Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2024

 ΔΙΑΤΑΖΟΥΝ

Ποιοι είναι αυτοί οι καλοντυμένοι κύριοι
που κυκλοφορούν ανάμεσά μας;
Που άνετα κάθονται στο πίσω
κάθισμα του αυτοκινήτου και
"Ritz Hotel!  " διατάζουν;

Ποιοι είναι αυτοί οι καλοντυμένοι κύριοι
που κυκλοφορούν ανάμεσά μας
και μας φθείρουν
και μας διαφθείρουν;

Ποιοι είναι αυτοί οι πάντοτε χαρούμενοι
γελαστοί κύριοι
που πάντοτε έχουν δίπλα τους
κομψές κυρίες και δεσποινίδες;

Ποιοι είναι αυτοί οι κύριοι
που ζουν με τη ζωή μας;

 ΣΤΗΝ ΠΙΚΡΗ

Μέσα στην ησυχία
θόρυβοι κάτι ελαφροί έρχονται απ’ τον καφέ του.

Μπορεί να πει πως κάποιος δαίμονας εμπήκε στο φλιτζάνι του
και κει τα μάγια του δουλεύει.
Και λέγοντας αυτό θα ξέφευγε από το απίστευτο να πει
ότι ακούει τα βιαστικά κι ανάλαφρα-
τα μυστικά πατήματα της ζάχαρης
καθώς μες στον καφέ του τον πικρό αυτή διαλύεται.

Απίστευτο γι αυτόνε όχι-γιατί αυτός
ολημερίς μες στη σιωπή
της μοναξιάς τους ήχους τους λεπτούς ακούει
καθώς αυτή μες στην πικρή
γλυκαίνοντάς τηνε διαχύνεται ζωή του.

 ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ

Επιτέλους ένα ποίημα από τα τόσα που ’χω γράψει
άστεγο να τριγυρίζει δω και κει τώρα θα πάψει
και τη θέση του εβρήκε και το χώρο που του πρέπει-
ένα χώρο που κανένας ζωντανός δεν θα το βλέπει.

Σε νεκροταφείου μέσα τα στενά νωπά δρομάκια
όπου μόνο πεθαμένοι σεργιανούνε τα βραδάκια
μέσα κει, σε μία πλάκα ενός τάφου μαρμαρίνη
γράφτηκε το ποίημά μου και για πάντα εκεί θα μείνει.

Κι οι νεκροί καθώς διαβαίνουν θα το βλέπουν με συμπόνια
και τους στίχους του απέξω θα τους μάθουν με τα χρόνια
και μοτίβο τους θα γίνει και τραγούδι αγαπημένο
όπως κάθε σαν και κείνους θλιβερό και πονεμένο.

     ΝΑ ΖΗΣΕΙ

Ας ειν’ καλά-οι φίλοι όλοι τον προδώσανε.
Και οι γυναίκες-
χώμα να πιάνουνε και μάλαμα να γίνεται-
τον βλέπανε και φεύγαν.
Ο κόσμος ένα αξήγητο μυστήριο
βασανιστικό.
Οι εποχές-καλή τους στράτα-
επέρναγαν η μια μετά την άλλη
χαρές ανέγγιχτες.
Το φως ένας απόλυτος καθρέφτης και τα πράγματα-
τα πράγματα!
χαρτιά μιας τράπουλας σημαδεμένης.

Την ευλογία του ας έχουν όλα. Εγνώρισε μαζί τους
τον κόσμο τον Αταίριαστο-
τον κόσμο της Οδύνης.

Μα τώρα
ήρθε ο καιρός να φύγει από δω κι αυτός-
ήρθε η ώρα και γι αυτόν να ζήσει.

Κυριακή 28 Ιανουαρίου 2024

 ΚΑΙ ΚΑΠΟΤΕ

Και κάποτε τη λαμπερή μου όψη
στους καιρούς θα φανερώσω
σβήνοντας κάθε σκοτάδι
και κάθε σκιά που ως τότε με κρατούσε.

Και όσοι μ’ αγαπούσαν σκοτεινόν
θα πεισμώσουν με την αλλαγή μου.
Και εκείνοι που με ήθελαν φωτισμένον.
θα χαρούν στην καρδιά τους μέσα.

Στα όνειρα ό,τι ζούσα,
το έχανα ξυπνώντας.
Έτσι και το σκοτάδι μου θα χάσω,
και μες σε μια βαριά θα νήχομαι γαλήνη
μοναχός.

 ΣΑΝ ΜΕΛΙΣΣΑ

Στο κρεβάτι του θανάτου  
λίγο πριν η τελευταία μας βγεί πνοή,
μετανοούμε.

Πάνω μας έχουν σιγά σιγά μαζευτεί
κι έχουν στερεωθεί
πράξεις που δεν θα θέλαμε να είχαμε κάνει,
και φαντάσματα από πράξεις  
που ενώ θέλαμε δεν κάναμε.

Όλο αυτό το μάζεμα
με τη μετάνοια να το διώξουμε ζητάμε  
όπως το ριγμένο στους ώμους μας σακάκι
μ’ ένα  ξαφνικό ανασήκωμα των ώμων.

Μάταια όμως. Ο θάνατος παγώνει
κι αυτό το ανασήκωμα, κι αντί να ελαφρύνουμε
κολλάει κι αυτό επάνω μας
σαν ακόμα μια μέλισσα στο σμάρι.

 Ο ΧΑΡΤΗΣ

Ο χάρτης είναι συνοπτικός.
Στην πόλη δε δείχνει  τη συνοικία μου.
Στη συνοικία μου δε δείχνει το σπίτι μου.
Στο σπίτι μου δε δείχνει εμένα.
Σ’ εμένα δε δείχνει τα χέρια μου.
Στα χέρια μου δε δείχνει αυτόν το χάρτη.