Για πρώτη φορά με βρίσκουν σύμφωνο τα λόγια του Νεάντερταλ: «Να παραιτηθεί ο Μητσοτάκης». Και όχι δυσπιστίες και κουραφέξαλα γιατί «αυτά είναι σόου και κοκορομαχίες.»
Ως εδώ πολύ καλά-εξάλλου αυτά που είπε απηχούν τη γνώμη και τη βεβαιότητα των σκεπτόμενων ελλήνων.
Τα ίδια με άλλες λέξεις είπε εξάλλου και ο κυνικός Βορίδης με άλλα λόγια: «Καλοδεχούμενη η πρόταση δυσπιστίας-δεν θα έχει κανένα αποτέλεσμα.»
Αυτό που συμπλήρωσε όμως ο Νεάντερταλ, δείχνει πως αεροβατεί. Ότι δηλαδή «Η Ελλάδα θα επανέλθει στην ομαλότητα, είτε το θέλει ο Κυριάκος Μητσοτάκης είτε όχι».
Και εξηγώ την ασυμφωνία μου με αυτό: Σε ποια ομαλότητα να επανέλθει η Ελλάδας-πότε είχε ομαλότητα;
Και αυτό με απογοητεύει γιατί δείχνει ότι ο Νεάντερταλ θεωρεί πως η Ελλάδα είναι κράτος ευρωπαϊκό ή αμερικανοειδές, και όχι ένα κράτος τροτοκοσμικό και ανεπίδεκτο προόδου.
Μακάρι να ήτανε-θα καλοπερνούσαμε κι εμείς-όποιοι από εμάς ένιωθαν άνετα όντας άρπαγες και δολοφόνοι-, κλέβοντας την καλοπέραση άλλων λαών.
Φοβάμαι δηλαδή πως ό,τι είπε ο αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, είναι κάτι που δεν μπορεί να γίνει.
Και ότι αν αυτό το είπε σοβαρά, θα απογοητευτεί σύντομα. Αν όμως το λέει για λόγους εντυπωσιασμού, είναι ήδη απογοητευμένος, αλλά τι να πει… , δηλαδή είναι κι άλλος ένας αχρείος πολιτικκός.
Του εύχομαι να κάνω λάθος και να εύρει τον τρόπο να κάνει την Ελλάδα καλλίτερη.
Τρίτη 26 Μαρτίου 2024
ΓΙΑΝΝΟΣ ΚΑΙ ΜΗΤΡΟΣ
(Μακεδονικά, Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014)
(Γιάννος και Μήτρος συζητούν και τα δικά τους λένε
και μερικοί μ’ αυτά γελούν ενώ άλλοι πάλι κλαίνε.)
-Γιάννο μου τον Καράογλου τον άκουσα να λέει
πως στην Αμφίπολη αφού τον τάφο έχουν βρει
η Μακεδονία αυτό θα πει πως είναι ελληνική.
-Ηλίθιος είναι Μήτρο μου, σ’ ηλίθιους μιλάει,
θέλεις να βγει κάτι σωστό από ηλίθιου στόμα;
Γιατί όπως ξέρεις σίγουρα, έξυπνος όπως είσαι,
σύμφωνα με ότι ο βλαξ αυτός είπε, αν θα βρισκόταν
στο Κάιρο, ελληνική η Αίγυπτος θα ’ταν τότε.
Αυτό δεν έλεγες και συ Μήτρο με το μυαλό σου;
-Αυτό! Και βέβαια αυτό! Όλοι οι έξυπνοι ανθρώποι
όπως εγώ θα σκέφτονταν. Κι όπως κι εσύ βεβαίως.
-Καταλαβαίνεις το λοιπόν πόσο ηλίθιος είναι
κάποιος που σαν τον υπουργό Καράογλου εσκέφτηκε.
-Ναι! Βέβαια κατάλαβα! Το ’πες κι εσύ πριν λίγο
ότι στους έξυπνους κι εγώ όπως κι εσύ μετράω.
-Και με την εξυπνάδα σου θα σκέφτηκες ακόμα:
«Αφού τον τάφο βρήκανε του βασιλιά του Φίλιππου,
αυτό δε φτάνει για να πουν με το φτωχό μυαλό τους
πως άλλη δε χρειάζονταν απόδειξη και ότι
ο τάφος που εβρήκανε του Φίλιππου θ’ αρκούσε
να δείξει πως ελληνική (τρομάρα τους οι βλάκες)
πέρα για πέρα η άμοιρη είναι Μακεδονία;
Ή μη ελληνικότερη θα ήταν αν βρισκόνταν
και άλλοι τάφοι επιφανών ακόμα Μακεδόνων;
Έχει η ελληνικότητα άραγε διαβαθμίσεις-
ας πούμε υπάρχει ελληνική, υπάρχει ελληνικότερη,
και γη ελληνικότατη; Και βέβαια δεν υπάρχει.
Μια γη ή είν’ ελληνική ή όχι. Διαβαθμίσεις
ούτε η βλακεία των υπουργών και του πρωθυπουργού μας
δεν έχει. Υπερθετικό βαθμό αυτή έχει μόνο.»
Έτσι ακριβώς δε σκέφτηκες Μητρούση μου-το βρήκα;
-Ναι Γιάννο μου, σα να ’σουνα μέσα ίσα στο μυαλό μου.
…Αυτό ήταν όλο ή σκέφτηκα Γιάννο και άλλο κάτι;
-Ναι. Είπες: «Μα κι αν βρίσκονταν έξαφνα τάφοι χίλιοι,
σε τι το πράγμα θ’ άλλαζε; Ποιος είπε πως τα Σκόπια
τη μακεδονικότητα της χώρας τους μετράνε
με το ποιοι τάφοι βρέθηκαν και πόσοι, στη δική τους
ή στην δική μας τη μεριά (των τόπων που ονομάζονται
Σκόπια ή Μακεδονία); Αυτοί, γιατί έχουνε μυαλό,
Μακεδονία θεωρούν όλο τον τόπο όπου
τον παλαιό εκείνο καιρό ήταν Μακεδονία,
με άλλα λόγια κι ότι εμείς λέμε Μακεδονία,
μα και τα Σκόπια φυσικά, και δίκαια επιπλέον,
αφού εκείνο τον καιρό μαζί αυτά τα δύο
ήτανε η πραγματική, βέρα Μακεδονία.
Κι έτσι, δεν πα να βρίσκουμε τάφους εμείς αράδα,
δεν πα να λέμε όσες θες Καραογλομαλακίες,
Μακεδονία είναι μια και όλη είναι δική τους.
Κι αυτή ειν’ η σκέψη η ορθή γιατί οι σκοπιανοί ΄
έχουν Γκρουέφσι αρχηγούς και όχι Σαμαζέλους
να κοροιδεύουν το λαό με σκάρτα συμπεράσματα.»
Αυτά ακόμα είπες.
- Ναι… Γιάννο καμιά φορά
να λες εσύ τι σκέπτομαι, γιατί μα την αλήθεια
τις σκέψεις μου καλλίτερα τις λες από εμένα.
Κι εγώ που νόμιζα χαζός και βλάκας ότι είμαι…
-Μητρούση μου αντίρρηση καμιά επ’ αυτού δεν έχω.
Κάτι όταν σκέφτεσαι, εδώ να έρχεσαι αμέσως
κι εγώ σα να ’μουνα εσύ τις σκέψεις σου θα λέω.
Αλλά για πες μου-σκέφτεσαι Μητρούση κάθε μέρα;
-Κι εγώ δεν ξέρω τι να πω. Πάντως, αν κάτι νέο
προκύπτει και σημαντικό-πολιτικό κυρίως-,
κάτι μες στο κεφάλι μου αρχίζει να κουνιέται
και ξέρω ότι σκέφτομαι τότε. Αλλά Γιαννάκο,
να σου ’ρχομαι καλλίτερα μία φορά τη μέρα
και συ μου λες αν σκέφτηκα και τι. Να μη χαμένη
πηγαίνει όποια σκέψη μου δε θα ’χεις συ ειπωμένη.
-Καλά Μητρούση μου, καλά. Μα ξέρε πως μπορώ
κι από μακριά αν σκέφτεσαι να ξέρω. Και γι αυτό
Μη κάθε ημέρα έρχεσαι, παρά όταν σε παίρνω
και σου ειπώ ότι σκέφτηκες. Τότε να μου ’ρθεις μόνο.
Τι λες;
- Γιαννάκο μου κι αυτό που μόλις τώρα είπες,
Να! Εν τιμή! Μόλις κι εγώ το σκέφτηκα πριν λίγο!
Και κάτι άλλο πριν σκεφτώ καλλίτερα να φύγω.
(Κι έφυγε ο Μήτρος σκεφτικός αλλά χωρίς να σκέφτεται
ενώ ο Γιάννος εύχονταν να μη συχνά του έρχεται)
ΜΗΤΡΟΣ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΟΣ
(Γιάννος και Μήτρος συζητούν και τα δικά τους λένε
κι οι έξυπνοι μ’ αυτά γελούν και οι ανόητοι κλαίνε.)
-Ρε Μήτρο γιατί μου ’φτασες πρωί πρωί τρεχάτος
και μάλιστα περίφροντις και απορία γεμάτος;
-Πώς να μην είμαι Γιάννο μου; Και να γιατί απορώ:
Με γράμμα του ο Ρουσόπουλος προς τον πρωθυπουργό
του είπε πως στις εκλογές δε θα ’ναι υποψήφιος!
Πες μου Γιαννάκο μου εσύ γιατί εγώ ειμ’ ηλίθιος:
γιατί μας το ’κανε αυτό; ποια είναι η αιτία;
-Αλήθεια με την τόση σου Μητρούση μου βλακεία-
και παρ’ αυτήν…- απάντηση δε γίνεται να δώσεις.
Άκου λοιπόν. Ο φίλος μας αφού τα ’χει τσεπώσει
και την του νόμου ελπίζοντας τσιμπίδα να γλιτώσει
σου λέει: «ας φύγω μόνος μου προτού με κυνηγήσουν
και όσα ως τώρα έφαγα πίσω μου τα ζητήσουν.
Και τσαμπουνάω πως έφυγα γεμάτος αξιοπρέπεια
κι ας είμαι όλος σκεπαστός από ανομίας λέπια.»
Γι αυτό έφυγε Γιαννάκο μου- Κατάλαβες;
-Ναι Γιάννο,
Μα ερωτήσεις μια ή δυο ακόμα θα σου κάνω:
Δεν έπρεπε προς το λαό το γράμμα του να στείλει
αντί για τον πρωθυπουργό-τουτέστι δεν οφείλει
λόγο να δώσει στο λαό και στη δικαιοσύνη;
Και Γιάννο μου, όποιος το λοιπόν κλέψει απ’ το Δημόσιο
με γράμμα ένα βδελυρό προς κάποιονε ανόσιο
έτσι για όλα πια ξοφλά τα βρώμια που ’χει κάνει;
-Ρε Γιάννο, αφού έμαθες μέχρι και το «τουτέστι»
και το ‘χεις φέρει ως εδώ κι ας κάνει τόση ζέστη,
τότε είμαι σίγουρος πολύ ότι θα εννοήσεις
όσα απαντώντας θα σου πω σ’ αυτές τις ερωτήσεις.
Λοιπόν χαζέ και άσκεφτε και κουτεντέ μου φίλε
άκου και πλέον στ’ άχρηστα τις απορίες σου στείλε.
Με τέτοιον βλάκα κι άχρηστο λαό που ’χει η Ελλάδα-
χώρα που ένα η συννεφιά κι εννιά κάνει η λιακάδα-
κάποιος να στείλει γράμμα αρκεί κι ας είναι και στο διάολο,
αυτό ο λαός το θεωρεί πράγμα πολύ μεγάλο
και λέει μέσα του «αυτός είναι γραμματισμένος.
Ξέρει τι λέει. Αχ! Τι καλός! Δε φταίει ο καημένος!...»
Και λέει «τι άλλο να ’κανε; Να ‘στελνε δεν μπορούσε
σ’ εκατομμύρια έλληνες γράμματα- θ’ αρρωστούσε-
γι αυτό στου λαού τον εκλεκτό ένα έχει στείλει γράμμα
και φως φανάρι-πια μ’ αυτό διορθώθηκε το πράγμα.»
Ως για το αν έτσι εξοφλά τις όποιες του βρωμιές
έτσι το πράγμα Μήτρο μου γίνεται για γενιές.
Έρχονται κι αφού το άμοιρο Δημόσιο κατακλέψουν
πως παραιτούνται ύστερα λεν και πάνε να χωνέψουν.
Ή αν το κόμμα απ’ τις κλεψιές που κάνανε χωλαίνει
εκείνο εν δόξει και τιμή στο σπίτι τους τούς στέλνει
ή δεν τους βάζει πάλι, απλά, στην βρωμερή του λίστα
ενώ ο λαός κοιμάται ή, γλαρώνει από τη νύστα.
Κατάλαβες Μητρούση μου ή πάλι να στα πω;
-Κατάλαβα και μ’ έκανες Γιάννο μου να ντραπώ
που τέτοιος είμαστε λαός. Και, Γιάννο, η Ζαχαρέα
δεν ήτανε γυναίκα του που έλεγε τα νέα;
-Ήτανε.
-Κι επιτρέπεται σε τέτοια μία θέση
να ’ναι η γυναίκα εκεινού που κόμμα κουμαντάρει;
Αυτό είναι τάχα φυσικό ή σ’ όλους τάχα αρέσει,
που κάλτσες δεν τη στείλανε στο σπίτι να μαντάρει;
-Μήτρο Ελλάδα ειν’ εδώ. Θα πει μια χώρα νούλα
που έχει φτιαχτεί από βρωμιά κι άδικο και ρεμούλα.
Για εδώ είναι παράξενο όχι ό,τ’ είναι τίμιο
μα ό,τι αλλού θα ήτανε άτιμο κι επιζήμιο.
Γι αυτό σαν την πατρίδα μας άλλη δεν είναι χώρα.
Γκέκε;
-Ναι, γκέκε Γιάννο μου. Όμως ας φύγω τώρα
για να σ’ αφήσω ήσυχον όσα είπαμε να γράψεις.
Και μη για βλάκα κι άχρηστον Γιάννο με περιγράψεις.
-Ρε Μήτρο μου, ό,τι και να πω για σένα κι ό,τι γράψω
φίλο να σ’ έχω κι αδερφό ποτέ μου δε θα πάψω.
Κι αν κατηγόριες άσωστες για σε έχω στα γραφτά μου,
μα Μήτρο μου ξέρεις καλά πως σ’ έχω στην καρδιά μου.
-Σ’ ευχαριστώ Γιαννάκο μου. Και φεύγω όλος χαρά
σφαλιάρα εσύ που σήμερα δε μου ’δωσες καμιά.
Για πάντα τις σφαλιάρες σου Γιάννο θα σταματήσεις;
-Ναι, τις βλακώδεις σου κι εσύ αν πάψεις ερωτήσεις.
-Ωχ! Κι άλλο ξύλο πρόκειται ο άμοιρος να φάω.
-Ναι αλλά Μήτρο μην ξεχνάς ότι σε αγαπάω…
(Κι οι δύο φίλοι χώρισαν βαρέως βλαστημώντας
μα κι ο ένας τους τον άλλονε πάντοτε αγαπώντας.)
ΕΚΛΟΓΕΣ
Οι εκλογές κοντεύουνε και το καθένα κόμμα
γυρεύει ψήφους πιο πολλούς να πάρει όσους μπορεί,
φωτιά του κάθε αρχηγού έχει αρπάξει στόμα,
κάθε οπαδός του κόμματος τα χρώματα φορεί.
Τέλος λοιπόν τα ψέματα. Πάμε για εκλογές!
Πάλι θ’ αρχίσουνε τα «θα» να γδέρνουνε τ’ αυτιά μας,
θ’ ακούσουμε όσα ακούσαμε κι άλλες πολλές φορές,
ιάγοι πάλι θα ’ρθουνε και θα τριφτούν κοντά μας.
Πάλι στην πλάτη φιλικό θα νοιώσουμε ένα χτύπημα
πάλι το κάθε μας μικρό μέγα θα γίνει ζήτημα.
Πάλι με λόγια θα λυθούν όλα μας τα προβλήματα
χωρίς να τα περάσουμε από σαράντα κύματα,
πάλι θ’ αρχίσουν οι βρισιές του ενός τους για τον άλλονε.
Πάλι οι ταγοί μας τα καλά τα ρούχα τους θα βάλουνε
και θα ψευτοϋπόσχονται πως αν ψευτοεκλεγούνε
ευθύς θα ψευτοκάνουνε όσα ψευτοζητούμε.
Πάλι σε δίμηνη αργία η χώρα θα βυθίσει
(μα αυτό καλλίτερο παρά να βιάζεται να δύσει).
Α! Δίχως Μητσοτάκηδες και Παπαντρέου δίχως
και δίχως του Καραμανλή το περισσεύον λίπος
ωραία που θα ζούσαμε ετούτο τον αιώνα…
Μα και των άλλων η κλεψιά όμως πηγαίνει γόνα…
κι έτσι θεού εμείς πρόσωπο δεν πρόκειται να δούμε
όσο και αν φωνάζουμε κι όσο κι αν προσπαθούμε.
Και να ’χεις βλάκες μερικούς απ’ της Βουλής την κλίκα
(που μόνο μέσα της να μπουν χρυσάφι πήραν προίκα),
να λένε πως κακώς τινές λεν ίδιοι πως ειν’ όλοι!
Θεέ μου τόσο είναι κουτοί και πόσο χαζοβιόλοι
που λένε πως ειν’ έντιμοι μόνο γιατί δεν κλέβουν,
ενώ τους άλλους δίπλα τους να μας ληστεύουν βλέπουν
και ούτε βγάζουνε μιλιά κι ούτε τους μαρτυράνε…
Αλλά δεν είναι συνεργοί αυτοί που δε μιλάνε;
Και να ’χεις κι άλλους που. όπως λεν, δεν κλέβουνε. Μα όμως
δεν κλέβουν γιατί χρήματα σοδιάσαν παρανόμως
ληστεύοντας προτού να μπουν μες στη Βουλή ακόμα
και στων κλεφτών ανήκανε το εκτός Βουλής μας Κόμμα.
Και πια γιατί να κλέψουνε όσοι έχουνε κλεμμένα
που φτάνουν για να ζήσουν ως τρεις χιλιάδες ένα;
Χόμπι άλλο τώρα έχουνε: τις ώρες να περνάνε
τους έλληνες χαζεύοντας που, οι χαζοί, πεινάνε,
και λόγους για να βγάζουνε με πείνα σχετικούς
που σε γεμίζουνε σπυριά μόνο που τους ακούς.
Με άλλα λόγια σαν παιδιά παίζουνε τις κουμπάρες
έτσι όπως οι ανόητοι κάνουνε κουταμάρες.
Όλοι αυτοί την ψήφο μας θα ’ρθουν να ζητήσουν
ώστε όλα τα προβλήματα της χώρας μας να λύσουν.
Αλλά καθώς αγιάτρευτη του τύφου ειν’ η ευκοίλια
γι αυτούς και τα προβλήματα της χώρας είναι Δήλια.
Κι αντί να λύνουν, έλληνες θα δένουνε στο κάρο
όπου τραβάει ολόισια προς των Κρατών το Χάρο.
Πάλι λοιπόν εκλέγουμε! Πάλι θα ξαναδούμε
πρόσωπα που…ας παρά να τα θωρούμε.
Στον ΛΆΟΣ βλέπεις πρόσωπα δεινών βασανιστών
που ευκαιρία ψάχνουνε να δράσουν ομαδόν.
Στα πρόσωπα των ΝουΔητών είναι ζωγραφισμένη
(κάτω από χαμόγελα σαρδόνια κρυμμένη)
η απληστία, η ροπή για κέρδος κι αρπαγή-
τέτοια που τα ’χει φοβηθεί ακόμα και η γη.
Οι ήσυχες και σοβαρές των πασοκτζήδων φάτσες
το κάθε πρόσωπο μισούν που άλλες σμιλέψαν ράτσες
γιατί ποθούνε το πασόκ να είναι το μόνο κόμμα
να κάνει ό,τι, αδύναμο, δεν έκανε ακόμα:
την που δεν πρόλαβε βολή χαριστική να δώσει
στη χώρα, ώστε ανάρχιστα πλέον να την τελειώσει.
Οι εκλογές μας ήρθανε! Εμπρός παιδιά λοιπόν
να πάμε να ψηφίσουμε! Κανείς μην είναι απών!
Ο Γιώργος λίγον έκανε καιρό πρωθυπουργός,
ησύχασε η Μάργκαρετ, ησύχασε κι αυτός.
Τώρα γι αυτό το αξίωμα σειρά έχει ο Αντώνης
για να χαρεί και ο νεκρός παππούς του ο Τρελαντώνης.
Κι άλλος δε μένει. Άντε πια να έρθει και κανένας
που δε θα είναι σκύλας γιος ή γιος χλιδάτης γέννας.
Ίσως η Ελλάδα να σωθεί από φτωχόνε κάποιον-
ίσως οπίσω την ουρά, ως λενε να ’χει το άπιον.
Ή ίσως όταν ψάχνουμε
καλό υποψήφιο να ’χουμε,
για έναν κουλό να ψάχνουμε μα και με δόντια δίχως
να μην αρπάζει, να μην τρώει, κι υπεύθυνο ενδομύχως
που γι άλλο να μη γνοιάζεται παρά για το λαό
και την πατρίδα ν’ αγαπά σαν ιερό ναό.
Πάμε λοιπόν για εκλογές; Μάλλον. Αλλά θα δούμε
γιατί όσο κι αν για εκλογές τριγύρω μας ακούμε
αν απ’ τη Μέρκελ δε δοθεί το «ναι» στην αποικία
η κάλπη θα ’ναι αγαθό εν πλήρει ανεπαρκεία.
ΜΗΤΡΟΣ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΟΣ
(Διαδήλωση για την Κύπρο από την Παροικία)
(Οπου ο Μήτρος του παππού τη φουστανέλα βάζει
Κι αηδίες όπως πάντοτε και πάλι αραδιάζει.)
ΜΗΤΡΟΣ
Ζήτω η παροικία μας. Ζήτω οι Σύλλογοί μας.
Ζήτω του Ελ Ει οι Έλληνες. Ζήτω οι διαδηλωτές μας.
Ζήτω η Κύπρο η λεύτερη και η Ελληνική μας.
Οι Ελληνοαμερκάνικοι οι Σύλλογοί μας ζήτω.
ΓΙΑΝΝΟΣ
Τι έπαθες ρε Μήτρακα και τί φωνές ειν' τούτες;
-Ζήτω η άσβηστη φωτιά στα στήθη των Ελλήνων.
Του Αποδήμου Ελληνισμού η Γραμματεία ζήτω.
-Τί έπαθες ρε ζάβαλε; Γιατί ζητοκραυγάζεις;
-Ζήτω η Κοβίνα, το Λονγκ Μπήτς, το Νόρθριτζ κι η Ρισίντα,
Ζήτω το Ιρβινγκ, το Νιουχώλ, το Μαλιμπού, το Μπούρμπανκ.
Ζήτω όλο το Λος Αντζελες μετά των περιχώρων.
-Πάψε μωρέ χαζούλιακα-σταμάτα το ψαλτήρι
Και πες μου ολαυτά γιατί; Κι έτσι γιατί ντυμένος;
-Ζήτω του Ελ Εϊ οι Ελληνες που κάνουν μια πορεία
Κι αυτόματα η Κύπρος μας βρίσκει ελευθερία.
Ζήτω η Αλάμπρα' το Αρλινγκτον' το Ατγουντ' η Ατρέσια…
-ΣΤΑΜΑΤΑ ΡΕ!
-Μα Γιάννο μου, γιατί φωνάζεις έτσι;
Εγώ φώναζα όμορφα κι όχι με κεφαλαία.
-Μα μ’ έσκασες. Λέγε λοιπόν προτού να πέσει ξύλο
Τί έπαθες και σα γάιδαρος ασέλωτος γκαρίζεις;
-Γιάννο μου τι; Δεν τάμαθες; Με κάνεις και σαστίζω.
Οι Οργανώσεις του Ελ Εϊ εκάνανε πορεία
Κι απαίτησαν να φύγουνε οι Τούρκοι από την Κύπρο.
Τι άλλο να γίνει ήθελες; Και τώρα η Ευρώπη
Πόλεμο ετοιμάζεται να κάνει στην Τουρκία,
Συμβούλιο του Στέμματος θα γίνει στην Αγγλία,
Κι ο Κλίντον θα ταράχτηκε τόσο, που ζήτημα είναι
Αν πάει στο Συνέδριο ο ίδιος του Σικάγου.
Και ξέρεις, τα τηλέφωνα θα έχουνε ανάψει
Ουάσινγκτον και Αγκυρας, Λονδίνου, Παρισίων,
Και είναι ζήτημα ωρών η αποπομπή των Τούρκων.
-Α! Μήτρο μου και νάξερες το πόσο σε ζηλεύω
Που τόσο εισ' ευκολόπιστος κι ανόητος και βλάκας.
Αλλά, βρε τύπε άσχετε και πολυπλανεμένε
Οι Σύλλογοι να κλέβουνε μόνο και μόνο ξέρουν.
Μιαν ευκαιρία βρήκανε να παν και να φανούνε
Κι ένας τον άλλονε να δει και να διαφημιστούνε
Και για τη δόλια Ελλάδα μας πως κόπτονται να δείξουν
Για να μπορούνε κι απ’ αυτήν απείραχτοι να τρώνε.
-Λες και να μη λευτερωθεί Γιαννάκο μου η Κύπρος;
-Αλίμονο στους Κύπριους που παν χαμένοι Μήτρο.
Αλίμονο στους ήρωες τους δυο που άδικα χέρια
Στην ίδια την πατρίδα τους τούς έχουν σκοτωμένους
Γιατί ζητούσαν λεύτερη την Κύπρο τους να δούνε.
Κι αλίμονο και για κεινούς που σκοτωθήκαν τότε,
Στο ματωμένο πρωινό της εισβολής στην Κύπρο.
Και δυο φορές αλίμονο στους συγγενείς και φίλους
Που ζωντανοί εμείνανε κι ο πόνος τους θερίζει.
Μόνο αυτούς να σκέφτεσαι. Για κείνους να λυπάσαι.
Ως για όλα τ’ άλλα μούτζωτα. Ελεύθερη η Κύπρος
θα γίνει όχι αν γίνουνε χιλιάδες διαδηλώσεις,
Όχι αν χαθούν χίλια κορμιά, όχι αν θα συζητήσουν
Κι όσες φορές μιλήσουνε και τόσες συμφωνήσουν
Κύπρου κι Ελλάδας οι χαζοί κι οι ελεεινοί ηγέτες
Ελευτεριά η Κύπρος μας θα δει όταν η Αγγλία
Κρίνει ότι συμφέρον της είναι να της τη δώσει.
-Και πότε λες συ Γιάννο μου ότι αυτό θα γίνει;
-Δεν ξέρω. Ισως αύριο, ίσως σε χίλια χρόνια.
-Κι ως τότε τι θα γίνεται;
- Ο,τι ως τώρα Μήτρο.
Όποτε οι Τούρκοι θέλουνε να σπάσουν λίγη πλάκα
Σημαίες θα κατεβάζουνε από καμία Ίμια,
Ή καμιά δήλωση ηχηρή θα κάνει ο Πρόεδρός τους
Και ύστερα σε μια γωνιά θα κάθονται να βλέπουν
Να ξεσηκώνοντ’ οι Ελληνες και κούφια ν’ απειλούνε.
Μα πριν απ’ όλα θα θωρούν τον δύστυχο Σημίτη
Να τρέχει στο γραφείο του και σώβρακο ν' αλλάζει.
Υστερα θα γυρίζουνε και κατά δω το μάτι
Να βλέπουν τους Συλλόγους μας να κάνουνε πορείες.
-Μα το συμφέρον μοναχά Γιαννάκο μου τους σπρώχνει;
-Μονάχα κι αποκλειστικά. Κι όχι πορείες μόνο,
Μα παρευθύς ταχυδρομούν και γράμματα πληθώρα
Και ζητιανεύουν χρήματα από τους Λοσαντζελιώτες. ..
-Ε, για τον ιερό σκοπό της Κύπρου θα τα θέλουν.
-Τα θέλουν για την τσέπη τους μόνο και τίποτ' άλλο.
Αλλά κι αν είναι κλέφταροι, κι αν είναι απατεώνες
Μα είναι όμως συνεπείς σε ο,τι υποσχεθήκαν.
-Τί δηλαδή;
- Να! Πήγανε κι είπαν στους Αμερκάνους
(δεν είπαν πως τις Τούρκικες ενέργειες θα ερμηνεύουν
κι ευθύς την ερμηνεία τους σε κείνους θα τη δίνουν;)
Οτι στην Κύπρο δυο Ελληνες σκοτώσανε οι Τούρκοι.
-Και δεν το ξέρανε αυτό Γιάννο οι Αμερικάνοι;
-Το ξέρανε βρε κουτεντέ. Μα όμως τις προθέσεις
Τις τούρκικες δεν ξέρανε. Κι είναι σ’ αυτό που πάνω
Τα τζίνια τα παροικιακά ενημέρωση τους κάναν.
-Και τί τους είπαν δηλαδή;
- Οτι αυτή η πράξη
Των Τούρκων-να σκοτώσουνε δυο αθώα παλληκάρια-
Δεν ήταν πράξη φιλική εκ μέρους της Τουρκίας.
-Πόση σοφία θάβαλαν αυτό για να το βρούνε!
Και άλλο τί τους είπανε που εκείνοι δεν το ξέραν;
-Οτι μ’ αυτό στους Ελληνες θέλουν να πουν οι Τούρκοι
Πως αν και πάλι κατά κει οι Ελληνες θα πάνε,
Πάλι θα τους χτυπήσουνε.
- Τι εξυπνάδα αλήθεια!
Τόσα να συμπεράνουνε πολλά από τόσο λίγα!
-Τί νόμιζες; Οι Ελληνες πως μύγες κυνηγάνε;
Πρόεδροι Οργανώσεων δε γίνονται όποιοι νάναι.
-Ωστε δεν πήραμε λοιπόν την Κύπρο μας;-τι κρίμα…
-Δεν πήρατε την Κύπρο μας, όμως παρηγορήσου.:
Τον άλλο μήνα εκλογές έχουνε στην Ελλάδα
Κι όπως οι υποψήφιοι στις ομιλίες τους λένε
Όποιος θα βγει, ε τότε πια, δική μας θάναι η Κύπρος,
Και όλα τα προβλήματα του τόπου θα λυθούνε.
-Κι από τα κόμματα τα δυο ποιο λες να βγει Γιαννάκο;
-Ή το ΠΑΣΟΚ στις εκλογές κι η Ελλάδα από τη μέση
ή η Νου Δυο στις εκλογές κι η Ελλάδα από το χάος.
Δευτέρα 25 Μαρτίου 2024
Μονόλογος της Γαλάτειας-από το έργο "ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ"
(μπαίνει η Γαλάτεια)
ΓΑΛΑΤΕΙΑ
Τι θάμα είναι σήμερα που εγίνη!
Ο σκοτεινός πώς εφωτίστη ο κόσμος!
Γεμάτη με γητέματα και μάγια
η φύση πώς γλυκάστραψε μπροστά μου!
Κι ούτε γεννήθηκα πριν από χρόνια.
Τo σήμερα εμένα έχει γεννήσει.
Και του Νηρέα εγώ παιδί δεν είμαι-
ο Έρως μάννα μου κι αυτός πατέρας.
Σήμερα ο Άκις μού ’πε μ’ αγαπάει-
ότι κι αυτόν τον χτύπησαν τα βέλη
Τον φτερωτού Θεού για με. Αχ! Έρω!
Διπλά σ’ ευχαριστώ απ' την καρδιά μου.
Η κάθε λύπη μου πια έχει φύγει
κι αλάφρυνα που λες και θα πετάξω.
Αχ! Έρωτα! Σε φίλτρο ποιό βυθίζεις
τα βέλη σου και όποιονε χτυπήσουν
την ευτυχία τον κάνουνε να νιώσει…
Πριν ήμουνα μια Νύμφη όπως όλες.
Τώρα είμαι μια Νύμφη που αγαπάει
και, Ερωτα, μια Νύμφη που αγαπιέται.
Τo σώμα μου μια γλύκα το κατέχει.
Χαρά μια χύθηκε μες στην ψυχή μου-
χαρά και γλύκα μου τα μάτια τον Άκι.
Τι κι αν αθάνατη τάχατες ήμουν!
Και τι να το ’κανα της ζωής το δώρο
αν μακριά μου έμενε η αγάπη;
Μα έχω απ' αγάπη πλημμυρίσει.
Θεοί! Αυτό λοιπόν το μυστικό σας!
Θεά είμαι κι εγώ κοντά σας τώρα.
Τώρα κι εμέ της ευτυχίας ο ήλιος
με φέγγει όλη. Κι είναι και δικιά μου
η γνώση όλη κι όλη η δύναμή σας.
Πριν σαν τη Γη την προγιαγιά μου ήμουν,
ως ήσαν oι Θεοί πριν την καρπίσουν.
Όπως εκείνην τα θεριά σπαράζαν
κι άγριοι δράκοντες την μακελλεύαν,
έτσι κι εμέ η θλίψη με κρατούσε.
Και τα θεριά του πόνου με ξεσκίζαν.
Κι όπως αυτή στολίστηκε με ρυάκια,
και με δεντρά και με πουλιά και μ’ άνθη
έτσι και 'γω 'μαι τώρα στολισμένη
με μύρια δώρα. Και λαλώ-κι ανθίζω.
Σ’ αυτά τα μέρη η ζήση μου περνούσε.
Με τις πολλές παρέα τις αδερφές μου
έπαιζα όλη μέρα και γελούσα.
Καμιά η θάλασσα της Σικελίας
κρυφή απ' τις χάρες της δε μου κρατούσε.
Και των βυθών της τη χρυσή μαγεία
και των νερών της τις τερπνές εικόνες
και τον φωτόλουστο τον λευκαφρό της
όλα για μάς λες τα ’χε φυλαγμένα.
Μα κι αν δεν τα ’χε ποιός τήνε ρωτούσε;
ποιος στα τρελά της νιότης μας παιχνίδια
κάποιον φραγμό να βάλει θα μπορούσε;..
Όμως σαν νιό κι εκείνη κοριτσάκι
γελούσε και χαιρότανε μαζί μας
μ’ όποιο ξεφάντωμα νεανικό μας.
Αλλ' άψυχη χαρά ήταν εκείνη
και στη σπηλιά μας βράδυ σα γυρνούσα
οι πέτρες της βαραίναν την ψυχή μου
κι ένιωθα τη χαρά μου προδομένη.
Κι εγώ, η αθάνατη, μες στου θανάτου
τα βρόχια ήμουνα παγιδεμένη.
Κενό ένα μέγιστο ένιωθα εντός μου
σα να μη γίνανε όσα είχαν γίνει
και σαν αυτά που ήτανε να γίνουν
αξία μέσα τους καμιά δεν κλείναν.
Και μέσα βυθιζόμουνα στον πόνο
που η έλλειψη μαζί της πάντα φέρνει.
Πόσες ευχές δεν έκανα στο Δία
θνητή παρακαλώντας να με κάνει
ώστε ο θάνατος να με λυτρώσει
απ’ όσους η ζωή μού ’δινε πόνους...
Ή πάλι του ’λεγα: «Δία Πατέρα
κάνε με μια πετρούλα-εν' ανθάκι
Κάνε με ένα ρυάκι, ένα πουλάκι
τον πόνο της αγάπης να μη νιώθω».
Αλλά ο Δίας δε μ’ άκουγε. Και τώρα
βλέπω γιατί- Θεέ, Μεγάλε Δία,
μ’ άφησες όπως ήμουν γιατί άλλο
σχεδιάζανε τα φρένα σου για μένα.
Μ’ άφησες όπως ήμουν για να νιώσω
την πιο μεγάλη απ’ όλες ευτυχία.
Και να! Μες στη ζωή μου όλα αλλάξαν
κι όλα της τα κενά έχουν γεμίσει
απ' της αγάπης τη γλυκιά τη χάρη.
Νερά, τώρα σα μέσα σας θα μπαίνω
σαν άγνωστη έτσι να ’μαι θα σας μοιάζω-
σαν κάποιο άλλο να κρατείτε σώμα.
Και σεις, συντρόφισσες των παιχνιδιών μου,
θα με κοιτάζετε σα να ’μουν ξένη.
(Μπαίνει η Γλαύκη, βλέπει τη Γαλάτεια να μιλάει και κάθεται παράμερα, αθέατη από αυτήν).
Είναι που τώρα μόνη μου δεν είμαι.
Είναι που τώρα όπου και να πάω
του Άκι την ψυχή έχω μαζί μου
σφιχτά με τη δικήνε μου πλεγμένη.
Είναι που του Άκι μου η κάθε σκέψη
και σκέψη έγινε γλυκιά δική μου.
Είναι σ’ αιώνιο ένα φιλί που δέσαν
οι δυο υπάpξεις μας, καθώς δεμένο
το ακρογιάλι με το κύμα είναι.
Μ’ ας πάω τώρα στις καλές μου φίλες
τον νέο μου εαυτό να τους γνωρίσω.
Ας πάω για να δουν οι αδερφές μου
Την αλλαγή που μού ’φερε η αγάπη.
Και να στολίσω ας πάω το κορμί μου
όπως να κάνουν ξέρουν οι γυναίκες,
γιατ’ η ομορφιά θαρρώ μαγνήτης είναι
που την αγάπη τη γλυκιά τραβάει.
ΜΗΤΡΟΣ-ΓΙΑΝΝΟΣ
(Η εκκλησία του Μήτρου)
(Γιάννος και Μήτρος εν Ελ Εϊ, προσφάτως γνωρισθέντες
κάπου συναντηθήκανε κι αλλάζουνε κουβέντες
για την που ο Μήτρος βάλθηκε να χτίσει εκκλησία-
σαν τ’ άλλα να μην έφταναν δεινά στην Παροικία.)
-Γιάννο, μιαν ανακάλυψη σήμερα έχω κάνει.
Μεγάλη ανακάλυψη. Να την ακούσεις θες;
-Γι αυτό μου ήρθες το λοιπόν πρωΐ και μάνι μάνι;
Λέγε.
-Η ανακάλυψη έγινε βέβαια χτες…
-Λέγε ρε Μήτρο.
Ετσι κι αλλιώς πρέπει να κουβεντιάσουμε
Και στο περιοδικό μετά αμέσως να τα γράψουμε.
-Περιοδικό ή όχι, εγώ άκου τι ανακάλυψα
Και τα ρωτήματα μ' αυτό της ζήσης μου όλης κάλυψα:
Ότι τον κόσμο Γιάννο μου τον έκαμε ο Θεός.
-Καλά που το κατάλαβες Μήτρακα. Όμως πώς;
-Στο Σόλβανγκ χτες πηγαίνοντας είδα τη γη στρωμένη
Με πλήθος αγριολούλουδα. Κι ήτανε στολισμένη
Κάθε μ' αυτά λοφοπλαγιά και κάθε μια κοιλάδα.
Χρώματα τέτοια, εν τιμή στο λέω, δεν ξανάδα.
Κι είπα «ποιος άλλος απ’ Αυτόν μπορεί να επινοήσει
Χρωμάτων τέτοιων συνδυασμούς, παραλλαγές και τόνους,
Κι έτσι σοφά κι απλόχερα στη γη να τα σκόρπισει;
Ποιος άλλος τέτοια το μπορεί μια χρωματοπλημμύρα
Πάνω στης γης το γκριζωπό το χώμα να ξεχύσει;
Ποιος τον αέρα θα έκανε μύρα να ξεχειλίσει-
Ποιός τέτοια μια θα φύλαγε καλή στη γη μας μοίρα;»
Ετσι είπα. Μα ό,τι να ’λεγα κι ό,τι να πω και τώρα
Κι όσα να πω αν μίλαγα κι ως τη στερνή μου ώρα
Δεν περιγράφουν ό,τι εκεί εχτές θαυμάσιο είδα:
Δε θα ’δινα απ’ τον ήλιο του παρά μικρή μια αχτίδα.
Γι αυτό το αποφάσισα, και, Γιάννο μου θα χτίσω
Μια εκκλησιά και μέσα της θα μπω να προσκυνήσω
Τον Πλάστη πούκανε αυτή την...
- Μπράβο σου. Γιατί όχι;
Μόνο που αν είναι αυτοί οι προσεχείς σου στόχοι
Τότε να ξέρεις Μήτρο μου πρέπει τινά ολίγα
Που θα σου γίνουν οδηγός στης εκκλησιάς το χτίσιμο
Οπως ο μίτος του Θησέα τα βήματα οδήγα
Και οι θεοί τον Ηρακλή στου Προμηθέα το λύσιμο.
Ακου λοιπόν πώς χτίζεται μια εκκλησία σήμερα-.
ένα ακόμα εφήμερο μέσα στα τόσα εφήμερα.
Και πρώτα πρέπει να σου πω ποια είναι τα υλικά-
Ως τ’ αραδιάζουνε κι αυτοί που φτιάχνουνε γλυκά:
Ενας παπάς αδιόριστος, την ώρα που δε βλέπει
Που θα γεμίσουν και τα δυό-και στόμα του και τσέπη.
Κλέφτες τινές, άλλοι τρανοί, άλλοι κοινά κλεφτρόνια.
Θηλεα κάποια, απ' αυτά τα όντα τα χαμένα
Που βλέποντας να φεύγουνε ανέραστα τα χρόνια
Σέ έρωτα με το Χριστό πέφτουν ξελιγωμένα.
Μιας Εκκλησίας κεφαλή ανεύθυνη κι αδιάφορη,
Ενας μεσιτοπράκτορας και τύποι άλλοι διάφοροι.
Θα καμαρώνει ο παπάς όπως σκεπάρνι γύφτικο
Και ύφος παίρνοντας βαρύ και μάγκικο κι αλήτικο
Ντυμένος με τα που θαρρεί πανάγια άμφιά του
θα κάνει, σαν η εκκλησιά που θα χτιστεί ειν’ δικιά του.
Οι κλέφτες τώρα οι τρανοί, καθ' ένα-δύο μήνες
θα κάνουν μια συγκέντρωση, σαν τις μαζώξεις κείνες
Που κάνουνε οι ύαινες γυρω από το ψοφίμι,
Ή που οι ιερόδουλες κάνουν στο καλντερίμι,
Όταν τον ίδιο κυνηγούν πολλές μαζί πελάτη.
Και θα ’ναι όλη η έγνοια τους, και θα ’χουνε κεσάτι
Τ' όνομα τίνος θα γραφτεί Μήτρο μου πα' στο φτυάρι
Που στα θεμέλια του ιερού θα θάψουνε, τη μέρα
Που θα θεμελιωθεί ο ναός με του Χριστού τη χάρη.
Τότε, κι ενώ λόγια παχιά θα πλέουν στον αέρα
Εκεί Μήτρο θα θάψουνε το φτυάρι, με γραμμένα
Τ' όνομα πάνω του εκεινού
Πούχει τη χάρη τ' ουρανού
Γιατί απ' τους άλλους πιότερα έχει λεφτά κλεμένα.
Σκέψου την Άγια Τράπεζα παρέα μ' ένα φτυάρι
Που πάνω του το όνομα γραμμένο θα μοστράρει
Ενός απ' του Λος Αντζελες τους πιό μεγάλους κλέφτες,
Τους πιό μεγάλους άθεους, τους πιό μεγάλους ψεύτες.
Να Μήτρο πώς κερδίζεται η ουράνια βασιλεία.
Ο Πάπας αν επούλαγε παληά συχωροχάρτια
Και χάριζε οικόπεδα στα επουράνια, άρτια,
Σήμερα η ίδια η αισχρή γίνεται ιστορία
Κι όχι απ' τον Ποντίφηκα, αλλ' απ' τον Πατριάρχη
Κι απ' τον Αρχιεπίσκοπο, εδώ σε μας που άρχει.
Ως για τα θήλεα, ειν' αυτά, γυναίκες ή ερωμένες
Που αν και δίχως δεύτερο βρακί μεγαλωμένες
Στην εκκλησία χρήματα θέλουνε να χαρίσουν
Ώστε κι αυτές προνόμια πάνω της ν' αποκτήσουν.
Γιατί να ξέρεις άξεστε και άμυαλε συ φίλε μου-
Και αν δεν είναι όπως στα πω, φάσκελα πέντε στείλε μου-
Εκεί κοντά στον άμβωνα στασίδι ένα θα ’ναι
Πάντοτε άδειο κι έτοιμο πάνω του να δεχτεί
Αυτόν που τα περσότερα έχει λεφτά δοσμένα
Και άλλον πισινό ποτέ δε θα καταδεχτεί.
Αυτά να ’χεις υπόψη σου αν εκκλησιά θα χτίσεις.
Κι αν απορία σούμεινε, εδώ είμαι-να ρωτήσεις.
Κι ακόμα κάτι: όταν πια το χτίσιμο τελειώσει
Μη μες στην εκκλησιαστική τη φούρια σου την τόση
Του Εγκελάδου φοβηθείς τα δυνατά κουνήματα
Και τον προσοδοφόρο σου ναό πας ν’ ασφαλίσεις-
Τζάμπα μη δώσεις τα πολλά που σου αποφέρει χρήματα.
Αλλιώς τα μέγιστο αυτό το θέμα να το λύσεις:
Μια λειτουργία ονόμασε "κατά του Εγκελάδου",
Και το θεό υπεύθυνο για το ναό Του κάνε
Και για τα εκ των δονήσεων ανθρωποκέρδη του Αδου.
Ασε τους άλλους τους φτωχούς χρήματα να χαλάνε
Και της ασφάλειας εσύ έτσι το χρήμα τσέπωσε
Που ο Λαός κερί κερί στην εκκλησιά σου έδωσε.
Και να βλογάς που βρέθηκα και στα ’πα όλα τούτα
Ωστε να τα ’χεις έτοιμα σαν το κρασί στην κούπα.
-Δεν το περίμενα ποτέ να λοιδωρείς τα θεία
Ούτε να κάνεις τους ναούς γέλωτος αντικείμενο.
-Αν τ’ είναι «θείον» ήξερες, αστείο υποκείμενο,
Δε θάβγαινε απ' το στόμα σου αυτή η τρανή βλακεία. ^ λ
Και ως να μάθεις (αν ποτέ αυτό το καταφέρεις),
Να σε ρωτήσω ήθελα αν έμαθες-αν ξέρεις
Απ' την Ελλάδα τίποτα νέα που να σχολιάσουμε-
Ή νέα της παροικίας μας, λίγο για να καγχάσουμε.
-Η παροικία Γιάννο μου, όσο να τη στολίσεις
Κι άλλα θα μείνουν να της πεις-αρκεί να το θελήσεις.
Το ίδιο κι η πατρίδα μας: με τόσο χάλι πόχει:
Οσα της τα προβλήματα και ψόγου τόσοι στόχοι.
Μα τίποτα δεν έμαθα ευκαιριακά καινούργιο
Από των επικαίρων τους ειδήσεων το μπούγιο.
Εφημερίδα Ελληνική αφού δε διαθέτω
Κι ούτε κομπιούτερ και τι βι αγόρασα κι εφέτο
Πίσω και πάλι απόμεινα σε νέα και ειδήσεις.
Μήπως για κάτι έχεις συ Γιάννο μου να μιλήσεις;
-Αν και τι ζώον τετράποδον είσαι σ' αυτά γνωρίζω,
Εν τούτοις κάτι θα σου πω που μ' έχει ξεσηκώσει
Και που το νου μου απόσπασε-διόλου ας μη τ’ αξίζω-
Από το σκότος, και φωτός μι αχτίδα μουχει δώσει:
Μία γρηούλα ρώτησα τις άλλες συμπαθή.
"Γιαγιά τί κάνετε;", κι αυτή,αμέσως μουχε πει
"Να γiόκα μου-γυρίζουμε να μη ρημάξει ο τόπος".
Πες μου βρε Μήτρακα λοιπόν, που χάσκεις αδιακόπως,
Πες, στη φρασούλα αυτή μπορείς, την έτσι απλά ειπωμένη
Οληνε νάδεις την ψυχή του Ελληνισμού κρυμμένη;
Μπορεί το λίγο σου μυαλό-πες μου-να διακρίνει
Πόση η απάντηση αυτή σοφία εντός της κλείνει;
-Καμμία. Είναι κοινότατος λόγος, που συ μονάχα
Νομίζεις ότι κάποιανε σοφία κρύβει τάχα.
Αντί τα λόγια μιας γρηάς ν' αναθυμάσαι τώρα
Κανά χαρτί ας έπαιζες για να περνά η ώρα.
-Μα τότε βρε ζωντόβολο θάμουνα χαρτοπαίχτης.
-Μία απάτη ας έκανες.
-Θάμουνα θεομπαίχτης.
-Τηλεόραση ας έβλεπες;
-Θάμουνα σαν και σένα-
Φυτό και ετερόφωτος και με μυαλά χαμένα.
-Ας δούλευες ελεύθερος καιρός να μη σου βρίσκεται
Ωστε να μη σε θέματα παρόμοια αναλίσκεσαι.
-Τότε θα ήμουνα ρομπότ.
-Μία γυναίκα ας είχες
Παρά να παίρνεις για σοφά θέματα τάχα αμπάριζα.
-Γυναίκα νάρχονταν σε με; Μη λες ρε Μήτρο τρίχες.
Και βέβαια αν ερχότανε, μ' αυτά θα σαχλαμάριζα;
-Έχε ένα χόμπι. Παίξε γκολφ. Κάνε μια συλλογή.
-Και γιατί σώνει και καλά να κάνω κάτι τέτοιο;
Γιατί η δική σου λογική είναι αρχαϊκή,
Και σ’ ό,τι σούπα, αυτή χαράς καμιάς δε βρίσκει αίτιο,
θα πρέπει να μη σκέπτομαι γιατί εσύ δε σκέπτεσαι;
Γιατί ο νους σου στα κοινά τόσο πολύ εξέπεσε
Ίδιον και γω με σένανε πρέπει να έχω νόα;
Και τότε πώς θα διέφερα-μου λες-από τα ζώα;
Και άκου κι άλλο κάτι τι που άκουσα επίσης
Και ας αφήσει αδιάφορες όλες σου τις αισθήσεις:
«Του Χάρου να κρεμάγεται, εγώ δεν τον πιστεύω!».
Και από ρήσεις λαϊκές ενώ, έστω άκων, νήστευα,
Ξάφνου ετούτα άκουσα τα πλέρια Ελληνικά.
Μια τέτοια ρήση φίλε μου ευθύς κατανικά
Κάθε του βίου σκοτεινιά, και μία πέρα ως πέρα
Το άκουσμ;a της ευτυχή μου κάνει δώρο μέρα.
Μήτρο γελοίε, φουκαρά, που κυνηγάς το κάλλος
Εκεί που το αναζητά κάθε όμοιός σου άλλος,
Που της Φυλής τα όμορφα τα νιώθεις τόσο μόνο
Όσο σου αρκεί για να μπορείς να ζεις χρόνο το χρόνο,
Τόξερα πως θα ήτανε αυτά για σένα ξένα.
Έλα όμως που η έννοια τους με συνεπαίρνει εμένα…
Μα αφού η μοίρα μούδωσε εσένα για συντρόφια
Και την ασχετωσύνη σου ακέρια και ατόφια,
Κι αφού κανέναν άλλονε δεν έχω να μιλήσω
Γυρνώ από δω-γυρνώ από κει, σε σένα έρχομαι πίσω.
-Μην έτσι Γιάννο μου μιλάς γιατί θα εντραπώ.
Και δε θα έχω τότε πού να πάω να κρυφτώ.
Κι αν έτσι εγώ γεννήθηκα και συ αλλιώτικός μου
Δεν παύεις όμως νάσαι συ φίλος αδελφικός μου.
Κι αν λίγο βλαξ σου έτυχα, νέρωσε το κρασί σου
Και μη όλο με κατηγορείς σα βρίσκομαι μαζί σου.
-Δίκιο έχεις Μήτρο-σχώρα με. Το έχω παρακάνει.
Σε πρόσβαλα. Με συγχωρεί ς. Μα τώρα τέρμα. Φτάνει.
Για δυο ημέρες συνεχώς δε θα σου ξαναπώ
Το πόσο είσαι ανόητος ,στουρνάρι και φυτό.
-Σ' ευχαριστώ πάρα πολύ. Αλλά μην ξεχαστείς
Και το διήμερο αυτό Γιάννο το υπερβείς
Γιατί πολύ δε θα άντεχα βρισιές να μην ακώ
Αφού μ' αξίζουν, και αφού, αν μου λείψουν τις ζητώ.
-Δε θα ξεχάσω. Το λοιπόν γεια σου για μέρες δύο.
-Α! Μιά. στιγμούλα Γιάννο μου. Προτού σου πω αντίο
θέλω και κάτι να σου πω
που από ώρα έχω σκοπό
Αλλά το ξέχασα, γιατί αλλού έχει τραβήξει
Η που όταν σε συνάντησα κουβέντα πούχε ανοίξει-
Η εκκλησία που εγώ να χτίσω αποφάσισα
Και που με διέκοψες γι αυτή σα να σου λέω άρχισα,
Σχέση δεν έχει ούτε μια με όσα εσύ αράδιασες
Και μ’ όσες πα' στις εκκλησιές βρωμιές εσύ αράδειασες.
Τη δική μου εκκλησία
θα τη χτίσω στην ψυχή μου
Και θα κάνω μες σε κείνη
Στο θεό την προσευχή μου.
Στης ψυχής μέσα το βούρκο
Μιά γωνιά θα καθαρίσω
Και κει μέσα τον που θέλω-
Που ποθώ, ναό θα χτίσω.
Και αυτήνε τη γωνία
Καθαρή θα την κρατάω
Και αντίς κερί, με πίστη
Και μ' αγάπη θα φωτάω.
Και αμόλυντη θα είναι
Απ' τη βρώμα των παπάδων
Κι από των κλεφτών την όψη
Κι απ' τον ήχο των παράδων.
Στο ναό θα μένω Γιάννο
Μόνο εγώ και ο θεός μου
Κι όταν εκεί μέσα μπαίνω
Θα ’μαι Γιάννο μοναχός μου.
Θα ’ναι μία εκκλησία
Ιερά κι υπερουσία.
Μες στον πονηρόν τον βίον
Θα ’ναι τ' Αγια των Αγίων.
Και ο διάολος να με πάρει
Αν θα έχει μέσα φτυάρι.
-Μήτρο μου δε φανταζόμουν
Όπου τόσα σου ’χω πει.
Με αλώνει η μετάνοια
Και με λιώνει η ντροπή.
Θα μπορούσες κάποια μέρα
Να με συγχωρήσεις ίσως;
-Ναι. Καθώς τον Σόλωνά μας
Εσυγχώρησε ο Κροίσος.
-Σ' ευχαριστώ αδέρφι μου.
Και θα στο ξεπληρώσω-
Οι μέρες τρεις θα γίνουνε
Που δε θα σε μαλώσω.
(Κι οι δύο φίλοι εχώρισαν
για να ξαναβρεθούνε
όταν για νέο κάτι τι
θα είχανε να πούνε)
----
ΜΗΤΡΟΣ-ΓΙΑΝΝΟΣ
(παλιά και νεότερα)
ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΥ
Καλήν ημέραν άρχοντες
Κι αν είναι ορισμός σας
Τα κάλαντα τ’ αληθινά
Να πω στ’ αρχοντικό σας.
Καλήν ημεραν άρχοντες
Σε σας και στην Ελλάδα
Που τώρα τρώει χάμπουργκερς
Αντίς για φασουλάδα.
Καλήν ημεραν άρχοντες
Που η δυνατή Ευρώπη
Νομίζει ότι είμαστε
Καουτσουκένιο τόπι
Και πάνω μας τα νεύρα της
Κλωτσώντας μας ξεσπάει,
Δέρνεται και ξεσχίζεται
Το τόπι, και δε σπάει.
Κι ενώ η μεγάλη Αμερική
Μας θέλει για εταίρους
Εμείς πάμε και κάνουμε
Τους λύκους συνεταίρους.
Καλήν ημέρα Ελλάδα μου
Που όλους τους ταΐζεις
Και όλους τους ανέχεσαι
(ως πότε;) κι ούτε βρίζεις.
Καλήν ημέραν Ελληνες
Που τη δημοκρατία
Τηνε μπερδεύετε συχνά
Με τη δικτατορία
Και οργανώνετε γιορτές
Για το Πολυτεχνείο
Κι εκείνους που γιορτάζουνε
Πιάνετε δύο δύο.
Καλήν ημέρα απόγονοι
Ηρώων του Μαραθώνα
Που η Κλεφτουριά κι αν έλειψε
Μα η κλεψιά πάει γόνα.
Καλήν ημεραν Ελληνες
Που όλοι να κυβερνάτε
Και να οδηγείτε θέλετε
Κι όχι ν’ ακολουθάτε.
Που όταν ακούτε για δουλειά
Σας πιάνει τεταρταίος
Και μόνο για διασκέδαση
Προσέρχεστε δρομαίως.
Καλήν ημέραν Ελληνες
Που όλο μίμηση είστε
Και μοναχά ό,τι καλό
Κι ωραίο δεν μιμείστε.
Που όλα τ' αφήνετε μισά
Κι όλα τα παρατάτε
Κι από άλυτο ένα πρόβλημα
Σε άλλο αμέσως πάτε.
Καλή σας μέρα Ελληνες
Που κλαίγεστε ολοένα
Μα κάθε βράδυ κι άλληνε
Αλλάζετε ταβέρνα.
Που αλλάζετε σα νάτανε
Βρακιά τις κυβερνήσεις
Κι άνοσοι στις πολιτικές
Εχετε γίνει κρίσεις.
Καλή σας μέρα Ελληνες
Μαζοχιστές μεγάλοι
Που απτόητοι ψηφίσατε
Τον Παπανδρέου πάλι.
Καλή σου μέρα Αντρέα μου
Που άσπρισε το μαλλί σου
Μα ούτε τη γνώμη άλλαξες
Ούτε την κεφαλή σου.
Και τη Μιμή παντρεύτηκες
Που μ' όσα κόλπα ξέρει
Και σένα και τους Ελληνες
Σας άγει και σας φέρει.
Γεια σου και σένανε Ψηλέ
που αν ξαναποστατούσες
Ο Αρης θα σου έμενε
Μονάχα να τραβούσες.
Γεια σου Φλωράκη μου κι εσύ
Του ΚουΚουΕ προδότη
Που γκρέμισες στα γερατειά
Οτι έχτισες στη νιότη.
Καλήν ημέρα και σε σας
Του Εθνους μας πατέρες
Που μόνο αν σεις θα λείψετε
θαρθούν καλές ημέρες.
Καλήν ημέρα σου Νου Δου
Πολύκλαδη ακακία-
Ποτίστρα σου ακένωτη
Η ανθρώπινη βλακεία.
Γεια σου και σένανε ΠΑΣΟΚ
Κάποτε η ελπίδα
Και τώρα η καταστροφική
Αλογη καταιγίδα.
Γεια σου και σένα ΚουΚουΕ
Της ανθρωπιάς προδότη.
Η τελευταία σου πνοή
Πνοή μας θάναι πρώτη.
Ευρώπη καλημέρα σου.
Είτε Κοινή είτε όχι
που πετυχαίνονται για σε
με χρήμα όλοι οι στόχοι.
Και καλημέρα Αμερική
Ελεύθερη πατρίδα
Κατατρεγμένων προσφυγή
Απάτριδων ελπίδα.
Καλή σου μέρα Αμερική
Που όποιος σε γνωρίσει
Ούτε στιγμή από σένανε
Δε θέλει να χωρίσει.
Γεια σας ιερείς ανίεροι.
Γάγγραινα της θρησκείας.
Ανόσιοι εκμεταλλευτές
Της Πάνσεπτης Μνηστείας.
Κι Ελληνες γεια σας υπουργοί
Εσείς κι η τεμπελιά σας
Που να δουλεύετε εμάς
Η μόνη είναι δουλειά σας.
Καλή σας μέρα Πράσινοι.
Ηλίθιοι ηλιθίων.
Ηπείρους η ηλιθιότης σας
Σείει εκ θεμελίων.
Καλήν ημέραν Ελληνες
Που μέσα στην Αθήνα
Δεν κυβερνά ο Πρωθυπουργός
Μα η πρωθυπουργίνα.
Καλήν ημέραν άρχοντες
Πούχετε προοδεύσει
Δίνοντας νέο όνομα
Στην ίδια πάντα γεύση.
Γεια σου και σένα βρε Μιμή
Και ψόγος δε σου πρέπει
Η ύπαρξη σου αφού εκεί
Το πανελλήνιο τέρπει.
Γεια σου Ελλάδα μου γλυκιά
Που θάνατο δεν ξέρεις
Αλλά που από τα ίδια σου
Τα τέκνα υποφέρεις.
Και γεια σου ωρέ Καραμανλή
Που μ' ένα "ρε" σου μόνο
Οι βουλευτές σου πάνω τους
Χέζονταν για ένα χρόνο.
Καλή σου μέρα Ελληνική
Και σένα παροικία
Αγλάισμα παληότερα,
Του Γένους τώρα αικία.
Που ενώ μες στης Αμερικής
Ζεις την ελευθερία
Δείχνεις το μέσα σκλάβο σου
Με κάθε μια ευκαιρία.
Γεια σας μεγάλα ονόματα
Ελλήνων του Ελ Έϊ-
Το άλλο μεγάλο πούχετε
Μονάχα, είναι χρέη.
Γειά-σας του Ελ Ει Ελληνες
Που αντί έργου σας άλλου
Κοιτάτε πώς να βγάλετε
Τα μάτια ο ένας τ' άλλου.
Γεια σας του Ελ Ει Ελληνες
Που είσαστε πατριώτες
Τόσο, όσο είναι ακριβώς
Κυρίες οι κοκότες.
Γεια σας του Ελ Ει Ελληνες
Που ενώ ζείτε στις ΗΠΑ
Τα σαρκοφάγα ένστικτα
Και χούγια έχετε γύπα.
Που ακόμα δεν καταφερε
Προσπάθεια όση κι αν βάνει
Ανθρώπους η πατρίδα σας
Η νέα να σας κάνει.
Γεια σας που όπως τρέχουνε
Οιστρόδηκτα τα βόδια
Οταν ακούτε ποίηση
Το βάζετε στα πόδια.
Γεια σας του Ελ Ει Ελληνες
Ανόητοι τα μάλα
Που όλα παν στην άλογη
Ζωή σας μέλι γάλα.
Γεια σας πτωχοί τω πνεύματι
Και πλούσιοι τη ανοία.
Αψυχα γεια σας πλάσματα
Γεια σας κενά κρανία.
Ανευθυνοϋπεύθυνοι
Ανάνθρωπα όντα γεια σας.
Λαθρεπιβάτες της ζωής
Ανδράποδα της μάσας.
Πουν’ ο σκοπός σας στη ζωή
Νάναι γεμάτη η τσέπη.
Πούναι το "θέλω" φίλος σας
Κι έχετε εχθρό το “πρέπει”.
Μυαλό λαφρύ, ήθη λαφριά
Κι η πιο λαφρότερή σας
Η αίσθηση του προορισμού
Πούχετε στη ζωή σας.
Γεια σας του Ελ Ει Ελληνες
Γεια σας σκιές ανθρώπων.
Γεια σας ανωφελέστεροι
Ανωφελών κωνώπων.
Που έχετε την τεχνική
Για Τέχνη. Που μεθάτε
Αντί με ήχους μουσικής
Με χτύπους του καράτε.
Γεια σας που αν τις γυναίκες σας
Κανένας ερευνούσε
Κους κους και μόδα και χαρτί
Μόνο θα συναντούσε.
Γεια σας που κάθε Κυριακή
Πάτε στην εκκλησία
Οπως ο θύτης σίγουρος
Πηγαίνει στη θυσία.
Και κει κουβέντες αρχινούν
Για μπίζνες και δολάρια
Ενώ γελούνε δίπλα σας
Χαμένα γυναικάρια.
«Πώς πάει το κλέψιμο; Καλά;
Πώς πάει κι η ρεμούλα;»
«Καλά. ο Θεός να μας φυλά
Κι η άγια Του μανούλα.
Μα ας ήταν κάθε Κυριακή
Να βάζαμε και ράσα:
Η Αγια η Τράπεζα
Μεγάλη έχει μάσα!».
Που του Χριστού την προσταγή,
Το "Αγαπάτε Αλλήλους"
Μαζί με τ' άλλα τ’ Αγια
Το ρίξατε στους σκύλους.
Που σα στ’ αλώνια κάνετε
Να χέστηκε η φοράδα
Το όνομά σας όταν μπει
Σε μια παληο-φυλλάδα.
Γεια σας που νιώθετε ευτυχείς
Για λίγο σα σταθείτε
Δίπλα σε πρόσωπα υψηλά
Και φωτογραφηθείτε.
Που ούτε γιατί υπάρχετε
Ξέρετε ή πού πάτε
Και μες στην Πλάση σαν ρομπότ
Σάρκινα τριγυρνάτε.
Που τόσο αστείοι είσαστε
Σαν εκφωνείτε λόγους
Για Εθνικά μας θέματα
Ή άλλους αναλόγους.
Και πόσο αλήθεια είσαστε
Ανέκφραστα γελοίοι
Ελληνική καθένας σας
Σημαία όταν σείει…
Ενώ μέσα στην άδεια σας
Υπαρξη, δεν υπάρχει
ίχνος Ελληνικότητας.
Και πώς μπορεί να υπάρχει
Αφού Ελλάδα είναι μια
Ιδέα υπερουσία
Και σας κοιλιές ειν' όλη σας
Και λίπη η ουσία;
Όζοντες γεια σας οχετοί
Που όλα της γης τα μύρα
Δε φτάνουνε του ρύπου σας
Να κρύψουν την πλημμύρα.
Γεια σας του Ελ Ει Ελληνες
Του μηδενός ιππότες!
Μέσα στη φωτοπλήμμυρα
Αστέρες σκοτοδότες!
Γεια σας του Ελ Ει Ελληνες.
Κι εγώ που σας μιλάω
Ενας ακόμα ανάμεσα
Στο πλήθος σας μετράω.
Καλή σας μέρα Αλβανοί,
Αδέρφια αγαπημένα.
Πάντα προστάτη και βοηθό
θα βρίσκετε σε μένα,
Γιατί όποιος κι απ’ τη δεύτερη
Πατρίδα σας σας διώχνει
Τότε για δεύτερη φορά
Στον θάνατο σας σπρώχνει.
Γεια σου και σένα Κύρκο, αν ζεις
Που αν σε μαλώσει ο Ράλλης
Κατω απ’ τα σκέλια την ουρά
Ευθύς θα τήνε βάλεις,
Και θ' αρνηθείς στους φοιτητές
τα δικαιώματα τους
Και την αστυνομία και συ
θα στείλεις ενάντιά τους.
Γεια Σου και Σένα Βασιλιά
Που ακόμα αν κρατάει
Και δε διαλύθηκε η Ελλάς
Στη σκιά Σου το χρωστάει.
Και που αν ο ίδιος πάλι ερθείς
Και κυβερνήσεις πάλι
Τότε και της πατρίδας μας
θα πάψει τ' άθλιο χάλι.