Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2015
Ο Βενιζέλος ανάγκασε το Σαμαρά να επισπεύσει τις εκλογές για να μην προλάβει ο Παπανδρέου να φκιάσει κόμμα.
*
Και γιατί να μην φκιάσει κόμμα ο Παπανδρέου;
Για να μην πάρει ψήφους από το ΠΑΣΟΚ και ο «Μπένι» μείνει έξω από τη Βουλή.
*
Και γιατί να μη μείνει έξω από τη Βουλή;
Για να μη τον κυνηγήσει ο Τσίπρας για τα υποβρύχια και για τη λίστα Λαγκάρντ.
*
Τι ενδιαφέρον αλήθεια για το λαό που δείχνει ο Βενιζέλος!
Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2023
Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2015
Κατά τη ΝΕΡΙΤ θράσος έχουν οι βρετανοί που στέλνουν τα αγάλματα σε ξένες χώρες και όχι οι έλληνες που τα ζητάνε πίσω(!) Άντε πάλι με τ' αγάλματα... Πάλι αυτοί, πάλι εγώ.
TA ΜΑΡΜΑΡΑ
Βρε κοίτα πώς αλλάζουνε σε μία μέρα όλα
κι ενώ ο Σημίτης έλεγα πως θα τη φάει τη φόλα
κοίτα πώς τώρα γύρισε το φύλλο! Και να δείτε
πως προ εκπλήξεως κι εγώ κι εσείς θε να βρεθείτε.
Πια γκόβερνο όχι-δε θα 'ρθει-Νέας Δημοκρατίας,
γιατί απλούστατα ο Μπλέρ, ο ηγέτης της Αγγλίας
όσα έκλεψαν αγάλματα ο Ελγιν και οί άλλοι
εδήλωσε πως γρήγορα θα μας τα δώσει πάλι.
Kι αυτό θα γίνει σύντομα, πριν εκλογές να ’ρθούνε
ώστε όποιοι τώρα κυβερνούν, πάλι θα κυβερνούνε.
Γιατί; Θέλει και ρώτημα; Γιατί αν αυτό θά γίνει
φαϊ θα έχουμε όλοι μάς-και πια τo θέμα κλείνει.
Οι διαδηλώσεις παύουνε, παύουν κι οι απεργίες.
Και παύουν γιατί για όλα αυτά θα λείψουν οι αιτίες
αφού ο κόσμος τότε πια θα τρώει όσο θέλει
και τότε όλα ζάχαρη-και τότε όλα μέλι.
Τότε αν πεινάει ο λαός και πάει γι απεργία.
δίχως καθόλου άργητα ή κωλυσιεργία
μια ψησταριά θα στήνεται με σίδερο ένα ντούρο,
και η κυβέρνηση εκεί θα ψήνει έναν Κούρο.
Kι όταν φωνάζουν οι άνεργοι φαϊ πως δεν υπάρχει
μία Καρυάτιδα βραστή θα τρώνε δίχως πάχη.
Και βλοσυροί όσοι ροβολάν βοσκοί μας απ' τα όρη
θα τους σερβίρεται άμεσα κοκκινιστή μια Κόρη.
Τους Κένταυρους θα βάλουμε για μας δουλειές να κάνουν,
τους Γίγαντες τα έργα μας τα επίπονα θα φκιάνουν,
οι Νύμφες μας ημίγυμνες χορούς θα μας χορεύουν
με Σειλινούς και Σάτυρους αισχρά να τις χαϊδεύουν.
Θα καταργήσουμε τη ΔΕΗ γιατί ο φωτοδότης
Απόλλων, φως ποιότητας θα μας παρέχει πρώτης'
και πάει ο ΟΤΕ και τα ΕΛΤΑ, ο Ερμής αφού ο μαγκιόρος
ανέξοδος και γρήγορος θα ’ναι μαντατοφόρος.
Τον Δία-Ρέππα μοναχά που από τo υπουργείο
στη φτώχεια πάνου κεραυνούς σβουρίζει δύο δύο-
από το χρυσοφόρο του θα πάρουμε τo πόστο
ώστε-ίδιο μάρμαρο κι αυτόν-να τονε φάμε ρόστο.
Η Άρτεμη θ' αντικαθιστά τη δεκαεφτά Νοέμβρη
αφού ένα βέλος θ' αμολά κι αυτή και όποιον έβρει,
με τα ποτάμια ο Ηρακλής θα καθαρίζει βούρκους,
κι ο Άρης, άμα μας ριχτούν, θα σταματάει τους τούρκους.
Και τότε πια παράδεισος θα είναι η Ελλάδα
κι ανάμνηση η που τρώγαμε ως τώρα φασουλάδα.
Και ο Σημίτης θα ’ναι πια πρωθυπουργός και πάλι
μιας και τη φτώχεια στη γωνιά θα ’χει για πάντα βάλει.
Πλην αν μετ’ τ’ άλλα αγάλματα μας έρθει και η Δίκη.
Γιατί αυτή απ’ τη χρυσή θα βγάλει ευθύς τη θήκη
τo ξίφος Της, που θάνατο σε άθλιους κλέφτες δίνει,
κι από την κλίκα του ΠΑΣΟΚ ρουθούνι δε θα μείνει
ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ ΑΠΟ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥΣ
ΕΠΙ ΣΑΜΑΡΑ
Η Ακρόπολη αποκλείστηκε για δεύτερη φορά
από υπαλλήλους που ζητούν λεφτά απ’ το Σαμαρά.
Και η τι-βι όλη φρύαξε. Σκούζουν οι εφημερίδες.
Σύλλογοι εξανίστανται. Βοούν μανδάμ και δίδες.
«Να κλείσουν την Ακρόπολη!…την τόσο μας αρχαία!…
Πολιτισμού οι τύποι αυτοί δεν έχουνε ιδέα;!…»
Μαντάμες και υπουργάκοι μου και Τύπε κίτρινέ μου
ό,τ’ είπατε και γράψατε πηγαίνει κατ’ ανέμου.
Εικοσιτρείς ακρόπολες κι εξήντα παρθενώνες,
όσους κι αν πριν εχτίστηκαν δακρύβρεχτους αιώνες,
ας πάνε όλες στο χαμό μ’ αυτό αν είναι να ’βρει
ένα ο φτωχός ξεγέλασμα στην πείνα του τη μαύρη.
Όλα τα παλιομάρμαρα του κόσμου να χαθούνε
παρά οι φτωχοί μας το ψωμί ψωμάκι να το πούνε.
Άνθρωποι που παθιάζονται για πέτρινα μνημεία
και που για φτώχεια μέριμνα δε δείχνουνε καμία,
ψευτόκλαμα ειν’ το κλάμα τους κι αγύρτικη η οργή τους-
περσότερο τους γνοιάζει αυτούς μια πέννα απ’ το πουγκί τους.
Λένε οι αχρείοι: «τον Τουρισμό αυτό πολύ θα βλάψει
ξένος αφού στον τόπο μας να έρχεται θα πάψει!
…πέσαμε δέκα στα εκατό ήδη στον Τουρισμό!
Με την Ακρόπολη κλειστή τραβάμε στο χαμό!..»
Μα ή μ’ εκατό τοις εκατό ή με σαράντα μείον
του έρμου φτωχού δε θ’ αυξηθεί καθόλου το ταμείο’.
Συντρίμμια όλα τα μάρμαρα του τόπου αυτού να γίνουν
αν είναι μόνον ίδρωτα κι αίμα λαού να πίνουν.
Και παρανάλωμα φωτιάς ας γίνουν τα Μουσεία
αν πείνα στη φτωχολογιά φέρνουν κι απελπισία.
Του κόσμου κάθε άψυχο λιθάρι ας χαθεί
αν είναι μόνο μια ζωή ανθρώπου να σωθεί.
ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑ ΡΩΡΕΡΚΑΡ
ιδ.
Πού θα βγει αυτό;
Πού θα πάει;
Ποια θα ’ναι η κατάληξή του;
Πού τραβάει;
Κάθε φορά τα ίδια.
Κάθε φορά.
Κάθε φορά που θα τη συναντήσω
οι ίδιοι χτύποι της καρδιάς,
το ίδιο τρεμούλιασμα,
το ίδιο λύσιμο γονάτων.
Πού θα πάει;
Και μη μου πει κανείς πως υπερβάλλω
γιατί θα του ευχηθώ ίδια να πάθει.
Και ποιος δε θα ’νιωθε
τη γη κάτω απ' τα πόδια του να χάνεται
όταν μπροστά στα μάτια του
μία θρησκεία καταρρέει;
Ποιος θ' άντεχε
καθώς στο δρόμο περπατεί
Άγγελο έναν ν' ανταμώνει –
που χρόνια τώρα μας μαθαίνουνε
ότι στους ουρανούς μονάχα ζει-
χωρίς ως τα κατάβαθα να ταραχτεί η ψυχή του;
Κάποιος ας έρθει να μου πει και να με πείσει
πως πλάσμα είναι γήινο αυτή...
Ποιος το μπορεί;
Ορίστε!
Τα μάτια αυτά
μπορεί άνθρωπος να τα 'χει;
Εκείνο το χαμόγελο
ποιος σοβαρά θα ισχυριστεί
ανθρώπου ότι στολίζει στόμα;
Και βάδισμα ειν' αυτό ή πέταγμα
που σαν πνοή το θείο σώμα πάει;
Κι η χάρη αυτή του σώματος δεν είναι θεία;
Κι αυτά τα μάτια με τα εξαίσια λαμπυρίσματά τους
που αστραποβολούν χίλιες αγνότητες
τι γήινο σας θυμίζουνε-μου λέτε;
Όχι, εμπρός!
Ελάτε!
Πέστε μου!
Ελάτε!
Ελάτε να με πείσετε
πως γήινο ειν' αυτό το πλάσμα.
Τότε θα γίνετε σείς ο θεός μου
που από βάσανο ένα τέτοιο με γλιτώσατε.
Και αν με τ' άλλα ετελειώσατε,
να δω τι κουταμάρες θα μου βρείτε
όλων της των κινήσεών την αβρότητα
για να 'ξηγείστε.
Όχι-ελάτε, πέστε μου!
Πώς στρέφει έτσι το κεφάλι;
Πώς κρατεί έτσι στο χέρι της
μια φούστα απ' το καθαριστήριο;
Κι ακόμα-
ή θα με βγάλτε και στραβόν;-
πώς εξηγείται που ο τόπος όλος φέγγει
από μακριά μονάχα όταν φανεί;
Και μελωδίες γιατί ακούγονται
μόνο που πάει το στόμα της ν' ανοίξει;
Λοιπόν; Μην όλ' αυτά είναι συμπτώσεις-
τι λόγος!-
ή κάτι άλλο;
Λοιπόν;..
Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2023
ΒΡΕΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ,
ΠΟΔΙ ΚΑΙ ΧΕΡΙ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΑΥΡΗΛΙΟΥ
(οι εφημερίδες της 27-8-08)
Στη «βάρβαρη» τη χώρα-την Τουρκία-
κάτω απ’ το φως του ζωοδότη ηλίου
σ’ ανασκαφές που γίνονται στη χώρα
βρέθηκε το κεφάλι του Αυρηλίου.
Εμπρός λοιπόν Καραμανλή Κωστάκη
εμπρός και ανοικονόμητη συ Ντόρα
κάντε διαβήματα να μας δοθούνε
όσα η σκαπάνη έχει ανασκάψει δώρα.
Κι ας ήτανε αυτοκράτορας ρωμαίος
μα ελληνικά αφού έγραφε κι ωμίλει
έλληνας ήταν!... Κι αν μας αρνηθούνε
τουλάχιστο ας μας δώσουνε τα χείλη…
Τόσους που ελληνικά έχουνε γράψει
(Σαμοσατείς κι ας ήσαν… ή και Σύροι… )
έλληνες όλους τους εσείς τους λέτε-
το ’χετε πάρει πλέον ψωμοτύρι.
(Κι εγώ λοιπόν δυο τόμους ποιημάτων
στην αγγλική που έχω εκδώσει γλώσσα,
κι εγώ γι αμερκανάκι θα μοστράρω
μετά ’πό χρόνια τόσα κι άλλα τόσα)
Σ’ άπταιστα ελληνικά κι ο αυτοκράτωρ
τα «Εις Εαυτόν» λεν είχε αυτός γραμμένα.
Ψέμα! Δεν τα ’γραψε του Εαυτού του:
στους έλληνες τα ’χε κι αυτά ταμένα!
Λοιπόν με τ’ άλλα μάρμαρα-του Έλγιν-
ζητάτε τώρα και του Αυρηλίου
να ’χετε να το λέτε στους κρετίνους
στις εκλογές του Σιούφα-του Απριλίου.
ΠΑΛI Τ΄ ΑΓΑΛΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΛΓΙΝ
(επί των ημερών του ΠΑΣΟΚ)
Λόγος για κάτι μάρμαρα γίνεται τελευταία
που μας τα πήραν λέει πριν πολλές δεκάδες
χρόνια
κι η κλίκα τώρα του ΠΑΣΟΚ τα θέλει πάλι πίσω.
Και στην Ελλάδα ανήκουνε, λέει, γιατί εβρεθήκαν
στο μέρος όπου τώρα ζει-τόσο μυαλό κρατάει
να λέει πως απόγονος κάποιων ελλήνων είναι-
αυτών τη γη που παλαιά ετούτη κατοικούσαν...
Δε θέλει μάρμαρα ο λαός γελοίοι "κινηματίες".
Αν θέλετε ζητάτε τα μα όχι στ' όνομά του.
Φράγκο δε δίνει ο λαός γι αυτές τις παλιοπέτρες
που σχήμα κάποιοι ανθρώπινο ή ζώου τους έχουν
δώσει.
Τα μάρμαρα τα θέλετε τις τσέπες μονάχα,
απ' ό,τι τώρα, πιότερο ακόμα να γεμίσουν.
Και λέω τα περιμένετε τον τουρισμό ν' αυξήστε,
γιατ' οι τουρίστες θα 'ρχωνται τα μάρμαρα να
δούνε
και τον αγλέουρα κι από κει εσείς να ξαναφάτε-
και σεις και τα δισέγγονα και τα τρισέγγονά σας.
Μα κι έτσι να ’ναι, ο λαός δραχμή δε θα ’δει πάλι-
με μάρμαρα είτε δίχως τους εκείνος θα πεινάει
όπως πεινούσε πάντοτε καί ιδιαιτέρως όταν
ό,τι βρωμιά, την κάνετε τάχατες στ' όνομά του.
Τα μάρμαρά σας ο λαός δε θέλει να τα ξέρει-
κι αν θα τα πάρτε φάτε τα καθώς τις σάρκες
τρώτε
του λαού που κάθεται άβουλος και ηλίθια σας κοιτάζει
το αίμα και τον ίδρω του λαίμαργα να ρουφάτε.
Φαϊ ζητάει ο λαός που σεις δε θα του δώστε
είτε τα βρωμομάρμαρα τα πάρετε είτε όχι.
Παλέψτε για τα μάρμαρα λοιπόν με δύναμη όση
σας δΐνει η απληστία σας. Να ξέρετε όμως οτι
όλες σας τις βρωμόπετρες που για να σας τις
δώσουν
σα γύφτοι εκλιπαρήσατε, ο λαός τις γράφει όπου
μελάνι εκεί που κι η σοφή λέει παροιμία, δεν
πιάνει.
Αυτός όλα τα μάρμαρα γι αντάλλαγμα τα δίνει
για μιας ημέρας φαγητό σ' ενού άνεργου τραπέζι.
Κάντε ό,τι θέλετε λοιπόν με τις βρωμόπετρές
σας-
και πότε κάνατε ο λαός ό,τι ζητάει και θέλει;-
και πώς μπορούσατε ποτέ αυτό να ’χατε κάνει,
αφού ο λαός πεινάει ψωμί κι όλο εσείς το τρώτε;
Και μήπως αν τα πάρετε τ’ αρχαία μάρμαρά σας
να τα φυλάξτε είστε ικανοί; Σε δύο χρόνια μέσα
καταστραμμένα θα ’ν’ κι αυτά σαν που όλα τ’ άλλα
είναι.
Τουλάχιστο, τρομάρα σας, να ξέρατε από Τέχνη...
Η μόνη τέχνη που καλά έχετε μαθημένα
ειν' η κλεψιά. Γιατί λοιπον δεν πάτε να τα κλέψτε
ώστε επιτέλους να 'ρθουνε, να πάψτε σα ζητιάνοι
το χέρι σας ν' απλώνετε κι εκτός από δολάρια
και πέτρες τώρα δουλικά να κλαίγεστε να πάρτε;
Άντέστε κομματόσκυλα, εμπρός, κλαφτείτε ακόμα'
μα να 'χετε καλά στο νου: η κλίκα σας μονάχα-
η ξεκομμένη απ' το λαό-τα μάρμαρα ζητάει.
Όπως η κλίκα η ίδια σας εζήτησε να κάνει
κι αγώνες ολυμπιακούς-ακόμα έν' από κείνα
που ο λαός αμέτοχος τα βλέπει, γιατί νιώθει
πως πιο δυστυχισμένονε με κείνους θα τον κάντε.
Κάντε λοιπόν το κέφι σας αισχροί "κινηματίες".
Και να φχαρστάτε συνεχώς το θεό σας μην
ξεχνάτε,
που ενός χαζού σας έδωσε λαού αφέντες να 'στε,
λαού ενος δουλόπρεπου που τα όπλα δε σηκώνει
κι όσοι μετρώντας είστε βρει, τόσους ν' ανοίξει
τάφους.
ιγ.
Ποιος άραγε μοιράζει την αγάπη κάθε νύχτα;
Όποιος κι αν είναι, απόψε όληνε την μοίρανε σε μένα.
Για σας.
Πόσες γυναίκες θα πλησιάσουνε τα ταίρια τους απόψε
με ολάνοιχτο το τάσι τους
κι άδειο θα μείνει αυτό μέχρι να 'ρθεί πρωί;
Απόψε πόσα στήθη αχάϊδευτα!
Πόδια με άλλα πόδια πόσα δε θα σμίξουνε!
Ψίθυροι πόσοι, αυτιά ως άλλοτε δε θα φλογίσουν!
Γιατί η αγάπη όλη ετούτης της νυχτιάς
στα στήθη μου ήρθε κι έμεινε.
Για σας.
Μαλώματα φαντάζεστε απόψε πόσα;
Πόσοι, ίσως, χωρισμοί;
Πόσες φριχτές θα γεννηθούνε υποψίες
σε μυαλουδάκια θηλυκά-πόσοι άντρες
σε καναπέδες θα ξαπλώσουνε απόψε;
Όμως τον κόπο αξίζουν ολ' αυτά.
Κι όλη του κόσμου η αγάπη αξίζει
μες στο βωμό του στήθους μου να καίει
σε σας για όλη μια νυχτιάν αφιερωμένη.
Μόνο που εκεί κλεισμένη όλη νύχτα ως θα 'ναι
κι από του όχι σας το ατσάλι αμποδισμένη
η έρμη δε θα ξεχυθεί απ' τη φυλακή της μέσα
να έρθει να σας βρει _
κι ένα μικρούλι καρυδότσουφλο εσείς να γίνετε
μέσα στην τρικυμιά
που εκείνη όσο μάτι βλέπει θα σηκώσει.
Ναι, το έρμο χέρι μου η αγάπη
δεν τ’ οδηγάει να ’ρθεί το σώμα σας να ζώσει
αλλά το πάει τρισέρμο ένα μολύβι να κρατήσει
και σ' ένα μέσα πρόθυμο χαρτί
όση μπορέσει από κείνηνε ν' απλώσει.
Μα τ' είναι η αγάπη για να δυνηθεί
με το μελάνι να χορτάσει;
Αυτή στους δρόμους τρέχει,
πόρτες θεόκλειστες ανοίγει,
ψυχή από σάρκα λευτερώνει,
πουλιά από τα κλουβιά τους μέσα βγάζει-
κι αυτά καθώς τρελά πετούν και τραγουδούνε-
και μάς μας οδηγάει ίσα στην άβυσσο.
Και κει γλυκά χανόμαστε.
Κι αυτό 'ναι αγάπη. Πώς λοιπόν μπορούν
ένα χαρτί κι ένα μολύβι
να πούνε την αγάπη;
Σας γνώρισα προτού καιρό.
Όχι-όχι "σας γνώρισα"
πώς μες στα μύχια του άλλου αν δε μπεις
μπορείς ότι τον γνώρισες να πεις;
Όχι λοιπόν "σας γνώρισα".
Σας είδα.
Ναι, σας είδα.
Αυτό είναι.
Αυτό η δυστυχία κι η ευτυχία μου είναι όλη-
Πώς να πω των καιρών τα γυρίσματα
και τι αυτά μαζί τους κουβαλούσαν
πως να πω τους χαμούς που εγνώρισα-
ω ναι, αυτόύς τους γνώρισα καλά-
τα βράδια όπου ξάγρυπνος σας έφερνα στο νου
τις μέρες όταν, καθώς διάβαζα
προβαίνατε μες από των βιβλίων τις γραμμές
ή περπατώντας στους πολύβοους δρόμους
ανάμεσα από τ' αυτοκίνητα προβάλατε;
Και σεις
ως και την ύπαρξή μου ν' αγνοείτε...
Στην αρχή πολλά μικρά ποτάμια ήταν η αγάπη μου,
Μετά βουνά και λόφοι αφανιστήκαν ένα ένα
και τα ποτάμια σμίγαν και μεγάλωναν και δυναμώναν
ώσπου ένα όλα έγιναν.
Σίγά σιγά
τα στήθη σας τα ήμερα και τα σεμνά
ορθώνονταν και προκαλούσαν.
Τα χείλη σας επάψαν να μιλούνε και φιλούσαν μόνο.
Σαν ένα κάρβουνο αναμμένο το καθένα τους
ψυχή κορμί και νου μου κατακαίγανε.
Είπα στην αρχή, ε!
ένα σαν όλα είναι τα πάθη μου κι αυτό.
Άλληνε κάποια θα 'βρει να ξεσπάσει.
Μα όχι. Αόρατες δυνάμεις με τραβούσαν-
μ' έσπρωχναν σε σας επάνω ίσια.
και Θεός ξέρει πως-με πόνο πόσο-
η λογική μακριά σας με κρατούσε.
Τις νύχτες η αγάπη ερχόντανε
καθόνταν δίπλα μου σα σε άρρωστου κρεβάτι
και μου μιλούσε:
«Δύσκολο δρόμο φίλε μου επήραμε.
Έπεσες στην παγίδα μου, μα όμως
θαρρώ κι εγώ πως στη δική σου επιάστηκα-
κι οι δυο μας στη δική της.
Κρασί ήπιες στοιχειωμένο και μου μέθυσες.
Τόσο μεγάλη γλύκα απ’ το φιλί της καρτεράς
που απ' το μυαλό σου δεν τη βγάνεις:"
Αλήθεια έλεγε. Τόσο μεγάλη γλύκα
απ’ το φιλί σας καρτερώ.
Τόσο μεγάλη.
Τόσο.
Τόσο
Τόσο.
Χαρίζω την υπόλοιπη ζωή μου όλη
κι όλο τον έρωτά μου τον υπόλοιπο
κι αν γίνεται ξερνώ και όσον χάρηκα ως τα τώρα
για μια μαζί σας μόνο αγάπης νύχτα.
Kαι τι δεν έκανα να μη σας έχω στο μυαλό
που πια μυαλό αυτό δεν είναι παρά έρωτα φωλιά...
Πόσες φορές ο φύλακας ο άγγελός μου
δεν έκανε το θαύμα όλα όσα ποθώ
μ' ένα του πρόσταγμα
να χάνονται έξαφνα από μπρος μου...
Και: «Είδες;» μου ’λεγε,
"όλα ψεύτικα.!
Με μια μου κίνηση όλα σβήσανε.
Πού είναι η γυναίκα αυτή;
Για χείλια λιώνεις ποια;
Ποιο πρόσωπο;
To ρόδο της το ανοιγμένο που ’ν’ το;"
"Δε σε γνωρίζω άγγελε" του έλεγα. 'Έμενα
δεν είναι άντρας ο θεός μου παρά μια γυναίκα.
Εκείνη.
Και στήθη έχει ο θεός μου
και λαγόνια
και μεριά
που φλόγες μέσα στην ψυχή μου ανάβουν και με καιν.
Εμένα αυτή η γυναίκα είν' ο θεός μου!
Κι αν δεν υπάρχουν ολ' αυτά τι τότε ειν' εκείνο
που απ' ολούθε μ' έχει ζώσει και με τυραννά;"
Και λέγοντάς του έτσι εκείνος χάνονταν.
Άλλες φορές αναρωτιόμουνα
πότε άρχισε η ζωή μου-όταν γεννήθηκα
ή όταν σ' είδα;
Τότε ο πόνος μετακόμιζε για λίγο,
στο νου ετράβαγε,
κι άφηνε ήσυχη για λίγο την ψυχή.
Όμως αμέσως ύστερα
δαιμόνια πάλι γέμιζε ο αγέρας όπου μέσα
σε βαθουλά λαγήνια κουβαλούσαν .μέλι,
μπροστά στα μάτια μου το φέρναν
και μου το ξανάπαιρναν.
Κιόλας
είχα μες στου κόρφου σου
και μες στης αγκαλιάς σου το μαρτύριο ξαναπέσει.
Μέρες ασύνειδες περνούσαν έτσι,
μες στην ανάπη μου για σας χαμένος.
Και σεις περνούσατε πολλές φορές από κοντά μου-
από δίπλα μου-
δίχως καθόλου να προσέχετε
τις φλόγες της φωτιάς
ή τα ουρλιάγματα των πόθων μου ν’ ακούτε.
Και καλά γι αυτά. Μα να σας ρίχνω κάτω,
και πάνω σας να ρίχνομαι τα χείλη σας ζητώντας,
και σείς να συνεχίζετε να περπατάτε
σα να μην είχε τίποτα συμβεί...
Πήγα σε μάγισσες και παρακάλεσα
όλη την τέχνη τους να βάλουν
κι όλο το χρήμα μου εγώ
και ή κοντά μου να σας φέρουν τους ζητούσα
ή την αγάπη από το στήθος μου να ξεριζώσουν.
Γρήγορα παρατήσανε τα μάγια τους
σαν είδανε πως τίποτε δεν πετυχαίναν.
Αν το στόμα σας δεν είχε τόση γλύκα,
αν η τόση αδιαφορία σας τώρα που δεν υποψιάζεστε,
ίδια μεγάλη αφοσίωση δεν υποσχόνταν
όταν θα ξέρατε,
αν κάτι τι επάνω σας δεν ταίριαζε,
με των χεριών μου το άνοιγμα,
τ' αστέρια αν όλα μέσα σ’ ένα βλέμμα σας δεν έλαμπαν
τότε δεν ξέρω,
κάτι ίσως να πετύχαιναν οι προσπάθειές μου
για να σας ξεχάσω.
Μα τώρα ζω χωρίς ζωή
και δίχως νου βαδίζω.
Κι απόψε
οι αγάπες όλες μαζευτήκανε
και μέσα στην ψυχή μου εμπήκαν.
Εκείνες είναι η ψυχή μου απόψε.
Αγάπη όλος έχω γίνει.
Αγάπη για σας.
Οι ρίζες μου νιώθω να τραντάζονται μέσα στο χώμα.
Ξεκορμίζω από τη γη.
Ό,τι ζητούσα το 'χω εδώ, δικό μου.
Χίλιοι προγόνοι μέσα μου ξυπνήοαν
και να συντελεστούν γυρεύουν μέσα στην αγάπη μου.
Στην αγάπη μου για σας.
Θα κινησω να ’ρθω σπίτι σας.
Θα σας πω πόσο υπόφερα ως τώρα για σας,
πόσο σας ζητώ,
πόσο δεν μπορώ να ζήσω άλλο μακριά σας.
'Η δε θα σας πω τίποτα. Μια τόσο μεγάλη αγάπη
σαν την αποψινή
θα τηνε καταλάβετε και δίχως τίποτα να πω εγώ.
Ντυμένος έτσι με αγάπη
όλες οι ασχήμιες μου θα 'ναι κρυμμένες.
Και πια, γυναίκα είσαστε,
σε τόση αγάπη
ν’ αντισταθείτε δε θα δυνηθείτε.
Και μάλλον θα 'χετε απόψε τόσο ταραχτεί κι εσεις
τέτοιανε ταραχή στη γειτονιά γροικώντας
που απ' τα στήθη μου έβγαινε,
που ίσως θα ’ρχόσασταν σε μένα
από την τόση αγάπη τραβηγμένη-
καθώς τα λούλουδα απ’ τον ήλιο΄
κι ίσως στου δρόμου τα μισά συναντηθούμε.
Τι λέτε; Στο σπίτι μου ή στο σπίτι σας να πάμε;
Μα τι λεω, η γη ένα κρεβάτι όλη απόψε είναι,
και σεις επάνω του γυμνή με ανοιχτά τα γόνατά σας,
στόμα στεγνό, τρέμοντα χείλη,
δίχως προσποίηση κι υστεροβουλία. Απόψε
τελείως στην αγάπη θ' αφεθείτε.
Κι απόψε η αγάπη θα είμαι’ εγώ.
Και όλες τις αγάπες από μένα απόψε θα ζητήστε.
Μεσάνυχτα, σαν πέσουμε μαζί να κοιμηθούμε
κισσός θα περιπλέκεσαι στα πόδια μου τριγύρω'
βουβή, χλωμή, φλόγα φιλί και χάδι.
Και μάνα σαν να ήσουν γνοιαστική
να πιω το στήθος σου θα μου γυμνώσεις
τραβώντας με στην αγκαλιά σου μέσα.
Κι όταν σωπάσουν τα θεριά εντός σου
στην πατρική υπακούγοντας φωνή μου
με γαλιφιές και νάζια και καπρίτσια
σαν κόρη καλομάθητη θα με ζαλίσεις.
Και πια, πρωί, δούλα θα γίνεις υποταχτική
και πριν σου τα ζητήσω όλα θα τα 'χω
όσα ένας άντρας χρειάζεται προτού
από το σπίτι για δουλειά κινήσει…
Αγαπημένη, λατρευτή,
φως ύστερα από νύχτα αιώνων,
της ύπαρξής μου αιτία και σκοπός εσείς,
πείτε μου κυρία-
να έρθω, ή την πόρτα όταν ανοίξτε
άγνωστον έναν μπρος σας θ' αντικρίστε;
Κυρία κοριτσάκι μου μικρό
πέστε μου
απόψε ο πληθυντικός
μπορεί ένας μελένιος ενικός να γίνει
και μες στο μέλι του οι δυο μας
για πρώτη μας και ύστατη φορά
να ενωθούμε;