γνώρισε. Μα και στην Αρμονία
Εχει δοθεί απ' τη Θεά Αφροδίτη μια μερίδα:
Τα ψέμματα που λέγονται απ' τους ερωτευμένους.

Μα με κάνει ο φόβος μου φοβερές να μαντεύω
Πως θαρθούν στις εξόριστες συφορές. Ότι μπόρες
Θα τις βρουν, κι αιματόβαφους θα γνωρίσουν πολέμους.
Για τι άλλο τον άνεμο είχαν ούριο οι εχθροί μας
Στο γοργό μας κυνήγημα;.. Ότι γράφει θα γίνει.
Γιατί είναι του Δία οι βουλές απαράβατες
Οσο ειν' κι αδιαπέραστες. Σαν τις άλλες γυναίκες
Τις πολλές που παντρεύτηκαν από σένα πιο πρώτα
Δε θα μου ήταν παράξενο αν κι εσύ παντρευόσουν.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Ας διώξει από μένανε μακριά ο μέγας Δίας
Γάμο με τους Αιγύπτιους.


ΘΕΡΑΙ1ΑΙΝΙΔΕΣ
                                             Αυτό καλό θα ήταν.
Μα να ’φευγες το άφευγο εσύ πώς θα μπορούσες;
 
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Δεν ξέρεις το μέλλον εσύ.
ΘΕΡΑΠΑΙΝΙΔΕΣ
                                                 Σωστά. Πώς να γνωρίζω
Του Δία την απύθμενη τη σκέψη; Έλα τώρα,
Μια μετρημένη πες ευχή.

ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
                                           Ποιό χρήσιμο μου δίνουν
Οι συμβουλές σου μάθημα;
ΘΕΡΑΠΑΙΝΙΔΕΣ
                                                   Πολλά να μη ζητάνε
Οι προσευχές σου απ' τους θεούς.


ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ

Αλλά με άντρα μισητό, γάμο ας μη μου δώσει
Ο Δίας, αυτός που την Ιώ γλίτωσε από τα πάθη
Με τρόπο τόσο εύκολο, πάνω της ακουμπώντας
Το χέρι, του γιατρέματος την τέχνη που κατέχει,
Τη δύναμη του αλλάζοντας ώστε καλό να κάνει.

Τη νίκη εύχομαι αυτός να δώσει στις γυναίκες.
Δέχομαι ό,τι απ' το κακό κάτι καλλίτερο έρθει.
Ακόμα στέργω δυο καλά κι ένα κακό μαζί τους.
Και κάνω ευχή ολόψυχη, στις δίκες, αποφάσεις
Πάντα να βγαίνουν δίκαιες, και σ' όσους υποφέρουν
Με τη βοήθεια του Θεού το λυτρωμό να φέρνουν.


                                    ΤΕΛΟΣ

 ΕΠΤΑ ΕΠΙ  ΘΗΒΑΣ





ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Λαέ του Κάδμου, όποιος κρατεί της πόλης το τιμόνι
Στεκάμενος με ξάγρυπνα τα μάτια του στην πρύμνη
Πρέπει να λέει ξεκάθαρα τα πράγματα όπως είναι.
Γιατί αν όλα παν καλά, τότε οι Θεοί τα εκάμαν.
Όμως, αν ο μη γένοιτο μια συφορά θα τύχει
Αν κι ένας ο Ετεοκλής, από μυριάδες όμως
Στόματα τότε πολιτών θ' ακούεται τ'όνομά του
Δεμένο με τους θρήνους τους και με τα μοιρολόγια-
που από τετοιο ένα κακό ο Δίας ο Σωτήρας
να μας γλιτώσει όπως δα και τόνομά του λέει-.
Μα τώρα ήρθ' η ώρα σείς, όλοι, από τους νέους
Μέχρι και τους μεσόκοπους, να ανασκουμπωθείτε
Κι ανάλογα τα χρόνια του καθένας να βοηθήσει
Την πόλη μας, και τους βωμούς των θεών της-μη ποτέ τους
Τους λείψουν οι θυσίες τους- και τα παιδιά, κι αυτή μας
Τη μάνα γη, τη λατρευτή τροφό μας. Γιατί εκείνη
Με κόπο σας ανάστησε απ' όταν νήπια ακόμα
Απάνω μπουσουλάγατε στο νιαστικό της χώμα
Κι ασπιδοφόρους της τρανούς σας έκανε πολίτες
Για να της είσαστε πιστοί στη χρεία της ετούτη.
Μέχρι τα τώρα βέβαια οι Θεοί μας ευνοούνε
Γιατί ενώ τόσον καιρό είμαστε κυκλωμένοι
Μπορώ να πω η ζυγαριά πως κλίνει του πολέμου,
Με τη βοήθεια των Θεών, προς το δικό μας μέρος.
Μα όπως μας πληροφορεί ο μάντης που 'ξηγάει
Χωρίς φωτιά, μα με το νου και με τ' αυτί μονάχα
Οσα του λένε τα πουλιά μ' αλάθητη μια τέχνη,
Αυτός λοιπόν, κυρίαρχος των τέτιων μαντεμάτων
Λέει ότι επίθεση μεγάλη ετοιμάζουν
Οι Αχαιοί, κι ότι γι αυτήν απόψε συζητάνε
Και αποφάσεις παίρνουνε για τον αφανισμό μας.
Εμπρός! Ορμήστε όλοι λοιπόν στις πύλες των φρουρίων,
Ριχτείτε αρματόζωστοι στων κάστρων τις επάλξεις,
Γεμίστε τα οχυρώματα, τις πολεμίστρες πιάστε,
Κι απλώστε ρίζες άσειστες στων κάστρων τις εξόδους,
Χωρίς καθόλου των εχθρών το πλήθος να φοβάστε.
Γιατί ο Θεός είναι με μας. Ομως κι εγώ έχω στείλει
Κατάσκοπους κι ανιχνευτές, που ο κόπος τους το ξέρω
Πως δε θα πάει άδικα. Και όταν τους ακούσω
Φόβο δε θάχω στου εχθρού να πέσω την παγίδα.

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ
Ετεοκλή, τρισδόξαστε άρχοντα των Καδμείων
Από κει πέρα έρχομαι, απ’ το στρατό, και φέρνω
Μαντάτα σίγουρα. Εγώ τα έχω δει ο ίδιος!
Εφτά είδα πολεμόχαρους ηγέτες του στρατού τους
Ταύρο πα’ σε κατάμαυρη  να σφάζουνε ασπίδα
Και όλοι μέσα στο σφαχτό τα χέρια τους βουτώντας
Στον Αρη να ορκίζονται και στον αιματοπότη
Το Φόβο και στην Ενυώ, ή των Καδμείων την πόλη Ξεθεμελιώνοντάς τηνε να την εξαφανίσουν
Από το πρόσωπο της γης, ή πάνω πεθαμένοι  
Στο χώμα της να πέσουνε μ' αίμα ποτίζοντάς το.
Και για τους γέρους τους γονείς που άφησαν στο σπίτι Ενθύμια πάνου κρέμαγαν στου Άδραστου το άρμα Δακρύζοντας. Μ' αμίλητο εσφίγγονταν το στόμα.
Και φλογομανιζόντανε η ατσάλινη καρδιά τους
Σα λιονταριών που πόλεμος σπιθίζει στη ματιά τους.
Και δε θ' αργήσουν όλα αυτά που είπα να τα δείξουν.
Τους άφησα να ρίχνουνε κλήρους σε ποιάν θα τύχει
πύλη καθείς, τους άντρες του εκεί να οδηγήσει.
Γι αυτό λοιπόν συ γρήγορα από τους αρχηγούς μας
Διάλεξε τους καλλίτερους και βάλτους μπρος στις πύλες. Φτάνει ό,που νάναι ο στρατός πάνοπλος των Αργείων Σύννεφο σκόνη σκώνοντας. Κι από τα σταγονάφρια
που άσπρα απ’ των αλόγωνε βγαίνουνε τα πλεμόνια
νοτίζει ο κάμπος. Μα εσύ, άξιος καραβοκύρης
Την πόλη στέριωσε προτού η άγρια καταιγίδα
Του Αρη πέσει πάνω της. Το κύμα του στρατού τους
Κιόλας βογγάει το στεριανό. Αυτό λοιπόν συ κάνε
όσο πιο γρήγορα μπορείς. Κι άσε  σε μένα τ’ άλλα-
Εγώ πιστό ημεροσκοπό τα μάτια μου θα στήσω
Και θα σου πω τι πράγματι συμβαίνει εξω απ' τα τείχη
Ωστε αυτά γνωρίζοντας ασφαλισμένος νάσαι.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Ω Δία και γη! Και σεις θεοί πολιούχοι! Κι ω! κατάρα
Μεγαλοδύναμη, ενός πατέρα Ερινύα:
μη μου ξεθεμελιώσετε σύρριζα, μην αφήστε
Να 'ρημωθεί ούτε αυτή απ' τους εχθρούς η πόλη
Που γλώσσα έχει Ελληνική, μα ούτε και τα σπίτια
Που τους βωμούς σας έχουνε. Η πόλη αυτή του Κάδμου
Η γη αυτή η ελεύθερη, ποτέ να μην αφήστε
Να πέσει σε ζυγό σκλαβιάς. Βοηθήστε μας. Το κέρδος
Κοινό-η πόλη που ευτυχεί τιμάει τους θεούς της.

ΧΟΡΟΣ-ΠΑΡΟΔΟΣ
Με τρομαγμένες, δυνατές φωνές, για τα μεγάλα
Βάσανα σκούζω τα φριχτά. Ξενίνησε ο στρατός τους.
Αφησαν το στρατόπεδο κι ορμάνε κατά δώθε
Καβαλλαρέοι αρίθμητοι. Η σκόνη μου το λέει
Που τον αέρα γέμισε και είναι ταχυδρόμος
Αν και βουβός μα σίγουρος. Και λέει την αλήθεια.
Τη γη μου ποδοβολητο αλόγων τήνε δέρνει.
Η αντάρα πέτεται μπροστά, ζύγωνει, και βροντάει
όπως τ’ ακράτηγο νερό που δέρνει βουνοπλάγια.
Αχού θεοί! Αχού Θεές! Τη φρίκη που πλακώνει
Μακριά μου διώξτε. Να! Η βουή δρασκέλισε τα τείχη!.
Ο λευκοάσπιδος στρατός σε μάχη διαταγμένος
Με γρήγορο το βήμα του στα κάστρα μας χυμάει.
Κι εμέ τι άλλο μούμεινε παρά να γονατίσω
Μπροστά στων Θεών τ' αγάλματα και να τους γίνω ικέτης;
Μάκαρες γερορίζωτοι να σας σφιχταγκαλιάσω.
Η ώρα ωιμένα έφτασε. Αλλά τι χάνουμε ώρα
Μ' αυτούς τους μάταιους οδυρμούς; Ακούτε ή δεν ακούτε
Χτύπο ασπίδων; Στέφανα και πέπλα ικεσίας
Πότε θε να τους βάλουμε αν όχι τωρα αμέσως;
Είδα το χτύπο. Ήτανε ορυμαγδός και όχι
Ηχος απόνα μοναχά δόρυ. Και τι θα κάνεις
Αρη εσύ; Τη χωρα αυτή, από παλιά δικιά σου
θα την αφήσεις να χαθεί; Ρίξε ένα βλέμμα θε μου,
Ρίξε σ' αυτήν χρυσόκρανε την πόλη ένα βλέμμα
Που ανέκαθεν σου ήτανε τόσο αγαπημένη.
Και σεις θεοί της πόλης μας ελάτε να ιδήτε
Ικέτιδων μια σύναξη παρθένων που ζητάει
Ζυγό δουλείας να μη δει. Οι άνεμοι του Αρη
κύμα μεγάλο σήκωσαν που γύρω απ' τα λοφία
Του εχθρού  κοχλάζει τα λοξά  Όμως πατέρα Δία,
Εσύ που όλα τα κρατάς, κράτα και μακριά μου
Το χαλασμό μου απ' τους εχθρούς.Του Κάδμου οι Αργείοι
Την πόλη τηνε ζώσανε. Άγριο έναν τρόμο
Τα όπλα με γεμίζουνε. Και κρουν τα χαλινάρια
Φόνους νεκροσημαίνοντας, καθώς μες στα σαγόνια
Είναι τ’ αλόγινα δετά. Και τα κοντάρια σειώντας
Εφτά θηρία διαλεχτά βαριοαρματωμένα
προς τις εφτά τις πύλες μας με τάξη προχωρούνε
όπως ο κλήρος όρισε. Και συ, του Δία γέννα
Παλλάδα φιλοπόλεμη, την πόλη αυτή μου σώσε.
Κι άρχοντα καβαλάρη εσύ, θαλασσοκράτορά μου,
με το ψαροκαμάκι σου από αυτόν τον τρόμο
τον μέγα σώσε ω! σώσε μας θεέ μου Ποσειδώνα.
Κι αλλί μου! Αλλί! Αρη εσύ, την πόλη με του Κάδμου
τ’ όνομα, φύλαξέ τηνε, και γίνε της προστάτης.
Και Αφροδίτη,της γενιάς μας συ η πρωτομάννα
Βόηθα. Γιατί στις φλέβες μας κυλάει δικό σου αίμα.
Καλούμε τη θεότη σου με λιτανείες και θρήνους.
Μπροστά σου πέφτουμε και να! Πιστά σε προσκυνάμε.
Και Λύκιε βασιλιά μου εσύ, του εχθρικού τους λύκους στρατού, καν’ τους τα δάκρυα μας να τ' ακριβοπληρώσουν.
Και συ παρθένα της Λητώς, για πόλεμο ετοιμάσου.
Αλλί! Αλλί! Απ’ τ' άρματα το μουγκριτό ακούω.
Ηρα μου μεγαλόχαρη τρίζουνε τ’ ακραξόνια
Από το βάρος. Αρτεμη πολυαγαπημένη:
Ακου! Κονταροχτύπητος αφρομανά ο αγέρας.
Τι συφορά την πόλη μου βρήκε! Τι θ’ απόγινει;
Τι τέλος οι Αθάνατοι τάχα μας ετοιμάζουν;
Λιθοχαλάζι από μακριά τα τείχη μας χτυπάει.
Α! Λατρεμμένε Απόλλωνα: Απ' τις χαλκές ασπίδες
Στις πύλες βρόντοι ακούγονται. Μα συ που από το Δία
Ταμένη είσαι στον πόλεμο τέλος καλό να δίνεις,
Και, Ογκα δέσποινα εσύ, που στέκεις μπρος στην πόλη
Τη σωτηρία της από σας η εφτάπυλη προσμένει.
Αχού πανάγαθοι θεοί: Αχ παντοδύναμοί μου
θεοί και παντοδύναμες θεές που αυτής της γης μας
Είσαστε πυργοφύλακες: αιχμάλωτη την πόλη
Μην παραδώστε στον εχθρό που άλλη μιλάει γλώσσα.
Ακούστε, ακούστε τις σεμνές, θλιμμένες προσευχές μας
που κάνουμε, παρθένες μεις, με υψωμένα χέρια.
Δυνάμεις σεις αγαπητές, θείες, το χέρι απλώστε
Και τη στοργή σας δείξετε στην πόλη.Τα ιερά της
Γνοιαστήτε τα κι αν γνοιάζεστε βοηθάτε. Των αγίων
Των μυστηρίων τις προσφορές τις πλούσιες, μην ξεχνάτε



ΠΡΩΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Εσάς ρωτώ ανυπόφορα ζωντόβολα.Ταιριάζουν
Ετούτα δω που κάνετε στη σωτηρία της πόλης;
Και θα ψυχώστε το στρατό που είναι κυκλωμένος
Ετσι στ' αγάλματα των θεών αν είσαστε πεσμένες
Με τ' άγρια ξεφωνητά και τις στριγγές φωνές σας-
κάτι που ανθρώποι λογικοί δε θάκαναν ποτέ τους;
Μακάρι να γινότανε ούτε στη συφορά μου
Κι ούτε στην ευτυχία μου νάχα κοντά γυναίκες.
Το θράσος τους δε λέγεται σαν βρίσκονται από πάνω.
Φοβούνται; Τρισχειρότερα στο σπίτι και στην πόλη.
Σαν τώρα που έτσι ξέφρενες επήρατε τους δρόμους
Και με τα τέτοια λόγια σας φοβίζετε τον κόσμο.
Κι έτσι ο απέξω που ειν’ εχθρός μεγάλο κέρδος έχει
Ενώ εμείς μονάχοι μας χαλιόμαστε από μέσα.
Αυτά παθαίνει όταν ζει κανένας με γυναίκες.
Μ' αν κάποιος θα παράκουγε τώρα την προσταγή μου,
Γυναίκα ή άντρας, ή άλλο τι κι αν ήθελε να είναι,
Η καταδίκη θάνατος θα είναι, και τις πέτρες
που λιωμα θα τον κάνουνε, του λαού, δε θα ξεφύγει.
Γιατί ο άντρας γνιάζεται γιά ό,τι γίνετ' έξω.
Απ' τις γυναίκες συμβουλές δε ωφελούν. Εκείνες
Μέσα ας μένουνε χωρίς βλάβη καμμιά να κάνουν.
Ακουσες ή δεν άκουσες; Μη σε κουφή μιλάω;



ΧΟΡΟΣ
Γιε λατρευτέ του Οιδίποδα,τρόμαξα πούχω ακούσει
Το βόγγο από τ' άρματα και τις βροντές που κάνουν
οι άξονες, καθώς γυρνούν μες στων τροχών τ' αδράχτια,
κι αυτόν που οι γέννες της φωτιάς κάνουν, τα χαλινάρια, καθώς γύρω απ' τα στόματα περνάνε των αλόγων  
που πάντοτε ειν' ανήσυχα, για να τα τιμονεύουν.


ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Και τι; Μήπως και φεύγοντας από την πρύμνη ο ναύτης
και πάει στην πλώρη, θα σωθεί, εφόσον το καράβι
το δέρνουνε τα κύματα;

ΧΟΡΟΣ
                                          Τρέχοντας έχω έρθει
Στ' αρχαία τούτα αγάλματα, των Θεών, όταν στις πύλες
Το φονικό ανεμόχιονο άγριου χιονιά έχει πέσει.
Τότε ο φόβος μ' άρπαξε και στων Θεών τα πόδια
Μ’ έριξε, με τη δύναμη πούχουνε να με σώσουν-
πάνω σε τούτους μοναχά όλα τα θάρρη μου έχω.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Εύχεστε οι πύργοι να κρατάν το εχθρικό το δόρυ.
Δεν ειν' αυτό και των Θεών συμφέρον; Μη δε λένε
πως κι οι Θεοί αφήνουνε την κουρσεμένη πόλη;

ΧΟΡΟΣ
Αχ! Των Θεών η σύναξη ετούτη, όσο ζω κι είμαι
Ας μη μ' αφήσει εμέ ποτέ κι ούτε τα δυο μου μάτια
Την πόλη αυτή να τηνε δουν ποτέ τους κουρσεμένη
Ή εχθρικό να δουν στρατό στις φλόγες να τη ρίχνει.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Μπορείς να κράζεις τους Θεούς, αλλά και νου να έχεις.
Γιατί, πρέπει να ξέρετε, γυναίκες, πως η νίκη
κι η σωτηρία, έχουν κι οι δυο την πειθαρχία μητέρα.

ΧΟΡΟΣ
Ναι, όμως ισχυρότερη δύναμη η θεία είναι.  
Όταν συχνά η συφορά κάποιου το νου έχει πάρει
Και μαύρο ένα σύννεφο τα μάτια του σκεπάζει,
Αυτή  απ' τον  άγριο χαμό μπορεί να τον γλυτώσει
Και πάλι ολόγερο μεμιάς κι ορθόν να τόνε στήσει.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Είναι καθήκον των αντρών σφαχτάρια να προσφέρουν
κι απ’ τους Θεούς να παίρνουνε χρησμούς πριν απ' τη μάχη
και σένα είναι σωπαίνοντας να μένεις μες στο σπίτι.

ΧΟΡΟΣ
Χάρισμα είναι των θεών η ανίκητη η πόλη
Κι η σωτηρία των πολιτών απ'των εχθρών το πλήθος.
Για τούτα τάχα θάκουγα από ποιόνε κατηγόρια;

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Δεν είπα εγώ να μην τιμάς τις θεϊκές δυνάμεις.
Μ’ αν θέλεις τους πολίτες μας να μην κακοκαρδίζεις
Ησυχη στέκε και να μη το φόβο υπερβάλλεις.

ΧΟΡΟΣ
Μία βουή ανάκατη πριν λίγο έχω ακούσει
Κι ο τρόμος με κυνήγησε και μ' έφερε εδώ πέρα,
Σε τούτη την ακρόπολη, στον άγιο αυτό τον τόπο.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Μ' αν για νεκρούς ακούσετε τώρα, ή λαβωμένους,
Τις κλάψες μη μ’ αρχίσετε και μη μου ξεφωνάτε.  
Γιατί ο Αρης τρέφεται σκοτώνοντας ανθρώπους.

ΧΟΡΟΣ
Να! Άκου! Χλιμιντρίσματα απ' άλογα γρικάω.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Κι  αν  τάκουσες καμώσου πως δεν  έχεις καλακούσει.
.
ΧΟΡΟΣ
Στενάζει η γη από βαθιά. Μας έχουν περιζώσει.


ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Ε και λοιπόν; Εγώ είμαι εδώ για να γνοιαστώ για τούτο.

ΧΟΡΟΣ
Τρομάρα μου! Το τράνταγμα στις πύλες δυναμώνει.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Δεν παύεις τέτια πράγματα στην πόλη να φωνάζεις;

ΧΟΡΟΣ
Αγιοι θεοί, τα κάστρα μας, αχ, μην τ’ απαρατάτε.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Α! να χαθείς βούλωστο πια! Δε λες να σταματήσεις;

ΧΟΡΟΣ
Θεοί της χώρας, σε σκλαβιά να πέσω μη μ’ αφήστε.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Συ ’σαι που ρίχνεις στη σκλαβιά και σε κι όλη την πόλη.

ΧΟΡΟΣ
Ω! Δια! Στρέψε κραταιέ, τα βέλη στους εχθρούς μας.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ       
Τι φάρα μας εσκάρωσες ω! Δία: Τις γυναίκες!

ΧΟΡΟΣ        
Κακόμοιρη. Σαν άντρες που τους πήρανε την πόλη.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ   
Κακογλωσσάς πάλι ενώ τ' αγάλματ' αγκάλιαζεις;


ΧΟΡΟΣ    
Από δειλία τη γλώσσα μου ο φόβος την αρπάζει.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Αν σου ζητήσω μια μικρή χάρη θα μου την κάνεις;

ΧΟΡΟΣ
Πες μου τι θέλεις γρήγορα, και ύστερα θα δούμε.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Εχεις σκοπό να πάψεις πια; Δειλιάζεις τους δικούς σου.

ΧΟΡΟΣ
Σωπαίνω. Ότι είναι γραφτό για όλους, και για μένα.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Αυτό που είπες μ' άρεσε περσότερο απ' όλα.
Κα κάτι ακόμα σου ζητώ.Τ' αγάλματα άφησέ τα
και στους Θεούς τη μόνη ευχή που έχει αξία κάνε-
Νάναι δικοί μας σύμμαχοι. Κι αφού το τάξιμό μου
Ακούσεις, ψάλλε τον ιερό μετά ολολυγμό σου
Τον αίσιο τον παιάνα, αυτόν, που τόχουνε συνήθεια
Οι Ελληνες να ψάλλουνε απάνω στις θυσίες
Και που θαρρύνει τους δικούς και τους εχθρούς φοβίζει.
Στους πολιούχους τους Θεούς λοιπόν εγώ της χώρας,
Προστάτες και της αγοράς, αλλά και της υπαίθρου,
Μα και στης Δίρκης την πηγή, και στου Ισμηνού το ρέμα,
Τάζω, αν μας βοηθήσουνε και σώσουμε την πόλη,
ποτάμι το αίμα των αρνιών να τρέξει στους βωμούς τους
τη νίκη όταν γιορτάζουμε, και τους σεπτούς ναούς τους
Να στέψω με στολές εχθρών κονταροξεσκισμένες.
Τέτιες ευχές λέγε κι εσύ, χωρίς ν' αναστενάζεις,
Μήτε να μπήγεις μάταια ξεφωνητά και άγρια.
Όμως εγώ πάω στις εφτά των κάστρων μας τις πύλες
Να στήσω έξη πολεμάρχους, εφτά μαζί με μένα,
Ναναι γεροί αντίπαλοι αντίκρυ στους εχθρούς μας,
Πριν λόγια ερθούν γοργόσπαρτα και βιαστικοί μας φτάσουν
Αγγελιαφόροι, και φωτιά η ανάγκη μας ανάψει.







ΧΟΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΣΤΑΣΙΜΟ
Θέλω κι εγώ μα δεν μπορώ. Ο φόβος την καρδιά μου
Δεν την αφήνει ήσυχη. Μες στην  ψυχή μου η έγνοια
Ειν’ άφευγη γειτόνισσα και μου ξαναφουντώνει
Τον τρόμο μας για τον εχθρό που ζώνει μας τα τείχη,
Σαν περιστέρι ολότρομο νάμουνα, που φοβάται
Για τα μικρά του ασκάριγα πουλάκια, γιατί φίδια
Ζώνουν τριγύρω τη φωλιά, σε φονικό καρτέρι.
Γιατί χυμάνε άλλοι, να! στα κάστρα μας απάνου,
όλοι μαζί ή σε πολλές ομάδες, σμάρια σμάρια,
και άλλοι-αχ! τι θα γίνώ;- απ' ολούθε ρίχνουν πέτρες
Που σα χαλάζι πέφτουνε μες στη ζωσμένη πόλη.
Σώστε Θεοί Διογέννητοι, όλοι, με κάθε τρόπο,
Την καδμογέννητη αυτή πόλη και το στρατό της.

Ποιόνε θα βρείτε πιο καλόν τόπο αν στους εχθρούς μας
Τη γη την αφθονόκαρπη ετούτη παραδώστε
Και το γλυκόπιοτο νερό της Δίρκης που απ' όσα
Κι ο Ποσειδώνας που κρατά τη γη νερά μας δίνει,
Κι απ’ της Τηθύος τα παιδιά, το πιο καλότροφο είναι;
Γι αυτό θεοί της πόλης μας, στους έξω από τα κάστρα
Εχθρούς, που μας περίζωσαν, μιάν ανθρωποχαλάστρα
Στείλτε τους συμφορά,και μια δειλία αρματορίχτρα,
Νίκη σε μας χαρίζοντας και σωτηρία στην πόλη.
Και μείνετε ακλόνητοι όπως και τώρα είστε
Ανάμεσά μας. Οι πικροί γόοι μου σας το ζητάνε.

Πόλη πανάρχαιη σαν αυτή τι κρίμα κουρσεμένη
Στον Αδη να τη στείλετε απ' Αχαιό κοντάρι,
κι άδικα έτσι απ' τους θεούς να γίνει στάχτη-θρύμμα.
Και τις χηράμενες, και νιές και γριές, να τις τραβάνε
Αλλί, απ' τις πλεξούδες τους σαν άλογα να ήταν
Και να τους σκιούν τα ρούχα τους, ενώ θ’ αδειάζει η πόλη
Γεμάτη αντάρα και βουή απ' τους σκλάβους που χαλιούνται…
Αχ! Από τώρα η βαριά η μοίρα με τρομάζει.

Και α! Τι, λύπη! Τ' άγουρα κι αθώα κοριτσάκια
Τη στράτα την κακότυχη, αγουροτρυγημένα
Να πάρουν, πριν να γέψουνε την τίμια χαρά τους.
Αχ: Πιό καλά θα ήτανε για κάποιον να πεθάνει
Γιατί μια πόλη στη σκλαβιά πολλά κακά τη βρίσκουν.  Σφάζουν εδώ, τραβάν εκεί, πιο πέρα πυρπολούνε.
Κι όλα της πόλης με καπνό βαθιά 'ναι ποτισμένα.
Και θεός ανθρωποχαλαστής, πνέοντας λυσσασμένα,
Ο Αρης, κάθε ιερό και όσιο βεβηλώνει.

Στους δρόμους βρόχοι στήνονται΄ γύρω την πόλη μάντρες
Τη ζώνουν πύργων εχθρικών… χάμου ρίχνει άντρας άντρα Με λόγχης χτύπημα… μωρά, βυζασταρούδια αθώα
Που τα τραβάν απ’ το βυζί σκούζουνε ματωμένα…
Το πλιάτσικο κι οι αρπαγές είναι αδερφωμένα.
Τους φορτωμένους έχουνε παρέα φορτωμένοι
Κι άδειος τον άδειονε καλεί ζητώντας συνεργάτη-
Μα ο καθείς στη μοιρασιά δε θέλει ούτε πιό λίγα
Ούτε και ίσα. Οσα ακούς, και πια φαντάσου τ’ άλλα…

Λύπη μεγάλη σε κρατεί λογής λογής να βλέπεις
Καρπούς πεσμένους καταγής. Μ’ ολόπικρο ένα βλέμμα Κοιτάνε οι νοικοκυρές.Της γης τα πλούσια δώρα
Αγρίων τώρα κύματα τ’αρπάζουν, τα πατάνε
Χωρίς το πηγαινέλα τους καμμιά να φέρνει ωφέλεια.
Και σκλάβες νέες, πρώτη φορά κακό που δοκιμάζουν, Προσμένουνε οι δύστυχες τον ξένο το στρατιώτη
ου νικητής στην κλίνη του με κλήρο θα τις πάρει.
Κι είν’ του θανάτου η νυχτιά ελπίδα τους η μόνη
Από τα δακρυπλήμμυρα δεινά να λυτρωθούνε.





ΔΕΥΤΕΡΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ
Η ΚΟΡΥΦΑΙΑ ΤΟΥ ΧΟΡΟΥ

Να του στρατού ο κατάσκοπος που φτάνει αν δε γελιέμαι, Κάποιο καινούργιο μήνυμα φίλες μου φέρνοντάς μας.
Με γρηγοράδα των ποδιών στριφογυρνάει τ’ αδράχτια.

Μα νάτονε κι ο βασιλιάς , αυτός, ο γιός του Οιδίπου.
Στην ώρα φτάνει του άγγελου να μάθει τα μαντάτα.
Από τη βία του κι αυτός παράξενα βαδίζει.

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ
Ξέρω καλά και θα στο πω τι κάνουνε οι εχθροί μας
Κι από τις πύλες καθενού ποια ο κλήρος τούχει δώσει.
Στέκει ο Τηδέας ξέφρενος στην πύλη μπρος του Προίτου.
Μα να διαβεί τον Ισμηνό δεν τον αφήνει ο μάντης
Γιατ’ οι θεοί δε στέρξανε. Και ο Τηδέας λυσσώντας
Και διψασμένος πόλεμο, χουγιάζει σαν το φίδι
Σε κάμμα μεσημεριανό και το σοφό Οικλείδη,
Τον μάντη, λούζει με βρισιές, πως τάχα από δειλία
Της μάχης και του θανάτου τον κίνδυνο αξαίνει.
Και τέτοια ενώ βροντολαλεί, τα τρία δασά λοφία
Της περικεφαλαίας του περήφανα κουνιούνται
Και κατ’ απ’ την ασπίδα του τα χάλκινα κουδούνια
Τρομάρα ξεσηκώνουνε. Και πέρφανα σημάδια  
Σκάλισε στην ασπίδα του. Τον ουρανό, φλογάτον  
Απ’ άστρα, και αστραφτερή πανσέληνο στη μέση,
Των αστεριών βασίλισσα, λαμπρό της νύχτας μάτι.
Μεγαλοφάνταστα άρματα σαν τούτα φορτωμένος Χολομανώντας ρυάζεται στου ποταμού την όχθη,
Για μάχη πολυδίψαστος, σαν άτι που με τ’ άφρι
Ξεσπάει την αψάδα του πάνω στα χαλινάρια,
Και σάλπιγγα προσμένοντας ν’ ακούσει αναφρουμάζει.
Ποιόν  αντιμέτωπο  σ'   αυτον  θα  βάλεις;  Ποιός  τις  πύλες
Του Προίτου  όταν  ανοίξουνε αυτός θα  διαφεντέψει;

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Δεν ειμ' εγώ που θα σκιαχτώ των όπλων τα στολίδια
Κι ούτε πληγώσανε ποτέ κανέναν τα σημάδια.  
Και δίχως δόρυ δε δαγκούν κουδούνια και λοφία.
Κι η νύχτ' αυτή που πάνω λες πως είδες στην ασπίδα
Και που απ' τ' αστέρια τ' ουρανού λαμποκοπάει όλη Μάντης μπορεί αληθινός για κάποιονε να γίνει
Γιατί αν πάνω στα νεκρά τα μάτια εκείνου πέσει
αυτό της τότε τ’ όνομα θα έχει δικαιώσει
Και θάχει αυτός την ίδια του την ξιπασιά μαντέψει.
Αντίκρυ στον Τυδέα εγώ, του Αστακού θα βάλω
Το γιό, το παλληκάρι αυτό, για φύλακα της πύλης,
Που από τρανή κρατεί γενιά. Που της ντροπής το θρόνο Τιμάει, και που εχθρεύεται τα φαντασμένα λόγια.
Που τα αισχρά απεχθάνεται, διόλου δειλός δεν είναι,
κι η ρίζα του απ' τους Σπαρτούς κρατάει, που ο Αρης
Τους άφησε να ζήσουνε. Με άλλα λόγια βέρος
Θηβαίος ειν' ο Μελάνιππος. Και βέβαια τα ζάρια
Του Αρη θα τον κρίνουνε. Μα η συγγένεια όμως,
Αυτόν μ' όλα τα δίκια της πρώτονε τόνε στέλνει
Για να κρατήσει μακριά από τη μητέρα γη του-
Αυτή που τόνε γέννησε- το εχθρικό κοντάρι.

ΧΟΡΟΣ
Στον πρόμαχό μου οι θεοί τη νίκη ας χαρίζουν  
που όλα τα δίκια έχοντας πάει να πολεμήσει
Για την πατρίδα του. Αλλά τρέμω μην αντικρύσω
Θανάτους αιματόβαφους δικούς μου να θερίζουν.

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ
Μακάρι οι θεοί σ' αυτόν εδώ τη νίκη να χαρίσουν.
Ο Καπανέας ύστερα την πύλη Ηλέκτρα πήρε.
Αλλος ετούτος γίγαντας, πιο άγριος απ’ τον πρώτο.
Κι έπαρση απ' τ’ ανθρώπινα πιό πάνω μέτρα έχει.
Φοβέρες για τα κάστρα μας-που ξορκισμένες νάναι-
Λέει τρομερές. Ή θέλουνε λέει οι Θεοί ή όχι
Η πόλη μας θα κουρσευτεί. Κι ούτε αν στα πόδια μπρος του
Η οργή του Δία έπεφτε, αυτόν θα τον κρατούσε.
Τις αστραπές και τις βολές των κεραυνών τα βλέπει
Σαν μια μεσημεριάτικη να ήτανε λιακάδα.
Και για σημάδι άντρα γυμνό έχει και πυροφόρο,
Που το δεξί το χέρι του το έχει οπλισμένο
Με μία δάδα ολόφλογη. Και φαίνεται γραμμένο
Με γράμματα ολόχρυσα "Την πόλη σας θα κάψω".
Στειλε σε άντρα σαν κι αυτόν… ποιον νάστελνες αλήθεια…
Ποιός άντρας τέτοιον κομπασμό μπορεί να υπομείνει;

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Κέρδος για μας είναι αυτό πάνω στο άλλο κέρδος.
Όποιων ανθρώπων τάχουνε χαμένα, ειν' η γλώσσα
Ο αληθινός κατήγορος. Δεν απειλεί μονάχα
Ο Καπανέας, μα κι έτοιμος ειν' ό,τι λέει να κάνει
Και αψηφώντας τους θεούς, το στόμα του γυμνάζει
Με βρωμερή μία χαρά, κι όντας θνητός, στα ουράνια
Του Δία βροντοφωνάζοντας, λέει φουσκωμένα λόγια.
Μα πάνω του, είμαι σίγουρος, ο κεραυνός θα πέσει
Ο πυρωμένος δίκαια, και διόλου δε θα μοιάζει
Με τη μεσημεριάτικη εκείνη τη λιακάδα.
Λοιπόν απέναντι σ' αυτόν τον μέγα καυχησιάρη
Ενα λεβέντη αντίταξα, σωστό ένα παλληκάρι,
Τον Πολυφόντη το θεριό, που φύλακας ειν’ άξιος
και που τον εμπιστεύονται και οι θεοί οι άλλοι
αλλά και η Αρτέμιδα που είναι προστάτισσά του.
Μα τώρα λέγε άλλος ποιος σε ποια εκληρώθη πύλη.

ΧΟΡΟΣ
Ωρα κακιά να τόνε βρει όποιονε ξεστομίζει
Τέτοιες κατάρες. Κεραυνού βέλος να τον καρφώσει
Πριν μες στο σπίτι μου να μπει, και το παρθενικό μου
Με το θρασύ το δόρυ του προτού αδειάσει στρώμα.

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ
Τώρα θα πω ποιός κλήρωσε μετά και για ποια πύλη.
Τρίτος λαχνός επήδησε απ' το χαλκό το κράνος
Το έμορφο, που ανάποδα ήτανε γυρισμένο
και τρίτον τον Ετέοκλο για τη Νηστή την πύλη
Όρισε με το λόχο του αυτός να τη χτυπήσει.
Και τ' άτια του τ' ακράτητα που μες στα χαλινάρια
Φρουμάζουνε γυρεύοντας στις πύλες να ριχτούνε
Βόλτες τα φέρνει. Και στριγγούν με βάρβαρο έναν τρόπο
Τα σιδερένια φυσερά ως στροβιλιέται εντός τους
Τ' άγριο το φυσομανητό που βγαίνει απ' τα ρουθούνια.
Και ζωγραφιά φανταχτερή έχει η ασπίδα πάνω:
Εναν οπλίτη επάνω που σε σκάλα σκαρφαλώνει,
Στον τοίχο κάστρου αντίμαχου, θέλοντας να το πάρει,
Ενώ καθώς τα γράμματα δείχνουν βροντοφωνάζει
πως ουτ' ο Αρης δε μπορεί απ' το κάστρο να τον βγάλει.
Μα και σ' αυτόν απέναντι τάξε αντίπαλο άξιο
Που απ' της δουλείας το ζυγό την πόλη μας να σώσει.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Τούτον αμέσως θάστελνα με το καλό να πάει
Μα να, φεύγει μονάχος του-του Κρέοντα το σπέρμα,
Ο Μεγαρέας, απ’ των Σπαρτών το γένος που κρατάει,
ΙΙούχει για καύχημα έργα αυτός κι όχι μονάχα λόγια.
Και που από το φρούμασμα των λυσσαλέων αλόγων
Καθόλου δε θα φοβηθεί, κι ό,που είναι θε να μείνει,
Ετσι που ή πεθαίνοντας το χρέος να πληρώσει
Στη γη που τον ανάθρεψε, ή να αιχμαλωτίσει
Τους δύο άντρες και μαζί την πόλη της ασπίδας
και να τα βάλει στόλισμα στο πατρικό του σπίτι.
Και τώρα δίχως δισταγμό πες τι καυχιώνται κι άλλοι.
 
ΧΟΡΟΣ
Αχ'. Των σπιτιών μου πρόμαχε, νίκη εύχομαι σε σένα
Και στους εχθρούς μου όλεθρο. Κι έτσι καθώς φοβέρες
Πετάνε καυχησιάρικες με φρένα πειραγμένα,
Ετσι ο Δίας που σοφά το δίκαιο μοιράζει
Το βλέμμα του επάνω τους ας στρέψει οργισμένο.

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ
Τέταρτος εκληρώθηκε στης Αθηνάς της Όγκας
Την πύλη, ο Ιππομέδοντας. Κι ως με βοή ζυγώνει,
Γίγαντας και στο μπόϊ του και στην κορμοστασιά του,
Και είδα αλώνι ολόκληρο στο χέρι ν' ανεμίζει
(για της ασπίδας του μιλώ τον κύκλο), δεν τ' αρνιέμαι,
ολόκληρος ερίγησα. Κι άσημος ο τεχνίτης
Δε θάταν που έτσι σκάλισε ωραία την ασπίδα.
Ενα Τυφώνα δηλαδή που απ' το πυρόπνοο στόμα
Δαχτυλιδένιο έναν καπνό, φωτιάς αδέρφι, βγάζει.
Κι η περιφέρεια η στρογγυλή του βαθουλού του δίσκου,
Είναι στρωμένη με φιδιών κορμιά περιπλεγμένα.
Αυτός λοιπόν αλάλαζε με πόλεμο γεμάτος.
Και σα Μαινάδα, μ' αγρια μάτια, λυσσάει για μάχη.
Από ένα άντρα σαν αυτόν να φυλαχτούμε πρέπει.
Κιόλας στην πόλη σπέρνουνε φόβο οι κομπασμοί του.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Μα πρώτα, πλάι στην πόλη μας, και στης παλλάδας Ογκα Κοντά την πύλη, εχθρεύοντας την ύβρη του εκείνη
Απ' τα ξεπεταρούδια της θα διώξει τ' άγριο φίδι.
Μετά ο Υπέρβιος, του Οίνοπου ο γιός, και παλληκάρι,
Με τούτον εδιαλέχτηκε να παραβγεί. Και ξέρει
Τη μοίρα του κατάματα να δει αν ειν' ανάγκη.
Κι ούτε στο φρόνημα κανείς δε θα του βρει ψεγάδι,
Ούτε και στην αντρεία του ή στην κορμοστασιά του.
Ξέρει τι κάνει ο Ερμής τους δυο που έχει σμίξει.
Γιατί ενώ θα συγκρουστούν εχθρός μ' εχθρό δυο άντρες,
Μα και με τις ασπίδες τους σε σύγκρουση θα φέρουν
θεούς-γιατί αν έχει αυτός κοντά του τον Τυφώνα,
Φωτιές που από το στόμα του βγάζει, έχει ο Υπέρβιος
Το Δία πατέρα ολόστητον απάνου στην ασπίδα
Που μες στα χέρια του κρατεί τον κεραυνό. Κι ως τώρα Κανείς το Δία να νικηθεί δεν είδε. Λοιπόν τέτοιους
Οι δυο τους έχουνε θεούς που θα τους προστατέψουν.
Τους νικητές εχουμ' εμείς κι αυτοί τους νικημένους
Αφού είναι δυνατότερος ο Δίας απ’ τον Τυφώνα.
Το ίδιο θα γίνει φυσικά και με τους άντρες τούτους
Που ειν' αντίπαλοι. Ο Ζευς θα σώσει τον Υπερβιο
Σύμφωνα με το έμβλημα που έχει στην ασπίδα.

ΧΟΡΟΣ
Βέβαια είμαι πως αυτός που έχει στην ασπίδα
Το γιο της Γης, τον άγριο αντίμαχο του Δία,
Τη σιχαμένη αυτή μορφή, μίσημα των ανθρώπων
Και των θεών που αιώνια ζουν στων ουρανών τα ύψη
Αυτός μπροστά στις πύλες μας θα φάει την κεφαλή του.

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ
Μακάρι.Τώρα έρχομαι στον πέμπτο, που ετάχτη     
Στην πέμπτη εμπρός, τη Βορεινή, πύλη, κοντά στον τάφο
Του γιου του Δία-τ' Αμφίονα. Και στο κοντάρι πούχει
Και πιο ψηλά κι απ' τους Θεούς το βάζει κι απ' το φως του, Ορκίζεται την πόλη μας πως θα τηνε κουρσέψει –
Και με το Δία αντίθετο ακόμα. Ετσι.λέει.
Είναι ομορφοπρόσωπος, από βουνήσια μάνα,
Κι άντρας στο φρόνημα ενώ είναι παιδί ακόμα.
Στα μαγουλά του έσκασε μόλις το πρώτο χνούδι
Που με της νιότης τον ανθό αργοσγουραίνει τώρα.  
Μα έχοντας ωμή καρδιά, που το παρθενικό της
Δεν της  ταιριάζει τ’ όνομα, κι άγρια ματιά, ζυγώνει.
Κι ας είναι ο Αρκαδινός Παρθενοπαίος ξένος,
Δεν ήρθε όπως φαίνεται να εμπορευτεί τη μάχη
Μα στ' Άργος τα τροφεία του καλά για να πληρώσει.
Κι ούτε το δρόμο πούκανε θε να τόνε ντροπιάσει.
Αλλά κι αυτός ακόμπαστα στις πύλες δε ζυγώνει.
Γιατ' η ντροπή της πόλης μας στη χαλκοδουλεμένη
Ασπίδα του-τη στρογγυλή τη σκέπη του κορμιού του-
Απάνω στριφογύρναγε: ανθρωπόφαγα Σφίγγα,
Ανάγλυφη κι αστραφτερή, με τέχνη δουλεμένη,
Που κράταγε στα νύχια της έναν απ' τους Καδμείους
Για να χτυπούν απάνω του όλα σχεδόν τα βέλη.


ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Μακάρι ό,τι σκέπτονται απ' τους θεούς να τόβρουν.
Κακήν κακώς θα πήγαιναν χαμένοι όλοι τότε,
Μαζί με τους ανίερους εκείνους κομπασμούς τους.
Όσο γι αυτόν που τώρα λες, για τον Αρκαδινό σου,
Εχω εναν άντρα που πολλά το στόμα του δε λέει
Μα που το χέρι του καλά την ξέρει τη δουλειά του.
Τον Ακτορα, τον αδερφό του άλλου, πριν που είπα.
Αυτός τη γλώσσα ξέφραγη να ρέει δε θ' αφήσει
Για νάμπει από τις πύλες μας και συφορές να τρέφει
Ούτε τον πούχει του θεριού τη άγρια εικόνα
Απάνω στην ασπίδα του τα τείχη να περάσει.
Και κείνη έξω μένοντας θα κλαίγεται σε κείνον
όταν θα δέχεται πυκνούς κατ' απ' την πόλη χτύπους.
Και λέω, αν θέλει ο θεός, ότι δε θάβγω ψεύτης.

ΧΟΡΟΣ
Σαν τα μεγάλα λόγια τους ακούω, που με στόμα
Τρανό τα ξεφωνίζουνε αυτοί οι ανόσιοι άντρες,
Φόβος περνάει τα στήθια μου και όλη ανατριχιάζω.
Θεέ μου, ας χανόντανε όλοι στη γη ετούτη!..

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ
Τώρα στον έκτο έρχομαι,άνθρωπο μυαλωμένο
Και με αντρεία ξεχωριστή:το μάντη Αμφιάραο.
Ταγμένος ειν' αυτός μπροστά στην πύλη Ομολωΐδα
Και με βρισίδι τον τρανό Τυδέα τον στολίζει.
Τον λέει φονιά, κι ότι έκανε την πόλη άνω κάτω,
Και ότι έφερε κακά μεγάλα μες στο Άργος,
Και του θανάτου οπαδό, κλητήρα Ερινύας
Και σύμβουλο του Αδράστου για τα κακά όλα τούτα.
Κι έπειτα πάλι στον τρανό στρέφοντας αδερφό σου,
Τον Πολυνείκη, κι έντονα στα μάτια βλέποντάς τον-
Κι όταν τελείωνε στα δυό κόβοντας τόνομά του-
Βαριά του κράζει και αυτά του βγαίνουν απ’ το στόμα:
"Είναι δουλειά θεάρεστη αυτή κι όμορφο πράγμα
Που να τ’ ακούν οι απόγονοι και να το λεν, πως μέσα
Στην πόλη των πατέρων σου ξένο στρατό έχεις μπάσει
Και την ερήμαξες κι αυτήν αλλά και τους Θεούς της;
Τα δάκρυα της μάνας σου ποιό δίκιο θα στεγνώσει;
Και πώς η γη σου η πατρική, με δόρυ από σένα
Σαν αλωθεί, θε να γενεί έπειτα σύμμαχος σου;
Οσο για μένα, τούτο δω το χώμα θα λιπάνω
Το εχθρικό, και μέσα του κρυμμένος θα μαντεύω.
Λοιπόν στη μάχη! Κι άδοξα ελπίζω να μην πέσω".
Τέτια είπε την ολόχαλκη ασπίδα του κρατώντας
Ο μάντης, με σεμνότητα. Κι απάνω της η ασπίδα
Δεν είχε ζωγραφιές. Γιατί ο ήρωας νάναι θέλει,
Κι όχι να φαίνεται, καθώς θε να καρπολογάει
Τ’ αυλάκι πούχει το βαθύ μες στην καρδιά του, απ' ό,που
Γενναίες και καλοστόχαστες πάντα βουλές βλασταίνουν.
Σ’ αυτόν είναι η γνώμη μου πως πρέπει αντιπάλους
Γενναίους μα και φρόνιμους να στείλεις, γιατί εκείνος
Που σέβας έχει στους θεούς, όπλο ισχυρό κατέχει.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Αλίμονο! Τύχη κι αυτή που σμίγει εδώ στον κόσμο
Το δίκαιο άντρα μ' ένανε ασέβεια γεμάτον!
Χειρότερο απ’ την κακή τη συντροφιά δεν είναι
Σ’ όποια δουλειά. Καλό απ' αυτή κανένα μην προσμένεις.
Θάνατος είναι ο καρπός στης αμαρτίας το χώμα.
Αν κάποιος θεοφοβούμενος μπει μέσα σε καράβι
Μαζί με ναύτες έτοιμους βρωμοδουλειά να κάνουν
Με το θεομίσητο κι αυτός σινάφι θα βουλιάξει.
Κι αν, όντας δίκαιος αυτός, έχει για συμπολίτες
Αντρες τους ξένους που μισούν και δεν τιμούν τα θεία,
Τότε στην ίδια πέφτοντας μοιραία κι αυτός παγίδα
Απ' το μαστίγιο του θεού που όλους χτυπά,κι εκείνος
Θε να χαθεί. Ετσι κι αυτός ο μάντης-του Οϊκλέα
Λέω το παιδί, ο φρόνιμος, δίκαιος, προφήτης μέγας,
Και αντρειωμένος κι ευσεβής, με τους κακούς αντάμα
Και τους θρασύτατους αυτούς πόσμιξε άθελά του
Που το αγύριστο στρατί του Αδη έχουν διαλέξει-
Μαζί μ’ αυτούς θα τραβηχτεί κι εκείνος προς τα κάτω.
Νομίζω ακόμα πως αυτός στις πύλες δε θα ορμήσει,
Οχι πως τάχα είναι δειλός και δεν το λεει η καρδιά του
Μα ξέρει πώς είναι γραφτό η μάχη να τελειώσει
Αν οι μαντείες άκαρπες δεν είναι του Λοξία.
Θα βαλω  ωστόσο τον τρανό Λασθένη απέναντί του
Φρουρό της πύλης, που μισεί τους ξένους και που έχει
Γέρικο νου, μα η νιότη του ανθίζει στο κορμί του,
Το μάτι του ειν’ αστραπή και γρήγορο το χέρι   
Κι ότι απ’ ασπίδα γυμνωθεί τ' αρπάζει με το δόρυ.
Μα είναι δώρο του θεού στον πόλεμο η νίκη.


ΧΟΡΟΣ
Ακούστε με που δίκαια παρακαλώ θεοί μου
Και να νικήσει η πόλη μου κάνετε. Και την ήττα
Δώστε την όλη στους εχθρούς. Κι ο Δίας διώχνοντάς τους
Έξω απ' την πόλη, κεραυνό ρίχνοντας ας τους κάψει.

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ
Τώρα τον έβδομο θα πω, της έβδομης της πύλης,
Τον ίδιο σου τον αδερφό, ποιες για την πόλη λέει
Κατάρες μα και ποιες ευχές. Αφού στους πύργους πάνω
πατήσει, κι όταν άρχοντα της πόλης τον κηρύξουν,
Παιάνα νικητήριο αφού αλαλάξει πρώτα
Με σε τον ίδιο ύστερα να μετρηθεί. Και ή δίπλα
Εσένανε σκοτώνοντας κι εκείνος να πεθάνει
Ή, αν θα μείνει ζωντανός να σ' εξορίσει, κι έτσι
Την άτιμη να εκδικηθεί δικιά του εξορία.
Τέτοια αλυχτάει. Και τους θεούς της πατρικής του χώρας,
Της χώρας που τον γέννησε, να επιβλέψουν έτσι
που ολ' αυτά να γίνουνε ζητάει ο Πολυνείκης.
Κι έχει μιαν ολοκαίνουργια και στρογγυλή ασπίδα
Και μια διπλή απάνου της εικόνα σκαλισμένη:
Βλέπεις έναν ολόχρυσο πολεμιστή, και μπρος του
Σεμνόπρεπη οδηγώντας τον γυναίκα. Κι είναι λέει
Η Δίκη, όπως τα γράμματα το δείχνουν: «Θα τον φέρω
πίσω τον άντρα εγώ αυτόν, τα πατρικά να πάρει
τα σπίτια και την πόλη του». Τέτοια εσκαρφιστήκαν
Να γράψουν στην ασπίδα του. Και γρήγορα συ σκέψου
Ποιόν θα του στείλεις αντικρύ. Γιατ’ ειν' όσα σου είπα
Πέρα για πέρα αληθινά. Δε θα τους βρεις ψεγάδι.
Κα τώρα ο ίδιος κρίνε πώς το πλοίο θα τιμονέψεις.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
 
Ω! θεομίσητη εσύ και θεοπειραγμένη
Του Οιδίποδα ολοδάκρυτη γενιά-γενιά δικιά μου!
Ωϊμέ μου: Τώρα πιάνουνε οι κατάρες του πατέρα.
Μα δεν ταιριάζουν κλάματα ούτε και μοιρολόγια
Μήπως και μεγαλύτερον αυτά γεννήσουν θρήνο.
Όμως γι αυτόν που αληθινά του αξίζει τ’ όνομά του,
Τον Πολυνείκη, γρήγορα το έμβλημα θα δούμε
Ποιο είχε αποτέλεσμα, κι αν θα τον φέρουν πίσω
Τα γράμματα που ολόχρυσα χάραξε στην ασπίδα,
που απ’ τη λύσσα της ψυχής ξεχείλισαν. Ναι, ίσως,
η Δίκη αν τον παράστεκε μονάχα η παρθένα,
Του Δία η κόρη στα έργα του και στους διαλογισμούς του.
Μα ούτε όταν έβγαινε απ’ της μήτρας τα σκοτάδια
ουτε όταν ήτανε παιδί και νέο παλληκάρι
ούτε όταν του εφούντιοσε η τρίχα στο πηγούνι
Η Δίκη καταδέχτηκε ποτέ να τον κοιτάξει.
Ούτε όταν στην πατρίδα του κάνει κακό πιστεύω
πως στο πλευρό του θα ’στεκε η Δίκη γιαί τότε
θα έχει αυτή ολότελα ντροπιάσει τ’ όνομά της,
Αντρα που ειν' αδίστακτος βοηθώντας. Και αυτή ’ναι
Η πίστη μου, γι αυτό κι εγώ θα μετρηθώ μαζί του
ο ίδιος-και πώς θάτανε δίκιο να πάει άλλος…
Αρχοντας με τον άρχοντα κι αδέρφι με τ' αδέρφι
Κι εχθρός μ' εχθρό θα συγκρουστούν. Γρήγορα τις κνημίδες
Φέρτε μου, και του λιθαριού τη σκέπη και κοντάρι.

ΧΟΡΟΣ
Μη γίνεις γιε του Οιδίποδα πολυαγαπημένε
Ιδιος με κείνον στην οργή, που ό,τι του πεις τ' αξίζει.
Αρκεί σε πόλεμο ναρθούν Καδμείοι με Αργείτες.
Μπορεί το αίμα εκείνων τον καθαρμό να φέρει.
Θάνατος όμως αδερφών του ενός από τον άλλο,
Τετοιο ένα κρίμα, πάντοτε άφθαρτο θ' απομείνει.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Αν έρχεται η συμφορά χωρίς ντροπή σε κάποιον,
έστω. Αυτό για τους νεκρούς το μόνο κέρδος είναι.
Αλλά ντροπή και συμφορά μαζί, δε φέρνουν δόξα.

ΧΟΡΟΣ
Γιε μου τι λες; Τι ’ναι αυτή η λύσσα του πολέμου
που την ψυχή σου θεόσταλτη σου καταπλημμυρίζει;
Αυτόν τον πόθο τον κακό βγάλτον από τη ρίζα.
Αφού το βιάζει ο Θεός πολύ το πράγμα τόσο
Ας πάει καλοτάξιδο στου Κωκυτού το κύμα
Οπως η μοίρα τούγραφε, όλο το σόι του Λάιου
Το για τον Φοίβο βδελυρό.

ΧΟΡΟΣ
                                              Κεντώντας σε σε σπρώχνει
Μια ωμοφάγα πεθυμιά να κάνεις ένα φόνο
Που ο καρπός του είναι πικρός. Γιατ' είναι μέγα κρίμα
Αίμα να χύσεις αδερφού.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
                                            Γιατί κοντά μου στέκει
Αδάκρυτη και με ξερά τα μάτια η κατάρα
Η μαύρη, ενός αγαπητού πατέρα που μου λέει
"Κέρδος σου μια ώρα αρχήτερα θα είναι, να πεθάνεις"

ΧΟΡΟΣ
Μη  την ακούς  εσύ. Δειλόν  δε  θα σε πει κανένας
που  τη  ζωή  σου έσωσες. Η μαυροφόρα μήπως
Η  Ερινύα τα σπίτια μας  δε θα τ’ αφήσει όταν
Από  τα χέρια μας  δεχτούν  οι  Θεοί  θυσίας  δώρα;

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Λίγο πια τώρα οι θεοί εμάς μας λογαριάζουν.
Είναι γι αυτούς καλόδεχτη θυσία ο χαμός μας.
Γιατί το χάρο ακόμα εγώ να τόνε καλοπιάνω;

ΧΟΡΟΣ
Κάν' το όσο είναι δίπλα σου. Της ζήσης το γραμμένο
Αλλάζει όταν κι ο καιρός γυρίζει. Και η μοίρα
Μπορεί αγέρι απαλό πνέοντας να ξανάρθει.
Τώρα με μια άγρια ορμή ακόμα εκείνη βράζει.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Γιατί  την ανασκάλεψαν  του Οιδίποδα οι κατάρες.
Κι  αλήθεια τα οράματα του  ύπνου  μου  εβγήκαν,
που  μοίραζαν   το  πατρικό το βιός  με το μαχαίρι.


ΧΟΡΟΣ
Και τις γυναίκες λανιυγε αν και  δε  σου καλαρέσει.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Αν κάτι αξίζει πες το μου. Αλλά με λίγα λόγια.

ΧΟΡΟΣ
Το δρόμο για την έβδομη την πύλη μη τον πάρεις.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Τα λόγια δε στομώνουνε γνώμη ακονισμένη.

ΧΟΡΟΣ
Τη νίκη, ας είναι κι άδοξη, πάντα οι Θεοί τιμάνε.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Στρατιώτης τέτοιο να δεχτεί λόγο, αδύνατο είναι.

ΧΟΡΟΣ
Του αδερφού σου θες λοιπόν το αίμα συ να χύσεις;

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Κακά που δίνουν οι Θεοί, όχι, δεν τα ξεφεύγεις.





ΧΟΡΟΣ
ΔΕΥΤΕΡΟ ΣΤΑΣΙΜΟ

Σύγκορμη τρέμω τη Θεά που με Θεούς δε μοιάζει,
Που σπίτια κλείνει κι άλαθη κακών είναι μηνύτρα, Σπρωγμένη από την Έριδα την παιδοδολοφόνα
Την Ερινύα, που η ευχή ενός πατέρα κράζει,
Τις φοβερές κατάρες του σε τέλος μη τις βγάλει,
Πούκανε αυτός, ο Οιδίποδας στο τάραγμα του νου του.

Από τη χώρα των Σκυθών ο Χάλυβας φερμένος
Ξένος, ρίχνει τα ζάρια του και χτήματα μοιράζει
και κλήρους, με σκληρή καρδιά και σιδερένιο χέρι.
Και δίνει τόσο να κρατούν στην κατοχή τους χώμα
όσο σα θα πεθάνουνε μονάχα θα κρατούνε,
Κι απ' τα πολλά χωράφια τους τίποτα δεν τους δίνει.

Κι όταν από τα ίδια τους τα χέρια σκοτωθούνε
Κι όταν στη γη πέσουν νεκροί κι εκείνη όταν θα πίνει
Το μαύρο αίμα της σφαγής, ποιός τότε θα τους λούσει;
Ποιός θα προσφέρει καθαρμούς γι αυτούς;  Ω! Των σπιτιών τους
Πόνοι καινούργιοι πούρθανε με τους παλιούς να σμίξουν.

Ο νους μου πάει στην παλιά την αμαρτία που τώρα
Γρήγορα ξεπληρώνεται, μα και που μένει ακόμα
Μέχρι την τρίτη τη γενιά. Οταν στο πείσμα ο Λάιος
Του Απόλλωνα που τρεις φορές του είπε απ' τα μαντεία
Τα πυθικά, που βρίσκονται πάνω στης γης τ' αφάλι
Η πόλη πως θα σώζονταν αν άκληρος πεθάνει.

Κι απ’ το γλυκό νικήθηκε πλάνεμα και γεννάει
Τον ίδιο του το θάνατο, τον πατροκτόνο γιό του,
που τόλμησε-ο Οιδίποδας-στο ιερό χωράφι
Της μάνας όπου μέσα του τράφηκε, μία ρίζα
Να σπείρει αιματοπότιστη. Μια οργισμένη ώρα,
Μια τρέλλα τους δυο νιόπαντρους τους έχει ζευγαρώσει.

Και τώρα είναι μια θάλασσα με συμφορές γεμάτη
που πέφτει τόνα κύμα της και τάλλο ανεβαίνει
Τρίκορφο, μεγαλύτερο, που ολόγυρα στην πρύμνη
Κοχλάζει, ενω οι πύργοι μας φράγμα φτενό στη μέση
Για προστασία μας στέκουνε. Και τρέμω για την πόλη
Μη με τους βασιλιάδες της κι αυτή μαζί θα σβήσει.

Γιατί οι κατάρες οι παλιές πολύ βαριά στο τέλος
Ξοφλάνε. Και ολότελα. Κι αν ο χαμός αφήνει
Απείραχτους τους ταπεινούς, μα τους μεγαλουσιάνους
που πλούτη εμάζεψαν πολλά πάνω από το μέτρο,
και κείνους και τα πλούτη τους σύρριζα τα κλαδεύει.

Ποιόν άνθρωπο καμμιά φορά τόσο πολύ τιμήσαν
και οι συνέστιοι θεοί κι οι άνθρωποι της πόλης
Όσο είχαν τον Οιδίποδα τιμήσει, όταν τη χώρα
Από το τέρας λύτρωσε που άρπαζε τους άντρες;

Κι όταν του φανερώθηκαν του μαύρου οι άθλιοι γάμοι
Τρελός απ' τον αβάσταγο τον πόνο του επήγε
κι ένα διπλό έκανε κακό. Με το ίδιο του το χέρι,
Ο πατροφόνος, έβγαλε τα δύο του τα μάτια
πιό ακριβά στον άνθρωπο κι απ' τα παιδιά του ακόμα.

Και μέσα στ' άγριο πάθος του, και τα παιδιά του ακόμα
Εκαταράστηκε, γιατί, καλά δεν τον ετρέφαν.
Κι αλίμονο! Πικρόγλωσση τους δίνει μια κατάρα:
Το βιός του να μοιράσουνε με σίδερο στο χέρι.
Και τρέμω η γοργοπόδαρη μήπως η Ερινύα
Απ' ώρα σ' ώρα τη βαριά κατάρα την πληρώσει.
 
ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ
Θάρρος παιδιά μαμμόθρεφτα και καλομαθημένα.
Απ' της σκλαβιάς τον κίνδυνο εξέφυγε η πόλη
Και των τρανών οι κομπασμοί κόπηκαν τα φτερά τους.
Από την τρικυμία νερά δεν έκανε το πλοίο.
Γιατί κρατεί το κάστρο μας και άξιους προμάχους
Εβάλαμε στις πύλες μας για να τις διαφεντέψουν.
Με λίγα λόγια όλα καλά στις έξη πύλες πάνε.
Και την εβδόμη ο σεβαστός διάλεξε εβδομαγέτης,
Ο βασιλιάς Απόλλωνας, του Οιδίποδα το γένος
Εκεί του Λάιου το παλιό το κρίμα να πληρώσει.

ΧΟΡΟΣ
Τι νάχει έβρει ξαφνικό νέο την πόλη ακόμη;

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ
Η πόλη σώθηκε. Αλλά οι αδερφοί άρχοντες της…



ΧΟΡΟΣ
Ποιοί; Τ' είπες; Απ' τον τρόμο μου έχασα το μυαλό μου…

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ
 Ηρέμησε και άκουσε.Του Οιδίποδα οι γόνοι…

ΧΟΡΟΣ
Αχού η ταλαίπωρη εγώ: Μαντεύω τι μας βρήκε.

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ
Πολύ καλά το μάντεψες. Φάγαν κι οι δυο τους χώμα.

ΧΟΡΟΣ
Κείτονται εκεί, νεκροί; Φριχτό είν’ μα έλα, πες το…

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ
Ναι. Από χέρι αδερφικό χαθήκανε κι οι δύο.

ΧΟΡΟΣ
Κοινή και για τους δύο τους ήταν η ολέθρια μοίρα
Που την κακότυχη γενιά έχει έτσι αφανίσει.

ΑΓΓΈΛΙΑΦΟΡΟΣ
Είναι και για να χαίρεσαι μα και να κλαις αντάμα.
Νικά η πόλη μας αλλά, οι δυο οι αρχηγοί μας,
Οι στρατηγοί, μοιράστηκαν τα χτήματά τους όλα
Με δουλεμένο Σκυθικό σίδερο. Και θα πάρουν
Από τη γη, όση μοναχά στον τάφο τους κατέχουν.
Εκεί που τους κατέβασε η πατρική κατάρα.

ΧΟΡΟΣ
ΤΡΙΤΟ ΣΤΑΣΙΜΟ
Μα ω! Δία δύναμη πολλή που έχεις και μεγάλη
Και σεις Θεοί πολιούχοι μας, γι αυτό  που έχετε κάνει,
Του Κάδμου  να στεριώσετε το κάστρο, τι να ψάλλω;
Χαράς στο Σωτήρα ψαλμό που εφύλαξε αυτήνε
Δίχως βλάβη την πόλη μας ή για κείνους τους δύο
Αρχηγούς  που τους έλαχε θλιβερή μία μοίρα
ταιριαστή με τα ονόματα δίχως άλλο που είχαν
και που χάθηκαν άκληροι από μία διχόνοια
που οι θεοί απεχθάνονται, να ταιριάσω έναν θρήνο;

Ω! Μαύρη τέλεια πούστρεξες του Οιδίποδα κατάρα
Για τα παιδιά του! Σύγκρυο γεμίζει την καρδιά μου
Και μοιρολόι αρχινώ, θανάτου, ίδια μαινάδα
Για αιματοκύλιστους νεκρούς που αδικοθανατίσαν.
Α! Συναυλία του κονταριού εσύ καταραμένη!

Τόπε και τόκανε η ευχή που ζήτησε ο πατέρας
Και διόλου δεν εδίστασε. Κι η θέληση του Λάιου
Μέχρι το τέλος βάσταξε. Την πόλη έγνοια σφίγγει.
Ο αγριεμένος ο θυμός δε λέει να ξεθυμάνει.
Αχού! Αξιοθρήνητοι εσείς, και ποιος να το πιστέψει
Το που εκάματε. Και να! Η συφορά η μαύρη
Οχι με λόγια έφτασε, αλλά με μοιρολόγια.

Τα λόγια-νάτα-που άκουα, τώρα τα βλέπω μπρος μου.
Δύο καημοί δυό αδερφών αλληλοσκοτωμένων.
Δυό συφορές. Από διπλό καημό διπλό φαρμάκι.
Και τι να πω; Και βέβαια τι άλλο παρά οι πόνοι
Στα σπίτια ότι έρχονται ο ένας πα’ στον άλλο…

Μα με το πρίμο φίλες μου του θρήνου το αγέρι
Και με τα χέρια για κουπιά τριγύρω απ' το κεφάλι
Λάμνετε σα στου Αχέροντα να είσαστε το κύμα Ξεπροβοδώντας μια πομπή που η βαριά της βάρκα
Με τα κατάμαυρα πανιά την πάει προς την ανήλια-
Την που ποτέ ο Απόλλωνας δεν πάτησε την όχθη
 Πού ενώ για όλους ειν’ εκεί κανένας δεν τη βλέπει.

Μα νάτες που για το πικρό το χρέος τους έχουν έρθει
Νεκρούς να κλάψουν αδερφούς Ισμήνη κι Αντιγόνη.
Απ' τα ωραία, βαθύκολπα στήθη τους δίχως άλλο
Τον πόνο τους το δίκαιο θα βγάλουνε νομίζω.
Κα πριν, εμείς να κράξουμε πρέπει της Ερινύας
Τον ύμνο τον κακόφωνο κι ύστερα τον παιάνα
Του Αδη του αποτρόπαιου να ψάλουμε.
                                                                
                                                                           Ωιμένα!
Δυστυχισμένες πιο πολύ σεις αδερφές απ' όλες
Όσες με ζώστρες δένουνε της μέσης τους το γύρο!
Κλαίω αναστενάζοντας-κι όχι, δεν προσποιούμαι,
Από τα βάθη της καρδιάς αληθινά σπαράζω.)

Ωιμένα! Ωιμέ! Κακόγνωμοι που δεν ακούατε φίλους
Που άπληστοι για συφορές τα πατρικά σας σπίτια
Πήγατε και ρημάξατε με τα μαλώματά σας!
Ατυχοι αλήθεια κι άτυχους εβρήκανε θανάτους
Και με ντροπή γεμίσανε τ' αρχοντικά τους σπίτια.


Ωιμένα! Ωΐμέ! Τους τοίχους τους γκρεμίσατε μονάχοι
Και μοναρχίες είδατε πολύ πικρές κι οι δυο σας.
Τώρα ξαναγαπήσατε με σίδερο στο χέρι
Κι η μαύρη του πατέρα σας η φοβερή Ερινύα
Αληθινή, του Οιδίποδα, πέρα για πέρα εβγήκε.


Στα ζερβά τους χτυπήθηκαν-χτυπηθήκαν αλήθεια
Τα πλευρά τα ομόσπλαχνα. Αλί δυστυχισμένοι.
Αλί και στις διπλόφονες κατάρες του θανάτου.
Τα σπίτια τους και τα κορμιά θαρρείς πως χτυπήθηκαν
πέρα για πέρα απ' την πληγή της πατρικής κατάρας
πούρθε με μίσος φονικό κι ανήκουστη μια λύσσα.


Δονεί την πόλη ο στεναγμός. Στενάζουνε οι πύργοι
Κι η γη που τους αγάπαγε. Οι απόγονοι τα πλούτη
θα τα χαρούν, που φέρανε την έριδα ετούτη
Την άγρια-κι αλλίμονο,το τέλος του θανάτου.
Μοιράσανε μ' αψιά καρδιά τα υπάρχοντα τους ίσα
Και οι δικοί τους μοναχά παράπονο να έχουν
μπορούν με τον συμβιβαστή, τον άχαρο τον Αρη.

Σιδεροχτύπητοι εδώ είναι πεσμένοι-νάτοι!
Σιδεροκάμωτοι εκεί τους καρτερούν-τι τάχα;
Αν θα ρωτήσεις, οι λαχνοί των πατρικών τους τάφων.
Τους προβοδάει των σπιτιών ο καρδιοσφάχτης θρήνος Στριγγός μαζί και σπαραχτός, πνιγμένος μες στον πόνο,
 Ξένος σε όλες τις χαρές, που την ψυχή με λύπη
Γεμίζει και που δάκρυα απο την καρδιά μας φέρνει,
που λυώνει η δόλια αληθινά τα δύο της σαν κλαίει
Τα βασιλόπουλα.

                                  Αλλά και κάτι άλλο πρέπει
Να πω γι αυτούς τους δύστυχους. Ότι κακό μεγάλο
’κάναν στους συμπολίτες τους αλλά, και στους στρατιώτες Τους ξένους που έχουν έρθει εδώ για να μας πολεμήσουν. Μες στις γυναίκες που παιδιά γεννάνε , πόσο θάναι
Απ' όλους πιό βαριόμοιρη αυτή που αυτούς εγέννα,
πούκανε άντρα το παιδί το ίδιο το δικό της
Δίνοντας ζωή σ' αυτούς τους δυό που αλληλοσφαγήκαν
Ο ένας απ' του αλλουνού τ' αδερφικό το χέρι.

Αλήθεια, ναι, αδερφικό και στον ξολοθρεμό τους
που μ' εχθρητα στη μοιρασιά κι άγρια ξεσυνέρια
Τον πόλεμό τους σφράγισε. Σταμάτησε το μίσος
Και στην αιματοπότιστη τους έσμιξε η ζωή τους
τη γη. Κι αίμα εγίνανε τα δυό αλήθεια ένα.
Ηταν πικρός ξεδιαλυτής στην έριδα το ξένο
το ποντιακό το σίδερο, που βγαίνει ατσαλωμένο
Από τα στήθια της φωτιάς. Αλλά πικρός κι ο Αρης
Που τους εκακομοίρασε τα υπάρχοντά τους έτσι
Και την κατάρα αλήθεψε ως πέρα του πατέρα.

Απ' τις μεγάλες συμφορές που οι Θεοί έχουν στείλει
Τα μερτικά τους πήρανε. Αλλά της γης τα πλούτη
Που τα νεκρά τώρα κορμιά κρατεί, άβυσσος είναι.

Α! Σεις που εστολίσατε το στέμμα των σπιτιών σας
Με συφορών διαμαντικά, στο τέλος οι κατάρες
Όταν εσείς χαθήκατε στριγγό αλαλάξαν ύμνο.   
Κι ορθώνετ’ η Άτη τρόπαιο στην πύλη που μπροστά της
Σφαχτήκανε.  Κι αγύριστα πια η γενιά εχάθη.




ΗΜΙΧΟΡΙΟ Α'
Ελάβωσες-λαβώθηκες.

ΗΜΙΧΟΡΙΟ Β'
Τον σκότωσες-σκοτώθεις.

Α'
Με κοντάρι τον ξέκανες.

Β
Με κοντάρι εχάθης.

Α'
Κακόπραγε'.

Β'       
 Κακόπαθε!

Α'
Ω! σεις, χυθείτε θρήνοι.

Β
Ω! Σεις! χυθείτε δάκρυα μου.

Α
Εδώ είσαι πεσμένος.


Β'
Αφού πριν τον εσκότωσες.

Α'
Αλίμονο:


Β'
Αλί μου:

Α'
Σαλεύει ο νους μου απ' το κακό.

Β'
Βογγάει η καρδιά μου

Α
 Ω! απ’ όλους θρήνητέ μου εσύ!

Β
Βαριόμοιρε συ πάλι.

Α
Από δικό σκοτώθηκες.

Β
Και σκότωσες δικό σου.

Α
Διπλά να πεις.

Β
Διπλά να δεις.

Α
Θρήνοι που τοσο μοιάζετε ο ένας με τον άλλον.     

Β
Θρήνοι εσείς αδερφικοί κι αδερφωμένοι τόσο.
    
Α-Β
Ω! Μοίρα μεγαλόδωρη σε πίκρες και σε πόνους
Και τρομερή του Οιδίποδα σκιά, μαύρη Ερινύα,
Μεγάλη έχεις δύναμη.

Α
Ωιμένανε!

Β
Αλλί μου!

Α
Συφορές κακοθώρητες

Β
Μούφερε όταν ήρθε.

Α
Μα δεν ήρθε, κι ας σκότωσε.

Β
Πέθανε όταν ήρθε.

Α
Καλά λες. Αφανίστηκε.

Β
Μ' αφάνισε και κείνον.

Α
Γενιά κακόμοιρη εσύ.


Β
Που άθλια έχεις πάθει.

Α
Δύστυχα πάθη αδερφικά

Β
Κακά φριχτά μας ήρθαν.

Α-Β
Ω! Μοίρα μεγαλόδωρη σε πίκρες και σε πόνους Και^τρομερή του Οιδίποδα σκιά,μαύρη Ερινύα,
Μεγάλη έχεις δύναμη.

Α
Συ σαν παθός τον ήξερες.

Β
Κι εσύ δε μένεις πίσω.  

Α
Στην πατρίδα όταν γύρισες

Β
Στο δόρυ του ενάντιος.

Α
Αλλίμονό μου συφορές.

Β
Αλλίμονό μου πόνοι.

Α
Στα σπίτια και στη χώρα μας.

Β
Και πιότερο σε μένα.

Α
Σε μένα περοσσότερο.

Α
Ω! Βασιλιά της  συφοράς αλλίμονό αλλί  σου.

Β
Αλλί και σε πολυκλαυτε χίλιες φορές ακόμα.

Α
Αλλί! Εβυθίστη μέσα σας της μοίρας το μαχαίρι.

Β
Αλλί και που να φτιάξουμε τάχα για σας το μνήμα;

Α
Στη θέση αλλί που πιο τιμή μεγάλη θα τους κάνει.

Β
Θα βάλουμε τους άμοιρους στο πλάι του πατέρα.


(ΚΗΡΥΚΑΣ
Πρέπει τι κρίναν να σας πω και τι αποφασίζουν
Οι λαϊκοί οι πρόκριτοι της πολιτείας του Κάδμου.
Για τον Ετεοκλή λοιπόν έχουν αποφασίσει
Μ’ όλες τις πρέπουσες τιμές τάφο εδώ να έχει
Για την πολλή αγάπη του πούδειξε στην πατρίδα.
Γιατί μισώντας τους εχθρούς προτίμησε να πέσει
Μες στην πατρίδα του νεκρός, και στων Θεών τα όσια
Πιστός τα πανσεβάσμια μία θανή εβρήκε
Ωραία, τέτοια που οι νέοι αξίζει να πεθαίνουν.
Αυτή 'ναι που έχω η διαταγή να λέω εγώ για τούτον.
Και όσο για τον αδερφό αυτουνού, τον Πολυνείκη,
Αταφος έξω να ριχτεί για να τον φαν οι σκύλοι,
Γιατί ’θελα ερήμαζε την πόλη των Καδμείων
Αν κάποιος από τους θεούς μπροστά του δε στεκόταν
Εμπόδιο στο κοντάρι του. Μα όμως πάντα θάναι
Ακόμα και στο θάνατο βαριά στιγματισμένος
Τους πατρικούς του αφού Θεούς τους έχει ατιμάσει
Στην πόλη ξένο ρίχνοντας στρατό να την κουρσέψει.
Ετσι λοιπόν ορίστηκε απ' τ' ουρανού τα όρνια
Ατιμα εκείνος να θαφτεί, επίχειρα έτσι άξια
Παίρνοντας, κι ούτε απάνω του χέρι να ρίξει χώμα,
Ούτε με τους στριγγόφωνους να τιμηθεί τους θρήνους
Και ούτε φίλοι τ' άτιμο ξόδι να συνοδέψουν.
Αυτά η νέα η αρχή της Θήβας έχει ορίσει.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Αλλά κι εγώ λέω σ' αυτούς τους άρχοντες της Θήβας
Πως κι άλλος αν δε θα βρεθεί μαζί μου να τον θάψει
Πάνω μου μόνη μου εγώ τον κίνδυνο θα πάρω
Τον αδερφό μου θάβοντας. Κι ούτε ντροπή μου τόχω
Κεφάλι αντάρτισσας μπροστά στην πόλη να σηκώσω.
Δεσμός φοβερός το κοινό που μας γέννησε σπλάχνο
Από μια μάνα άμοιρη και δύστυχο πατέρα.
Λοιπόν τις άθελες κακές πράξεις του αδερφού μου
Θέλοντας συ, και ζωντανή, ψυχή μου συμμερίσου
Κι αδερφικά μοιράσου τες. Οχι, αυτουνού τις σάρκες
οι πεινασμένοι να τις φαν οι λύκοι δε θ’ αφήσω.
Τέτοιο κανείς κάτι στο νου ποτέ να μην το βάλει.
Τάφο εγώ θε να του βρω και λάκκο θα του σκάψω.
Κάποιονε θα μηχανευτώ, αν και γυναίκα, τρόπο.
Στου βυσσινιού του πέπλου μου τον κόρφο θε να φέρω
Χώμα να ρίξω πάνω του. Ετσι ακριβώς θα γίνει.
Τρόπο το θάρρος μου θα βρει και όλα θα τα κάνει.

ΚΗΡΥΚΑΣ
Κι εγώ σου λέω αντίθετα στην πόλη μην πηγαίνεις.


ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Κι εγώ σου λέω μη μου λες λόγια που παν χαμένα.

ΚΗΡΥΚΑΣ
Δύσκολος γίνετ' ο λαός κίνδυνο σαν ξεφύγει.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Δύσκολος και ξεδύσκολος θα κάνω αυτό που σου ’πα.

ΚΗΡΥΚΑΣ
Και άντρα λαομίσητο με τάφο θα τιμήσεις;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Την κρίση τους την έχουνε οι θεοί για τούτο κάνει.

ΚΗΡΥΚΑΣ
Οχι όμως πριν τη χώρα του τη φέρει άνω κάτω.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Αδικο του εκάμανε και μ' άδικο απαντούσε.

ΚΗΡΥΚΑΣ
Μα ενάντια σ' όλους στράφηκε κι όχι στον ένα μόνο.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Απ' τους θεούς η Εριδα σωπαίνει τελευταία.
Κα θα ταφεί από μένανε.Τα λόγια σου μη χάνεις.

ΚΗΡΥΚΑΣ
Κάνε ό,τι θέλεις μόνη σου. Εγώ είπα κι απόειπα.

ΧΟΡΟΣ
Αλίμονο!  Αλίμονο! Mεγαλοκαυχησιάρες
Που σπίτια εχαλάσατε του ολέθρου, Ερινύες,
Όμοια και του Οιδίποδα έχετε αφανίσει  
Το σόι από τη ρίζα του. Να πω τι; Τι να κάνω;
Τι να σκεφτώ; Πώς άκλαφτον να στέρξω να σ’ αφήσω
Και ίσα με τον τάφο σου να μη σε συνοδέψω;
Και τρέμω, και των πολιτών ο φόβος μ' εμποδίζει.  
Όμως εσέ κόσμος πολύς νεκρόν θα σε θρηνήσει.
Και ο ταλαίπωρος αυτός αθρήνητος θα πάει.
Της αδερφής του μοναχά, θρηνητικά, το κλάμα
-ποιός τάχα θα το πίστευε-θα τον ξεπροβοδίσει.


ΗΜΙΧΟΡΙΟ Α'
Ας τους έκανε ότ' ήθελε όσους κλάψουν, η πόλη,
Του Πολυνείκη το νεκρό. Εμείς όμως θα πάμε
Συνοδεία στο ξόδι του και βοηθοί στην ταφή του.
Γιατί πένθος για ολόκληρη τη γενιά είναι τούτο.
Όμως η πόλη συνηθά το δίκαιο να βλέπει
Αλλοτε έτσι, άλλοτε αλλιώς.

ΗΜΙΧΟΡΙΟ Β'
                                                 Εμείς μ’ αυτόν θα πάμε
Που και το δίκιο απαιτεί, κι η πόλη, γιατί ετούτος
Μετά το Δία και τους θεους πιότερο είχε βοηθήσει  
Από των ξένων τ' άγριο το κύμα, μη βουλιάξει
Κι όλη χαθεί αγύριστα η πόλη των Καδμείων.)



ΤΕΛΟΣ

 ΕΝΑΣ ΕΜΠΡΗΣΤΗΣ ΜΙΛΑΕΙ  
Είδα το φως στο χώμα ετούτο. Που θα πει,
φάνηκα εδώ
για να δουλέψω και να φάω απ’ αυτό.
Σ’ ένα σχολείο επήγα
τέτοιο καθώς ο νόμος σας το ήθελε-
ο νόμος που με τ’ όπλο σας στον κρόταφό μου
να υπογράψω με αναγκάσατε.
Εκεί με μάθατε ότι "ναι" να λέω πρέπει
σε σας όπου με κλέβετε και με σκοτώνετε
και "όχι" σ’ όσους θέλουνε να κλέψουν
και να σκοτώσουν τους φονιάδες μου-εσάς.
Μεγάλωσα. Μου είπατε πως για να ζήσω
έπρεπε μια δουλειά κι εγώ να κάνω,
που τα εννιά της θα επλούτιζαν εσάς
και το ένα της θα ήτανε δικό μου.
Και σας εδούλεψα.
Όμως δεν μπόρεσε η βια σας να τσακίσει
εκτός απ’ το κορμί μου και το νου.
Αυτός σκεφτότανε και σκέφτεται ακόμα.

Είδα εκατομμύρια να μου κλέβετε
και να πνιγόσαστε μ' αυτά στον πλούτο.
Είδα να χτίζετε τις βίλες σας με το αίμα
κεινών που πέθαναν στην άσφαλτο από ρόδες αμαξιών,
γιατί το χρήμα που ήτανε για να φτιαχτεί ο δρόμος
έχτισε τα παλάτια σας.

Είδα να βαφτίζετε εργατικά ατυχήματα
τους θάνατους των φίλων μου
από την τέλεια έλλειψη μέτρων ασφάλειας στα χρυσορυχεία σας.
Εκατοντάδες τ' "ατυχήματα" τα εργατικά
κάθε χρονιά.
Σωρός οι εργάτες πεθαμένοι,
σωροί το χρήμα το κλεμμένο,
«για να δείξουμε στους ξένους πως μπορούμε
να κάνουμε κι εμείς καλούς Ολυμπιακούς».
(Τι να δείξετε τρομάρα σας;
«Για να φάμε γερά» ας λέγατε τουλάχιστον.
Νοσοκομεία δεν έχετε οι αγώνες σας εμάραναν.)

Πήρα ένα όπλο κι ήρθα για να πάρω πίσω τα λεφτά μου
μα οι μπράβοι σας,
οι πληρωμένοι με τα ίδια μου λεφτά,
μου πήραν τ’ όπλο και με φυλακίσανε.

Είδα να κάνετε ταξίδια με καράβια
που του λαού επλήρωσε η δουλειά,
και ο νησιώτης τρόπο να μην έχει
στον τόπο του να πάει, γιατί
μες στα καράβια του εσείς γλεντούσατε.
Και ήρθα το δίκιο μου για να ζητήσω
κι οι μπράβοι σας με πέταξαν στη θάλασσα.

Ποιον από σας,
οι σκουξιές,
απ’ τη διασκέδασή σας σάς απόσπασαν,
των πατεράδων, των μανάδων, των αγαπητικών,
για τους λεβέντες τους που χάθηκαν;

Ήρθα να πάρω από τα χέρια σας μια φέτα απ' το ψωμί μου-
ψωμί που εγώ εφύτεψα και θέρισα και άλεσα και ζύμωσα,
και με κλωτσιές με διώξατε.
Αρρώστησα
και με αφήσατε σαν το σκυλί στο δρόμο να πεθάνω.
Κι έπιασα κι έλυσα ένα γήπεδο του γκολφ σας
και είδα να ’ναι από πολλές φτιαγμένο μπάλες πολύχρωμες
που μέσα τις επήρατε απ’ των μικρών παιδιών μου τα όνειρα,
χαρούλες παιδικές ποδοπατώντας.

Και τα τρία δισεκατομμύρια εκοίταξα
που ο πρωθυπουργός σας έκλεψε
απ’ του λαού το στόμα,
κι από το νου κι απ’ τη χαρά,
κι είδα μέσα σε καθένα ευρώ κι ένανε θάνατο,
κι άκουσα μες στου κάθε εικοσάευρου το θρο μια
δυστυχία,
και μύρισα σαπίλα και βρωμιά σε κάθε μάτσο κλοπιμαίο.
Εκατομμύρια οι φτωχοί στον τόπο αυτό των δέκα
εκατομμυρίων.
Και πάει η τηλεόραση και δείχνει,
και λέει και ξαναλέει ο νέος πρεπολόγος σας
και δείχνουνε οι κάμερες για ένα λεφτό τη δυστυχία,
κι αμέσως ύστερα γυρίζουνε στο γεύμα
που ο πρωθυπουργός σας
στους άρπαγες λακέδες του "παρέθεσε"…

Τα θέλει όλα αυτά ο ήλιος;
Αν ναι, θα σβήσω τον ήλιο.
Τα θέλει ο ουρανός αυτά; Αν ναι
μια δίκοπη λεπίδα θα βυθίσω
στα μπλε τα λίπη της χοντροκοιλιάς του.
Το θέλουνε αυτό οι καλοντυμένοι κλέφτες; Αν ναι,
θα πω μες στο τσιμέντο να τους χτίσουνε οι εργάτες
μου-
έτσι σκληροί, λάσπη γερή θα φκιάσουν.
Κι αφού άλλο τίποτα να κάνουμε δεν το μπορούμε
ώστε μερίδιο ίσο να ’χουμε και μεις
στο φως του ήλιου που βρεθήκαμε,
κι αφού μπορούμε
λίγην ισότητα να φέρουμε
στου πράσινου του δάσους την απόλαυση,
ας το κάνουμε.
Το πράσινο εμείς, μονάχα το ακούμε. Η ανέχεια,
να πάμε ως εκεί δε μας αφήνει-για να το χαρούνε και τα μάτια μας.
Φωτιά λοιπόν να μη το χαίρεστε και σεις.
Μόνο αυτό να κάνουμε μπορούμε
χωρίς το φόβο να μας πιάστε-
ένα στουπί στην ερημιά αναμμένο
και ύστερα φευγιό.
Φωτιά!
Όλα εκείνη καθαρίζει.

Αφού σε μας τους πεθαμένους δάσος δε χρειάζεται,
φωτιά στο δάσος!-όπου κι αν θαφτούμε
αδιάφορο. Είτε αποπάνω μας
απλώνει τα κλαδιά του θείο δάσος,
είτε γυμνό το χώμα μάς σκεπάζει,
για μας το ίδιο. Καθώς και τώρα
που θαμμένοι
κάτω απ’ τα πλούσια
της αμεριμνησίας σας ελέη,
ζωής καμιά δε μας φωτίζει αχτίδα.
Τι μένει άλλο πια για μας
από τους εμπρησμούς στα δάση-
κάτι που όπως φαίνεται σας κόφτει;
Φωτιά λοιπόν!
Θόρυβο τόσο εκάνατε ποτέ
για τους νεκρούς της εργασίας ή της άσφαλτου
όσον για της καμένης Πάρνηθας τη γη;
Ποιος από σας εβγήκε
που εκτός από είδηση
αγώνα και σημαία του να κάνει τους νεκρούς
όπως τα δέντρα τα καμένα κάνει;
Εμείς, χαμένοι για χαμένοι που είμαστε. Εμείς,
έτσι κι αλλιώς,
νεκροί από τη γέννα μας.
Εμείς δε ζούμε έτσι κι αλλιώς. Εμάς λοιπόν
το κάψιμο των δέντρων δε μας βλάφτει διόλου.
Τα δάση που εκάηκαν σας πείραξαν…
Καλά, εσάς σάς πείραξαν.
Μα εμάς!
εμάς!
εμάς!
εμάς! τι μας πειράζει;
Τι μας πειράζει δύστυχοι
φίλοι νεκροί μου ζωντανοί;
Κλέφτες μού τρώνε το ψωμί και πίνουν στην υγειά
μου...
Κλέφτες εγέμισε η Ελλάδα όλη…
Όσοι δεν κλέβουνε είναι κουτοί. Ε, λοιπόν,
οι κουτοί εμείς,
ας πάμε με την κουταμάρα μας
να κάψουμε τα δάση όλα της Ελλάδας.
«Τους εμπρηστές!
Τους εμπρηστές πιάστε!»
φωνάζουν όσοι έχουνε γεμάτες τσέπες.
Τους άκουσε κανένας να φωνάζουν:
"Τους κλέφτες!
Τους κλέφτες πιάστε!»;
Μα πώς αφού οι ίδιοι είναι οι κλέφτες!..

Άφήστε τους να σκούζουν φίλοι μου.
Τώρα που κάτι βρήκαμε που να τους καίει,
ας τους κάψουμε-οι καμένοι εμείς.

Και "αναδάσωση" ακούς. Ποτέ κανείς
δεν είπε "απόδοση πίσω των κλεμμένων»
Ποτέ κανείς σας έστω δεν  ψιθύρισε «δικαιοσύνη».
Και ποτέ τους εμπρηστές κανείς δεν έπιασε
της ευτυχίας των φτωχών.

Στραβώνει τα ελληνόπουλα η Παιδεία.
Οι εχθροί τρίβουνε τα χέρια τους
για την κατάντια των "Δυνάμεων" των ένοπλών μας.
Και κανένας τίποτα δεν κάνει
να διορθωθεί η κατάσταση.
Όμως αν δέντρα θα καούν το σύμπαν ξεσηκώνεται.
(γιατί για δέντρα να φωνάζουνε εύκολο είναι.
Μα αν «κάτω οι κλέφτες» κάποιος θα φωνάξει
απ’ όσους σεις πληρώνετε να σας υμνούνε,
απ’ τα κανάλια αμέσως θα τους διώξετε
κι απ’ του Δημόσιου το ψητό θα τους προγκήξετε:
για τέτοια να φωνάζουν είναι τώρα;)

Όλα καλά λοιπόν μες στην Ελλάδα
βάρδα μονάχα ένα δέντρο μην καεί...
Κι αχνογελάω με τη «θλίψη» τη βαριά
που απλώνεται στη φάτσα
των "δημοσιογράφων" σας-
των πληρωμένων ρεμαλιών σας-
καθώς τις φλόγες περιγράφουν
που τα δάση τρώνε.

Γι αυτό πληρώνονται-έτσι για να δείχνουνε
και τέτοια για να λένε.
Τι πλύση εγκεφάλου αλήθεια είναι αυτή!
Πώς έχετε τα νέα παιδιά μου καταντήσει
δεκάρα να μη δίνουνε για τους νεκρούς τους
αδικοχαμένους
όμως να ξεσηκώνονται για δέντρα...
Καλά δουλέψατε αλήθεια όλοι σας
τα τελευταία πενήντα χρόνια:
το πράγμα εκεί ακριβώς που θέλατε το φέρατε.
Όντα εφτιάξατε άβουλα.
Αυτό θα πει πολιτικοί!

Εσείς λοιπόν οι νόμιμοι και οι φιλήσυχοι πολίτες
όσοι νομίζετε ότι ζείτε,
μην όσα λέω ακούτε
και τρέξτε τη φωτιά να σβήστε όπου πιάσει.
Εσείς ζωή που θεωρείτε τα τρακόσα ευρώ το μήνα για μιστό,
τραβάτε σβήστε τις φωτιές.
Κι αφήστε τους απάνθρωπους εμάς,
τους παλιο-εμπρηστές,
τους παλιανθρώπους,
τους τι τους έφταιξαν τα δάση τα καημένα,
τους ακοινώνητους,
τους εκδικητικούς,
δάση να καίμε.

Και φαύλοι εσείς, ακούστε με!
δώστε μας πίσω τις ζωές μας
και τότε δε θα υπάρχουν εμπρηστές.
Μα ως τότε
εμείς θα είμαστε αυτοί.
Δώστε μας πίσω αχρείοι το αίμα μας
και από κάθε επιβουλή
θα υπερασπίζουμε το περιβάλλον σας
που τότε θα ’ναι και δικό μας.
Μα ως τότε
θα το καταστρέφουμε.

"Από πίττα που δεν τρως μη σε μέλλει κι αν καεί", λέει η σοφία σας.
"Από πίττα που δεν τρως, καψ’ την να μη φάει κανείς" λέει η δικιά μας.
Μόνο έτσι
αν όλα μες στο κράτος σας καούνε,
αν στάχτες όλα θα ’χουν γίνει
τότε μονάχα να χτιστεί μπορεί
κάτι καινούργιο και ωραίο και σωστό
με αρχιτέκτονες εμάς-
τους εμπρηστές του κάθε άδικου κι απάνθρωπου.

Από τα δάση αρχινάμε.
Πού θα τελειώσουμε αν ρωτάτε,
να! σε άλλη μια φωτιά
που τ’ άθλια πάνω της κορμιά σας
θα καίγονται καθώς Λαμπρής σφαχτάρια -
Λαμπρής που όχι ένας Χριστός σας
μα ένας λαός θ’ αναστηθεί.

Εμπρός λοιπον!
Φωτιά στα δέντρα!
Στη φλόγες η Ελλάδα όλη!

Για να χαθεί αυτή η πατρίδα η στυγνή
και μι’ άλλη να ’ρθει
για τα παιδιά της όλα στοργική.

 ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΟΔΥΣΣΕΑ, ΜΕΝΕΛΑΟΥ, ΣΤΗΝ ΑΥΛΙΔΑ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ

ΟΔΥΣΣΕΑΣ
Μενέλαε, κάθισε εδώ, σε τούτο το πεζούλι. Ο ήλιος προς τη δύση του τραβάει. Όπου νάναι η νύχτα με τα πέπλα της θα μας σκεπάσει όλους. Είναι καλό μες στης βραδιάς το γαληνό το σκότος λόγια ν' αλλάζεις σοβαρά μ’ ένα καλό σου φίλο. Το νόημα που κουβαλούν δεν το σκορπίζουν γύρω στα όμορφα και στ’ απαλά και στα γλυκά της μέρας μα αυτό, μεστό, σα βιαστικό και σάμπως φοβισμένο τρυπώνει μέσα στο μυαλό του φίλου που ακούει. Και ζουμερούς δίνει καρπούς μία κουβέντα τέτοια.
Έμαθα πως παράγγειλε κιόλας ο Αγαμέμνων Και θα ’ναι εδώ πρωί πρωί αύριο το κορίτσι. Τ’ αποφασίσατε λοιπόν να πάμε για την Τροία;
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Δεν είναι η απόφαση δική μας Οδυσσέα. Οι έλληνες όλοι θέλουνε να πάμε για την Τροία γιατί καθένας τη ντροπή τη νιώθει και δική του που έφερε σε μένανε του Αλέξαντρου η πράξη. Και θέλουν ένα μάθημα καλό να δώσουν όλοι στον ξιπασμένο πρίγκιπα.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ                                             
 Μενέλαε γελιέσαι. Αν θα μπορούσες να χωθείς κάπως ανάμεσά τους θα ’βλεπες πως αντίθετα απ’ αυτό που λες συμβαίνει. Δυό δυό σαν κουβεντιάζουνε, όλοι οι στρατιώτες βρίζουν. Βρίζουνε Αγαμέμνονα, Μενέλαο κι Ελένη, και βρίζουν και τους αρχηγούς καθένας τους δικούς του που ξεκινήσανε για μια σαν τούτη περιπέτεια.
ΜΕΝ
Τι λες! Με βρίζει ο στρατός; Και όχι εμένα μόνο μα και τον Αγαμέμνονα;  Μα πες μου Οδυσσέα μπορούν μπροστά και βρίζουνε σε σένα οι στρατιώτες; Πώς από δαύτους δυο ή τρεις δε μου ’φερες δεμένους να τους περάσω από σπαθί, να δεις θα βρίζουν οι άλλοι;
ΟΔΥ
Ησύχασε Μενέλαε. Δε βρίζουνε μπροστά μου. Τι γίνεται στο στράτεμα το λέν σε μένανε άλλοι. Αλλά κι αυτό αν γίνονταν, και δέκα αν σού ’χα φέρει κι από σπαθί τους πέρναγες, θα σταματούσαν οι άλλοι να σκέφτονται όπως σκέφτονται, κι αν έστω δε μιλούσαν; Δεν ειν’ τα λόγια που μετράν μα η γνώμη και η σκέψη και με σπαθί δεν κόβονται ούτε η μια ουτ’ η άλλη.
ΜΕΝ
Αυτό ήθελες να μου πεις; Πως βρίζουν οι στρατιώτες;
ΟΔΥ
Κι ακόμα ένα Μενέλαε. Μα πριν το πω και τούτο θέλω να μου υποσχεθείς πως δε θα μου θυμώσεις. Γιατί το βρίσκω φυσικό οι μεγάλοι βασιλιάδες στα λόγια των μικρότερων εύκολα να θυμώνουν.
ΜΕΝ
Μίλα Δυσέα λέφτερα. Γιατί αν βασιλεύει στων Μυκηνών την ισχυρή τη χώρα ο αδερφός μου, κι αν του Ατρέα είμαι γιός, και αν κρατεί η γενιά μου από  το Δία που  στων θεών την τάξη πρώτος είναι, Αλλά και συ πίσω δεν πας. Είσαι  θεού εγγόνι.
ΟΔΥ    
Λοιπόν αφού ελεύτερα θέλεις  να σου  μιλήσω, μάθε  Μενέλαε  πως κι   εγώ  την   ίδια γνώμη  έχω γι  αυτή  την  εκστρατεία μας, καθώς και  οι  στρατιώτες.

ΜΕΝ    
Περίεργο  δε  μου φαίνεται. Σ’ έχει ο φόβος  πιάσει, αυτός  που σ’ έκανε τρελός να κάνεις  ότι  είσαι για να μη ’ρθείς  στον πόλεμο. Θαρρείς πως δεν  τα ξέρω; Τα λένε όλοι. Τάχατες ήθελες να οργώσεις, και  στο άροτρό σου έζεψες παράταιρα δυό ζώα, βόδι  και  άλογο. Μετά, είχες στραβά φορέσει ένα σκουφί  αταίριαστο  σε  βασιλιά   κεφάλι, που σ’ ‘εκανε  σαν Κάβειρος γελοίος  να φαντάζεις, και  να οργώνεις άρχισες. Αλλά ο Παλαμήδης αμέσως σε κατάλαβε. Και πήρε το παιδί σου και  πάνω το εξάπλωσε  στ’ ανόργωτο  το χώμα, μπροστά στη  μύτη του  υνιού, και   σου ’πε: «Αν ετρελάθης, χάραξ’ του γιού σου το κορμί. Αλλιώς  έλα μαζί  μας». Κι  έτσι  μονάχα μπόρεσε κοντά μας να σε φέρει. Ότι  λοιπόν είσαι δειλός, αυτό καλά το ξέρω. Αλλά  θα πρέπει  όλη  σου η προσοχή  να είναι μήπως με πράξεις άστοχες και λόγια που  δεν πρέπει Δικιώσεις  το που ο κύρης  σου όνομα σου ’χει δώσει.
ΟΔΥ    
Λέγε  με όσο  θες  δειλό. Καθόλου  δε  με  νοιάζει. Ως  για να γίνω μισητός  σε  σένα ή και  σ’ άλλους, δε  θα με  νοιάξει ούτε αυτό, αν πρόκειται  με τούτο καλό  να κάνω στο  στρατό, στη  χώρα, στον  εαυτό μου. Μα κοίτα συ Μενέλαε  μήπως δειχτείς  σε  μένα, αν και   του Δία απόγονος και   βασιλιάς  της  Σπάρτης, πως δεν κρατείς την που ’δωσες πριν λίγο υπόσχεσή  σου. Γιατί  θαρρώ μα τους θεούς, πως κιόλα έχεις θυμώσει.
ΜΕΝ    
Δίκιο  έχεις.  Γιατί  αφύλαχτον  άφησα το  θυμό  μου. Και  άλλο  δεν περίμενε κείνος παρά ν’ ακούσει ότι  άκουσε απ’ τά χείλια να μιλήσεις, σου και θέριεψε αμέσως.  Αλλά από δω και  ύστερα, όσο και να μιλήσεις  κι  ότι Οδυσσέα και  να πεις, αυτός δε θα τ’ ακούσει, Γιατί  βαθιά μες στην ψυχή  τον  έχω κιόλας κλείσει. Μίλα λοιπόν φόβος χωρίς να σου κρατεί τη γλώσσα.

ΟΔΥ   
Βρίσκω λοιπόν Μενέλαε πως είναι ανοησία, για να μην  πω χειρότερη καμιά από τούτη  λέξη, για μια γυναίκα πόλεμος  να γίνει. Έτσι λέω.
ΜΕΝ    
Κι ας ήταν η γυναίκα αυτή του Μενελάου γυναίκα;
ΟΔΥ   
 Όποια γυναίκα να ’τανε, πάλι  γυναίκα είναι.
ΜΕΝ    
Λοιπόν πρέπει  ν’ αφήνουνε οι άντρες  όποιον  θέλει Να παίρνει   τη  γυναίκα τους κι  αυτούς  να μη   τους  νοιάζει;
ΟΔΥ    
Όχι. Αν  τους την αρπάξουνε, πρέπει  αυτοί αμέσως να παν  και πάλι   να τη   βρουν  και   να την ξαναπάρουν. Μ’ αν  με  δική  της  θέληση  εκείνη  έχει  φύγει, τότε  γι  αυτό να γνοιάζεται   διόλου  δεν πρέπει   ο  άντρας.
ΜΕΝ    
Και   τί   τη   μια περίπτωση  χωρίζει   από  την άλλη; Τη   μια ή   την άλλη  τη  φορά γυναίκα του  δεν  είναι;
ΟΔΥ    
Ένα δοχείο αν κανείς σου κλέψει από το σπίτι πες   μου  Μενέλαε, θα ’τρεχες ξοπίσω από  τον κλέφτη;
ΜΕΝ    
Και  βέβαια αφού θα ’τανε δικό μου το  δοχείο.
ΟΔΥ    
Σωστά το λες. Αλλ’ αν αυτό δεν ήτανε  δικό  σου;
ΜΕΝ    
Βέβαια δε  θα μ’ ένοιαζε. Μα στο δικό μου  σπίτι δε  θα βρισκότανε ποτέ  κάτι που ανήκει  σ’ άλλον.
ΟΔΥ    
Τ’ ειν’ η Ελένη  το λοιπόν;  Δεν ειν’ ένα δοχείο που  βρίσκονταν στο σπίτι  σου χωρίς  δικό σου να ’ναι;
ΜΕΝ    
Πώς   ένα  τέτοιο πράγμα λες;  Δεν ήτανε  δική   μου αφού ήτανε  γυναίκα μου;
ΟΔΥ   
                                                        Και  βέβαια δεν ήταν.
Αν ήταν, δε  θα σ’ άφηνε να φύγει  μ’ έναν άλλο. Και   να ’σαι  σίγουρος γι  αυτό. Και  το  δοχείο ακόμα αν  είχε πόδια και  μιλιά, θα στύλωνε  τα πόδια, κι ένα τρανό  "δεν έρχομαι"   θα φώναζε  στον κλέφτη. Και κείνος αν επέμενε  θα φώναζε "βοήθεια".
ΜΕΝ    
Ωραίο κι  αυτό… Δική  μου αν δεν  ήταν  η  Ελένη, που  είδες με τα ματιά σου    να μου προσφέρει η ίδια (γιατί και  συ ήσουνα  εκεί)    του γάμου  το  στεφάνι, διαλέγοντάς  με ανάμεσα σε τόσους υποψήφιους, που κράτησε  του γάμου  μας το γλέντι  τριάντα μέρες, τότε  ποιανού   τάχα ήτανε;  Και  λες  πως ήταν ξένη γυναίκα που  εγέννησε  μαζί μου  μία κόρη;
ΟΔΥ    
Όσα κι  αν  έκανε παιδιά μαζί  σου μια γυναίκα δική σου δε  θα τηνε πω -όχι- αν  δε σ’ αγαπάει. Κι  ακόμα κι   αν  την παντρευτείς  όχι   φορά μια μόνο, αλλά πενήντα, πάλι  αυτή  δική  σου η  γυναίκα δε  θα ’ναι  αν  δε σ’ αγαπά. Το  ίδιο κι  αν  στεφάνια σου δώσει  δέκα ή και αν, σ’ έχει διαλέξει, όχι ανάμεσα σε ήρωες,  μα σε θεούς. Δική  σου ειν’ η γυναίκα φίλε  μου,    αν σ’ αγαπάει μονάχα. Δικά σου περισσότερο είναι  στο σπίτι  μέσα μία καρέκλα, ένα σκαμνί, μια κούπα, ένας  τοίχος, Παρά η  γυναίκα που ’θελε κι   έφυγε από κοντά σου. Κι ακόμα-ποιός θα πει-αυτά, μπορεί  να σ’ αγαπάνε.
ΜΕΝ   
Μα έλα σε παρακαλώ και πες μου Οδυσσέα, γι άντρα γιατί με διάλεξε αν δεν με αγαπούσε;
ΟΔΥ    
Γιατ’ ήσουν ο   ισχυρότερος ο  βασιλιάς απ’ όλους.
ΜΕΝ    
Και, Οδυσσέα, πώς μπορείς να πεις αν η εκλογή της ήτανε μόνο βασιλιάς γιατ’ ήμουνα μεγάλος, αλλά πως δεν την  έσπρωξε σ’ αυτό και η αγάπη;
ΟΔΥ
Μενέλαε δε θα σ’ άφηνε αν  ίσως  σ’ αγαπούσε. Κι είναι η μόνη απόδειξη αυτό για την αγάπη. Αγάπη είναι να μη μπορείς να κάνεις ένα βήμα μακριά απο κείνον που αγαπάς. Αυτό ’ναι η αγάπη.
ΜΕΝ    
Ώστε λοιπόν  δε θα ’πρεπε να τήνε θέλω πίσω… Και αφού έτσι  θέλησες, καλά, άσε την αγάπη.  Όμως πού βάζεις  τη  ντροπή που ’χει σε μένα φέρει το  τέτοιο  της  το φέρσιμο;
ΟΔΥ   
Ντροπή; Καλά ’χω ακούσει; Δική  σου είναι η  ντροπή, ή εκεινής ειν’ όλη; Είναι ντροπή της μέλισσας το μέλι όταν της παίρνουν; Είναι ντροπή του χωραφιού βροχή αν το πλημμυράει; Είναι ντροπή για το παιδί όταν τ’ αφήνει η μάνα;  Είναι ντροπή για τους θεούς να μη τους θυσιάζουν; Είναι ντροπή γι αυτή τη γη όταν τη σκέπει η νύχτα; Ούτε ό,τι η Φύση έδωσε, ντροπή σε κάποιον φέρνει, ούτε των άλλων οι αισχρές και οι ανοσίες πράξεις. Θέση δεν έχει εδώ η ντροπή. Γιατί όσο για τον άντρα πράξη δεν έκαμε καμιά που να τόνε ντροπιάζει, Κι όσο για κείνη που ’φυγε, με το να φύγει δείχνει πως η ντροπή για κείνηνε άγνωστο είναι κάτι. Γιατί λοιπόν εσύ ντροπή Μενέλαε να νιώθεις; Το ίδιο κι όλος ο στρατός, κι όλοι οι έλληνες ακόμα, που τάχατες καμώνονται πως είναι ντροπιασμένοι. Αλλά εκείνοι κάνουνε πως ντρέπονται από φόβο Πως αν δε δείξουνε ντροπή εσύ θα τους κακίσεις. Εσύ όμως Μενέλαε γιατί ντροπή να νιώθεις;
ΜΕΝ
Οι σκέψεις σου είναι σωστές και πείσανε κι εμένα. Μα ξέρεις πόσο ήτανε όμορφη Οδυσσέα. Πώς θα μπορέσω εμορφιά τέτοια να την ξεχάσω;
ΟΔΥ
Για ν’ απαντήσω και σ’ αυτό Μενέλαε, πρέπει πρώτα σε κάποια εσύ ερώτηση δικιά μου ν’ απαντήσεις. Έτσι θα ξέρουμε κι οι δυό γιατί μιλάμε όταν λέμε πως είναι όμορφο κάτι, ή πως δεν είναι. Πες μου λοιπόν τί εννοείς σα λες πως η Ελένη ήτανε όμορφη.
ΜΕΝ
Όλοι το λεν η πιο όμορφη πως ήτανε του κόσμου.
ΟΔΥ
Ώστε λοιπόν ειν’ όμορφη γιατί το λένε όλοι. Και αν τη Χάρυβδη έλεγε για όμορφη ο κόσμος, τότε για κείνην θ’ άρχιζες αυτή την εκστρατεία;
ΜΕΝ
Μα τους θεούς, πολύ γερά με μάχεσαι Οδυσσέα.
ΟΔΥ
Όμως προσμένω απάντηση. Ποια είναι; Ναι ή όχι;
ΜΕΝ
Την ξέρεις την απάντηση. Και βέβαια ειν’ όχι.
ΟΔΥ
Βρες το λοιπόν απάντηση κάποιαν άλλη να μου δώσεις. Γιατί η Ελένη ειν’ όμορφη;
ΜΕΝ   
…Είναι γιατί μ’ αρέσει!..
ΟΔΥ
Αυτή ’ναι η απάντηση και μπράβο που τη βρήκες.
Μα έλα πες μου κραταιέ και δοξασμένε Ατρείδη, Μυριάδες
ειν’ τα θηλυκά στις χώρες των Ελλήνων. Απ’ όλες τους αυτές καμιά εσένα δε σ’ αρέσει; Και τώρα μην ετοιμάζεσαι. Απάντηση δε θέλω. Την ξέρω μόνος μου. Πολλές σ’ αρέσουν από κείνες. Ή μήπως όποια διάλεγες, αντίρρηση θα είχε, είτε βασίλισσα τρανή κοντά σου να γινόταν, είτε μονάχα μια νυχτιά κοντά σου να περάσει; Όχι βεβαίως. Ε, λοιπόν, Μενέλαε για πες μου, Τί λες; Αξίζει να μιλάς ακόμα για εκστρατεία;
ΜΕΝ
Άκου και συ από μένανε Οδυσσέα κάτι τώρα. Αν ατιμώρητη  εγώ αφήσω την Ελένη, τότε στο μέλλον κάθε μια γυναίκα ίδια θα κάνει, αφού κι αυτή ατιμώρητη ξέρει ότι θα μείνει. Κακό παράδειγμα λοιπόν θα είναι η Ελένη την πράξη της αυτή ευθύς αν τώρα δεν κολάσω.
ΟΔΥ
Μενέλαε το παράδειγμα κιόλας δοσμένο είναι. Η ομορφότερη θεά, κι όχι θνητή, η Κύπρη, τον άντρα της τον Ήφαιστο απάτησε-ή όχι;- με τον Άρη. Τι πιο τρανό παράδειγμα θα θέλαν από τούτο το ίδιο για να κάνουνε και οι γυναίκες οι άλλες; Το δρόμο θα περίμεναν η Ελένη να τους δείξει; Ξέρε καλά Μενέλαε. Γυναίκα και πορνεία Όπως νερό και θάλασσα σφιχτοδεμένα είναι (και θύμησέ μου φεύγοντας, εγώ μην το ξεχάσω, τρία στην κυρα-Κύπριδα να θυσιάσω βόδια για ό,τι έχω πει γι αυτήν, να μη με τιμωρήσει). Και πάλι όμως Μενέλαε, και αν το Ίλιο πέσει, κι αν πάλι εμφανίζονταν μπροστά σου η Ελένη-συχώρα μου το μάντεμα, όμως καλά σε ξέρω-νομίζω πως επάνω της δε θα ’στρεφες μαχαίρι. Και τότε άλλο θα ’δινες παράδειγμα από κείνο Που τώρα λάβρος πεθυμάς στον κόσμο μας να δώσεις. Κι άσε που καταγέλαστος σ΄ όλους μπροστά θα γίνεις.
ΜΕΝ
Με μια μικρή συζήτηση μ’ έπεισες Οδυσσέα. Ναι. Δίκιο έχεις. Πόλεμος ειν’ άδικο να γίνει για μία πόρνη όπως αυτή, που κι άντρα έχει αφήσει, κι εννιάχρονο μικρό παιδί, κι έφυγε μ’ έναν άλλο. Τράβα λοιπόν και διάταξε όλους τους βασιλιάδες καθένας τους στρατιώτες του να πάρει και να φύγει. Έτσι ούτε απώλειες θα ’χουμε πλοίων, αντρών κι αρμάτων, ούτε θ’ αφήσουμε ορφανά παιδιά, γυναίκες, χήρες, κι ανόργωτα κι αδούλευτα, και χέρσα τα χωράφια. Κι εσύ θα μείνεις ήσυχος. Και δε θα σε ζαλίζει κι η προφητεία πως χρονιές είκοσι θα περάσουν ώσπου να δεις πάλι καπνό απ’ τό τζάκι σου να βγαίνει. Μα να, ο μέγας έρχεται στρατάρχης Αγαμέμνων, ο σεβαστός μου αδερφός και όλων αρχηγός μας, που όλοι λεν πως πιότερο έχει μυαλό από μένα. Την που επήραμε λοιπόν απόφαση ας του πούμε ώστε  αυτός τις σχετικές τις διαταγές να δώσει-γιατί σ’ αυτόν υπακοή τυφλή έχουν οι στρατιώτες.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Για τι απόφαση μιλάς και ποιός την έχει πάρει;
ΜΕΝ
Γι αυτήν που μόλις πήραμε κι εγώ και ο Οδυσσέας. Κι αυτή ’ναι Αγαμέμνονα ότι η εκστρατεία στην Τροία ματαιώνεται. Μού ’δειξε ο Οδυσσέας ότι δεν πρέπει για άπιστη να γνοιάζομαι γυναίκα.
ΑΓΑ
Εζουρλαθήκατε κι οι δυό;.. Μην είσαστε πιωμένοι;.. Φευγάτε γρήγορα από δω και στο στρατό τραβάτε!  Κι ετοιμαστήτε γι αύριο.  Πρωί πρωί κινάμε!
ΜΕΝ
Σεβάσμιο συ αδέρφι μου, σκέψου λιγάκι-αξίζει να γίνει τέτοιος πόλεμος, μέγας, για μια γυναίκα;
ΑΓΑ
Βρε τί μου τσαμπουνάτε οι δυό; Τα χάσατε τελείως; Ποιός για γυναίκα μίλησε; Ποιος σημασία δίνει στις ρεβεράντζες των πορνών-στων γυναικών τη φάρα;  Η Τροία είναι πάμπλουτη. Έχει χρυσό κουτάβια! Μέσα της ειν’ οι θησαυροί κρυμμένοι της Ασίας. Για κείνους εκστρατεύουμε. Αλλά και γι άλλο κάτι: Εμείς αν δεν προλάβουμε κι αυτή αντριέψει ακόμα, εκείνη τότε ενάντια μας θα ρθεί και πια κανένας δε θα μας  σώσει.   Αχού  κει!.. Ποιος  είπε για γυναίκες… Και  να ‘τοιμάστε το  βωμό. Έρχεται   το κορίτσι.
                                     -------