ΣΥΛΛΗΨΕΙΣ
(Τρίπολη 1947)
Απόψε γίνονται συλλήψεις.
Τα νέα μας τα 'φερε ο Ξηρέας-
άραγε είναι αληθινά.
Απόψε γίνονται συλλήψεις. Ένας τρόμος
έχει απλωθεί πάνω στις πέτρες της μικρής μας μάντρας.
Η λάμπα πιο αδύναμα θα φέγγει απόψε.
Στη σάλα τα φαντάσματα θα 'χουν πληθύνει. Έξω
το φεγγαρόφωτο δε θα μπορεί
μια συντροφιά να βρει για ν' ακουμπήσει.
Θα πιάσουν πάλι τον πατέρα.
Και θα τον βασανίσουνε. Αυτοί
είναι-όπως λένε-αδίστακτοι.
Ίσως τον πάνε πάλι για το Ναύπλιο
εκεί που οι φυλακισμένοι φτιάχνουνε
μικρές κομψούλες ταμπακέρες και σκαρώνουν
θήκες δερμάτινες, πτυσσόμενες,
για ΕΑΜικές φωτογραφίες.
Απόψε η γη χάνεται κάτω απ’ τα πόδια μας.
Απόψε κάθε κρότος θα 'ναι μπιστολιά.
Κάθε αργοκούνημα των σκιών στον τοίχο
θα ’ν' ένα πλέγμα από θανάτους αργοτέλεστους.
Κάθε λεφτό της ώρας που περνά
και πιο κοντά σε μια καταστροφή-σ' ένα χαμό θα φέρνει.
Απόψε γίνονται συλλήψεις.
Άνθρωποι με στολές, καπέλα,
άνθρωποι που λευκά κορδόνια κρέμονται απ' τους ώμους τους
άλλους ανθρώπους πιάνουν
χειροπέδες τους περνούν
και τους κλείνουνε σε κελιά μέσα-
σε υγρές φυλακές ολοσκότεινες.
Τα παιδιά θα ’ρθει η ώρα να πάνε για ύπνο
αλλά μες στ' όνειρό τους
φυλακές τρομερές θα οικούνε
και θα είν' οι φρουροί τους ψηλοί ενωμοτάρχες
μ' ένα όπλο στο χέρι και σφαίρες ζωσμένοι.
Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2022
ΒΡΕ ΚΥΡ ΧΕΙΜΩΝΑ
Τι κλίμα αλήθεια αλλόκοτο που έχει η Καλιφόρνια!
Κι ανάλλαγο κι ανόθευτο τέσσερα τώρα χρόνια!
Γενάρης κι αίθριος ο καιρός. Γενάρης κι ήλιος .
Δεν πρόλαβε η Άνοιξη να βγει και πάλι θα 'μπει.
Βρε κυρ Χειμώνα κόπιασε και κάτσε εδώ λιγάκι
και λίγο χιόνι φέρε μας και λίγο βοριαδάκι...
Τέσσερα χρόνια που 'χω 'δω δε σ' είδα-σ' έχω χάσει
και δίχως σου ανέχαρη και άχρωμη είν' η πλάση.
Φέρε μας κρύα και βροχές-μάλλινα φόρεσέ μας
στο σπίτι τουρτουρίζοντας τα βράδια κλείδωσέ μας.
Και μη μου πεις πως ήσουνα πάντα εδώ-μαζί μου:
σε θέλω έξω-γύρω μου και όχι στην ψυχή μου.
Ο ΚΥΡΙΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ
Έρχεται ο κύριος διευθυντής!
Άλλον το Σώμα όπως αυτόν καλό γιατρό δεν έχει.
Έρχεται ο κύριος διευθυντής!
Ψηλός, αδύνατος και γελαστός
φορώντας την μπλουζίτσα του την πάλλευκη
την μόλις πάντα σιδερωμένη
έρχεται ο κύριος διευθυντής.
Που τίποτε γι αυτόν κρυφό δεν είναι
που όλα στην εντέλεια κατέχει της Επιστήμης τα μυστήρια.
Έρχεται ο κύριος διευθυντής.
"Ας πάω τώρα κι εγώ-ήρθε η σειρά μου
να εμφανιστώ στην καθημερινή επίσκεψη.
Απ' την κορφή ως τα νύχια λάμπω
και η ποδιά μου αστράφτει.
Κι ύφος δεν έχω αυστηρό
(πέρασαν οι καιροί των αυστηρών γιατρών,
τώρα ένα ύφος φροντισμένα απλό χρειάζεται).
Όλοι στην κλινική με υπολήπτονται
και δείχνουν να εκτιμούν τη μόρφωσή μου.
Συγκαταβατικοί-τουλάχιστο δεν κάνουν ερωτήσεις
κι αν τους ξεφύγει κάτι τι δεν επιμένουν.
Εκείνος ο αγριάνθρωπος μόνο
να ’λειπε από την παρέα μας..
Δε σέβεται και δε φοβάται ο άθλιος
ούτε τη θέληση των δικτατόρων που με κάναν Διευθυντή...
Α! Ο αγριάνθρωπος! Μονάχα που με βλέπει
καταλαβαίνω πως με οικτίρει."
Κι αρχίζει κάποτε η επίσκεψη.
Και φτάνει στο μικτόν όγκο της παρωτίδος.
Αδίστακτα ο κύριος Διευθυντής
"Μαγουλάδες!" διαπιστώνει, "αντιβίωση! να φύγει!"
Κι όποιαν ερώτηση για να προλάβει,
γρήγορα,
στον δίπλα τρέχει άρρωστο
προτού δοθεί καιρός…
Α! ο κύριος...α! ο κύριος Διευθυντής!...
Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2022
Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2022
Ο ΔΙΣΚΟΣ
Ακούγαμε τον αγαπημένο μας δίσκο.
Άκου! Εγώ κι αυτή καθόμασταν κι ακούγαμε
Τον δίσκο που εγώ κι εσύ λατρεύαμε.
Τον δίσκο που ορκιζόμασταν στη μελωδία του,
Το δίσκο που συντρόφευε τις νύχτες μας,
Το δίσκο που τα πόδια του μπερδεύονταν στα πόδια σου,
Ταν δίσκο που τα χέρια του σ’ αγγίζανε παντού,
Που οι γωνιές του σκάλωναν-τυχαία τάχα
Στις καμπύλες σου.
Τον δίσκο αυτόν ακούγαμε μαζί εγώ κι εκείνη.
Μα ενώ πήγαιναν όλα καλά
(όπως τα ξέρεις),
Εξαφνικά κι απότομα
Όταν αυτή πήγε να τον γυρίσει
Και τον αγγίξανε τα χέρια της,
Εκείνος έσπασε γεμίζοντας το πάτωμα συντρίμμια
Και τον αέρα αλλόκοτες φωνές
Και ανακόλουθα επιφωνήματα.
Μπορείς λοιπόν να είσαι ήσυχη.
Σου έμεινε πιστός.
ΒΕΒΑΙΩΣ ΠΛΗΝ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ
Δειλοί οι απόγονοι του Λεωνίδα, είπε ο Αλέξανδρος.
Μα η αλήθεια είναι να τους ταπεινώσει πως εγύρευε
γιατί δεν τόνε καλωσόρισαν σαν δούλοι
καθώς οι άλλοι οι έλληνες είχανε κάνει.
Και με το «πλην», μαζί, των «Λακεδαιμονίων»,
και τριακόσες ο γελοίος ασπίδες έστειλε
τάχα να τους θυμίσει τους γενναίους του Λεωνίδα.
Οι καιροσκόποι αθηναίοι άλλο που δεν ήθελαν
κάποιον να δουν με τους Σπαρτιάτες να τα βάζει,
με λόγια έστω,
μιας κι ούτε εκείνος ούτε αυτοί
το θάρρος είχαν να τους πολεμήσουν-
οι Αθηναίοι γιατ’ είχανε το μάθημά τους πάρει
και κείνος
γιατί αν μπλέκονταν μαζί τους
ζήτημα είναι αν θα του ’μενε στρατιώτης
να πάει να σφάζει στην Ασία λαούς
που οι σπαρτιάτες είχαν διώξει απ’ την Ελλάδα.
Ύστερα
ήταν και κείνο το «Αν…»
που είχε πάρει ο πατέρας του για απάντηση.
Οι Σπαρτιάτες τώρα,
που, κιόλας πες
από ψηλά
το χώμα και τα πλάσματά του εθωρούσαν,
πιστοί στο να είναι αρχηγοί στις εκστρατείες τους όλες,
ορθοί όταν οι άλλοι σκύβαν το κεφάλι και υποτάσσονταν,
και μη έχοντας καταδεχτεί να πάρουν μέρος
σε πόλεμο δικός τους που δεν ήταν,
μείναν εκεί. Αντιμακεδόνες
ακλόνητοι στη γνώμη τους.
Έτσι καθένας πήγε στη σειρά του.
Κι ας πάει να λέει και να κάνει
όποιος βάρβαρος Αλέξανδρος.
Ας πάει να λέει και να κάνει.
Η Σπάρτη φέγγει μόνη,
απρόσιτη κι ανεπανάληπτη,
στην κορυφή.
Ας πάει να λέει και να κάνει.
Βεβαίως πλην Λακεδαιμονίων.
Αν σ’ αγαπώ με ρώτησες
Και πήρα ένα σύννεφο
Και σου ’γραψα το ναι.
Πόσο; με ρώτησες ξανά
Και σου ’δειξα τον ήλιο
Που πάνω απ’ όλα βρίσκεται
και όλα τα φωτίζει.
Και μου ’πες αν σε άφηνα
τι θα ’κανες; για πες μου.
Το φεγγαράκι σου ’δειξα
που ’χουν οι ερωτευμένοι
για τόπο προσκυνήματος
και συντροφιά στη θλίψη τους
σα βγούνε προδομένοι.
Έτσι με ήλιο ή με βροχή
Εμένα θα θυμάσαι
Και τη μεγάλη αγάπη μου.
Κι αν με αφήσεις θα σου λέει
πικρά το φεγγαράκι
ξυπνώντας σε απ’ τον ύπνο σου
που άδικα κοιμάσαι
«καταραμένη νάσαι».