Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 2024

 ΤΟ «ΜΟΝΑΧΙΚΟ» ΣΠΙΤΙ

Για χρόνια,
από μικρός μικρός
το σπίτι εκοίταζεν εκείνο,
το «μοναχικό»
διακοσαριά μέτρα πιο πέρα απ’ το δικό τους.

Τις νύχτες γέμιζε αυτό με σκιές
ανθρώπινες που μοιάζαν
κι η φαντασία τελετές εντός του αλλόκοτες
και βεγγέρες έπλαθε μυστηριακές.

Κι ήταν για κείνονε αυτό το σπίτι-
«το μοναχικό»-
το σύνορο του κόσμου.
Για χρόνια.
Από μικρός μικρός.  

Και πόθο είχε πάντοτε να μάθει
η γήινη ποια ήταν-η υλική υπόστασή του
του σπιτιού αυτού,  
εκείνη που θα ταίριαζε
με των αισθήσεων την ψευτιά και την απάτη.  

Και γέρος πια τα έμαθε ολ' αυτά- ποιος το ’χε  
πότε χτίστηκε,
πότε πουλήθηκε
σε ποιον και από ποιον,
ποιος ζούσε μέσα κει και τι απόγινε.

Τα έμαθε.

Και πια
έναν εκέρδισε λόγο λιγότερο
να έχει για να ζήσει.

 ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ

Ατέλεστο ακόμα το περβόλι  
πήρε τους δρόμους και ταξίδεψε.

Είδε τοπία καινούργια και ανθρώπους.
Εκάθησε μαζί τους, δίπλα τους
παίρνοντας απ' τη φαντασιά τους όσα εκείνοι
ανύποπτοι  του πρόσφεραν
καθώς στην άνθησή του το φαντάζονταν.

Στης Άνοιξης κατόπι
το μυστικό το δώμα εμπήκε,
και το χρονιάτικο το ραντεβού μαζί της έκλεισε
το ακατάλυτο.

Και μ' όλα αυτά ντυμένο,
έτοιμο πια
την ορισμένη θέση του στο χώμα επήρε,
χώρο αφήνοντας για την κοπριά
στα πόδια του ανάμεσα,
και κλίση τέτοια στις,
ιδεατές ακόμα,
των λουλουδιών του δίνοντας τις ρίζες,
που αυτές,
κάθε σταγόνα δρόσου ή βροχής
με σιγουριά δική τους να την κάνουν,
και σε άρωμα, και χρώμα, και ειδή
και ταίριασμα με όλα γύρω
απαρεγκλίτως να την μετουσιώνουν.

 Ο ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Τα κλαδιά των δέντρων είναι χέρια.
Τα φύλλα τους τα δάχτυλα τους.

Όταν ο αέρας περνά
στέλνουν χαιρετισμό για Κείνο
που να ριζώσουν τα 'στειλεν εδώ.

Με τα κλειστά τους μάτια To βλέπουν.
Και Το ακούν ν' αγκομαχάει
αυνανιζόμενο για να γεννήσει,
ή όταν
μεγεθυνόμενο,
σιωπά.

Ευτυχία τα δέντρα δεν νιώθουν έτσι.
Μα κι ούτε δυστυχισμένα είναι. Μόνο
με τον χαιρετισμόν αυτό
το Παρελθόν και το Μέλλον
με το Τώρα αενάως ταυτίζουν,
ίδια καθώς ο κορμός τους
γη κι ουρανό
με σαφήνεια και αποφασιστικότητα
κάθε στιγμή εξομοιώνει.

 Ο ΥΠΝΟΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ     

Ωραίος που ειν’ ο ύπνος την ημέρα!     
Και τα όνειρά του τι γλυκά!
Εφιάλτες όχι.
Σκοτεινά όχι κενά.
 
Κι όταν μισόυπνος τα μάτια μισανοίγεις
λιόλουστα όλα και φωτεινά.

Και σαν άρρωστος να είσαι  
κάποιος που για σένα ανησυχεί
έρχεται όπου να ’ναι
αν ήρεμα αναπνέεις για να δει.

Ωραίος που ειν’ ο ύπνος την ημέρα!     

 ΤΟ ΚΟΥΝΟΎΠΙ

Ένα κουνούπι να! μπροστά του.
Τις δυο παλάμες του παράλληλες απλώνει
και φλάπ! έσβησε-πάει το κουνουπάκι.

Τι θορυβώδης θάνατος! Ενώ ο δικός τους
τόσο αθόρυβα έρχεται
και τόσο εργάζεται διακριτικά
που αυτών που ζουν μονάχοι τους,  
ως να τον μυρίσουν,  
κανείς το θάνατό τους δεν μαθαίνει.

 ΟΙ ΓΕΝΙΕΣ

Κάθε τριάντα χρόνια
ανανεώνονται οι γενιές.

Κάθε τους μία  
για δικιοσύνη μάχεται,
για ελευθερία…

Αγώνες.
Αίματα.

Έτσι η ανθρώπινη κενότητα
η αλλιώς αβάσταχτη
βρίσκει ένα λόγο ύπαρξης καθώς
κάθε τριάντα χρόνια
αγέρωχη
τη ματαιδοξία της ξανανιώνει.

 ΖΕΦΥΡΟΣ ΚΑΙ ΧΛΩΡΙΔΑ

Μες στα υγρά πράσινα υπόγεια,
τα γεμάτα πέτρες που σκοτεινά μούσκλια ντύνουν,
από εκεί κάθε χρόνο,
σαν υμέναιου αύρα
ξεκινάς.

Πρώτη η Χλωρίδα σε νοιώθει,
και σένα,
τον τρυφερό της αγαπημένο,
ν' απαντήσει τρέχει.

Την αγκαλιάζεις απαλά από παντού
σαν πνοή
με χιλιάδες χέρια πείρας, και μαζί
με εφηβικές ντροπαλοσύνες, αφού,
κάθε χρόνο, στης Εσπερίας τους κάμπους,
ερωτικός
από του ήλιου τις αχτίδες γεννιέσαι.

Και σε λίγο,
σ' ένα μήνα,
σ' ένα φως,
σ' ένα πρωτολούβιασμα,
τα παιδιά σας
κοπαδιαστά μικρά μικρά
ή μοναχικά και τότε μεγαλύτερα,
σαν μικροί ήλιοι γελαστοί γεννιούνται.
Με μέσα τους τον πόθο σου για προίκα τους κρατώντας.

Και καθένα τους,
βαφτίζοντας το στην ειδή και στην αξία του,
«καρπό»
περήφανος πατέρας τ’ ονομάζεις.