«Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΕΔΗΛΩΣΕ…»
Μα ως να τελειώσουν οι δηλώσεις του,
τα πράγματα είχαν εντελώς αλλάξει
και οι δηλώσεις του ήτανε
κιόλας προτού να γίνουνε
ξεπερασμένες.
Αυτά συμβαίνουν στους καιρούς μας
όπου τα γεγονότα προηγούνται
ενώ η γλώσσα,
αξιοθρήνητη κι αυτή,
δεν καθορίζει εξελίξεις,
μα καθορίζεται απ’ αυτές.
Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2022
ΓΙΑ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ
Όταν δεν βρίσκεις συντροφιά
όπου σ’ αυτήν ως τώρα υπολόγιζες
για να υπάρξεις,
στα μειδιάματα της απέναντι γειτόνισσας
και στα καλημερίσματα τα τυπικά
του παντοπώλη και του γαλατά.
Κι αυτοί πια είναι οι σύντροφοί σου
που όλες τις άλλες ώρες
μακριά σου στέκουνε διακριτικά
μόνον αφήνοντάς σε
για να γράψεις.
ΤΟ ΘΕΣΠΕΣΙΟ ΟΡΑΜΑ
Απ’ τ’ άσπρα πόδια της έλαμψε η νύχτα.
Η νύχτα η νυχτιά-η νύχτα-η μαύρη νύχτα.
Εγύριζα απ’ την πόλη τη γειτονική
που πήγα να τηλεφωνήσω στη Μαρία
ή στη Ελένη ή στην Ευτυχία.
Κι οι τρεις κλεισμένα τα τηλέφωνά τους.
Και γύριζα από κει.
Μαύρη η φούστα της στη μαύρη νύχτα μέσα.
Δυο μαύρες σκιές μαζί της-φιλενάδες της.
Μέσα στην άναστρη νυχτιά
μόλις και διακρινόνταν οι σιλουέτες τους
απ’ το λίγο φως
κάποιου παράθυρου πιο πέρα.
Ξάφνω!
τα φώτα ενός αυτοκινήτου!
Πηδώντας γρήγορα δεξιά
Για λίγο η φούστα της ανασηκώθηκε.
Κι έλαμψε η νύχτα απ’ τα χιονάτα πόδια της.
Για τέτοια μια λαμπράδα ως της γης την άκρη πας.
Δυο όρθιες, στέρεες, λευκές, ηδονικές κολώνες
που το Ναό στηρίζουνε του Κόσμου φανερώθηκαν.
Τόσο ηδονικές
που αναρωτιέσαι
αν κάτι περισσότερο υπάρχει που ν’ αξίζει.
Και μες στο κάτι αυτό τολμάς να βάλεις
ως και τα όσια και ιερά..
Τώρα,
Μετά από τ’ όραμα αυτό,
Μπορεί κανένας άφοβος να ζήσει.
Να ξέρεις-
όχι πως αναγκαστικά υπάρχει,
μα ότι έστω κάποτε υπήρξε Αυτό,
τ’ άλλα όλα είν΄ αδιάφορα.
Και η ζωή ακόμα η μία κι η πολύτιμη.
Κι ο θάνατος
(μα θάνατος μετά από κάτι τέτοιο υπάρχει;)
Και όχι τίποτα-ένα παλιοκόριτσο ήτανε.
Μια ασήμαντη γειτονοπούλα.
ΚΙΝΑ...
Έδωσε μια κι υψώθη στον αέρα
κι έτσι σαν βέλος κακοτάξιδο
έπεσε πάνω του με το σπαθί της.
(Σαν ηλιαχτίδες ζωηρές
ανέμιζαν τα ολόχρυσα μαλλιά της.)
Αυτός
Λίγο προτού να νιώσει το σπαθί της
Να χώνεται ίδιος θάνατος στο στήθος του.
πέταξε κάτω το δικό του
έτσι που κίνδυνο σε κείνην να μη δώσει.
Εκείνη σάστισε. «Γιατί», του είπε
αυτός ενώ πεσμένος εξαιμάτωνε,
«Γιατί δεν με αντίκρουσες με το σπαθί σου;»
«Δε θα με πίστευες κι αν στο ’λεγα»
της είπε ξεψυχώντας.
«Γιατί; Γιατί;» επέμεινε αυτή.
Κι αυτός, με τη στερνή πνοή του
κι ενώ τα μάτια του απ’ αγάπη έλαμπαν:
«Γιατ’ ήθελα να πάω στο σπίτι μας...
μαζί σου...».
Και κλείσανε τα μάτια του για πάντα.
Εκείνη δίπλα του εγονάτισε,
και τι να πρωτοκάνει
διόλου δεν ήξερε-
Να βγάλει του απ’ το στήθος το μαχαίρι;
Να τόνε φίλαγε;
Τα χέρια του να χάϊδευε;
Να τονε κλάψει;
Τέλος
φωνή στριγκή ως πάνω έβγαλε
που κι άστρα κι ήλιος έφριξαν.
Ο άνεμος
τα κίτρινα
καθώς φουστάνια μακριά
τα ρούχα τους ανέμιζε
ωραίες πτυχώσεις φτιάχνοντας κι από τα δυο
χάρμα στο μάτι να τις βλέπεις.
Ήταν στην Κίνα.
Εκείνος αυτοκράτορας
κι αυτή παλιά του ερωμένη.