«ΠΡΕΠΕΙ»…
(ΙΟΥΛΙΟΣ 2014)
Ο Πρώτος σου απ’ όλους τους πολίτες
βγαίνει και τι να γίνει «ΠΡΕΠΕΙ» λέει-
κάτι που και οι κότες σου το ξέρουν
και δεν το λεν γιατί έχουν λίγη τσίπα
και δεν τη στέργουνε την κοροϊδία.
Και τον ακούς εσύ και τον θαυμάζεις.
«Μπράβο του ο τίμιος ο Πρόεδρός μας!
Ακόμα μια πενταετία να μείνει!»
Και μέσα του αυτός στα γέλια σκάει
με την ανοησία που σε δέρνει-
που αγράμματον τελείως κρατάει
Κι όλο «ΠΡΕΠΕΙ» τσαμπουνάει ο Παπανδρέου
κι όλο «ΠΡΕΠΕΙ» ο Κωστάκης μπεμπεκίζει
κι οι υπουργοί κι οι βουλευτές που ’χεις ψηφίσει
μόνο «ΠΡΕΠΕΙ» λέει καθείς όπου καθίσει.
Και του «θα» στα ουράνια χαίρεται η ψυχή του
που παιδί ένα έχει βγάλει αντάξιό του
και την ίδια τη δουλειά με κείνο κάνει.
Και γελάς εσύ με μπρίο και καμάρι
που το «θα» δε λένε πια οι πολιτικοί σου
και γελάς όπως ο βλάξ ο Μανωλιός
που τα ρούχα του τα έβαλε αλλιώς.
Κι η δουλειά σα να ’ναι όλων τους να λένε
όπου παν κι όπου σταθούνε μόνο «ΠΡΕΠΕΙ»,
τους ακούς με σοβαρότητα και δέος.
Κι ενώ «ΠΡΕΠΕΙ» από το στόμα όλο βγάζουν
μα το χέρι τους στην τσέπη σου το βάζουν
και σου παίρνουν ό,τι χρήματα σου μένουν.
Κι η βροχή σε πλημμυράει των τόσων «ΠΡΕΠΕΙ»
και σα να ’σουν μηχανή λαμαρινένια
μπαίνει μες στις πιο μικρές σου χαραμάδες,
κάθε κύκλο και γωνίτσα σου λαδώνει
και να! πάλι κελαδείς ευτυχισμένα
τόσα «ΠΡΕΠΕΙ» αφού σου ’χουν χαρισμένα.
Η ευκτική για σένα όλη ειν’ η ζωή σου
κι ειν’ ο παρατατικός ο θάνατός σου.
Μές σε σκάνδαλων το βάλτο σ’ έχουν ρίξει
και συ ένα καλαμάκι πήγες κι ήβρες
και μ’ αυτό αέρα λίγον ανασαίνεις
για να μη απ’ ασφυξία πας και πεθάνεις
και αυτοί ποιον πάλι θα ’χουνε να κλέψουν;
Σου λένε πως εισ’ έλληνας. Το χάφτεις
και πας στις εκκλησιές κεριά κι ανάφτεις
που ένδοξους προγόνους τόσους έχεις.
Κι οι Σλάβοι μέσα σου χορό έχουν στήσει
κι οι τούρκοι το μυαλό σου κυβερνάνε
κι οι βούλγαροι κι οι ενετοί κι οι άλλοι-
όσων σπορά μπασταρδεμένη υπάρχεις-
δεν ξέρουνε, για κλάμα ή για γέλιο
είναι το που εφτιάξανε χαρμάνι!
Σάββατο 2 Μαρτίου 2024
ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΣΕΛΙΔΑΣ
ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ
(όταν ο Κωστάκης ζητούσε συναίνεση…)
ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ
(μόνος στο γραφείο του, βαδίζοντας νευρικά πάνω κάτω)
Συναινώ, συναινείς, συναινεί. Συναινούμε συναινείτε συνενούνε. (το ίδιο δυο φορές ακόμα πιο γρήγορα κάθε φορά) Συναινώ, συναινείς, συναινεί. Συναινούμε συναινείτε συνενούνε. Συναινώ, συναινείς, συναινεί. Συναινούμε συναινείτε συνενούνε. Ορίστε! Όλοι ξέρουνε γραμματική. Τα ρήματα! Όλοι τα ξέρουνε. Πού η δυσκολία για συναίνεση; Συναινώ, συναινείς, συναινεί. Συναινούμε, συναινείτε…
(Μπαίνει ο Παπανδρέου)
ΚΑΡ
Συναινείτε;
ΠΑΠ
Συναινείτε.
ΚΑΡ
Εσείς, συναινείτε;
ΠΑΠ
Συναινείτε.
ΚΑΡ
(επεξηγώντας τα λόγια του με μιμική)
Εσείς…ΕΣΕΙΣ…συναινείτε;
ΠΑΠ
Εσείς… συναινείτε!
ΚΑΡ
Εσείς… εσείς…
(στον εαυτό του)
Δεν ξέρει τη γλώσσα καλά ο κακομοίρης…
(απελπισμένος)
Πρόσεξε. Πες μαζί μου… μαζί μου! Συναινώ…
ΠΑΠ
Συναινώ…
ΚΑΡ
Συναινείς…
ΠΑΠ
Συναινείς…
ΚΑΡ
Έτσι μπράβο!..Συναινεί!
ΠΑΠ
Συναινεί.
ΚΑΡ
Συναινούμε…
ΠΑΠ
Συναινείτε…
ΚΑΡ
Συν-αιν-ού-με… Συν-…
ΠΑΠ
Συν…
ΚΑΡ
…αιν…
ΠΑΠ
…αιν…
ΚΑΡ
…ουμε…
ΠΑΠ
…είτε!
ΚΑΡ
(έξαλλος)
Όχι –είτε! Ούμε!..ούμε…ούμε…
ΠΑΠ
…Ούμε…ούμε…ούμε…
ΚΑΡ
(με ελπίδα)
Μπράβο! Όλο μαζί;...
ΠΑΠ
ουμεουμεούμε!
ΚΑΡ
Όχι αυτό! Το προηγούμενο! Συν και αιν και ούμε;…
ΠΑΠ
Συναινείτε!
ΚΑΡ
(ουρλιάζοντας προς την πόρτα)
Σπηλιωτόπουλε!
(μπαίνει ο Σπηλιωτόπουλος)
Δε μου λες, η ονομαστική πληθυντικού δεν διδάσκεται;
ΣΠΗΛΙΩΤΌΠΟΥΛΟΣ
Πώς το λέτε αυτό κύριε πρωθυπουργέ; Κλέβουμε, τρώμε, σουφρώνουμε, ληστεύουμε, πίνουμε αίμα, κάνουμε σκάνδαλα, είμαστε διεφθαρμένοι , κατέχουμε… τόσες ονομαστικές πληθυντικού...
ΚΑΡ
(ενοχλημένος και αγριοκοιτάζοντάς τον )
Καλά καλά, πήγαινε…
(Ο Σπηλιωτόπουλος βγαίνει. Στον Παπανδρέου, με μια τελευταία αμυδρή ελπίδα, εξουθενωμένος)
Συναινούμε.
ΠΑΠ
(ήρεμα)
Συναινείτε.
ΚΑΡ
Καλά Γιώργο. Βγαίνοντας πες του Αλαβάνου να έρθει.
(Βγαίνει ο Παπανδρέου και μπαίνει ο Αλαβάνος. Με όλη την προσοχή του στα χείλη του Αλαβάνου)
Συναινείτε;
ΑΛΑΒΑΝΟΣ
Όχι. Εμείς μόνο συν-
ΚΑΡ
Εντάξει Αλέκο. Βγαίνοντας στείλε τον Καρατζαφέρη.
(Βγαίνει ο Αλαβάνος μπαίνει ο Καρατζαφέρης)
ΚΑΡ
Εσύ Γιώργο από γραμματική τα πας καλά. Πες μου, συναινείτε;
ΚΑΡΑΤΖΑΦΕΡΗΣ
Εμείς μόνο αινούμε Πρόεδρε. Την πατρίδα.
ΚΑΡ
(Κάνει μια κίνηση να του επιτεθεί. Συγκρατείται)
Κι εσύ και η πατρίδα σου… Τσακίσου από δω και πες της Αλέκας να ’ρθει.
(Βγαίνει ο Καρατζαφέρης. Ο Καραμανλής στον εαυτό του)
«συν» ο Αλαβάνος, «αινούμε» ο Καρατζαφέρης, αν τους βάλω μαζί τους δύο, θα έχω το συναινούμε!
(το ξανασκέφτεται)
Αν όμως το μίγμα εκραγεί;-άστο καλλίτερα, δε μου χρειάζονται τώρα κι άλλες εκρήξεις…
(Μπαίνει η Αλέκα)
ΚΑΡ
Συναινείτε;
ΑΛΕΚΑ
Με τι;
ΚΑΡ
Καλά, πήγαινε.
(βγαίνει η Αλέκα. Στέκει μπροστά στον καθρέφτη. Βλέποντας μέσα στο είδωλό του)
Συναινείτε;
ΤΟ ΕΙΔΩΛΟ ΤΟΥ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ
(νυσταγμένο)
Δεν πάμε για ύπνο; Νύσταξα.
ΚΑΡ
(με παράπονο)
Μα γιατί δεν συναινούνε;
ΤΟ ΕΙΔΩΛΟ
Δεν έχουν πάρει όλοι στέρεα Παιδεία όπως εσύ… Πάμε.
ΚΑΡ
Πάμε.
(μαζεύει τα χαρτιά του και βγαίνει)
ΑΥΛΑΙΑ
Παρασκευή 1 Μαρτίου 2024
ΤΟ ΒΙΒΑΡΙ
Στης Αργολίδας το ασημένιο τάσι
μια χρυσαφένια το χωριό μας στάλα.
Στης φύσης μέσα το λαμπρό γιορτάσι
πιόμα που πιο μεθάει από τ΄άλλα.
Μια ηλιαχτίδα θάλασσας. Μια σκέπη
από αστέρινο ουρανό γαλάζο.
Λοφάκια γύρω. Και, ωραία ως πρέπει,
βαρκούλες- άνθη στο νερένιο βάζο.
Τη μέρα χαρωπό το κυματάκι
στην άμμο της ακτής της δαντελλένιας΄
τη νύχτα απαλοκοίμητο παιδάκι
χωρίς το σκιάσιμο καμμίας έγνιας.
Και τα νερά του τα ευλογημένα
σα στοργική μιαν αγκαλιά κρατάνε
τα σώματα που εντός του αφημένα
θάλασσα κι ήλιο πίνοντας,μεθάνε.
Κι όποιος εδώ θα ΄ρθεί, δεν είναι ξένος-
μιαν αύρα φιλική τονε τυλίγει
και σα στο σπίτι του νιώθει φερμένος
που με δικούς του ανθρώπους πάντα σμίγει.
Η γη παιδί ακριβό της το μετράει.
Και το ασημοκέντητο φεγγάρι
ως με τ΄αστέρια παίζει και γελάει
γράφει στα πλάτια τ΄ουρανού: Βιβάρι!
Βιβάρι! Μια γωνιά όπου εντός της
κάθε όνειρο καλό, αλήθεια βγαίνει.
Βιβάρι! Στο βιβλίο της ανθρωπότης,
το παραμύθι τώρα που συμβαίνει.
---
ΚΩΣΤΑΣ ΗΛΙΑΚΗΣ
25 Μάη 2006
Στ’ ουρανού το γαλάζο και στων σύγνεφων τ’ άσπρο,
χτες-στα μέρη όπου πρώτα η αυγούλα ροδίζει
σαν ο αγώνας της μέρας το σκοτάδι κερδίζει-
σ’ απροσμέτρητα ύψη εστεριώθη ένα κάστρο.
Κάστρο λες καμωμένο από αιθέριο αλαβάστρο΄
κάστρο λες Άγιου κάποιου ιερό μετερίζι
που από ευθύνη πλαντάζει κι από αγνότητα σφύζει-
Κάστρο γης ο αθέρας-κάστρο φλόγινο άστρο.
Από μέσα του ο Κώστας ο Ηλιάκης μάς βλέπει.
Σμηναγός όλο αξία κι όλο έγνια πατέρας.
Σοβαρή και γαλήνια η ματιά του μάς σκέπει.
Η ανάσα του ευλόγια και περφάνιας αγέρας.
Α! Πατρίδα! Τον ήρωα δες τον Κώστα Ηλιάκη
Και μιμήσου τον:Σήκω! Πέτα! Αντρέψου λιγάκι!
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΗ-ΛΙΑ ΣΤΟ ΒΙΒΑΡΙ
Καλό το δέντρο, πιο καλός της θάλασσας ο κάμπος,
σαν μια αχνολάμπει,μία σβει,μες στου πρωιού το θάμπος.
Καλός ο ήλιος,πιο καλό το ασημί φεγγάρι.
Καλή η Αθήνα,πιο καλό το γελαστό Βιβάρι.
Όλες καλές οι εκκλησές και τα ξωκκλήσια αράδα,
μα η εκκλησά του Βιβαριού άφταστη σ΄ ομορφάδα-
καλλίτερη μες στις καλές και πρώτη μες στις πρώτες,
η πιο γλυκειά απ΄ του τραγουδιού του κόσμου μας τις νότες.
Οι ρίζες της στη θάλασσα και στον Αγιο-Νικόλα΄
και τα κλαδιά της λάμνουνε σε πέλαα φεγγοβόλα.
Δυο βήματα απ΄τους κήπους μας κι απ΄τ΄όνειρο ένα βήμα.
Και κολυμπάει στο πέλαγο και πλατσουράει στο κύμα.
Ύψωμα ο τρούλλος της ιερό. Και βλέπει την κορφή του,
κι αναθυμάται,ο αη-Λιας,την πρωτινή ζωή του,
πριν μαγευτεί απ΄του Βιβαριού τη γιορτινή γαλήνη
κι ερθεί εδώ και,θεϊκος,και φλόγα όλος,μείνει.
Κι απλώνει τα φτερούγια της και όλους μάς σκεπάζει.
και το κακό στα μέρη μας ούτε που πλησιάζει.
Με την ιερή ανάσα της,στο κρύο μάς ζεσταίνει.
Κι αν πεις το θέρος,τη δροσιά στον γύρω αέρα δένει.
Και κείνους που η αιώνια Της τούς φώτισεν Ιδέα
κι έτσι γλυκειά τη χτίσανε, κι ανθρώπινη, κι ωραία,
διπλά όλων των αγίων της τις ευλογιές τους στέλνει,
διπλά στον πόνο τους πονάει,διπλή χαρά τους φέρνει.
Ω! Βιβαριώτισσα εκκλησά! Στολίδι της Ασίνης!
Πόσο,γαλήνη στην ψυχή την ταραγμένη δίνεις!
Και ταιριαστά,πόσο μπορείς πάνω στην προσωπίδα
του βασιλιά,μια χριστιανή ν΄αντανακλάς αχτίδα!
Και της νυχτιάς σα σε τυλούν τα παγωμένα χνώτα,
δε σε φωτάνε τ΄άψυχα του ηλεκτρικού τα φώτα,
μα ένα φως που απ΄το σεπτό ιερό σου αναβλύζει,
κι όλην εσένα πλημμυρά,κι όλους εμάς φωτίζει.
Ολόφωτο, ολοσέβαστο του Βιβαριού σημάδι,
που του ελέους σου τ΄ ακριβό χαρίζεις σ΄όλους χάδι,
πρέσβευε στον Πανάγαθο για όσους μια σφαίρα ξένη
είναι η γη. Και στ΄άστρο τους,στειλ΄τους,που τους προσμένει.
---
ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΣΤΗ ΘΕΑ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΑΘΗΝΑ
ή
ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ ΧΟΛΙΑΣΤΟΥ ΣΤΗΝ ΔΙΚΗΓΟΡΟ ΤΟΥ
ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ
ΠΟΥ ΤΟΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΕ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΜΗ ΑΠΕΛΑΣΗ ΤΟΥ
ΑΠΟ ΤΙΣ ΗΠΑ
ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ 1997
Θεά Αθηνά, που από το κεφάλι
Πάνοπλη ξεπετάχτηκες του Δία
Οταν ο Ηφαιστος με πέλεκυ έναν
Τον Δία υπακούοντας είχε ανοίξει,
Θεά, που εκτός την τέχνη του πολέμου
Και τη σοφία τέλεια εσύ κατέχεις
Μόνη απ’ τους αθάνατους του Ολύμπου,
Θεά Αθηνά, Θεά των τεχνασμάτων
Που τ' άδικο απ' το δίκιο ξεχωρίζουν,
Θεά που από τη γέννα μου ακόμα
Βοηθός σε κάθε μου αγώνα εστάθης
Που μούχε η μοίρα μου γράψει να κάνω,
Και στην καινούργια ετούτη δυσκολία
Της πολυπλανημένης της ζωής μου
Σε σένα στρέφομαι για να με σώσεις.
Τη δίκιαν άκουσε παράκλησή μου
Και στον Πατέρα σου μετάφερέ την
Και στη θεϊκή τη γλώσσα μίλησέ του
Ωστε καλόγνωμος νάναι γιά μένα.
Ασπίδα μόνον έφερα μαζί μου.
Δόρυ δεν είχα ούτε στην Ιθάκη.
Κι ούτε ήθελα ναρθώ. Εσύ το ξέρεις.
Δεν ήθελα την Τροία να πολεμήσω-
Και τρυγικόν εφόρεσα ένα σκούφο
Και με παράταιρο ένα ζευγάρι
Αρχισα τα χωράφια να οργώνω:
Εκανα τον τρελό γιά να μην έρθω.
Μα με ξεσκέπασεν ο Παλαμήδης.
Πήρε το γιό μου-νιάνιαρο ακόμα
Και μπρος απ’ το υνί τον αποθέτει
Στο χώμα πάνω και "τρελός αν είσαι
Πέρνα το υνί απάνω απ’ το κορμί του"
Μούπε-και πιά με πήρανε μαζί τους.
Κι ήρθα. Κι από το πλοίο έξω βγήκα
Κι ανάμεσα εβρέθηκα στους Τρώες.
Μα εχθρική δε βρήκα νάναι η Τροία.
Χαμόγελα ένας Πρίαμος γεμάτος
Μιά πόλη ευτυχισμένη κυβερνάει.
Κι ούτε πολέμου ακούγεται αντάρα.
Οι Τρώες είναι φιλήσυχοι και πράοι
Και ήρεμοι κοιτάζουν τη δουλειά τους
Και κανενός εχθροί δεν θέλουν νάναι.
Όμως, Θεά γιατ’ είσαι, δεν ταιριάζει
Να ψεματίσω σα μιλώ σε σένα.
Πολέμησα θεά κι εγώ στην Τροία.
Γιατί, κακά τα ψέματα, οι Τροίες
Για τους κατακτητές είναι πλασμένες΄
Αλλιώς και τί θα τάθελαν τα κάστρα
Αν όχι γιά να πέσουν κάποια μέρα;
Μα ο πόλεμος που έκανα δεν ήταν
Ωστε να βρω χρυσάφι γιά να ζήσω.
Ο βασιλιάς ήμουνα της Ιθάκης.
Μαζί μου έφερα πολύ χρυσάφι.
Κι ούτε οι καλοί μου έλειψαν οι φίλοι,
Θέλεις απ' το χρυσάφι τραβηγμένοι,
Θέλεις γιατί μ' αγάπησαν στ’ αλήθεια,
Πολλοί με πλησιάσανε στα ξένα.
Άλλο το τέρας ήτανε που είχα
Εδώ, στη νέα γη να πολεμήσω.
Κι αυτό το τέρας, δίχως να το ξέρω
Το έφερα μαζί μου όταν ήρθα.
Κι ήταν θεριό με δύναμη μεγάλη.
Και νύχια είχε που καταξεσχίζαν.
Και δόντια που κατάτρωγαν τις σάρκες
Του δύστυχου που είχε αυτό αρπάξει.
Κι ακοίμητο στεκόταν. Κάθε μέρα
Μου παραφύλαγε κάθε μου βήμα
Και παραμόνευε κάθε μου ανάσα.
Και όποτε έβρισκε την ευκαιρία
Ορμούσε να με φάει-να με σπαράξει.
Κι όταν οι άφωτες έρχονταν νύχτες
Που το σκοτάδι όλα κυβερνάει-
Τις νύχτες, το θηρίο (που, ποιός ξέρει
Ποιά με το σκότος τόδενε συγγένεια)
Απ' όλα λεύτερο, μέσα χυνόταν
Στους κάμπους της ψυχής, κι ό,που δεντράκι
Τόριχναν τα γερά τα κέρατά του.
Κι όπου ανθάκι το καταπατούσε.
Και όπου εκελάρυζε ρυάκι
Οι βρυχηθμοί του το κατατρομάζαν.
Και κείνο μαραινόταν. Και σιωπούσε.
Άκουγα μέσα μου τα βήματά του
Σαν ατσαλένιου να χτυπούνε αλόγου
Πάνω στο δώμα της ψυχής που σπούσε.
Και κάθε βράδυ μάτωνε η ψυχή μου
Και πλημμυρούσεν αίμα ο τόπος όλος
Και μέσα του πνιγόμουν και πνιγόμουν.
Και λες τα νύχια του θεριού ήταν κούπες
Και μες στην πίσσα την καυτή του Αδη
Βυθώντας τες με τέχνη και με πείρα
Τις ξέχυνε ίσα μέσα στην ψυχή μου-
Και η ψυχή μου η λευκοφορεμένη
Κάθε νυχτιά κατάμαυρη εγινόταν.
Κι όταν κατάφερνα να του ξεφύγω
Και, μες στον ύπνο να βρεθώ για λίγο
Τόσο λεπτόφλουδη του ύπνου η σφαίρα
Που με μια κίνηση τηνε τρυπούσε
Της δυνατής κι αεικίνητης ουράς του.
Και μου δυνάστευε και τα όνειρά μου.
Και του θηρίου τ' όνομα ήταν Νόστος.
Κι όταν τα μουγκρητά του σταματούσε-
Η για να πάρει δύναμη και πάλι
Με πάθος νέο να ξαναχιμήξει,
Ή γιά να καταπιεί κάποιο κομμάτι
Απ’ όσα μούχε με τα δόντια κόψει-
Σαν από κάποια βάθη τότε ερχόνταν
Σαν σιγανές και σαν μισοθαμμένες
Φωνές που νείρονταν παρά μιλούσαν.
Κι άλλοτε η θάλασσα μου εμιλούσε:
«Είμαι βαθιά. Κι είμαι τρανή. Κι είμ' άγρια.
Κι είμαι αδιάβατη. Και σε χωρίζω
Απ’ ό,τι αγαπάς και σ’ αγαπάει.
Κι αφού γιά μια στιγμούλα σε χωρίζω
Ανένωτα γιά πάντα σε χωρίζω».
Και η βαριά φωνή της γης ακουόταν:
«Σκύψε στο χώμα μου και άγγιξέ το.
Υγρό θα τόβρεις. Κι η βροχή δεν είναι
Ούτε η θάλασσα που τόχει βρέξει
Μα της Κτιμένης το πικρό το δάκρυ.
Κι είναι βαρύ της αδερφής το δάκρυ.
Κι ήλιος-κι ο πιο λαμπρος-δεν το στεγνώνει.»
Και σ' αγωνίας ίδρωτα πνιγμένος
Τ' ανίκητο το τέρας ερωτούσα:
«Τ’ είσαι; Και ποιός σε γέννησε; Τί θέλεις
Και κάθε μιά στιγμή μπροστά μου στέκεις
Και κάθε μου χαρά μου δυναστεύεις;
Μη πίσω κρύβεσαι απ’τη δύναμή σου.
Πες μου ποιές πίκρες σ' έχουνε πλασμένο
Γιά να σε μάθω-να σε πολεμήσω
Κι ή να πεθάνω ή να σε νικήσω.
Και αν γραμμένο τόχει κάποια μοίρα
Να βασανίζεις τους φτωχούς ανθρώπους,
Μιά τέτοιαν αντοχή ποιός σούχει δώσει
Που ούτε γιά μια στιγμή δεν ησυχάζεις;
Πες μου: από τι, θεριό, είσαι πλασμένο;
Και μ’ απαντούσεν η βουερή φωνή του:
«Είμαι η πάχνη του πρωΐού. Της χλόης η δροσούλα.
Το χρώμα είμαι το ρόδινο στη ντροπαλήν αυγούλα.
Είμαι ο αχνός ο καυτερός απ' των ηρώων το αίμα
Που ρέει καλοτάξιδο στης λευτεριάς το γνέμα.
Είμαι της κάθε Ελληνικής νεροπηγής η Λάμια.
Τ' αγέρα είμαι το φύσημα μες στα χλωρά καλάμια.
Είμαι το γλυκομούρμουρο του ρυακιού.Το μύρο
Που ο μοσχομύριστός σκορπά βασιλικός τριγύρω.
Είμαι η χάρη τ’ αηδονιού προτού εκείνο υπάρξει
Και τη ζωή επερίμενα την πρώτη να χαράξει
Και τ' ουρανού του Ελληνικού να δω το πρώτο αηδόνι
Γιά να του γίνω η λαλιά που σβήνει και λιγώνει.
Είμαι η κραυγή της ύπαρξης. Είμαι η ανατριχίλα
Όπου ο θάνατος σκορπά μες στης καρδιάς τα φύλλα.
Είμαι της σκέψης του Ελληνα το άνθισμα το πρώτο.
Είμαι του Ερωτα η φωτιά μες στο ζεστό του χνώτο.
Αφότου ο χρόνος πλάστηκε, αφότου η γη υπάρχει
Αφότου είδανε το φως οι Ελληνικοί οι βράχοι
Είμαι ό,ποια φύσησε πνοή πάνω στο χώμα εκείνο-
Κι ό,τι εκεί δοξάστηκε μέσα μου εγώ το κλείνω.
Της Ελληνίδας είμαι γης η αύρα η ζωοδότρα.
Στα δέντρα της το άνθισμα. Το ψήλωμα στα χόρτα.
Είμαι ο θυμός μες στις ιαχές του δουλωμένου Γένους
Όταν στο αίμα πλεοντας κατάτρεχε τους Ξένους.
Είμαι το δέσιμο γερά της δόξας με καθένα
Απ’ τα ιερά τα φλάμπουρα τα αιματοβαμμένα.
Κάθε χωμάτινου εγώ είμαι η δόξα σβώλου
Κατ' απ’ το διάφανο το μπλε του ουράνιου του θόλου.
Είμαι το χρώμα τ' ουρανού στη φλογισμένη δύση.
Είμαι το βέλασμα του αρνιού στο σκότος πριν βυθίσει.
Η γλώσσα ειμ' η Ελληνική, η πρώτη εκείνη, η μία
Και τα τριω' χιλιάδωνε χρονών της τα μνημεία.
Το ήσυχο κουβέντιασμα είμαι μετά το δείπνο
Της συντροφιάς της βραδινής προτού να πάει γιά ύπνο.
Και είμαι η ενθύμιση της πρωτινής ζωής σου
Όπως την έζησες κι εσύ αλλά κι εγώ μαζί σου.
Και δεν μπορεί κανείς να με νικήσει.
Μόνο μου κάποια μέρα εγώ θα φύγω
Όταν θα-σ' έχω άψυχον αφήσει.
Ως τότε κάθε ώρα και στιγμή σου
θα τη βυθίζω μες στη δυστυχία
Ωσπου να μάθεις να μην ξεχωρίζεις
Τι δυστυχιά-τι ευτυχία είναι.
Τότε και μόνο τότε εγώ θα φύγω
Αφήνοντάς σε πίσω μου συντρίμμια».
Και δέκα χρόνια πέρασαν.
Δέκα φορές η Ανοιξη διαβαίνοντας το Ποτάμι του θανάτου
ήρθε και θρονιάστηκε στην Καλιφόρνια—
Και τότε δεν ξεχώριζαν το φως απ' τα πουλιά.
Κι έμοιαζε ο Παράδεισος πως είναι όχι ανταμοιβή αλλά δικαίωμα.
Δέκα φορές τα ρόδα πέθαναν αφήνοντας κληρονομιά στον κόσμο μια ιδέα χαράς.
Για δέκα χρόνια το πεύκο απέναντι απ' το σπίτι μου εξέχυνε ευωδιές κάποιο παλιό του χρέος ξεπληρώνοντας.
Δέκα χειμώνες μ’ είδανε τα χιόνια του BIG BEAR
αγγίζοντας το κρύο τους να βεβαιώνομαι πως ένα ΟΧΙ
σώζει περσότερο από χίλια ΝΑΙ.
Δέκα γυρίσματα με είδανε της γης καθένα, με υπομονή, πνιγμένον στ’ αγριολούλουδα ένα λόφο να ποτίζω.
Και κάθε νέο φεγγάρι άλλαζα σε αινίγματα τις λύσεις τ' αξήγητα γυρεύοντας να εξηγήσω.
Γιά δέκα χρόνια στέκομουν μετέωρος πάνω απ’ την Κόλαση
Ειλικρινής σαν το άσπρο μου πουκάμισο,
Και κάθε χρόνο έλιωνα σαν ένα δάνειο που ξοδεύεται
για να ξοφλήσει εν’ άλλο δάνειο, άπαρτο.
Κι έμοιαζα τόσο πεθαμένος που ο θάνατος δεν μ' έπαιρνε.
Κι έμαθα να ξεχωρίζω του Θεού τα βήματα από τα δικά μου.
Κι έμαθα πως το να πεθάνεις δεν είναι τίποτα πεθαίνοντας γι αυτό που πρέπει.
Γιά δέκα χρόνια ένιωθα έξω απ’ το Χρόνο.
Μα και τί να τον έκανα το Χρόνο;
Να διατηρήσω τι;
Ξέχασα και το χρώμα των τριαντάφυλλων στην αυλή μου εκεί πέρα.
Λησμόνησα και του σπιτιού τη διεύθυνση.
Και των γειτόνων τα ονόματα.
Όταν για κείνα εμιλούσα έμοιαζα να φοράω μια προσωπίδα
Που κάθε μου ευθύνη μου αφαιρούσε.
Δεν ήμουν εγώ εκείνος.
Κι ο ήλιος νεκρός, μπλεγμένος με τις αχτίδες του απ' τα κλαδιά των δέντρων όπως ο Αβεσαλώμ απ’ τα μαλλιά του.
Για δέκα χρόνια οι αισθήσεις μου ευαίσθητες κεραίες που έπιαναν το παραμικρό-τόσο πολύ έλειπα από τον εαυτό μου.
Άκουγα το φεγγάρι να ξεκλειδώνει το παράθυρό μου κάθε βράδυ και να μπαίνει στο δωμάτιό μου.
Έβλεπα την υπομονή των μυρμηγκιών να σκαρφαλώνει πριν από κείνα πάνω στον κορμό της καρυδιάς.
Πονούσα τον πόνο του αμύριστου γαρύφαλλου. Κι ευγνωμονούσα κάθε τι-είχα την αίσθηση ότι ο κόσμος θα φτώχαινε αν έλειπε ένα χαλικάκι. ένα όνειρο, η φωνή του γυρολόγου.
Κι είδα μια μέρα ένα λιοντάρι να κλαίει με τρυφερότητα.
Δέκα χρόνια…
Και ξέμαθα…
Και ξέχασα…
Και ξέχασα πως ν' αντιστέκεσαι χωρίς ελπίδα είναι η μόνη ομορφιά του ανθρώπου.
Και ξέχασα ότι ελπίζω σημαίνει προσδοκώ το ανέλπιστο.
Κι η μόνη περηφάνια μου έγινε η ταπείνωση μου.
Κι αγάπησα τη θλίψη και τη δυστυχία μου.
Ήταν δική μου γέννα.
Κάποιος με είπε "ξένο".
Ξένος εγώ!
Ο τόπος είναι εδώ.
Ο τόπος είναι ετούτος.
Η ξενιτιά είναι ο μόνος τόπος.
Μου λέγαν δε μιλώ.
Δεν είναι αυτό.
Είναι που όλες μας οι λέξεις καταλήγουν στο Βουβό Ποτάμι.
Είναι που το φεγγάρι στον ουρανό είναι μια κομμένη γλώσσα-και πώς να μιλούσα;
Μου λέγαν δεν τραγουδώ. Ητανε από το φόβο μήπως με χωρίσει το τραγούδι μου απ' ό,τι τραγουδώ.
Και πώς μπορείς να πεις: η έλλειψη του συμπεράσματος είναι η ουσία;
Ή πως γιά νάσαι ολόκληρος πρέπει να χάνεσαι λίγο λίγο ως το τέλος;
Και πώς μπορείς να πεις το άδικο να ζουν τ’ αγάλματα και να πεθαίνουν κείνοι που τα φτιάξανε;
Ύστερα ήτανε κι ο τρόμος πως μιλώντας για τα τριαντάφυλλα παρασιωπούσα έτσι χιλιάδες κακουργήματα.
Κι απόμεινα μόνος κι ακίνητος εκεί, κι η μοναξιά μου με κατάπινε όπως το σάλιο του ο πεινασμένος.
Κι όμως, κι έτσι ένιωθα ξάφνου φιλικός μ’ όλο τον κόσμο και με το μυστήριο που τον περιβάλλει.
Και καταλάβαινα σιγά σιγά μιάν άλλη αλήθεια. Και μες από την Κόλαση, το Φόβο, τη Σιωπή και την Απελπισία
Εφανερώθηκε μπροστά στα μάτια μου η Αμερική σαν μιά Ελλάδα του Απάνω Κόσμου.
Κι είδα τη Λύτρωση να πλάθεται απ' την Αγωνία όπως το δάκρυ απ’ τη συγκίνηση.
Και είδα πως ο Θάνατος δεν πρέπει να φοράει μαύρα.
Και Αγγελος με πήρε από το χέρι όπως τον Λωτ γιά να με ξεχωρίσει απ' το Χαμό.
Κι η νέα γη μου με υποδέχτηκε
όχι φωτίζοντας όργια νυχτερινά με αναμμένες λαμπάδες,
μα όπως η Ρεβέκκα τον Ισαάκ, σκεπάζοντας από παρθενική ντροπή πρόσωπό της.
Κι η νέα μου γη είναι γεμάτη αέρα, ηλιο, ζωτικούς χυμούς, φτερωτές ελπίδες, δράση και δημιουργία.
Και πρήστηκε η κοιλιά της, και σάπισε και έπεσε ο μηρός της ξενιτιάς που δεν με άφηνε ως τώρα ν' ανασάνω.
Κι έγινε αίμα το νερό στης Θλίψης το Πηγάδι.
Και γέμισε της δυστυχίας το πρόσωπο βατράχια.
Ακρίδες και σκοτάδι χόρτασαν με την Απελπισιά μου.
Του Φόβου οι κάμποι ρημαχτήκαν από το χαλάζι
Κι όλων των Πόνων τα πρωτότοκα πεθάναν.
Τότε είναι που πειστήκανε και μ' άφησαν να φύγω.
Και, άλλος Φινεές, σκότωσα το βέβηλο ζευγάρι και εξευμένισα τον Κύριο.
Και σκότωσα τον άπιστον Εγλώμ,
που πίστεψε ο μωρός πως θα γινόταν, άπιστος αυτός,
ν’ αφουγκραστεί το λόγο του Κυρίου.
Α! Ολα γίνονται μ' αλύγιστην ανάγκη.
Κι έπεσα μέσα στην Ελευθερία της Αμερικής όπως ο πληγωμένος πέφτει προς το μέρος της πληγής του.
Τάχα για να μείνω εκεί και να σωθώ;
Ή για να φύγω και για να πεθάνω;
Αυτά τα νέα Προπύλαια που βλέπω είναι της Ζωής ή του Θανάτου ;
Έτσι πέρασαν αργά αργά τα χρόνια.
Και όπως το χταπόδι όταν πεινάει τα ίδια του μασάει τα πλοκάμια,
Και το εντός μου έτσι θηρίο
Ολα μου τα πλοκάμια έχει σπαράξει-
Κι ένα μονάχα σώμα μούχει αφήσει
Αχαρο κι έρμο και κομματιασμένο,
Με τις πληγές του να αιμορραγούνε.
(Και αν Θεά, μέσα σ’ αυτά που σου ’πα
Αμερική εμπέρδεψα κι Ελλάδα,
Κι αν ταίριαξα Λος Αντζελες και Τροία,
Αυτό μη το προσέξεις-δεν μετράει.
Μετράει πως είναι ίδια πεθαμένος
Αυτός που πέθανε προχτές το βράδυ
Κι αυτός που στα παλιά έχει τα χρόνια-
Στου Νώε τον Κατακλυσμό πεθάνει-
Ή και στου Δευκαλίωνα αν το θέλεις-
Γιατί η ζωή, Θεά, είναι πάντα ίδια
Και όταν έναν άνθρωπο κοιτάξεις
Τότε θεά τον κάθε άνθρωπο είδες.
Κι ό,ποιος γιά θάνατο έτοιμος δεν είναι
Μπορεί εκείνος να δεχτεί τα πάντα.
Αλλά εγώ, στον θάνατο δοσμένος
Δεν δέχομαι παρά μονάχα αλήθειες.)
Και πάει τώρα κάπου ένας χρόνος
Που εσταμάτησε να τρέχει το αίμα.
Και ξέρεις, νιώθω, Θεά, νάχουν αρχίσει
Απ' των πληγών το χάσμα να φυτρώνουν
Σε κάθε ρίζα τους νέα πλοκάμια.
Τα νιώθω κιόλας να γοργοσαλεύουν
Ετσι μικρά κι ατέλεστα ακόμα
Και λίγο λίγο να μακραίνουν νιώθω.
Τις νύχτες λες ακούω τα κύτταρα τους
Να ερωτεύονται και να φιλιούνται
Και κείνα να γεννούνε κι άλλα… κι άλλα…
Ωσπου πολλά μαζί σπρώχνουν την άκρη
Κι αυτή πηγαίνει όλο και πιο πέρα
Ώσπου το σύνορο κι αυτή να φτάσει
Που οι θεοί της έχουνε ορίσει.
Κι ατσάλινα τα νέα μου πλοκάμια.
Γιατί μιά νίκη τάχει γεννημένα.
Και ο πατέρας τους ήταν ο Πόνος.
Γιατ' είναι τα πλοκάμια που της Τροίας
Η γη η δυνατή τάχει θρεμμένα
Και τάχει το νερό της ποτισμένα.
Γιατ’ είναι τα πλοκάμια που ένα νέο
Τάχει μεγαλωμένα τώρα σώμα-
Το σώμα που η καρδιά και το μυαλό του
Έχουν δεθεί γερά μ’ αυτά των Τρώων.
Και τόσο νιώθω σίγουρος και πάλι
Που όταν το ταξίδι συλλογιέμαι
Φορές θαρρώ δεν κίνησα καθόλου.
Πως ένα όνειρο ήταν κι η φυγή μου
Κι η Τροία, κι ο αγώνας με το τέρας…
Σκέψεις. Γιατί ξυπνώ και να μπροστά μου
Η νέα τώρα πατρίδα μου-η Τροία
Που ήπιε το χώμα της τα δάκρυά μου
Που ο λίβας της τον ίδρω μου στεγνώνει,
Που με το αίμα μου θα γράψει αύριο-
Με το αίμα σμίγοντάς το και των άλλων
Των που άξια αγωνιστήκανε παιδιών της-
Της ανθρωπιάς την άγια ιστορία.
Η Τροία, που το πνεύμα μου θα πάρει
Που πολιτογραφήθηκε δικό της
Και θα σαλπίσει στ' άκρα των Συμπάντων:
«Είμαι η Τροία-ένα της γης κομμάτι.
Με περηφάνια σου δηλωνω ω! Σύμπαν
Πως το καθήκον μου απέναντί σου
Τόχω εκτελέσει-λίγη σου ύλη έστω
Μες στο μικρό μου ετούτο εργαστήρι
Πνέμα και Φως την έχω καμωμένη».
Θεά, δεν έδωσες μόνον σοφία
Μα και την ποίηση χάρισες στον κόσμο,
Οταν στο άτι του Βελλεροφόντη
Στον Πήγασο, πούτρεχε πάνω κάτω
Χωρίς σκοπό, χωρίς ειρμό κανέναν,
Είχες εσύ το χαλινάρι βάλει.
Αυτή θεά με βόηθησε να ζήσω
Όταν με κυνηγούσε το θηρίο.
Φορές, ξεφεύγοντας απ’ τον αγώνα
Μ' αίμα κι ιδρώ το σώμα μου να στάζει
Το ιερό σου το άτι καβαλούσα
Και ως τ’ αστέρια πήγαινα μαζί του.
Και από κει κοιτάζοντας την Τροία
Σαν άθυρμα ένα ολόκληρη φαινόταν
Κι η γη σαν μπάλα μία που παιδάκι
Την κλώτσησε, κι αυτή στριφογυρίζει
Προτού βαριά στο χώμα πέσει πάλι.
Και το θηρίο κι ας μ’ ακολουθούσε,
Τόσο μικρό λες ξάφνου είχε γίνει
Που ούτε και το λογάριαζα καθόλου.
Ελεγα: «τι μικρά που είναι όλα!
Γιατί στον εαυτό μου να επιτρέπω
Να βασανίζομαι από την οργή τους;..»
Κι έπαιρνα θάρρος απ' αυτήν τη γνώμη
Και γύριζα δυναμωμένος πίσω
Μέχρι στον πόνο να χαθώ και πάλι.
Ναι Αθηνά. Εσύ μούχεις δωρίσει
Σοφία και Ποίηση. Τα δυό θεσπέσια
Της γήινης της ζήσης μας διαμάντια.
Κι ήρθε η ώρα από τη θέση τούτη
Θεά Παλλάδα να σ' ευχαριστήσω
Γιά το γεφύρι που για με έχεις στήσει
Απάνω από της φρίκης το φαράγγι.
Αλλά Θεά, ποτέ μου από σένα
Χάρη καμιά δεν έχω εγώ ζητήσει.
Ολα γιατ' ήθελες μου τάχεις δώσει.
Στου αφανέρωτου έκρυβα τα πλάτια
Κάθε παράκληση που είχα για σένα.
Μα να που έρχομαι τώρα κοντά σου
με τα ύστερα που θα σου πω τα λόγια
Την πρώτη μου παράκληση ν’ ακούσεις.
Και εύχομαι Αθηνά σε σένα τώρα
Και σε παρακαλώ να μεσιτέψεις
Στον κραταιό Πατέρα σου τον Δία,
Ωστε καλόγνωμος σε μένα νάναι.
Εσύ, η Θεά η πιο μεγάλη είσαι
Απ’ όλους όσους μένουν στα ουράνια.
Ο Αρης όταν τάβαλε μαζί σου
Χτυπώντας σε με το βαρύ του δόρυ
Απάνω στην ανίκητη σου αιγίδα
Χωρίς καθόλου αυτό να σε κλονίσει,
Δεν έπεσε μετά αμέσως κάτω
Και λιποθυμισμένος δεν κειτόταν
Γιατί με μια βαριά μεγάλη πέτρα
Συ το κεφάλι του είχες χτυπήσει;
Κι όταν σεινάμενη η Αφροδίτη
Το μέρος του Αρη τόλμησε να πάρει-
Μαζί του που τον Ηφαιστο απατούσε-
Με μιά στο στήθος που της είχες δώσει
Κι αυτή δεν έπεσε στο χώμα κάτου;
Και ποιός πιό τρομερός από τον Αρη,
Και ποιός πιό δυνατός από την Κύπρι;
Εσύ! Μόνον εσύ Αθηνά Παλλάδα.
Και από σένα μόνο πιο μεγάλος
Και δυνατότερος, αυτός-ο Δίας.
Μα εσέ ο κοσμοσείστης σε ακούει
Σα δει πως δίκιο ειν’ ό,τι του ζητήσεις,
Γιατί αυτός το δίκιο διαφεντεύει.
Κι ό,που το δει, και ό,που το ακούσει
Οχι δε λέει σ' οποίον το ζητάει.
Κι είσαι παιδί του. Και θεοί κι άνθρωποι
-Οσοι καρδιά από τους ανθρώπους έχουν-
Φροντίζουν πάνω απ’ όλα, τα παιδιά τους.
Γι αυτό κόρη σεμνή, Διογεννημένη,
Κόρη γλυκιά που ως και τον Ποσειδώνα
Μ' ένα κλωνάρι ελιάς έχεις νικήσει,
Κόρη με χάρη και δροσιά γεμάτη
Που από την ομορφιά της Αφροδίτης
Τίποτα εσύ δεν έχεις να ζηλέψεις,
Κόρη με του Ερωτα το φως λουσμένη,
Των αποφάσεων σα θάρθει η μέρα
Όρθωσε το πανώριο ανάστημα σου
Μπροστά στο θρόνο του πανόπτη Δία
Έτσι καθώς εσύ μονάχα ξέρεις.
Δέσε στις κνήμες τις ποθογεννήτρες
Τα ολόχρυσα κι αχάλαστα σαντάλια,
Που πεταχτά, σαν φύσημα του ανέμου
Απάνω από βουνά κι από φαράγγια
Κι από στεριές και θάλασσες σε φέρνουν,
Παρ' το μεγάλο, δυνατό και στέριο
Και το βαρύ σου πάρε το κοντάρι
Με την πικρή ακονισμένη μύτη
Που ήρωες μ’ αυτό τρανούς δαμάζεις,
Βάλ’ τη χρυσή σου περικεφαλαία
Πάνω στ' ωραίο πέρφανο κεφάλι,
Και μπρος στο Δία πήγαινε και στάσου
Όμοια σ’ ορμή και δύναμη και κάλλος
Σαν τότε που απ' την κάρα του εβγήκες
Και, φως εσύ, το φως του κόσμου είδες.
Ετσι Θεά Αθηνά μπροστά του στάσου
Γιά νάρθουνε στο νου του οι ώρες κείνες
Που ο γονιός μ’ αγάπη τις θυμάται,
Κι αυτά τα φτερωτά τα λόγια πες του:
"Πατέρα των θεών και των ανθρώπων,
Δία μεγάλε, πολυδοξασμένε,
Που μ' ένα σμίξιμο των δυό φρυδιών σου
Ο κόσμος συγνεφιάζει πέρα ως πέρα
Και σφίγγεται η καρδιά-πονά η ψυχή του
Και χάρη ο θάνατος του μοιάζει τότε,
Που όταν τα σφιγμένα σου τα χείλη
Ελπίδα χαμογέλιου υποσχεθούνε
Τότε η φύση ολόκληρη αστράφτει
Και λάμπουν και ψυχές και νους και κάμποι,
Δία μεγάλε, πολυδοξασμένε,
Που οι θνητοί γιατί εσύ το θέλεις
Είναι ή άσημοι ή δοξασμένοι,
Είναι γνωστοί ή άγνωστοι απομένουν,
Που εύκολα τη δύναμη εσύ δίνεις
Μα κι εύκολα τον δυνατό συντρίβεις,
Που δυνατά βροντάς, και που μονιά σου
Τα πιό ψηλά εσύ παλάτια έχεις
Και που από κει ψηλά βλέποντας όλα
Τον αλαζόνα εσύ τονε μικραίνεις
Και τον ασήμαντο τον ανεβάζεις,
Που τον στραβόν με μιά σου λέξη ισιώνεις
Και όποιον θράσος δείχνει τον τσακίζεις,
Δία μεγάλε, πολυδοξασμένε,
Που αδύνατο γιά σένα δεν υπάρχει,
Ήρθα μπροστά σου γιά να σου ζητήσω
Καλόγνωμα και με καλό το μάτι
Να δεις ενός θνητού το παρακάλιο.
Κάνε μου αυτή τη χάρη μέγα Δία.
Σ' έχω ποτέ μου παρακούσει μήπως;
Κάτι δεν έπραξα πούχεις διατάξει ;
Έχω ποτέ υπόνοια τάχα δώσει
Πως σου αμφισβητώ την εξουσία;
Θυμήσου πολυδόξαστε Πατέρα
Πόσα καλά εγώ σου έχω κάμει
Και κάμε μου αυτό που σου ζητάω.
Όταν στο θρόνο σου για να καθίσεις
Των θεών ζητούσες όλων τη βοήθεια,
Δεν ήμουν απ’ τους πρώτους που σε σένα
Όλη μου την προτίμηση είχα δώσει;
Στου Τρωικού πολέμου τη μανία
Ποιός μέσα πιότερες φορές ευρέθη
Παραγγελιές δικές σου εκτελώντας ;
Και όταν, πάνσοφε, είχες του γιού σου
Το σώμα το νεκρό, του Σαρπηδόνα
Με πατρική στοργή αβρά σκεπάσει
Με μιά ομίχλη σκοταδογεννήτρα
Απ’ τους εχθρούς του για να το γλιτώσεις,
Τον πόνο σου τον μέγα είχα νιώσει
Και όπως κάνω πάντοτε, δεν είχα
Και τότε τρέξει την ομίχλη εκείνη
Με το λαμπρό μου φως να τη διαλύσω;
Αλλά και όταν ένας άλλος γιός σου
Ο Ηρακλής σου ο πολυαγαπημένος
Στου Αδη είχε κατέβει τα παλάτια
Τον Κέρβερο από κει να φέρει επάνω,
Και σίγουρο ήτανε πως αν βοήθεια
Κάποιος θεός δεν τούχε τότε δώσει
Γιά πάντα θάμενε στον Αδη ο ίδιος,
Ποιός ο θεός-θυμήσου-ήταν εκείνος
Που πήγε ο ίδιος εκεί κάτω, κι είχε
Τον Ηρακλή απ' το θάνατο γλιτώσει;
Κι όταν ο Σκάμανδρος τον Αχιλλέα
Και ο Σιμόεντας τον είχαν ζώσει
Και βουίζοντας πασκίζαν να τον χάσουν
Στο φουσκωτό τους κι αφρισμένο κύμα,
Ποιός ήτανε που πήγε κι απ' το χέρι
Τον Αχιλλέα πιάνοντας τον πήρε
Και τούδωσε το θάρρος πούχε χάσει
Και τον οδήγησε στη σωτηρία;
Και γιός σου ήτανε κι ο Αχιλλέας.
Τα λίγα αυτά θυμήσου αν όχι όλα
Οσα γιά χάρη σου έκανα Πατέρα
Και κάνε κείνο που θα σου ζητήσω
Για έναν μου πιστό που κινδυνεύει,
Ενώ δεν είναι ακόμα να πεθάνει.
Ήρθε με άλλους Αχαιούς στην Τροία.
Μα ενάντια της δεν έχει πολεμήσει.
Εναν δικό του πόλεμο έχει κάνει.
Πολέμησε του Νόστου το θηρίο.
Γιά χρόνια δέκα επνίγηκε στο δάκρυ
Και το θεριό τον έχει κατακόψει.
Και δεν κατάκτησε αυτός την Τροία-
Η Τροία έχει εκείνον κατακτήσει:
Λες πως κατέβηκε κάτω στον Αδη
Και το νερό πως γεύτηκε της Λήθης,
Ολα τα πρωτινά του έχει ξεχάσει.
Και δέκα χρόνια έκλεισε στην Τροία.
Και μόνο ασπίδα έφερε μαζί του-
Δόρυ δεν είχε ούτε στην Ιθάκη.
Κι ο Δούρειος Ιππος μπήκε στην ψυχή του.
Είναι κατάδικός μας πιά Πατέρα.
Και πίσω στην Ιθάκη αν γυρίσει
θάτανε σα στο Χάρο να πηγαίνει.
Πατέρα μη τον στέλνεις πάλι πίσω.
Καμιά δεν τον προσμένει Πηνελόπη.
Την τύχη την παράξενη δε θάχει
Ουτ’ ένας Αργος να τονε γνωρίσει
Αν εκεί πέρα πήγαινε και πάλι.¨
Πατέρα μη τον στέλνεις πάλι πίσω.
Γι αυτόν το βασιλιά εδώ η Ιθάκη.
Εδώ ο Εύμαιος. Εδώ η Αντίκλεια.
Εδώ ο αγαπημένος ο λαός του.
Εδώ ο θρόνος του-μες σ’ ένα σπίτι
Που με τον ιδρωτά του έχει κερδίσει.
Μη τονε στέλνεις πάλι στην Ιθάκη.
Αν κάποιος απ' τους ξεχασμένους φίλους
Τον Οδυσσέα να ξαναδεί γυρεύει
Μπορεί να έρθει. Ριζωμένος τώρα
Στο νέο καρπερό του αυτός το χώμα
Μια λεύκα είναι, σε δροσό ρυάκι
Που δίπλα ορθώνεται. Και καθρεφτίζουν
Τα φύλλα της του ήλιου τις αχτίδες.
Και σίγουρη το μέλλον ατενίζει.
Ετσι μου μοιάζει τώρα αυτός εμένα
(Ω! Μη Πατέρα τονε στείλεις πίσω).
Και πάνω στα λευκόχρυσα κλαδιά της
Πουλάκια κελαδούν μ’ άλλες φωνίτσες.
Μ’ άλλους σκοπούς καθένα τους και νότες.
Και το φεγγάρι σαν τα βράδια βγαίνει
Παίζει μαζί της σαν ερωτευμένο
Και χίλια στο λεφτό κάθε του αχτίδα
Φιλιά σε κάθε φύλλο της χαρίζει.
Πατέρα ας μη κοπεί αυτό το δέντρο.
Άφθονο το παχύ της Τροίας χώμα.
Στα τόσα του τα δέντρα ένα ακόμα.
Τέτοιο ένα δέντρο βάρος δεν μας είναι.
Κέρδος αντίθετα έχουμε από κείνο:
Στη μαύρη γης τις ρίζες του βυθίζει
Σκοτάδι παίρνει και το κάνει χρώμα.
Τ' άψυχα παίρνει και ζωή τους δίνει
(Πατέρα μη τον στείλεις πάλι πίσω)
Και παίρνει τα κορμιά των πεθαμένων
Κι ανθούς, κλαδιά και φύλλωμα τα κάνει.
Κι έχουμε ομορφιά. Κι έχουμε ίσκιο.
Κι έχουμε την πνοούλα του ζεφύρου
Που μεσ’ από τα φύλλα του περνάει
Και τόσα όμορφα μας ψιθυρίζει.
Κι έχουμε ανάγκη απ’ όμορφους ψιθύρους-
Πολλές κραυγές τριγύρω μας Πατέρα.
Ας το κρατήσουμε αυτό το δέντρο.
Πατέρα μη τον στείλεις πάλι πίσω.
Γιά τους Ομήρους μόνο ειν’ οι Οδύσσειες.
Οι Οδυσσείς το μόνο που γυρεύουν
Είναι να τους αφήσουνε στην Τροία.
Ασπίδα έφερε μόνο μαζί του.
Δόρυ δεν είχε ούτε στην Ιθάκη.»
Ο,ΤΙ ΠΕΡΙΜΕΝΕ…
Ό,τι περίμενε ήρθε μια νύχτα
το τζάμι του παράθυρου χτυπώντας.
Και καθώς είχε η ζωή της
ως τότε ανεόρταστα περάσει,
εσκέφτηκε πως της χρωστούσε κάτι και γι αυτό
μετά από τόσων χρόνων δάκρυα και υπομονή
της το 'δωσε η ζωή επιτέλους.
To έπιασε στα χέρια της λοιπόν,
το είδε απ' όλες τις μεριές… Ναι!
αυτό ήταν σίγουρα ό,τι περίμενε!
Για λίγο το εκράτησε στα χέρια της
πλημμυρισμένη απ’ τη χαρά που επιτέλους
ό,τι πολύ ποθούσε ήταν δικό της.
…Μα ξάφνου
η ευφορία της διακόπηκε
καθώς με τρόμο αναλογίστηκε
και τις ευθύνες που αυτό θα ’φερνε στη ζωή της.
To τζάκι έκαιγε με μία φλόγα σιγανή.
Τώρα πώς έγινε κι αυτό εβρέθηκε φλεγόμενο
στις φλόγες μέσα του τζακιού-
σαν λες να μην το πέταξε η ίδια-
και στο λεφτό έγινε στάχτη,
ακόμα να το πεί δεν το μπορεί.
Και πια εβάλθηκε ξανά να περιμένει.
Κάτι που ήξερε πολύ καλά
και σίγουρα να κάνει.