Κυριακή 3 Δεκεμβρίου 2023

ΤΟ ΜΕΛΑΝΩΜΑ

Είχα ένα φίλο με μελάνωμα στο κάτω χείλος.
Είπα στα παιδιά του ο πατέρας σας είναι βαριά άρρωστος
να τον πάτε στο γιατρό μήπως και ζήσει.
Τονε πήγαν γύρισαν μου είπαν ο γιατρός του έδωσε αλοιφή  
τρεις φορές να βάζει την ημέρα.

Είχα ένα φίλο με μελάνωμα στο κάτω χείλος.
Είπα στα παιδιά του ο πατέρας σας είναι βαριά άρρωστος
Να τον πάτε σ’ άλλονε γιατρό που ξέρει τη δουλειά του-μήπως και ζήσει.
Πήγαν ήρθαν ο γιατρός μου είπαν
του ’δωσε άλλη αλοιφή
τρεις φορές να βάζει την ημέρα.

Είχα ένα φίλο με μελάνωμα στο κάτω χείλος
που το πόδι του πολύ πονούσε.
Χτύπησα, έλεγε, σε μια καρέκλα.
Θα τον πάμε στο γιατρό είπαν τα παιδιά του.
Είπα στα παιδιά του ο πόνος είναι από μετάσταση
και ο γιατρός πια τίποτα να κάνει δεν μπορεί.
Να του δίνετε να τρώει ότι θέλει
και όχι σ’ ό,τι σας ζητάει να μην του λέτε.

Πήγαν ήρθαν. Ο γιατρός, μου είπαν,
είπε να του δίνουμε να τρώει ότι θέλει
και να μη σε τίποτα του λέμε όχι.

Είχα ένα φίλο που έφυγε από μελάνωμα.
Ήτανε το ’94.
Ήτανε στην Αμερική.

Ήταν ο πατέρας της.
 

ΟΙ ΑΠΟΛΥΜΕΝΟΙ ΞΑΝΑΓΥΡΙΖΟΥΝ

Σωστά ξαναγυρίζουν οι από του Σαμαρά
τη χούντα απολυμένοι.

Και του Παπάγου η χούντα απόλυσε υπαλλήλους.

Τότε γιατί το ήθελε ο βασιλιάς κι η Αμερική.
Τώρα γιατί το ήθελε η τρόϊκα κι η Γερμανία.

Σωστά ξαναγυρίζουν οι απολυμένοι.

Γιατί μπορεί για ένα παιδί
ζωή του ο πατέρας του να είναι.
Και μπορεί
έτσι παράξενα ορφανεμένο
προσφάι σ’ ένα ξεροκόμματο.
από γειτόνισσα μία φιλεύσπλαχνη
να έχει μια ντομάτα την ημέρα.

Και μπορεί
τις νύχτες που κερί ένα τις φωτίζει
φαντάσματα να το κυκλώνουν τρομερά,
κι οι σκιες του τοίχου ίδιες Μοίρες
να σημαδεύουν την ψυχή του
ορίζοντάς του
σε κάθε σκια να τρέμει ολοζωής
και κάθε άνθρωπος
φάντασμα να του είναι φοβερό για πάντα.

Γιατί πολύ στον κόσμο είναι πιθανό,
απολυμένος
να έχει φύγει από την Τρίπολη ο πατέρας,
να έχει πάει σ’ ένα μέρος άγνωστο και μακρινό-
που Καλλιθέα το λένε
που ποιος ξέρει
τι τέρατα κι αυτήνε να την κατοικούν
και κει
στου Ηλεκτρικού Σταθμού τον έξω χώρο,
επάνω σ’ ένα τραπεζάκι καφενείου τσίγκινο
να γράφει αιτήσεις δυο δραχμές τη μία.

Σωστά ξαναγυρίζουν. Ίσως έτσι
λιγότερα να είναι τα παιδιά που θα διαλέξουν
στο περιθώριο της ζωής να ζουν
απ’ όλους μισημένα.

ΤΟ ΜΟΝΟ ΑΛΗΘΙΝΟ

Αυτοί που ζούνε μόνο μέσα στ’ όνειρο
την άλλη τους ζωή τήνε σκορπάνε
σε  θέματα φτηνά, σε πράξεις άσκοπες
που με τ’ αγέρι χάνονται και πάνε.

Ας τους αρπάζουν άλλοι σπίτια, χρήματα,
και ας  τους καίνε τα ποιήματά τους.
Δικό τους εσαεί άκαο κι άπαρτο
το μόνο αληθινό: τα όνειρά τους.
 

ΑΚΑ ΧΕΙΡΟΥΡΓΗΘΕΝ

Το στεντ μου τα λιανά του ορθώνει ποδαράκια
γερά μες στις λαγόνιες αρτηρίες μου τα στηρίζει
κι αρχίζει να ουρλιάζει μυξοκλαίγοντας:
«Θέλω τη μαμά μου!

Τ’ αδέρφια μου ζητάω μες στη γη
τα λεύτερα και τα ζωηρά.
Τις λίμνες τις απέραντες της πίσσας θέλω
και τη γρανίτινη σκληρότητα
των πατρικών μου πετρωμάτων.
Εδώ-τι ζέστα ειν’ αυτή;!
Μην είμαι -όπως μας έλεγαν- στην κόλαση;
Κι τ’ είναι αυτό το υγρό το πυρωμένο
που το παράξενο τώρα κορμί μου περιλούζει;
Να ’χε το χρώμα του χαλκού τουλάχιστον…
Μα όχι! Κόκκινο! Κόκκινο αγροίκο,
κόκκινο άγνωστο σε μένα είναι κι αυτό
καθώς τα πάντα μέσα εδώ
σ’ αυτόν το χώρο τον στενό κυλινδρικό
που απ’ ολούθε με κρατάει…

Θέλω τη μαμά μου!..»

Και λέω εγώ: «έχω πυρετό».
Και λέει ο γιατρός μου: «ειν’ η αντίδραση
η αλλεργική της ενδοπρόθεσης».

Όλα καλά.
 

ΤΑ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΑΤΑ

Τα κλαδιά των δέντρων είναι χέρια.
Τα φύλλα τους τα δάχτυλα τους.

Όταν ο αέρας περνά
στέλνουνε χαιρετίσματα μ’ αυτόν σε Κείνο
που να ριζώσουν τα 'χει στείλει εδώ.

Ευτυχία τα δέντρα δεν νιώθουν έτσι.
Μα κι ούτε δυστυχισμένα είναι. Μόνο,
μ’ αυτόν τους το χαιρετισμό
καθώς ανάγκη το ’χουν
το Παρελθόν με το Μέλλον γεφυρώνουν
ίδια καθώς ο κορμός τους,
γη και ουρανό
με σαφήνεια και αποφασιστικότητα
γεφυρώνοντας
ταυτίζει.
 

ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ

Του έδωσαν ένα παράξενο βραβείο.
Πέτρες γεμάτο ένα δοχείο
που κανείς δεν ξέρει
αν είναι αληθινές ή από κείνες,
τις ψεύτικες,
που τα παιδιά με δαύτες ξεγελούν.

Κι αν είναι ψεύτικες καλά.

Μ’ αν είναι αληθινές, τότε
με λάθος μέτρο εμέτρησαν την αξιοσύνη του
γιατί
βραβείο αν άξιζε για κάτι,
αυτό είναι παιδί πως εκατάφερε να μείνει.
 

                  ΧΩΡΙΣ ΚΑΘΟΛΟΥ

Ενώ την επερίμενε, σάμπως επέρασε,
χωρίς καθόλου-
η ζωή-
να τον αγγίσει.

Γιατί όταν τον αέρα τα φτερά της εχτυπούσαν,
εκείνη αν ήταν,
αυτός
κρυμμένος ήταν στην αρχαία μέσα σπηλιά.

Και όταν χτυπώντας τα φτερά της τον καλούσε
έξω να βγει να την χαρεί,
θρηνούσε αυτός για τις χαρές
που μες στους κύκλους θάρειε θρυμματίζονταν
της δίνης που σηκώναν τα φτερά της.