Κυριακή 3 Δεκεμβρίου 2023

ΤΑΝΙΑ ΚΑΙ ΓΚΡΕΓΚΟΡΥ

-Έλα στο πάθος να καούμε
Έλα να πέσουμε βαθιά
Η και οι δυο να εξυψωθούμε
Η ζήση έτσι απαιτεί.

-Οχι δεν είν' αυτή της ζήσης
Η πολυπόθητη γιορτή.

-Έλα να ζήσουμε αντάμα
Να μας φιλιώσει η συνήθεια
Κι όταν θα γίνει ένας σεισμός
Ο ένας το χέρι να κρατούμε
Του άλλου και πια να μη μας νοιάζει
Ούτε σεισμός ούτε φωτιά.

-Οχι δεν είναι η συνήθεια-
Οχι-της ζήσης η γιορτή.

-Ελα λοιπόν μαζί να ζούμε
Και να μαλώνουμε ολοένα
Κι όταν στο Κλήβελαντ θα φύγεις
Προσκαλεσμένος από φίλους,
Να με καλείς μέσα στη νύχτα
Κι από τα σύρματα ν' ακούω
"Αχου! Μου λείπεις αγαπούλα
Τώρα με ποιόνε θα μαλώνω
Να ’ξερες πόσο σ' αγαπώ…"

-Οχι δεν είναι η αγάπη-
Όχι- της ζήσης η γιορτή.

-Τότε τους δυο ας μας ενώσει
Του μαυροχάρου το μαχαίρι.

-Οχι ο Θάνατος δεν είναι
Της πικροζήσης η γιορτή.

-Τότε η όμορφη η ζήση
Τάχατε πώς θα μας ενώσει;

-Ουτ' η αγάπη ούτ' η συνήθεια
Ούτ' η παρέα η ταιριαστή
Ούτε του γάμου το στεφάνι
Ούτε το πάθος κι η λαχτάρα
Eίναι της ζήσης η γιορτή.
Τά τύμπανα που ανάκουστα χτυπάνε
Γιά τις δικές σου τις αισθήσεις
"Μονάξα, Θλίψη, Πόνος" λένε-
Να η γιορτή της ζήσης.

TO ΖΕΥΓΟΣ

Χτες, είκοσι οχτώ Ιούλη, βράδυ, μια αποκάλυψη!
Από Γιώτα Βήτα προς Κέννεντυ βαδίζοντας,
στο ύψος της πλατείας του Άρεος,
ένα ζευγάρι εβρέθηκε μπροστά μου.
Μεσόκοποι.
Ψηλός ευθυτενής και σοβαρός εκείνος
με πίσω του τα χέρια του πλεγμένα,
μπλούζα και παντελόνι ευπρεπή,
αμίλητος, στητός,
με βάδισμα ένα ευγενικό.
Εκείνη δεξιά του,
σεμνά κι αέρινα να τον κρατεί αγκαζέ,
ντυμένη πεντακάθαρο ένα ταγεράκι
ούτε φτηνό ούτε ακριβό,
ίδια κι αυτή σεμνή και σοβαρή,
κοντύτερη από κείνον (ως αρμόζει),
καλοφτιαγμένη,
βαδίζοντας άλλο χωρίς,
παρά τα πόδια μόνο να κινεί.

Ένα ζευγάρι
βγαλμένο από παλιές της Τρίπολης εικόνες,
που έχοντας τις τυπικές
τελειώσει υποχρεώσεις της ημέρας
για βόλτα βγαίνει,
σοβαρό και υπεύθυνο,
συνειδητά αποφεύγοντας τον συμφυρμό του
με σύγχρονους μπλαζέ ή φωνακλάδες,
ή με κεινούς
που είτε κατά ζεύγη ή μόνοι
βιλαζουν την κοσμιότητα,

το δρόμο ετοιμάζοντας
για να βαδίσει πάνω του
το άσκοπα κι ασύνειδα μοντέρνο.

Κι αμίλητοι-αλήθεια,
μια φράση μόνο,
μια λεξούλα,
κι όλη θα χάνονταν η εικόνα η μαγική.

Σίγουρος είμαι: στο σπίτι γυρνώντας
θα φορέσουν τις πιζάμες τους
θα φιληθούνε καληνύχτα
και στο κοινό μεγάλο τους θα πέσουνε κρεβάτι
σκεφτόμενοι πριν κοιμηθούν
ότι να κάνουν ίσως πάλι δε θα πρέπει
μια τέτοια βόλτα σ' ένα πλήθος μέσα
που τόσο αβάσταχτα έχει αλλάξει.

Με βία συγκράτησα
την ξαφνική μου πεθυμιά να προσπεράσω,
πίσω να στραφώ,
κι αφού έτσι αντιμέτωπός τους έρθω,
να τους ειπώ το πόσο με συντάραξεν
η εικόνα των αυτή.
Μα η δειλιά το βήμα μου εκράτησε.
Ή πάλι ίσως φοβήθηκα μη δω στα πρόσωπά τους
το βάρος των αλλοτινών καιρών
και την ευθύνη
που πάραυτα θα μ' εξουθένωνε.
Και καθυστέρησα το βήμα ως να τους χάσω.

Εκείνα που περίπου θα τους έλεγα όμως,
τα γράφω εδώ.
Γιατί τι διάολο άλλο τήνε θέλουμε την ποίηση
αν όχι μέσα της για να ξερνάμε
ό,τι εντός μας κρατημένο θα μας σκότωνε;
 

KPITH...

Κριτή, εσύ που κρίνεις τα γραφτά μου,
να ξέρεις ότι δε θα σκοτιστώ
αν άξιο συ μου κρίνεις το μιστό
ή με μανία τα πατήσεις χάμου.

Δε γράφτηκαν για σένα όλα τούτα.
Ανάγκη είχε για δόσιμο η ψυχή
και τα 'δωσε ως πιστός την προσευχή
κι όπως το δέντρο ξεχειλίζει φρούτα.

Γι αυτό κριτή σου λέω πως δεν αξίζει
με τέτοιες ιστορίες ν' ασχοληθείς'
και κάνε όπως κάνει ο καθείς
που βλέπει, προσπερνά και δεν αγγίζει.

Προσπέρνα. Μα σκοπό τέτοιο αν δεν έχεις
πρόσεξε: στ' άγγιγμά τους θα καείς
(κι αν όχι τότε θα 'σαι αδαής
και πάλι πρέπει απ' αυτά ν' απέχεις).

Ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΗΣ ΒΑΒΕΛ

Αδυναμία δε νιώθαν.
Μια πλήξη μόνο φορές φορές,
αγέρωχοι για ό,τι εκάναν.Το μυαλό τους
καθόλου στροφές δεν είχε-όλα ίσια,
σαν τη γραμμή που έφτιαχνε
στον ουρανό ανεβαίνοντας, ο Πύργος.
Kι αγαπημένοι αναμεταξύ τους.
Με κοινά τα όριά τους όλα.
Χωρίς προκατάληψη.

Ώσπου μια μέρα κάτι γύρω τους εφύσησε.
Μικρό, απότομο και σιγανό.
Σαν τίναγμα φιδιού προτού, πικρά, δαγκώσει.

Τους άγγιξε παντού.
To νιώσαν μ' όλες τις αισθήσεις τους.
Tο αυτί ετρόμαξε στον ξένον ήχο.
To μάτι έκλεισε για μια στιγμή
σα μιαν αυλαία θεάτρου που είχε ανοίξει
και δε φανέρωσε θεατές, ή καθώς φέρετρο
για να μη δείξει αποτρόπαιο κάτι
κλείνει.
Και ριγήσαν τα κορμιά. Και μες στο οτόμα
παράξενα συσπάοτηκεν η γλώσσα.

Όταν
αφού τους διαπέρασε
η πνοή εχάθη
συνήλθαν ξένοι, άγνωστοι, εχθροί αναμεταξύ τους.
Με λέξεις ανυπότακτες.
Η ύπαρξή τους όλη ακατανόητη.
Και πλάϊ εκεί
αδημονία γεμάτος.
ένας μισοτελειωμένος Πύργος.

Και σκορπίστηκαν σ' όλη τη γη.
 

ΣΑΡΑ
2-12-13

Όχι θεός αλλ’ άνθρωποι
αισχροί συνωμοτήσαν
και να μην έχει ζεστασιά
η Σάρα αποφασίσαν.

Κι ενώ εκείνη ανύποπτη
αγκαλιάζει το μαγκάλι
ήσυχοι αυτοί στου χρήματος
φωλιάζουν την αγκάλη.

Και το άδικο ενώ αυτοί
σκυφτοί μετράνε χρήμα
εκείνης μπαίνει το κορμί
στο γήινό του μνήμα.

Όμως το Σύμπαν αγνοεί
του χρήματος παιχνίδια
και όπως όλα και αυτό
ανταποδίδει ίδια:

η Σάρα ενώ στων Ουρανών
το τζάκι θα χλιαίνεται
ψυχή και σώμα εκεινών
σ’ αιώνιο πυρ θα καίγεται.

ΟΙ ΑΛΛΟΙ

Απόψε είχε ένα καλό δείπνο.

Φεύγοντας πήρε το ασανσέρ.
Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και είδε τον εαυτό του.
Τον ρώτησε: Σαν να παρατρώς φίλε, δεν νομίζεις;

Μέσα από τον καθρέφτη τον κοίταξε ένας άλλος.
Ήτανε άγριος περσότερο απ’ αυτόν.
Και ξυρισμένος.

Αναρωτήθηκε
πόσους άραγε πρέπει ακόμα να σκοτώσει
για ν’ απομείνει ο εαυτός του.
 

ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΟΜΟΡΦΙΑ

Απόψε ήταν χαρούμενη.
Το πρόσωπό της έλαμπε κι όλο μιλούσε.
Για το που είδε όνειρο,
για τη γάτα της που αγαπά,
για την πατρίδα της που χρόνια έχει να τη δει.

Του έδωσε τα χρήματα που του χρωστούσε
και άρχισε να λογαριάζει πόσα θα της μείνουν
μετά το μανικιούρ και την κομμώτρια.

«Αύριο πρωί θα είμαι έτοιμη για τη γιορτή,
το καινούργιο μου φόρεμά είναι σιδερωμένο κιόλας»
Και το απόγεμα
και την τσάντα που της άρεσε θα ψώνιζε.

Πόσο η χαρά ομορφαίνει τη γυναίκα!