Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2022

Η ΡΌΔΙΝΗ

Ρόδινη.
Ρόδινη.
Ρόδινη.
Και πιο ρόδινη γύρω από τις θηλές των μαστών και ψηλά ανάμεσα στους μηρούς, όταν της έβλεπες από πίσω.
Απαλά Ρόδινη παντού.
Ήρθε και με πήρε από το χέρι. Δεν ήξερα πού πήγαινα. Και μου έμοιαζε ούτε και αυτή να ξέρει πού πηγαίναμε, καθώς ή περπατούσαμε ή βαδίζαμε ή πετούσαμε δεν μπορούσα να πω.
Και πάντοτε χαμογελαστή.
Με πήγε στο δωμάτιό μου. Στην καρέκλα μου καθόταν ένας σοβαρός και με ευγενική μορφή κύριος που διάβαζε εμβριθώς ένα πολύχρωμο βιβλίο. Ήρεμος και απείραχτος από την είσοδό μας στο δωμάτιο. Σαν να μη μας είδε ή σαν να περίμενε να συμβεί αυτό και δεν χρειαζόταν ούτε να γυρίσει καν να μας δει.
Το δωμάτιό μου τώρα ήταν πεντακάθαρο και τα έπιπλά του ολοκαίνουργια, και όχι σύγχρονα αλλά παλιού ρυθμού, κάποιου από εκείνους τους ευρωπαϊκούς ρυθμούς που καθόριζαν το σχήμα και την όλη όψη των επίπλων καθώς τότε συνηθιζόταν. Η Ρόδινη έκανε έναν αερένιο κύκλο γύρω από τον αναγιγνώσκοντα και ήρθε πάλι δίπλα μου.
Ρόδινη.
Και επιθυμητή να την θωρεί κανείς.
Και καθώς ήταν ρόδινη και τελείως γυμνή ως τώρα, φόρεσε ξάφνω ένα ελάχιστο κάτω εσώρουχο λέγοντας σιγά: «Και τώρα στην πισίνα»
Στην πισίνα βρίσκονταν νέοι και νέες, με τα μαγιό τους, και απολάμβαναν το μπάνιο τους-μια πισίνα που ήταν πολύ μικρή για να χωράει τόσους. Οι νέοι και οι νέες ήσαν όλοι πρόσχαροι και δεν διέκρινες καμία σαρκική επιθυμία να φέγγει στα μάτια τους. Μόνο όταν μπήκαμε στην αίθουσα της πισίνας όλοι και όλες στράφηκαν προς την Ρόδινη και με ελαφρές κινήσεις των χειλιών, του κεφαλιού και του σώματός τους, έδειξαν στην Ρόδινη την ευφρόσυνη διάθεση που τους προκάλεσε η έλευσή της.
Το νερό της πισίνας ερχόταν γάργαρο και καθαρό από μια πηγή λίγα μέτρα πιο πέρα.
Η Ρόδινη πλησίασε μια κοπέλα από τις λουόμενες και είχε μια χαριτωμένα φιλική κουβέντα μαζί της, μα χωρίς να ακουστεί τίποτε από όσα είπαν η μία στην άλλη.
Ένας νεαρός απόσπασε την Ρόδινη από την συζήτηση και την τράβηξε ήρεμα προς το μέρος του ώστε μα μπει κι αυτή στην πισίνα. Εκείνη τον απώθησε με το βλέμμα της μόνο, και είδαν όλοι τον νεαρό να βουτάει με την πλάτη του στην πισίνα, παίρνοντας μία έκφραση κατανόησης και υπακοής για ό,τι συνέβη.
Και η Ρόδινη ξαναήρθε κοντά μου πιάνοντάς με πάλι από το χέρι.
Ξάφνω μια αναταραχή περετηρήθη εκεί. Η στάθμη του νερού της πισίνας άρχισε να υποχωρεί ταυτόχρονα με το άκουσμα ενός θορύβου σαν κάποιος να έσκαβε υπόγεια.
Σε λίγο η πισίνα ήταν άδεια ενώ μια τρύπα φάνηκε στο κέντρο της βάσης της.
Οι λουόμενοι βγήκαν και περνώντας καθένας και κάθε μία μπροστά από την γυμνή σχεδόν Ρόδινη, αφού υποκλίνονταν έφευγαν χορεύοντας.
Η Ρόδινη με κοίταξε σαν να μου έλεγε «πάει κι αυτό».
Ύστερα «έλα!», μου είπε, τρέχοντας αέρινα. Το αραχνοϋφαντο κάτω εσώρουχο που φορούσε, τώρα δεν υπήρχε. Ρόδινη η υποψία δέρματος που την έντυνε, ρόδινο τρέξιμο, ρόδινο χαμόγελο.
Φτάσαμε έτσι μπρος στην πόρτα του ασανσέρ της πολυκατοικίας μου. Εκεί περίμεναν άντρες και γυναίκες να μπουν με τη σειρά τους στο ασανσέρ. Η Ρόδινη άνοιξε διάπλατα τα χέρια της και το ίδιο διάπλατα άνοιξε και η πόρτα του ασανσέρ. Μπήκαν μέσα όλοι οι αναμένοντας ευχαριστώντας τη Ρόδινη καθώς ένας ένας περνούσαν από μπροστά της. Ένιωσα μεγάλη έκπληξη γιατί το ασανσέρ δεν ήταν τώρα ο μικρός και άθλιος χώρος που ήξερα, αλλά μια απαστράπτουσα αίθουσα με όλα τα απαραίτητα μέσα. Χερούλια, μπάρες, και καθρέφτες ολόγυρα έτσι που κανένας να μην εκφεύγει από τα όρια των δυνατοτήτων του.
Όταν το ασανσέρ ήρθε πάλι μπροστά μας, η Ρόδινη με πλησίασε, έγειρε προς εμένα και πλησίασε τα χείλη της στα χείλη μου κάνοντας μία κίνηση φιλήματος. Κατόπιν πλατυνόμενη με αγκάλιασε από παντού γύρω, χωρίς ούτε να με αγγίσει καθόλου. Τα μόνα που δεν επλατύνθησαν ήσαν τα γυμνά ρόδινα στήθη της. Ένιωσα μια  αόριστη έξαψη που και αυτήν την ελαχιστοποίησε ακόμα περισσότερο ένας ήχος που βγήκε από το στόμα της Ρόδινης, που αφού πλανήθηκε στον αέρα σαν μουσική που θύμιζε το μοτίβο της Ενάτης Συμφωνίας, έφτασε στ’ αυτιά μου όντας μετασχηματισμένος σε ανθρώπινη φωνή που είπε «Όχι ακόμα».
Το ασανσέρ μάς πήγε σε ένα διαμέρισμα που έμοιαζε με το δικό μου.
Το διαμέρισμα αυτό όμως τώρα  ήταν απίθανα μεγάλο και εφοδιασμένο με όλα τα απαραίτητα ενός σύγχρονου και αξιοπρεπούς διαμερίσματος.
Μέσα εκεί βρίσκονταν ένα μικρό πλήθος ανθρώπων, χωρίς να έχουν κάποιο κοινό στοιχείο  που να τους κατατάσσει σε μια ομάδα, σε ένα φύλο, σε μια κοινή καταγωγή, ή σε κάτι που να επιδιώκει με τις ενέργειές τους έναν κοινό σκοπό.
Καθένας τους έκανε κάτι διαφορετικό από ό,τι οι άλλοι.
Ένας σιγοτραγουδούσε, άλλος προσπαθούσε να γράψει κάτι στον τοίχο ενώ κάποιος άλλος ερχόταν το κατόπι του σβήνοντάς το με μια μαύρη μπογιά. Κάποιος άλλος ύψωνε τα χέρια του σαν να κρατούσε με αυτά κάτι εύθραυστο, με μια έκφραση ικανοποίησης για ό,τι είχε καταφέρει.  Και άλλοι άλλα.
Από όλους τους, ο κύριος που διάβαζε ήταν ο μόνος συνδετικός κρίκος μεταξύ του πριν και του τώρα δωματίου μου, στο οποίο τώρα είχαν τόσοι μαζευτεί.
Και εκείνος όμως, με το που μπήκαμε, σηκώθηκε, μάζεψε αργά και με τελετουργικές κινήσεις τα βιβλία του και έφυγε. Μόνο φεύγοντας έστειλε με μια κίνηση των χειλιών του ένα φιλί στη Ρόδινη, που εκείνη δεν του ανταπέδωσε.
Ένας κατσαρομάλλης αχθοφόρος μάζευε τα ρούχα μου και τα τοποθετούσε σε ένα αμαξίδιο σαν εκείνα που βάζουν μέσα του τα ψώνια τους οι πελάτες των σούπερ μάρκετ.
Ένας άντρας και μια γυναίκα μάλωναν χαμηλόφωνα με τα πρόσωπά τους ξαναμμένα.
Μια χοντρή κυρία που έγραφε πάνω στο τεράστιο πεσμένο στήθος της «ΣΑΠΦΩ», μας χαμογελούσε με ένα ηλίθιο χαμόγελο.
Η Ρόδινη με μιαν αιώρηση του δεξιού χεριού της που η νοητή τροχιά του εκτεινόμενη κάλυπτε όλους τους μέσα στο δωμάτιο ευρισκόμενους, μου είπε: «Να ο καθρέφτης μου».
Ύστερα χτύπησε τα χέρια της που έβγαλαν έναν ήχο σαν παφλασμού. Τότε όλοι οι μέσα στο δωμάτιο ευρισκόμενοι στάθηκαν στην σειρά ο ένας πίσω από τον άλλο και άρχισαν να βγαίνουν από την πόρτα, περνώντας εμπρός από την Ρόδινη.
Εκείνη, έδινε σε καθέναν που έβγαινε ένα κομμάτι από το σώμα της. Σε έναν το δεξί της μάτι, σε άλλον το γόνατό της, σε έναν τρίτο το μισό κρανίο της. και συνέχισε έτσι ώσπου για τον τελευταίο εξερχόμενο δεν έμενε να του δώσει παρά το μεγάλο νύχι του δεξιού της ποδιού.
Και τότε ακούστηκε μια σιγανή χαδιάρα φωνή να ψιθυρίζει μέσα στο αυτί μου: «Τώρα είμαι ολόκληρη δική σου».
 

Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2022

ΟΙ ΧΟΝΤΡΟΙ

Ένας κοντός κοντόχοντρος
και μια χοντρή για γέλια
μέσα στο lawndry μπήκανε-
χοντροί σαν δυο βαρέλια.

Εκεί 'ταν κάτι όμορφες
κάτι χαριτωμένες
που όσο τα ρούχα πλένονταν
ήτανε κρεμασμένες

από τον ώμο του άντρα τους
ή απ' το λαιμό του φίλου
και ανταλλάζαν ασπασμούς
μετά μεγάλου ζήλου.

Στέκουν οι δυο ακίνητοι'
του πάχους τους το χάλι
αιτία ήταν μονάχο του
για να γελούν οι άλλοι.

Σκέψου να επιχειρούσανε
να φιληθούνε κιόλας
της πιο αστείας θα γίνομουν
μάρτυρας καραμπόλας.

Κι όμως το θάμα έγινε'
Οι άλλοι όταν εφύγαν
κι οι δυο χοντροί σε νάυλον
σακούλες ετυλίγαν

τα ρούχα τους που άχνιζαν
απ' τον καυτό τον κάδο
(η μοίρα μου το έγραφε
κι αυτό το θέαμα να 'δω)

δίνοντας την κατάλληλη
φόρα φορά και κλίση
στα δυο που έτσι ολόπαχα
κορμιά είχε πλάσει η φύση

με τα πολλά κατάφεραν
χωρίς να γκρεμιστούνε
τα χείλη ν' ακουμπήσουνε
και-ναι!-να φιληθούνε.

ΑΚΟΥ!

Γιατί δεν ξέρω να σου πω
αλλά με μιαν αφέλεια
φίλες και φίλοι και τους δυο
μας λεν ψηλούς και μέλια.

Κι αν πεις πως είμαστε ψηλοί
κι ότ' είμαστε μελάτοι -
πως κάτι έχουμε μελί-
το δέρμα μας, το μάτι..

δίκιο θα είχανε' αλλά
μ' ασχετωσύνη τέλεια
όλοι τους σώνει και καλά
μας λεν ψηλούς και μέλια.

Αν θες φιλάω και σταυρό
μα τώρα είναι τρεις χρόνοι
που όποιαν φίλη συναντώ
μου λέει αμέσως "χόνι"

Και ας ρωτώ, μόνο γελούν
κανείς δε μ' απαντάει
γιατί ολ' οι φίλοι σα με δουν
με λένε πάντα "χάϊ".

Ξέρω μονάχα και οι δυο
πως σκάζουμε στα γέλια
όταν μας λένε όλοι εδώ
ψηλούς και-άκου!- μέλια...

ΑΓΝΟΙΑ


Μέσα στ' άλλα τα στραβά μου
και αυτό το 'χω βεβαίως:
ό,τι γύρω μου συμβαίνει
να μαθαίνω τελευταίος.

Αν ειπούνε στις ειδήσεις
ο καιρός πως θα χαλάσει
θα το μάθω όταν πλέον
η βροχή θα 'χει ξεσπάσει.

Αν ο πόλεμος αρχίσει
Ινδιών και Πακιστάν
θα το μάθω όταν τελειώσει
μα και τότε πάλι αν...

Κάποιος γείτονας γνωστός μου
την κορούλα του παντρεύει;
πως παντρεύτηκε θα μάθω
σαν μου πούνε πως χηρεύει.

Ένας φίλος αρρωσταίνει;
ενημέρωση έχω τόση
που απ' τον ίδιο θα το μάθω
όταν θα 'χει αναρρώσει.

Για να νιώσετε την άγνοια
που αλύπητα με δέρνει
μόλις έμαθα της Πίζας
χτες ο πύργος ότι γέρνει.

Κι αν στα χέρια μου θα πέσει
και διαβάσω εφημερίδα
το κυριότερο το νέο
θαν' εκείνο που δεν είδα.

Πώς μαθαίνουνε οι άλλοι
τόσο γρήγορα τα νέα!
λες και μέσα στο μυαλό τους
η τι βι έχει κεραία!

Ή πως παίρνουνε για όλες
τις καινούργιες τις ειδήσεις
από κάποιον παντογνώστη
συνεχείς ανταποκρίσεις.

"Βρε δεν τα 'μαθες;" μου λένε
"πάνε τώρα δέκα μέρες
που ο Τζίμης κι η Μαρία
τις αλλάξανε τις βέρες".

Ή: "καημένε μου δεν ξέρεις
πως οι φλόγες του Πολέμου
του Δευτέρου έχουν σβήσει;"
Ε,δεν το 'μαθα ποτέ μου.

Σ' εποχή που όλοι λένε
πως αυτιά έχουν κι οι τοίχοι
για να μάθω κάτι πρέπει
να το μάθω έτσι, στην τύχη.

Έτσι έμαθα τυχαίως
(άρες μάρες κουκουνάρες)
της Ανίτας Χιλ τα χείλη
πως δεν άγγιξαν στου Κλάρενς

πως ο Κλίντον ειν' ο νέος
πρόεδρός μας μες στις ΗΠΑ
και πως δεν μπορεί κανένας
στο νερό να κάνει τρύπα...

Το Ιράκ πως ενικήθη
ότι πείνασαν οι ρώσσοι
κι ότι έχει ο Εφιάλτης
τους τριακόσιους προδώσει'

και ακόμη το ποντίκι
ότι τρώγεται απ' τη γάτα
και πως έτσι και δε σφίξουν
μένουνε τ' αυγά μελάτα.

Και βεβαίως είναι ειδήσεις
κι οι ειδήσεις οι τυχαίες
μόνο που 'χουν μπαγιατέψει
και δεν είναι πλέον νέες.

Να λοιπόν εν' από κείνα
τα στραβά που κουβαλάω
που με κάνει από τους άλλους
ξεκομμένος να μετράω.

Που με κάνει να φοβάμαι
πως αν πάει στο φεγγάρι
άνθρωπος, εγώ ποιος ξέρει
αν θα το 'παιρνα χαμπάρι.

Κι έτσι όπως ζω με βήμα
σημειωτό, έχω τη γνώμη
ότι είμαι πεθαμένος
και δεν το 'χω μάθει ακόμη.
 

Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου 2022

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ

Αν ο χειμώνας άβροχος, κάθε πηγή στερεύει.
Τότε τ' αλαφοκόπαδο, που η δίψα το παιδεύει
Κάθε του θέρους δειλινό τραβάει για το ποτάμι
Όπου οι ζείδωροι αντηχούν νερού και γλώσσας γάμοι.

Κι ο Χριστιανός έτσι ο πιστός εκίνησε και πάει
Στον τόπο που μες στη νυχτιά γλυκό ένα φως σκορπάει-
Στο μέρος που ένας Γέροντας κατάσπρος απ' τα χρόνια
Της Πίστης εξεδιάλυνε τα ρήματα τα αιώνια.

Και τούπε: "Πες μου Γέροντα, ποιά είναι του Ηλίου
Η ακτίνα η λαμπρότερη; Ποιος του Ευαγγελίου
Ο λόγος είναι που απ' αυτόν οι άλλοι ολοκαρπίζουν;
Το ένα ζητάω. Τα πολλά, Γέροντα, με ζαλίζουν".

Σαν μιά ηχώ ακούστηκε μέσα στην ερημία
Του Γέροντα η βαθιά φωνή-σαν προσευχή καμία
Από τα δύο νά ’βγαινε σκελετωμένα στήθη-
Και "απαρνησάσθω εαυτόν" ο Γέρος αποκρίθη.
 

ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΕΙΑ

Η προσευχή μου δεν μπορεί
Να υψωθεί ως Εσένα.
Τηνε βαραίνει ο καημός,
Κι ο πόνος κι η φοβέρα.

Γι αυτό-συχώρα με θεέ
Έπλασα θεούς δικούς μου.
Κι είναι οι νέοι μου θεοί:
Πόνος, Καϋμός, Φοβέρα.
 

ΛΟΙΠΟΝ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ
(Ιλιάνα Τρίπολη 2004)

Λοιπόν να σου πω τι ακριβώς έχει γίνει.
Είναι που αγάπη δεν είχα ποτέ μου
και είναι που δίχως αγάπη οι καρκίνοι
κι αυτοί κι η ζωή τους πηγαίνει χαμένη.

Και είναι που να! για ν' αντέξω να ζήσω
στη σκέψη έψαχνα, στη φαντασία,
κάτι να βρω και με κείνο να χτίσω
μια αγάπη με βάθος-μια αγάπη μ' αξία.

Σε σένανε τώρα ολόκληρο εβρήκα
έτοιμο να 'ναι ως μ' αρέσει το κτίσμα
μαύρα ματάκια με ανείπωτη γλύκα
στόμα ένα τόξο με βέλος το πείσμα.

Κι ας μη μ' αγαπάς-κι αυτό ας πονάει
ένα όνειρο είσαι-και τ' όνειρο, λέω,
θέλγει, μαγεύει, μα δεν αγαπάει
κι ας είναι όσο θέλει γλυκό και ωραίο.

Γι αυτό πάντα έρχομαι σε σε κάθε λίγο:
ζητώ απ' τον πλούσιο τον πύργο να πάρω
κάτι-ένα νεύμα, μια λέξη πριν φύγω,  
μια πέτρα μικρή να πετάξω στο Χάρο.

Μ' αυτά της Αγάπης τον Δράκο γελάω
έτσι κι εμένα γελάει Εκείνος.
Μα έτσι μπορώ κι έστω αργά προχωράω.
Αλλιώς δε γινότανε-είμαι καρκίνος.