ΣΤΟ ΓΟΡΙΛΑ
ΤΟΥ L.A. ZOO
Σύννους, μ' εμβρίθεια ως μ' εθώρεις
πήρα το βλέμμα μου μακριά-
όσα θωρώντας με μου ιστόρεις
μέσα στο πνεύμα μου βαθιά σπαθιά,
που ως απ' το χώμα προς το χώμα
έρχoνταν μες στην αντηλιά
μου πελεκούσε τ' όρθιο σώμα
και μου σταμάταγε τη νια μιλιά.
Και στη σκληρή πάνω λεπίδα
η σχέση έλαμπε η σωστή:
μέσα στου κήπου την παγίδα
οι άνθρωποι είχαμε κλειστεί,
και συ εμάς παρατηρούσες,
κι όχι εσένα εγώ κι αυτό΄ί
και συ το ύφος μας μετρούσες
πρόγονε, απόγονε, συμπορευτή.
Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2024
Ο ΑΝΤΙΛΑΛΟΣ
Στην κόρη της Βάσως Κάθυ, με αγάπη
(L. A. 1995)
Να ’ξερα-που’ναι οι ψυχές-
να πάω να τις ρωτήσω
και να τους πω: "Γιατί ψυχές
μπαίνετε μες στο σώμα;
Ποιο χέρι στην αιώνια σας
την ύπαρξη απλώνει
και στο θνητό έτσι κορμί
σας φυλακάει τ’ ανθρώπου;
Και κει γιατί την πρώτη σας
ουσία δεν ξεχνάτε
κι ακίνητες κι αμίλητες
δε στέκετε εκεί μέσα,
μόνο τα βελουδόπλαστα
φτεράκια αργοχτυπάτε-
και κάθε χτύπος ευλογιά,
μάλαμα και ’φροσύνη-
μόνο το διαμαντένιο σας
το φως γλυκοσκορπάτε-
και κάθε αχτίδα του χαρά
και λάμψη κι ομορφάδα;"
Ύστερα να κατέβαινα
ήθελα από τα ύψη τα ύψη
των καθαρών τους των κορφών
και μέσα να βυθίσω
στού νου τις πετροκάμωτες
και σκοτεινές χαράδρες
και με φωνή που ο άδικος
ο πόνος την τρανεύει
να του φωνάξω: "Πες μυαλό
κι συ με τη σειρά σου,
ποιος μες στο άδειο το καυκί
σε όρισε του ανθρώπου,
να τρως από την τέρψη του
να πίνεις τη χαρά του,
κάθε του γλυκοθάμπωμα
να πικροχρωματίζεις,
κι ό,τι η ψυχή γεννάει καλό
και απαλό κι ωραίο
με τα γαμψά να το ξεσκείς
και μυτερά σου νύχιά-
ποιος στο σερνόμενο έδωσε
το φίδι, εξουσία
να ’χει στο λεύτερον αητό
πάνω, τον υψικράτη;"
Κι ανήμπορος τα δύο τους
ν’ ακούσω τι μου λένε,
απάνω απ’ τ’ αγεφύρωτα
κρεμάμενος τα χάη,
και πριν να πέσω να χαθώ,
και πριν ξαναγυρίσω
απ’ το μηδέν που βρίσκομαι
στο τίποτα από όπου ’ρθα,
φριχτή να βγάλω μια κραυγή
κι οι Κόσμοι να τρεμίσουν
στριγγιά φωνή που ν’ ακουστεί
στα μάκρη των Συμπάντων:
"Ποιος σαδιστής δημιουργός
έπλασε τέτοια αμάχη
και μέσα την εφύτεψε
στ’ ανθρώπινα τα στήθια;
Ποιου πλαστουργού ανίερου
η διεστραμμένη σμίλη
έχει ένα τέτοιο σύμπλεγμα
πανάθλιο σμιλέψει
και το ζωντάνεψε και μες
στ’ ανθρώπινα τ’ αλώνια
το ’ζεψε, κι ασταμάτητα
γυρίζοντας εκείνο
ποδοπατάει αλύπητα
την ευτυχία τ’ Ανθρώπου
χωρίς αυτή όχι καρπό,
μα ούτ’ ανθί να δώσει:
Ποιος; Ας φανερωθεί λοιπόν
ώστε προτού να σβήσω
πάνω στο σιχαμένο του
το πρόσωπο να φτύσω."
Μα ούτε τότε απόκριση
θα έπαιρνα καμμία.
Μόνο θ’ ακούγονταν βραχνός
μέσα στην ερημία,
ο αντίλαλος απ’ τις τρανές
φωνές μου που θα ’ρχόνταν
από μακριά κι από βαθιά
κάπου, σαν όπως φτάνει
στ’ αυτιά μας το υπόκωφο
βόγγημα της γυναίκας
όταν αυτή κάτω από μας-
μπροστά μας σπαρταράει.
ΤΣΑΡΟΥΛΑΤΑ
Μες στη χλιδή και μες στην καλοπέραση
με όλα να έχει από τον άντρα της
προτού να τα ζητήσει
ανιούσε ως το θάνατο η Τσαρουλάτα.
Ώσπου ήρθε να τους δει αντραδελφός της.
Αυτός επήρε την ανία της
και δυο ωραία κερατάκια έφτιαξε μ’ αυτήν
και τα εφύτρωσεφύτρωσε
στο χρυσοφόρο το κεφάλι του αδερφού του.
Μια ιστορία πορνείας ακόμα.
Ήταν στην Ινδία.
Τον δέκατο όγδοο αιώνα.
Η ΑΓΙΑ ΘΗΡΕΣΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΑΥΛΙΟΥ
ΤΟΥ CHARITY HOSPITAL ΣΤΟ L.A.
Σαν ύπερος σε στήμονες ανάμεσα
η κεφαλή προβάλλει της Αγίας.
Τα χέρια λες παράλυτα κρέμονται κάτω.
Η Αγία σε Έκσταση. Ο Έρωτας
και άλλην αν ήθελε έκφραση να δώσει
σε πρόσωπο,
δεν θα μπορούσε,
άλλη από αυτήν που της Αγίας το πρόσωπο
ολοκληρωτικά κατέχει.
Και που είναι η Αγία μαρμαρίνη
καλλίτερα έτσι η Μεγάλη Άφεση δείχνει:
Κρύο κι Αιώνιότητα
από παντού κυκλώνοντάς την
τη διαπερνούνε
και την ύλη της καταργούν.
Άυλη.
Έτσι να μένει.
ΣΤΟ ΧΤΗΜΑ ΤΟΥ ΣΙΜΙ ΒΑΛΛΕΥ
(L. A.)
Ειν’ ένα χτήμα μια απλωσιά.
Λουλούδια προς το βάθος
Και δίπλα μας και γύρω μας
Ο,τι χλωρό θελήσεις:
Ντομάτες, φράουλες, αρακάς,
Μπάμιες και φασολάκια,
Βασιλικός και άνηθος,
Πατάτες, κολοκύθια…
Και λάμπουν μες στ' απόγιομα,
Πιότερο από τον ήλιο
Τα γένια τ’ αραποσιτιού
Και οι κιτρινοπράσινες
Κολοκυθοκορφάδες.
Μέσα σ' αυτή την απλωσιά
Μικρές νοικοκυρούλες
Σαν τ' αγριοπερίστερα
Αλέγρα τριγυρνώντας
Μαζεύουνε τα φρέσκα τους
Και τα σαλατικά τους.
Φορές, εκεί, μία φωνή
Έξαφνα κάποια βγάζει
Για να καλέσει το παιδί,
Ή για να την ακούσει
Η φιλενάδα που γερτή
Μακριά μαζεύει πέρα.
Μέσα στην ήσυχη εξοχή-
Μέσα στου αίθριου χτήματος
Την απεραντοσύνη,
Έρχοντας σαν μια κίνηση
Στου ακίνητου τη χώρα,
Ακούγεται αυτή η φωνή.
Σαν από κόσμο άλλονε
Ή σαν μια υπενθύμιση
Αιωνιότητας, ή σάμπως .
Έξαφνα να ’ρωτεύεται
με τον εαυτό του ο κάμπος.
Έτσι θ' ακούγεται η φωνή
Του θεού μέσα στο Σύμπαν.
"FLOWERING PLANTS FLOURISHED
DURING THE PALEOCENE EPOCK.."
(NEW ENCYCLOPEDIA OF SCIENCE)
Φαντάσου το νιογέννητο χώμα να σκέπουν άνθη.
Φαντάσου χρωματόπνιχτα τα βάθη χαραδρών.
Φαντάσου την ατμόσφαιρα να μην πληγώνουν πάθη
ούτε τη γη πατημασιές ανθρώπινων ποδιών.
Φαντάσου ένας πρωτόφαντος ολανθισμένος κήπος
ναν' όλ' η γη. Κατάπληκτα να μένουν τα πουλιά
και να υμνούν τον πλάστη τους δίχως το φόβο μήπως
δίποδα όντα λογικά τους κόψουν τη μιλιά.
Ή αν σε βολεί καλλίτερα φαντάσου μια παρθένα
(μπορείς ακόμα τάχατες έστω να φανταστείς;)-
μιαν ασυντρόφευτη, μικρή, χαρούμενη παρθένα
πριν ούτε ακόμα φαντασιά να είναι ο βιαστής.