Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2024

 ΟΙ ΦΙΛΟΙ

 "Τους φίλους τους μικρούς θα παραιτήσω
και συντροφιές μεγάλες θα ’βρω
στο νουν και στην ευγένειαν και στα ήθη
κι εις το εξής μ’ ομοίους μου και μόνο θα μιλώ".   
Έτσι σκεπτόταν, έτσι επάσκιζε
έτσι του ’πρεπε πραγματικά.
    Μα όταν έφθανε της μοναξιάς το χάος
εις φίλους έτρεχε μικρούς να το πληρώσουν.
Και τα κοινότατα άρχιζαν-
οι γυναίκες
τα χαρτιά…
Αυτούς τους φίλους τότε τους ευγνωμονούσε
καλά που βρίσκονταν κι αυτοί-
στις τέτοιες του στιγμές
ποιος θα τον δέχονταν
μεγάλος;

 ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

Και πια δεν ξέρουν τι να κάνουν
και τι τεχνάσματα να επινοήσουν
και κάνουνε τα ίδια και τα ίδια κάθε μέρα
λιγάκι μόνο αλλάζοντας κάθε φορά
τις λέξεις, τις κινήσεις, τις εκφράσεις.

Οι άλλοι πάλι χειροκροτούν
σαν να ’τανε το θέαμα κάτι νέο.
Και παν και ξαναπάνε και το βλέπουν
και γράφουν κριτικές επωφελείς,
και παν και ξαναπάνε και το βλέπουν
κι εκφράζουν "ανυπόκριτον χαράν"
και λεν: "αυτή
ήτο μια νέα ερμηνεία τω όντι"
και το επαινούν και το αινούν και το θαυμάζουν
γιατί τι άλλο να ’καναν
και πώς να πούνε
πως όλ’ αυτά είναι μιαν άρνηση κι ένα κενό
που τότε το κενό θα ’παιρνε εκδίκηση
αποκαλύπτοντας αυτοστιγμεί
πως ούτε η τέχνη είναι καταφύγιο.

 ΤΟ ΑΤΥΧΟ

Είχε ανοίξει ένα μαγαζί  
κι αυτό πήρε φωτιά. Μαζί
κάηκαν όλα τα λεφτά του
που είχε πάντοτε κοντά του.

Αυτό στα εικοσιδύο του.
Μετά πήρε απ’ το θείο του
δάνειο χιλιάδες εκατό
κι άνοιξε άλλο. Πάει κι αυτό.

Έπεσε έξω. Διόλου δουλειά.
Και το ’κλεισε. Ύστερα πουλιά
με κάποιον άλλον επουλούσε
όμως ο άλλος τον γελούσε.

Κάτι ψευτοεπαγγέλματα
κάτι ύποπτα μπερδέματα
εκαταπιάστηκε μετά
όμως δεν έβγαζε αρκετά.

Τώρα σαράντα ετών φυτοζωεί-
πώς να την πεις αυτή ζωή…
και μια κυρά που ’χε γνωρίσει
τώρα κι αυτή τον έχει αφήσει.


Ο κύκλος φαίνεται έκλεισε .
Λίγο νωρίς αλλά έκλεισε.
Άνοδο πλέον δεν καρτερεί
αυτό το άτυχο παιδί.

 Η ΔΡΟΣΙΑ

Η δροσούλα την αυγή-
η καλή δροσιά
μες στη δημοσιά
στάλα στάλα πέφτει.

Μη της παίρνεις τη ζωή
όταν περπατάς-
μη τήνε πατάς
κόσμε δροσοκλέφτη.

 ΌΠΟΥ ΜΑΣ ΠΑΝΕ

Χωρίς ν' ανήκουμε σε μιαν ομάδα,
χωρίς κουρτίνες στα μάτια εμπρός΄
της σκέψης άσβηστη πάντοτε η δάδα
το δόγμα αιώνιος για μας εχθρός.

Χωρίς δεσμεύσεις και παραζάλη
το δρόμο παίρνουμε τον καθαρό
κι αν λάθος κάνουμε πάλι και πάλι
δρόμο αλλάζουμε με τον καιρό.

Πολλές προτάσεις να ενταχτούμε
σε κάποια φόρμα ελκυστική
στραβά τα ίσια για να δεχτούμε
και τη μωρία για ηθική.
 
Όμως αδούλωτο το πνεύμα να 'ναι,
άλλη ωραιότερη δεν ειν' χαρά.
Λεύτεροι να 'μαστε κι όπου μας πάνε
τα όνειρά μας τα καθαρά.

 ΜΕ ΠΑΤΟΥΝΕ

Μακριά από τους ανθρώπους δεν τολμάω
τους άσπλαχνους κι αδίσταχτους να ζήσω.
Μακριά από τους ανθρώπους που αγαπάω
δε γίνεται να φύγω-να χωρίσω.

Κι αφού στην κεφαλή τους δε με θε’νε
και λεν ότι στη μέση τους στενεύω
κι αφού και την καρδιά τους όπως λένε
αντί να τη μερεύω την παιδεύω,

στο πέλμα τους μονάχα το τριζάτο
εβρήκα να κρυφτώ-κι ως περπατούνε
και φέρνουν τον πλανήτη άνω κάτω,
με λιώνουν-με σκοτώνουν-με πατούνε.

 
ΑΥΤΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ…

'Ενα σημάδι στον λευκό λαιμό...
το δεξιό της μάτι μαυρισμένο...

Πρέπει να τονε διώξει τον αλήτη.
Πρέπει ν' απαλλαγεί.
Μόνο τα μάτια του ας μην είχανε αυτό το χρώμα…

Πονάν ακόμα τα πλευρά της
και ο τρυφερός γλουτός
σε κάθε βήμα της τηνε πονεί.
Τα χέρια του χτυπούνε όπου βρουν όταν θυμώνει
κι απ' τις φωνές του σειέται η γειτονιά.
Τι λόγια πίστης και υποτακτικά
τι παρακάλια δεν του κάνει!
κι ούτε φωνή δε βγάζει όταν τη χτυπά-
της το 'χει απαγορέψει.
Μα τίποτε αυτόνε δεν τον σταματά
λες η σιωπή της τον εξαγριώνει.
Ω! Και τι δρόμο θα 'χε τώρα πάρει
τα μάτια του αν δεν είχανε αυτό το χρώμα…

To μεσαίο δάχτυλο του δεξιού χεριού της
σπασμένο απ' το μεγάλο μακελειό 'δω και τρεις μήνες.
Για τα καλά και τότε είχε πάρει την απόφαση του χωρισμού.  
Και θα την κράταγε και τότε.
…αυτά τα μάτια να μην ήταν μόνον,
τα μελιά...