ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ
Παιδιά του «ΕΛΕΥΣΙΣ»,
τον Δημήτρη τον παρακάλεσα να σας πει ότι λόγοι προσωπικοί με κάνουν να μην έρχομαι πια στο «ΕΛΕΥΣΙΣ».
Και προφανώς ο Δημήτρης σας το είπε.
Παρόλαυτά τις προάλλες ο Δημήτρης μού είπε πως του παραγγείλατε να μου μεταβιβάσει τη «δυσαρέσκειά» σας επειδή δεν έρχομαι να σας δω.
(Μιας και το θέσατε το θέμα, εσείς, γιατί δεν ήρθατε να με δείτε;)
Η αλαζονεία των νέων.
Όπως η μωρία των μικρών παιδιών,που τους δυσαρεστεί ο ενήλικας που τους δίνει το πικρό φάρμακο.
Ραντεβού στο χείλος του γκρεμού. Να βλέπει ο ένας τον άλλο καθώς ένας ένας και μία μία θα πέφτουμε στον γκρεμό.
Έτσι κι αλλιώς όμως ένιωσα χαρά μεγάλη για τη γνωριμία σας,γιατί κάνετε καλή χρήση της ζωής που σας δόθηκε.
Γεια σε όλους.
Γ. Χ.
Λήδα γεια σου
Ο Δημήτρης μού είπε ότι στενοχωρήθηκες που δεν έρχομαι στην «ΕΛΕΥΣΗ».
Όμως ο λόγος γι αυτό είναι-κι ας μη με ρώτησες ευθέως-,ότι απόρησες όταν σου είπα ότι δε θα ξαναπάω στο σπίτι του κυρ-Γιάννη. Όταν λοιπόν εσύ,ένα πρόσωπο άμεσα εμπλεκόμενο στην όλη υπόθεση,δεν συμφωνείς με την απόφασή μου αυτή,αυτό είναι «μείζον» ζήτημα.
Σκέψου τον εαυτό σου να πηγαίνει σε ένα φιλικό σπίτι,αλλά με τον περιορισμό να πηγαίνει σ΄αυτό μόνο Δευτέρα Τετάρτη και Παρασκευή. Θα πήγαινες;
Σκέψου τον εαυτό σου να είσαι στο φιλικό αυτό σπίτι μια από τις ημέρες «σου»,και ξάφνω να μπει μέσα ο άνθρωπος εξαιτίας του οποίου υπάρχει ο παραπάνω περιορισμός.
Και φαντάσου εμένα να έρχωμαι στην «ΕΛΕΥΣΗ» και να είσαι απέναντί μου και να σκέφτεσαι μέσα σου: «τι παράξενος άνθρωπος!Τι στραβόξυλο! Να μην πηγαίνει σ΄ένα σπίτι γιατί πηγαίνει και κάποιος άλλος εκεί!»,ή κάτι τέτιο,πράγμα που φάνηκε από την αντίδρασή σου την ημέρα που είχε έρθει εκεί η κυρα-Θοδώρα.
Περίμενα από σένα να καταλάβεις τη θέση μου και να με δικαιώσεις στην απόφασή μου. Αντί γι αυτό εσύ δεν συμφώνησες με αυτήν
Όμως το θέμα δεν έχει πια ουσιαστικήν αξία,επειδή φεύγω από την Τρίπολη.
Αυτά για το θέμα.
Και κάτι άλλο,μια συμβουλή ας την πούμε,από έναν μεγάλον σε ηλικία άνθρωπο,αν υποτεθεί ότι μπορεί μέσα στην οικουμένη αυτή να συμβουλέψει κάποιος κάποιον.
Πρώτα να μου προσέχεις το Μάκη,γιατί είναι ένα κεφάλαιο του πραγματικού κοινωνικοπνευματικού ιδεώδους που αξίζει πολλά, έστω και αν δεν τα διεκδικεί,ούτε ίσως θα τα διεκδικήσει ποτέ.
Ακόμα και αυτό,που αφορά σε σένα: είσαι μια γυναίκα έξυπνη,με βάθος σκέψης,με πλούσιον συναισθηματικό κόσμο,με ήθος, με πνευματικά και ψυχικά γνωρίσματα.
Άφησέ τα όλα αυτά να κυριαρχήσουν στη ζωή σου.
Τα μικρά γεγονότα,τις μικρές ανάγκες,τις μικρές ενοχλήσεις από τις επιοταγές της καθημερινότητας,τα «ψιλά» της ζωής,παράτα τα κάτω καθώς εσύ θα στέκεις πολύ ψηλότερα από αυτά. Άστα να τριγυρίζουν στα πόδια σου,άστα να φτάνουν μέχρι τον αστράγαλο ή μέχρι τις κνήμες σου,και μη τους δίνεις σημασία. Περπατώντας να τα πατάς. Αυτό τους αξίζει από γυναίκες σαν εσένα,και όχι να τριγυρίζουν στην καρδιά,στο στήθος,στο κεφάλι,στη σκέψη σου.
Είσαι φτιαγμένη για μια θέση στον κόσμο των Αξιών,στον κόσμο που ειναι το μεταίχμιο ανάμεσα στο Ψεύτικο και στο Αληθινό,ανάμεσα στον κόσμο τον γνωστόν και στον κόσμο τον άγνωστον-που από την ίδια τη φύση του δεν γίνεται να γνωσθεί.
Κατάκτησέ την με την τέτια στάση σου.
Και όλα αυτά όχι για να καθέξεις κάποιον στέφανο,μιαν αναγνώριση ίσως,ούτε καν για να κερδισεις μια «θέση»,αλλά για να αντέξεις
Πριν κλείσω,να σου πω ότι θεωρώ μεγάλη τύχη που γνώρισα το Μάκη και σένα. Και σαν ζευγάρι αλλά και ένας μία χωριστά, είστε όπως αν ήταν έτσι όλοι οι άνθρωποι,τότε ο κόσμος μας θα ήτανε πράγματι ανθρώπινος.
Από την Τρίπολη κρατώ τη γνωριμία της Γωγώς σαν ποιήτριας, και σας των δύο σαν ανθρώπων αντάξιων της ανθρώπινης ιδιότητάς τους.
Για τους λόγους αυτούς εύχομαι και στους δυο σας κάθε καλό.
Αληθινά θαυμάσια η συγκυρία και η «ΕΛΕΥΣΗ» και το σπίτι μου, και το σπίτι της κυρα-Θοδώρας να είναι τόσο κοντά το ένα στα άλλα-δίπλα δίπλα πες).
Με μεγάλη εκτίμηση και για τους δυο σας
Γιώργος
Κύριε Μπακομιχάλη,
αφήνοντας την Τρίπολη αιστάνομαι την ανάγκη να σας πω πόσο χάρηκα που γνώρισα στο πρόσωπό σας έναν πνευματικόν, δηλαδή έναν πρωτίστως ευρύνου άνθρωπο, και να σας ευχαριστήσω για όλα τα λόγια που ανταλλάξαμε. Λυπάμαι που δεν έγινε δυνατό,όπως είναι σήμερα οι κοινωνικές συνθήκες,να μιλήσουμε πιο πολύ και πιο συχνά οι δυο μας.
Δώστε σας παρακαλώ τους χαιρετισμούς μου στον κύριο Βλάση.
Αν αυτός ο άνθρωπος δεν ήτανε ενταγμένος μέχρις υποταγής στο Σύστημα,το λιγότερο που θα γινότανε θα ήτανε να είχαμε ένα τρίτο μέλος αντάξιο της παρέας μας-μια φωνή που και πάλι θα χάνονταν μέσα στων πολλών,μα που θα έμενε όταν αυτές θα έχουνε πάψει,για να γίνει μαζί με τις λίγες άλλες το πρότυπο του νέου Ωραίου και Αληθινού κόσμου,όποτε αυτός κι αν έρθει.
Θα σας θυμάμαι πάντοτε με αγάπη.
Χαιρετίσματα στην παλιά μου συμμαθήτρια.
Με εκτίμηση
Γιώργης Χολιαστός
Ντία γεια σου.
Φεύγοντας από την Τρίπολη θέλω να σου πω πόσο χάρηκα την παρέα μας,όποτε μας δόθηκε να συναντηθούμε. Γιατί λίγες ήτανε αυτές οι φορές.
Η ζωή πολλά δεν κάνει από εκείνα που θα έπρεπε να γίνωνται,όπως το να τα λέμε πιο συχνά.
Αλλά κάνει και πολλά που δε θα έπρεπε να γίνωνται.
Στη θέση σου ας πούμε,της κοπέλλας που εξυπηρετεί τις καθημερινότητες του ΦΟΤ,θα έπρεπε να είναι (αν και πάλι θα ήσαν ανεπαρκείς) κάποιος από τους περισσότερους από κείνους που κάθονται στις καρέκλες των μελών του στημένου ποιητικού τους συλλόγου. Και σένα θα σου άξιζε να είσαι (επάξια) από τους πρώτους στις θέσεις που κάθε Τετάρτη καταλαμβάνουν πομπώδικα και άπρεπα εκείνοι.
Αυτό για να ετηρούνταν το τυπικό του πράγματος. Γιατί η αξία που έχει κάθε άνθρωπος δε ζυγίζεται με κοινωνικές ή επαγγελματικές ζυγαριές,αντίθετα μάλιστα είναι αντιστρόφως ανάλογη του βάρους που ο τέτιος ζυγός δείχνει.
Ντία δώσε χαιρετίσματα στα παιδιά σου, στον αγαπητό συμμαθητή μου, το Γιώργο τον Μάγκλαρη, επίσης στην κυρία Ευγενία.
Τη Γωγώ θα τη χαιρετίσω με ένα παρόμοιο σημείωμα. Οι δια ζώσης αποχαιρετισμοί πάντοτε μού ήσαν δυσάρεστοι.
Σου στέλνω κι ένα βιβλίο όπου μέσα του θα δεις τους αποχαιρετιστήριους στίχους για τη γυναίκα που την χρησιμοποίησα (με όλη την καλή έννοια που μπορεί να έχει η έκφραση) σαν «μούσα» μου,για να γράψω και δυο τρία ερωτικά (ή αν θέλεις αγάπη( ,καλά ποιήματα.
Με εκτίμηση
Γιώργος
Γωγώ γεια σου.
Φεύγοντας από την Τρίπολη θέλω να σου πω πόσο χάρηκα που γνώρισα στο πρόσωπό σου μια ποιήτρια.
Δε θα σου γράψω πολλά γιατί τα έχουμε πει πολλές φορές.
Εμάς η αναγνώρισή μας δεν είναι του κόσμου τούτου. Είναι εκείνου στον οποίο ανήκουμε,και που το μόνο που δεν ξέρουμε γι αυτόν,είναι το πώς βρεθήκαμε μακριά του-τι,ποιος,γιατί μας έριξε εδώ. Για μας,όπως το λέει ορθά κοφτά ο Ρίλκε : «Το ζήτημα δεν είναι να νικήσεις,αλλά ν΄αντέξεις».
Όλα πήγανε καλά και στην Τρίπολη. Όλα έγιναν όπως έπρεπε. Να έλεγε κανείς το αντίθετο θα δήλωνε άγνοια του Υπέρτατου Νόμου.
Ελπίζω να έλαβες τα βιβλία που σου έστειλα στη διεύθυνση της κόρης σου.
Αν τα έστελνα σε οποιονδήποτε από τους «ποιητές» της πόλης,αυτός θα τα πέταγε-καλλίτερα να πω για σιγουριά θα τα πάταγε-επειδή αυτό το έχω δει με τα ίδια μου τα μάτια να γίνεται. Εσύ όμως δε θα το κάνεις,και επειδή είσαι ποιήτρια χωρίς εισαγωγικά,αλλά και επειδή ξέρεις ότι η μοναξιά, όποιας κορυφής,είναι δυσβάσταχτη.
Γωγώ σου εύχομαι κάθε καλό.
Γιώργος
Αγαπητή Χαρούλα
Είναι τα τελευταία βιβλία που σου δίνω,γιατί αφήνω την Τρίπολη.
Κράτησε τα βιβλία που σου έχω δώσει. Κάποτε,όταν η Τρίπολη αποκτήσει πολλούς σαν και σένα,θα τα αναζητήσει. Τότε θα είσαι από τους ελάχιστους που θα έχεις τόσα.
Χάρηκα που σε γνώρισα,και που σου αρέσουν,και σε σένα και στην οικογένειά σου,τα βιβλία μου.
Σε χαιρετώ και σου εύχομαι όλα τα καλά στη ζωή σου.
Γεια σου
Γιώργος Χολιαστός
Αγαπητή Φανή γεια σου.
Ήρθε η ώρα και φεύγω από την Τρίπολη.
Κάποτε η Τρίπολη θα αναζητήσει τα βιβλία μου. Έτσι γίνεται πάντα. Πρέπει να περάσει πολύς καιρός ώσπου οι πολλοί να εκτιμήσουν εκείνο το γραφτό,που μερικοί το εκτιμούν αμέσως μόλις το διαβάσουν. Όταν θα έρθει αυτός ο καιρός,εσύ,όπως και η Χαρούλα,θα έχεις στα χέρια σου έναν μικρό μικρό λογοτεχνικό θησαυρό.
Θέλω να σου πω ένα ευχαριστώ για τη χαμογελαστή σου συμπεριφορά απέναντί μου. Πάντοτε όταν ερχόμουν και ήσουν στο κατάστημα,έβγαινα από αυτό με την καρδιά μου χαρούμενη και έτοιμος να αντιμετωπίσω όποια δυσκολία της ζωής. Τόσο μεγάλη σημασία έχει για μερικούς ανθρώπους, να βλέπουν να ανοίγεται μπροστά τους μια ψυχή γεμάτη πηγαία καλωσύνη και ανυπόκριτην αθωότητα.
Γεια σου
Κυρία Ρωρερκάρ,
ή Λιβιθώ, ή κυρία της οδού Διοτίμας, ή Ηδιξώ, ή Διοτίμας, ή Κευγώ, ας αποχαιρετιστούμε.
Παίξαμε καλά τους ρόλους μας και οι δύο. Εγώ «ερωτευμένος», κι εσύ «σεμνή, έκπληκτη και αμήχανη».
Το θέατρο τελείωσε, κάθε κατεργάρης στο καμαρίνι του.
Αυτό είναι το πρώτο-και συγχαρητήριά μας.
Και το δεύτερο:
Μια φορά ήτανε τρεις νέοι,ο Α,ο Β και ο Γ,που μια καλοκαιρινή νύχτα κοιμήθηκαν κάτω από την Ακρόπολη.
Κάποια παρέα νεαρών που πέρασε από κει τη νύχτα,για να διασκεδάσει έβαψε τα πρόσωπα και των τριών τους μαύρα,ενώ αυτοί κοιμόνταν.
Το πρωί που ξύπνησαν,άρχισαν να γελάνε και οι τρεις,καθένας με τα χάλια των προσώπων των άλλων δυο,νομίζοντας ότι ο καθένας από αυτούς ήτανε άσπρος.
Ώσπου ξάφνω,κάποιος από τους τρεις,σταμάτησε να γελάει,επειδή κατάλαβε ότι και αυτός ήτανε μαύρος.
Αυτό είναι ένα αίνιγμα. Και η ερώτηση είναι: πώς σκέφτηκε αυτός που σταμάτησε να γελάει,ώστε να φτάσει στο συμπέρασμα ότι και αυτός ήτανε μαύρος;
Δε θα σου πω εδώ τη λύση-δε θέλω να είμαι εγώ ο πιονέρος που θα βάλω σε σκέψεις αυτό το όμορφο κεφαλάκι.
Το θέμα είναι ότι ο ένας από τους τρεις κατάλαβε ότι είναι κι αυτός μαύρος,και σταμάτησε να γελάει.
Και αυτό έχει σημασία για εδώ.
Όπως λοιπόν αυτός σταμάτησε να γελάει, έτσι κι εγώ σταματάω να γράφω για σένα
Κατάλαβα.
Τελείωσε ο ύπνος,τελείωσαν τα γέλια,ήρθε η σκέψη,ήρθε η γνώση,
Δεν υπάρχει ούτε θέμα, ούτε ακροατήριο.
Κι αν το λέω αυτό εδώ σε σένα,είναι γιατί και συ έβαλες το χέρι σου για να καταλάβω όλα αυτά.-
Γεια σου
Γιώργο γεια σου.
Φεύγω από την Τρίπολη για Αθήνα μιας και βρήκα το κατάλληλο σπίτι.
Δεν είναι ανάγκη για αποχαιρετισμούς.
Η διαφορά μου με σένα Γιώργο, όπως και με άλλους παλιά συμμαθητές, είναι πως εγώ είμαι ακόμα δεκαοχτώ χρονών, ενώ εσείς-πώς μπορέσατε να το κάνατε αυτό;- μεγαλώσατε.
Γεια σου
Γιώργος
Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2021
ΤΙ;
Να ΄χα ένα πάθος φορτικό σαν το πιοτί
τότε ίσως μπόρηγα να σε ξεχάσω.
Όμως μακριά σου δε θα ησυχάσω.
Και όμως φεύγω. Και λοιπόν,που φεύγω τι;
Να ΄χα εγώ κλείσει της Πανδώρας το κουτί
Και μέσα να ΄χε μείνει το φιλί σου
Και το για με που θα ΄λυωνε κορμί σου....
Δεν το ΄χα. Φεύγω! Και να είχα μείνει τι;
Να ΄μασταν κάπου έτσι οι δυο μας ξαπλωτοί
Και γω μεγάλος να ΄μουν-συ μικρούλα
Και την πραμμάτεια μου όλη να ξεπούλαα...
Τώρα...χωρίς εσέ να τηνε κάνω τι;
Κι αν πεις οι πόθοι μου οι θρασείς οι ανείπωτοι,
ζητούν μες στου φευγιού μου τη βαλίτσα
από τη λάβα σου μία φωτίτσα
Και τώρα πες μου εσύ: τι να τους πώ εγώ; ΤΙ;
Έλα μαζί μου. Του έρωτά μου οι λωτοί
που μια στιγμούλα δε θα σου απολείψουν
με λήθη ατέλειωτη θα σ΄ ανταμείψουν
για ό,τι άφησες για να ΄ρθεις-ξέρεις τι.
Τους δύο μαύρους κύκλους μου που ασορτί
Με τους δυο κύκλους σου τους άσπρους πάνε
Μακριά απ΄τους μεν οι δε δε θα πονάνε;
Τάχα με τι θα τους γελάσουμε-ΜΕ ΤΙ;
Αν η ζωή μας έμενε άγραφο χαρτί-
Θα πει ασυνάντητοι να ΄μασταν πάντα-
Θα ΄ταν καλά. Μα κάθε μια του πάντα
Γράφτηκε άσβηστα. Κι αν φεύγω, σβήνω τι;
Να ΄χα ένα πάθος φορτικό σαν το πιοτί
τότε θα μπόρηγα να σε ξεχάσω.
Τώρα φαρμάκι αν πιω θα ησυχάσω.
Μα εις υγείαν να το πιω-ποιανού; Για τι;
Φαίνεται λίγο «στριμωγμένο» για να βγει (για όσους ξέρουν) αυτό το ποιηματάκι και γι αυτό και δεν το συνεχίζω.
Μα τι πειράζει, όταν τόσα ωραία ποιήματα έγραψα για σένα;
Τώρα η ψυχή σου είναι ένα κομμάτι πάγος.
Σιγά σιγά,λυώνεις.
Και κάποτε θα νιώσεις.
Τότε θυμώντας τα όσα έζησες τα τρία αυτά χρόνια,και διαβάζοντας τα τόσα δικά σου ποιήματά μου,θα νιώσεις όπως τώρα νιώθω εγώ.
Η καρδιά σου θα συγκινηθεί και το μυαλό σου θα δουλεύει με δυνάμεις που θα παίρνει από τις θύμησές σου που μιλάνε για μένα. Και κάθε ώρα και στιγμή θα είμαι στη σκέψη σου.
Μα τότε θα είναι αργά. Το χέρι σου,ούτε για να μου κλείσει τα μάτια δε θα είναι κοντά μου. Και στη σκέψη μόνον αυτή η ψυχή σου θα σπαράζει.
Καλλίτερα να μην είχα αγγίσει ποτέ το χέρι σου. Ούτε όταν σε συγχάρηκα για το ωραίο χωριό σου-πρόφαση που βρήκα για να σ΄ αγγίξω… Καλλίτερα να μην το είχα κάνει. Θα έφευγα καποια μέρα,οπως καληώρα τώρα,και όταν θα είχα εγκατασταθεί για τα καλά στη νέα μου πόλη,θα αναλογιζόμουν: «Τι ήτανε αυτό για το οποίο υπόφερα; Ήτανε πράγματι μια γυναίκα ή μια φαντασία;» Και θα κατάληγα στο δεύτερο,μιας και δε θα σε είχα ποτέ αγγίσει να δω ότι είσαι από σάρκα. Και θα σ΄έβαζα με τα υπόλοιπα φαντάσματά μου-ένα ακόμα μέσα στα τόσα.
Ναι. Κάποτε θα πονέσεις.
Ό,τι δίνεται ζητάει αντίδωρο.
Και μην υπολογίζεις στο που έχεις μια καρδιά πέτρα. Όταν θα έρθει η ώρα σου,ο Καιρός θα σε κάνει ευαίσθητη μόνο και μόνο για να υποφέρεις και συ με τη σειρά σου.
Όλες μας οι πράξεις ,και πιο πολύ όλα μας τα αισθήματα,ποτέ δε σπαταλιούνται στον βρόντο. Για ό,τι δίνεται σε κάποιον,κάτι άλλο του ζητιέται.
Ο χρόνος έχει το καθήκον να ξεπληρώσει με κάποιο άλλο δόσιμο το κάποτε,έστω και σε ανύποπτον χρόνο,δοσμένο.
Δάκρυα έδωσες,δάκρυα θα πάρεις.
Χαρά έδωσες,Χαρά θα πάρεις.
Μόνο αν δεθείς με κάποιον σε ένα,τότε δίνεις και παίρνεις την ίδια στιγμή κι από σένα κι απ΄αυτόν,και τότε δε χρωστάς ούτε σου χρωστάει κανένας τίποτα.
Αυτή είναι η πληρότης.
Δεν έστερξες σ΄αυτό.
Θα πληρώσεις μαζεμένα.
Είναι το τίμημα της συνάντησής μας πάνω σ΄αυτή τη γη.
Αν είχες εξισορροπήσει την επιθυμία μου για σένα με κάτι-με μια ολιγόλεπτη συνομιλία,με μια συνύπαρξη σε κάποιον κύκλο-,ίσως θα έμενα στην πόλη.
Μα τώρα μένοντας πρέπει να ισοφαρίζω την απώλειά σου με την ποίησή μου. Κάτι που δεν γίνεται να συνεχίσει.
Σκέφτομαι (πριν φύγω μπορώ να σου αφιερώσω κάποιες σκέψεις)πώς θα είσαι γρηά και πώς θα φέρεσαι όταν φέρνεις στο μυαλό σου τα τωρινά ή όταν σε ρωτάνε για μένα τότε.
Η εγγονή σου, καθώς θα ντύνεται μια μέρα, θα σε ρωτήσει: “Γιαγιά σε αγάπησε κανένας;” Εσύ θα της λες: «Kάποιος, μεγαλύτερος από μένα, μια φορά με ήθελε. Μα εγώ από ντροπή ούτε να με αγγίξει δεν τον άφησα.» Κaι αυτό θα το λες χωρίς να σου περνάει από το μυαλό ότι ντροπή σου φέρνει το ότι δεν έκανες αυτό. Και η εγγονή σου θα τρέχει να βρει τον εραστή της της ημέρας,όπως επιτάσσουν και σήμερα κιόλας τα ήθη και οι ρυθμοί της εποχής,αφήνοντάς σε στην «ντροπή» σου.
Πάλι μπορεί να σκέφτεσαι: «Kαι γιατί να μην κάνω αυτό που μου ζητούσε; Μού ζήτησε να του αφιερώσω πέντε λεφτά για να κουβεντιάσουμε. Γιατί να μην το κάνω; Ποιος ξέρει τι θα μου έλεγε... ούτε αυτό δεν μπορώ να ξέρω πια. Και πάλι γιατί να μην έβρισκα τον τρόπο,όπως εμείς οι γυναίκες μονάχα ξέρουμε,να είχα μια συνάντηση μαζί του,και,γιατί όχι,να τον άφηνα να με αγγίσει,ακόμα ακόμα και να τον φιλούσα μια φορά...μπορεί και να μού άρεσε...Στο κάτω κάτω τι θα πάθαινα; Ύστερα μπορεί να ήτανε μεγαλύτερός μου ,όμως ούτε του τρέχανε τα σάλια,ούτε έσερνε τα βήματά του. Κι ούτε θα πω ότι μου ήτανε αδιάφορος... Και η στάση μου,της αποφυγής του με κάθε τρόπο,δεν έδειχνε ότι ήξερα πως αυτός ο κύριος δεν ήτανε ξοφλημένος ερωτικά; Ψόφιο σκυλί κανένας δεν κλοτσάει. Ναι,θα μπορούσα να έχω μια συνάντηση μαζί του. Μα τώρα πια...ουφ...ας μη τα θυμάμαι...»
Όμως δεν θα μπορείς να μην τα θυμάσαι. Τότε...τότε που θα είσαι μόνη σου, χωρίς κανέναν και τίποτα κοντά σου από κείνα που σε εμπόδιζαν τότε να απιστήσεις στην καλή σου φήμη, αλλά και χωρίς-φεύ- ούτε την ικανότητα πια να το κάνεις.
Μα όλα αυτά που θα θυμάσαι,τα μικρά και τα ανεπαίσθητα τώρα,τότε θα θεριεύουν λίγο λίγο ώσπου να σου γίνουν τυραννικά.
Όπου κι αν εγώ βρίσκομαι τότε, θα έχω πάρει την «εκδίκησή» μου, με άλλα λόγια θα έχει δικαιωθεί η αγάπη μου για σένα.-
αποχαιρετισμοί
Φεύγοντας από την Τρίπολη θα αποχαιρετήσω τους ανθρώπους.
Εκείνους δηλαδή που μου φερθήκανε όπως οι άνθρωποι φέρονται.
Θα αποχαιρετήσω εκείνους τους παλιούς γνωστούς που μου είπανε: πάμε να πιούμε ένα ποτήρι να θυμηθούμε τα παλιά.
Θα αποχαιρετήσω αυτούς που με προσκάλεσαν στο σπίτι τους για να μου κάνουν το τραπέζι,όπως από ανθρώπους συνηθίζεται για άλλους ανθρώπους.
Θα αποχαιρετήσω όλους αυτούς που στείλαν τα παιδιά τους να μου ειπούν τα κάλαντα πρωτοχρονιά και χριστούγεννα.
Θα αποχαιρετήσω με συγκινηση ολους εκείνους που όταν τους έδωσα βιβλία μου θυμήθηκαν να μου πουν κάτι γι αυτά όταν με ξαναείδαν.
Θα αποχαιρετήσω τους γιατρούς που με καλωσόρισαν στο ΙΚΑ σαν συνάδελφο και δεν ενέργησαν να απολυθώ.
Θα αποχαιρετήσω τους πνευματικούς ανθρώπους που ανάπτυξαν μαζί μου μιαν ιδιαίτερη πνευματική σχέση.
Θα αποχαιρετήσω τη γυναίκα που όταν την εκλιπαρούσα να μου αφιερώσει πέντε λεφτά συνομιλίας,το έκανε.
Θα αποχαιρετήσω το σπιτονοικοκύρη μου που μιαν από τις χίλιες εκατό ημέρες που έμεινα στο σπίτι του μου πρόσφερε ένα πιατο φαγητό από εκείνο που κάθε μέρα εμαγείρευε η γυναίκα του και μου έσπαζε τη μύτη με τις μυρωδιές του.
Θα αποχαιρετήσω καθέναν που με βοήθησε στην προσπάθειά μου να ανοίξω τη βιβλιοθήκη της Τρίπολης και να την κάνω ζωντανόν οργανισμό νεκρανασταίνοντάς την.
Θα αποχαιρετήσω όλους εκείνους που παρά τη γνώμη μου για τα πολιτικά και παρά την ανθρώπινη κοινωνία στην οποία ορκιζόμουν,επιζητούσαν την παρέα μου και δεν επάψανε να με συναναστρέφωνται όταν κατάλαβαν τι πρεσβεύω.
Θα αποχαιρετήσω όλους εκείνους που,όντας εγώ ξένος στην πόλη τους,με έκαναν να αιστάνωμαι δικός τους.
Θα αποχαιρετήσω εκείνους όλους που δεν αρκούνταν να με βλέπουνε μία φορά κάθε πέντε μήνες,παρά ένιωθαν την ανάγκη να κάνουμε παρέα κι άλλες ημέρες.
Θα αποχαιρετήσω όλους τους λογοτεχνοκαλλιτεχνοθεατρομουσικοφιλολογικούς συλλόγους,τους ομίλους,τις ομάδες της Τρίπολης,που όταν είδαν ότι είμαι ποιητής ,το καλοδέχτηκαν.
Θα αποχαιρετήσω όλους τους ανθρώπους της Τρίπολης που δεν έχουν φασιστοταγματασφαλιτοχιτοχουντικά ένστικτα που τους εμποδιζουν να δουν έναν άνθρωπο σαν άνθρωπο.
Θα αποχαιρετήσω τους ποιητές της Τρίπολης.
Θα αποχαιρετήσω όλους τους κατοίκους της Τρίπολης που η απανθρωπιά του αιώνα δεν έχει κατακυριέψει.
Θα φύγω λοιπόν από την Τρίπολη μην έχοντας να αποχαιρετήσω κανέναν.
ΕΤΣΙ ΝΑ ΤΗΣ ΦΕΡΕΣΑΙ BIBH
Φίλη Βιβή, στο μαγαζί σου σα θα μπει
και κάτι πρόχειρο στα ράφια σου ζητάει,
την άσπρη δος της την πικρία μου τη βουβή
που χρόνια τώρα ίδια σκια την ακλουθάει.
Αν θα τη δεις κάπως να είναι βιαστική
του μαγαζιού σου-όχι-μη η σειρά χαλάσει-
παρ’ την πνοή μου που δική της μένει εκεί,
και την που χάρη ξεχειλάει κάλυψε βιάση.
Αν σου ζητήσει για τον ήλιο μια σκιά,
κι αν σου ζητήσει λίγη ζέστα για το βράδυ,
δος της την άνυδρη των πόνων μου αρμαθιά-
δος της το άδοτο κι αχάϊδευτό μου χάδι.
Κι όταν τα χέρια της κρατώντας σταυρωτά
πάνω στο θείο.μαγικό,γλυκό της στήθος
στα ράφια μπρος αναποφάσιστη κυττά,
των προσευχών μου προς αυτήν δος της το πλήθος.
Κόκκινη μία σταγονίτσα θα χρειαστεί;
Να ΄το το αίμα τής που ερήμαξε καρδιάς μου!
Κι αν μια στιγμούλα για καυτό κάτι γνιαστεί
δος της τη φλόγα που βκρατεί έρωτάς μου.
Όταν «τι θέλεις ν΄αγοράσεις;» τη ρωτάς,
εκείνη «θέλω...» θα διστάσει κάποια μέρα,
το ¨θέλω¨ αυτό για σε Βιβή μην το κρατάς-
σε μένα στείλ’ το με το φύσημα του αγέρα.
Θα το ταιριάξω αυτό το ¨θέλω¨ της εγώ
με κάποιου πόθου μου γι αυτήν την αγονία,
και του έρωτά της τη Χαρά θ’ αχνοτρυγώ
στης ερημιάς μου μια μικρήν έστω γωνία.
Ίσως ξεχάσει τα λεφτά της μια φορά
κι ό,τι εδιάλεξε δεν έχει να πληρώσει;
Παρ’ την ψυχή μου πληρωμή ατην αγορά,
ψυχή που εκείνη έχει αγιάτρευτα πληγώσει.
Κι αν σου ζητήσει έναν έρωτα,Βιβή,
τον έρωτά μου πάρε που έτσι έχει μισήσει,
ρούχα άλλα ντύσε τη φωτιά του που δε σβει
και δος της τον, σπίθα του μια να τη μεθύσει.
Κι αφού δικό της και το ποίημα πάρει αυτό,
πια ας γελάει με την που μου ’χει δώσει θλίψη
η Μοίρα αφού έτσι το ’χει η Άτροπη γραφτό:
στο χώμα χάμου αυτή, κι εγώ στα ουράνια ύψη.
---
ΗΤΑΝ Η ΧΑΡΑ ΜΟΥ
Ήταν η χαρά μου
κι ήταν η ελπίδα.
Όταν με θωρούσε
μ’ έφεγγε μι’ αχτίδα.
Σα με συναντούσε
κι έλεε καλησπέρα,
χάνονταν το σκότος
κι έλαμπεν η μέρα.
Κι είτε με φορμίτσα
ή έβαζε φουστάνι,
λες για με ντυνοταν-
για να με τρελάνει.
Και τα σταυρωτά της
πάντοτε χεράκια
τη ζωή μου ήταν
που’τρωγαν γεράκια.
Σα μου εμιλούσε
άγγελοι με ζώναν΄
κι όταν μου γελούσε
μου ΄λυναν τα γόνα.
Στην καρδιά μου μέσα
ήτανε κλεισμένη-
κείνη τη χτυπούσε
ζωντανή να μένει.
Μου ΄λεε καλημέρα,
ζούσα για ένα μήνα.
Δε με χαιρετούσε,
μ’ έστελνε στο μνήμα.
Σαν απ’ του σπιτιού της
πέρναγα την πόρτα
τι να πρωταγγίξω
δε νογούσα πρώτα-
το χαλκωματένιο
πόμολο που λάμπει;
τ’ άπονο το ξύλο
με τα λάγνα θάμπη;
Κι ο κυρ-Παναγιώτης
να μου λέει γι αυτήνε
πως γυναίκα τάχα
καθώς όλες είναι.
Μα για μένα αθέρας
ήτανε και μέλι
κι ό,τι με τρυπούσε,
του έρωτά της βέλη.
Κι έτσι επερνούσε
η άχαρη ζωή μου
τη χαρά να παίρνει
και την εμπνοή μου
και να μη τα στέλλει
διόλου πάλι πίσω
μήπως και μπορέσω
λίγο για να ζήσω.
Και δεν εγνιαζόταν
για τα μένα διόλου.
Μα κι εγώ δε γρίκα΄α
το θεριό του δόλου
που ΄κρυβεν εντός της,
και γι αυτό θαρρούσα
πως να υπολογίζω
εις αυτήν μπορούσα:
να θαρρώ πως ίσως
είχε αυτή για μένα
μία στάλα αγάπης
κάπου φυλαγμένα.
Όμως μιαν ημέρα-
να μην είχε φέξει-
είδα πως με μένα
ήθελε να παίξει.
Ότι μου μιλάει
πόθο να μ’ ανάβει
και με ιμέρου αξίνα
μέσα μου να σκάβει,
για να με λιγώνει
και να διασκεδάζει,
άπνοον να στέκω
σα θα με κοιτάζει.
Τι της είχα κάνει
έτσι να με παίζει
ποντικόν σα γάτα
γύρω από τραπέζι;
Ποιος μπορεί να ξέρει;
Μόνο εκείνη η ίδια
που ΄χε την αγάπη
γι άστοχα παιχνίδια.
Και γι αυτό θα φύγω
από του’ την πόλη
που απ΄αυτήν στα μαύρα
βαριοεντύθη όλη.
Λυτρωμό θα έβρω
ίσως μακριά της-
μακριά ’π’ την κρύα
και πικρή καρδιά της.
Φεύγω να μη βλέπω
με τα μάτια στείρα
όσα μου ‘χει γράψει
να τραβήξω η μοίρα.
Γεια σου ρόδο κι άνθος
κι ευτυχία ξένη!
Γεια σου από μένα
τόσο αγαπημένη!
Γεια σου. Κι οι ευχές μου
θα σε συνοδεύουν
όσο οι αρές σου
εμένα θα παιδεύουν.
-----
Αφήνοντας και την Τρίπολη, την αποχαιρετώ μιλώντας στη Βιβή, τη μπακάλισσα της γειτονιάς μου, που στάθηκε ουδέτερη απέναντί μου-επειδή κοίταζε μόνο τη δουλειά της.
Το μπακάλικό της ήταν εκείνο από όπου ψώνιζε και η κυρία Ρωρερκάρ.
(Τις εντός παρενθέσεως λέξεις αφήνω στους-ευφυείς πάντοτε- αναγνώστες μου να τις αποκωδικοποιήσουν)
Γεια σου Βιβή.
Πολύ καλά επέρασα στην Τρίπολη-δε λέω.
Κι αυτό για όσους ξέρουνε δεν είναι κάτι νέο.
Η Τρίπολη μ΄αγκάλιασε με θέρμη και με πάθος΄
κι όποιος τ΄αντίθετο θα πει κάνει μεγάλο λάθος.
Μονο που πρόσεξε καλά,πολύ να μη με σφίξει
και-χτύπα ξύλο-απ΄την πολλήν αγάπη της με πνίξει...
Α! Όλα κι όλα!δεν μπορώ να την κατηγορήσω-
κι ευγένεια έδειξε και τακτ-και μάλιστα περίσσιο.
Ας πούμε,όταν ήρθα εδώ,την ίδια κιόλας μέρα
στη βιβλιοθήκη θέλησα να πάω-εκεί πέρα,
που όταν ήμουνα μικρός ξημεροβραδιαζόμουν
και που μ΄αγάπη στην καρδιά πάντοτε τη θυμόμουν.
Όμως τη βρήκα θεόκλειστη. Τότε χωρίς ν΄αργώ
να την ανοίξω βάλθηκα μ΄ένα ρυθμό γοργό.
Όμως-και να της Τρίπολης για μένα η αγάπη-
όταν να τρέχω μ΄είδανε με βιάση μια βαρβάτη,
οι φίλοι,εμαζευτήκανε,κι είπανε, και μιλήσαν,
κι αυθημερόν κι ομόθυμα όλοι αποφασίσαν
πως να μ΄αφήσουν δεν μπορούν το πράγμα αυτό να κάνω,
γιατί έτσι-όπως μου ΄πανε-με χάνουν και τους χάνω.
Ήγουν τουτέτιν δηλαδή,με άλλους λόγους,ήτοι,
δεύτερο θα μου γίνονταν η βιβλιοθήκη σπίτι
και την παρέα μου έτσι αυτοί δια παντός πια χάνουν-
και,οι καϋμένοι,δίχως μου,δε θα ΄χαν τι να κάνουν.
Κι εμπόδια εβαλθήκανε όλοι τους να μου βάζουν
ώστε τα μάτια μου αυτούς μονάχα να κοιτάζουν
κι όχι βιβλία που το νου μπορεί να τον ευρύνουν,
μα της φιλίας τ΄ανοιχτά τα μονοπάτια κλείνουν.
Έτσι λοιπόν καθηγητές,δασκάλοι,προφεσόροι,
νομάρχες για τα κλάματα,δημάρχοι λαοβόροι,
όμιλοι φιλοτεχνικοί,συλλόγοι και ομάδες,
κυρίες γουνοτύλιχτες με δυο κιλά πομάδες,
κύριοι ευυπόληπτοι που τρώνε ολοένα
(και τα δικά τους φαγητά μα πιο πολύ τα ξένα),
και για να μην πολυλογώ της πόλης όλοι οι τύποι
με χαρωπή με κύτταζαν θα έλεγα μια λύπη,
καθώς και θέλαν να χαρούν τη σπάνια μου παρέα
μα και με τα βιβλία μου να πέρναγα ωραία.
Και μη γνωρίζοντας το πώς αυτό να καταφέρουν,
σε τακτικές ωθήθησαν πολύ καλά που ξέρουν-
και ή με κόλπα ταπεινά με καταφέρναν,διάφορα,
ή κάτι αν τους έλεγα εσφύριζαν αδιάφορα.
Κι η βιβλιοθήκη στο άθλιο της ακόμα μένει χάλι,
μα όμως φίλους έχω εγώ πληθώρα πια-χαλάλι.
Και ήρθε,όταν έφτασα στην πολιτεία του Πάνα,
κάθε τριπολιτσώτισσα-θα πει κάθε «πανίδα»-
κι αφού κοντά μου εστάθηκαν και ταχτοποιηθήκαν
μου είπαν πως συλλογικώς όλες μ΄ερωτευτήκαν.
Κι ήτανε κοριτσόπουλα,κι ήταν γυναίκες ώριμες,
και ήτανε κι αλλοδαπές,και ήτανε κι εδώδιμες.
Και όχι νέες μοναχά μα και γρηές σκυμμένες,
στο πλήθος που με κύκλωνε μέσα ήτανε χωμένες.
Κι οι νέες ήρθαν πηδηχτές κι οι γρηούλες κούτσα κούτσα.
Και «όλες»,μου είπαν, «ήρθαμε για τη δική σου «πίστη»».
Και ας μην είσαι όμορφος,και ας μην είσαι νέος,
μα το δικό σου θέλουνε μονάχα εμείς το «πλοίο»».
Και τι να πω δεν ήξερα ούτε και τι να κάνω
μέχρι στη σαστιμάρα μου που σκέφτηκα επάνω
να έπαιρνα μία γερή καλοβρεγμένη τάβλα
και να ΄σβυνα ευθύς μ΄αυτήν όποια τις έκαιε «κρίση».
Κι έχασα όση μου ΄δωσε ο θεός υπομονή,
και ας μπορούσα να ΄χα εγώ όποιο ήθελα «μισθό»,
τα χέρια εσήκωσα ψηλά,και «ακούστε με!»,τους είπα,
«ένας,να κλείσει όλων σας,αδύνατον την «τρύπα».
Και πιο όμορφος να ήμουνα,κι ακόμα και πιο νέος,
ένα μονάχα ο θεός μου έχει δώσει «πνεύμα»».
Γι αυτό εμπάτε στη σειρά η μια στην άλλη πίσω
και μία μια με τη σειρά εγώ θα σας «γελάσω».
Μεγάλη τότε ταραχή σε κείνες εσηκώθη
κι όχι ό,τι θα ’θελαν σε με οι βίαιοί των πόθοι.
Και πλέον εθεώρησαν πως δια παντός με χάνουν
και χέρι οι αφιλότιμες άρχισαν να μου βάνουν.
Κι ορμήσανε και μ΄άγγιζαν από παντού με λύσσαν
κι ηδονικά εβογγούσανε-και μερικές «εσπάσαν».
Μα όσες δεν «εσπάσανε» αυτές δεν ησυχάζαν
και πάνω μου όλες έπεσαν και,οι άθλιες,θα με σκάζαν,
αν δεν μου ερχόταν τη στιγμή εκείνη βοηθός μου
ο άλλος,ο σκληρός πολύ κι ανάλγητος εαυτός μου.
«Κυρίες, δεσποινίδες μου, γρηούλες μου», τους κάνω,
«ωραία-δίκιο έχετε-κερδίσατε και χάνω.
Τόσο τον πόθο νιώθω σας βαθιά μες στην καρδιά μου,
που ευθύς,κι αμέσως,κι εδωπά,και τώρα κι εδώ χάμου
διόλου χωρίς εγώ ν΄αργώ ή ίσως να κάνω πίσω,
τους πόθους τους μεγάλους σας θα ικανοποιήσω.
Μονάχα θέλω να σας πω κάτι που ως τώρα έκρυβα
για όσην ώρα εδωπά μαζί σας-οίμοι!-διέτριβα,
και πλέον σεις θα κρίνετε σαν άξιος κριτής-
και,ω! θήλεα της Τρίπολης,ιδού:είμαι ποιητής!..»
Οι πόθοι έσβυσαν ευθύς,φωνές-σπρωξιές επάψαν
λες κάποιος την που είχανε τους είχε σβύσει κάψαν,
και μ΄ένα στόμα όλες τους κάνανε με αηδία:
«ποιητής;;;...»-και όλα ξαφνικά γίναν εντός τους κρύα.
Κι αρχίσανε να φεύγουνε άγρια κυττάζοντάς με
και άλλες καταριώντας με και άλλες βρίζοντάς με.
Πού να ΄ξερα από την αρχή να τους το ανακοίνωνα
ώστε από τη μανία τους αμέσως να εγλίτωνα...
Κι ύστερα έφυγα κι εγώ τελείως ησυχασμένος
αλλά και πλέον ανένδοτος και αποφασισμένος
μία γυναίκα να εβρώ που όχι μόνο αιδοίο,
μα να ΄χει και γλυκύτητα-να τα ΄χει και τα δύο.
Αμ στην κοινωνικότητα ευγένεια που την έχουν
οι κάτοικοι της πόλης σου! Δε θέλουνε να τρέχουν-
δε θέλουνε να βιάζονται στις σχέσεις που θα κάνουν
γι αυτό και πριν τις κάνουνε στο στόχαστρο τις βάνουν.
Εκεί όμως δεν τις μελετούν μα τις πυροβολούνε
...αντίς για να ρισκάρουνε με αγένεια να φερθούνε.
Και να Βιβή τι εννοώ μιλώντας για ευγένεια
που δίχως της θα ήτανε η ζωή μας τιποτένια.
Στο σπίτι δε με κάλεσε κανένας τους για γεύμα.
Γιατί θαρρείς; Ιδού γιατί-και άκου τώρα πνεύμα
φιλοξενίας που έχουνε οι καλοί μας πατριώτες-
μιαν αρετή απ΄τις αρετές που έχουνε τις πρώτες:
Σου λέει πού θα βρούμε εμείς φαγιά που αυτός να τρώει;
Την αριστοκρατία αυτός την παίζει κομπολόϊ-
Αυτός απάνου απ΄αστακούς θα τρώει και γαρίδες,
και το χαβιάρι το ερυθρό θα το μετράει μερίδες.
Αυτός τι είναι το ψωμί στο νου δε θα το βάνει
γιατί θα τρώει μοναχά κέϊκς και παντεσπάνι.
Ή να του βγάλουμε αρνί ψημένο με πατάτες;
Αυτός τα τέτια κρέατα τα έχει για τις γάτες.
Λοιπόν θα τον καλέσουμε ίσα να ντροπιαστούμε
όταν ν΄αφήνει το φαϊ στο πιάτο του θα δούμε;
Ποτέ αυτό! Καλλίτερα για ζώα να μας πάρει
παρά σε απρέπεια τέτια μια να κάνουμε τη χάρη!
Είδες λοιπόν πώς σκέφτηκαν; Δεν είναι γλύκες-πες μου.
Από ανθρώπους πάλι αυτό δεν το ΄χω δει ποτές μου.
Κι ο σπιτονοικοκύρης μου σκεφτόμενος τα ίδια,
ποτέ του δε με κάλεσε. Τι να μου δώσει-αντίδια;
Αλλά καλά γνωρίζοντας πως κάτι μου οφείλει
σαν ξένου που στο σπίτι του η μοίρα μ΄έχει στείλει,
έναν μεγάλο αγόρασε πλατύν ανεμιστήρα,
και από κάτω φαγητού μου στέλνει αυτός τα μύρα,
το εργαλείο βάζοντας απέξω απ΄την κουζίνα.
«Μπορεί να μη του κόβει αυτό»,σου λέει, «όποια πείνα,
μα δεν μπορεί την Τρίπολη να την κατηγορήσει
αφού με τόσες μυρωδιές τον έχω εγώ ταϊσει.»
Πάλι ίσως είπαν μερικοί: «Καλλίτερα να λείπει
ενέργεια που θα πρόσθετε σ΄αυτόνε κι άλλα λίπη».
Και λέω αξίζουνε κι αυτοί έπαινο κι όχι ψόγο
γιατί αήθεις δείχτηκαν για σοβαρό ένα λόγο-
βοηθοί μου ήρθαν στην σκληρή της δίαιτάς μου μάχη:
δε θέλαν-πώς μ΄αγάπησαν!-να βάλω κι άλλα πάχη…
Μα κι οι καλοί συνάδελφοι,της πόλης οι ιπποκράτες,
καλλίτερα μου φέρθηκαν κι απ΄ό,τι σε πελάτες.
Σαν είδαν πως διορίστηκα στης πόλης τους το ΙΚΑ
αμέσως εμαζεύτηκαν,κι η ευγενής τους κλίκα
λυτούς-δεμένους έβαλε ως μέσα στο υπουργείο,
ώστε αυτό,σα να ΄τανε κανένα συνεργείο
που βγάζει ένα εξάρτημα και κάποιο βάζει άλλο,
να ΄κανε και για μένανε καλό ένα μεγάλο,
θα πει τον που ΄χα διορισμό να τον ανακαλέσει,
ώστε η κούραση για με να φύγει από τη μέση.
Τόσο πολύ μ΄αγάπησαν της πόλης οι ντοτόροι
που όσο εκείνοι τράβαγαν μαρτύριο και ζόρι
κι εγώ δε θέλαν να τραβώ-δε θέλαν να κουράζομαι-
αυτοί νοιαστήκανε για με, πιο εγώ απ΄ όσο νοιάζομαι.
Κι έτσι έμεινα χωρίς δουλειά και δίχως απασχόληση,
σαν έρμος αμφιβληστροειδής μετά την αποκόλληση.
Όμως το πνεύμα των γιατρών της Τρίπολης το πήρα:
στον ήλιο αφού δεν έχεις συ, εδώ θα είχες μοίρα;
Κατόπι των πολιτικών με άγγιξε η ευγένεια
που το φαϊ μονάχη τους είναι και πρώτη ένια.
Σαν είδαν ότι όλους τους τους έχω εγώ γραμμένους,
θέλανε που δε θέλανε στην πόλη τους τούς ξένους,
χωρίς εγώ για εγγραφή τέτια να δίνω φράγκο,
με εγγράψανε καθένας τους στου αλλουνού τον πάγκο,
και μεταξύ τους άρχισαν να ερίζουνε για μένα
λες κι όλα τ΄άλλα τα ΄χανε τα θέματα λυμένα.
Τι να τους πεις-δοσμένοι αυτοί σε μάσα και ρεμούλα
θέλουν τα όντα όλης της γης σ΄αυτούς να είναι δούλα
και όταν κάποιονε θα δουν τέτια να μη σηκώνει
για μόριο τόμε βλέπουνε στου δρόμου τους τη σκόνη.
Δεν ξέρουνε πως με καιρό η σκόνη θα πολλύνει
κι ανεμοστρόβιλος κακός και τάφος θα τούς γίνει...
Και μ΄είπανε κουμουνιστή κι αναρχικό με είπαν,
μα μ΄όλα αυτά εκάμανε εις το νερό μια τρύπαν.
Ο λιόντας τρέχει και αρπάει και τρώει το βουβάλι
χωρίς ιδέα να ΄χει τι ταμπέλλα θα του βάλει
ο ζωολόγος,και χωρίς γι αυτό παρά να δίνει.
Κι η νυχτερίδα ίδια κι αυτή των ζώων το αίμα πίνει,
χωρίς να ξέρει αν αυτό που πίνει λέγεται αίμα
ή πως την ώρα κείνη εκεί τη βλέπει κάποιο βλέμμα.
Έτσι κι εγώ,ω! θλιβεροί κι αιματοπότες τύποι,
κάνω αυτό που της καρδιάς με οδηγούν οι χτύποι.
Λέω ό,τι το ανθρώπινο μυαλό μου με προστάζει,
γράφω,μελάνι μου έχοντας το αίμα μου που στάζει,
κι όπου το πνεύμα μου τραβά πίσω του ακολουθάω
χωρίς τι λέν οι άθλιες σας οι γλώσσες να μετράω,
χωρίς να νιάζομαι αν εσείς έτσι ή αλλιώς με λέτε
ή αν μ΄αυτά που σούρνω σας γελάτε είτε κλαίτε.
Στον κόσμο αυτόν αν δεν ειπεί κανείς αυτό που νιώθει
τότε η γλώσσα πέστε μου για τί άλλο μας εδόθη;
Ανθρωπινά ο άνθρωπος στόν κοσμο αν δεν πράξει
πώς του Ανθρώπου τότε αυτός θα υπηρετεί την τάξη;
Κι αν κάτι κτήνη σαν εσάς φέρονται κτηνωδώς,
κι αν από σας έχει χαθεί το μέτρο κι η αιδώς,
πρέπει και όσοι άνθρωποι έχουνε απομείνει
έτσι κι εκείνοι-κτηνωδώς-να φέρωνται; Ε,κτήνη;
Βάλτε μου όποια θέλετε ταμπέλλα ή ετικέττα,
πιάστε με και τραντάχτε με απ΄του σακκακιού τα πέτα,
χτυπήστε με και βρίστε με΄και όσα μ΄αίμα γράφω
κατω απ΄το βρώμιο πόδι σας ας έχουν ένα τάφο.
Μα ό,τι και να κάνετε,όποια ιδέα γεννιέται,
αιώνια μες στου σύμπαντος τα χάη θα πλανιέται
αθάνατη,ολοζώντανη,ιλαρή και πάντα νέα
έτοιμη πάλι κάποτε ίδια ν΄ανθίσει Ωραία
σε κάποιου Ανθρώπου το «ξερό» κι «αγύριστο» κεφάλι,
ενώ εσείς θα σέρνεστε σε κάποιες λάσπες πάλι.
Τελειώνει εδώ το ποίημα μα τούτο δε σημαίνει
πως και μαζί σας τέλειωσα. Ό,τι στη γη με δένει
το ιερό καθήκον μου είναι,που θα εκτελέσω,
κι αν έτσι ακόμα όχι σε σας,μα ούτε σε μένα αρέσω.
Κάποιος θα πρέπει άσβυστη τη δάδα να κρατάει
στο δρόμο τον αξιόπρεπο του Ανθρώπου που οδηγάει.
Και κάτι όντα θλιβερά στην πόλη κατοικούνε
που τους εαυτούς τους ποιητές θρασέως αποκαλούνε.
Αν τραγωδία δεν ήτανε στη γη επάνω η ζήση
θα ΄λεγα πως για κλάμματα φτιαχτήκανε απ΄τη φύση.
...Μα μες στην τόση συφορά το πράγμα δένει τέλεια
πως είναι οι καραγκιόζηδες αυτοί,μόνο για γέλια.
Βιβή,θα σου ΄γραφα πολλά με μέτρο και με ρίμα
όμοια καθώς η θάλασσα μιλάει: κύμα κύμα.
Αλλά δεν ξέρω αν χρόνο συ-που είναι και χρήμα-έχεις
αφού συνέχεια για δουλειές όλη τη μέρα τρέχεις.
Γιατί,αναμετάξυ μας –πιο πέρα να μην πάει-
το ποίημα εύκολο ποτέ δεν ήτανε προσφάϊ΄
κι αν να το νιώσει θα ΄θελε κανείς,πρέπει όχι μόνο
ίσα για να το διάβαζε να δώσει λίγο χρόνο,
μα και στο νόημα να μπει που κλείνει κάθε ποίημα.
Και στίχο στίχο γίνεται αυτό,και βήμα βήμα.
Έτσι μονάχα θα γευτεί του ποιήματος τη χάρη
ο αναγνώστης που άξια τον τίτλο αυτό έχει πάρει.
Μα συ Βιβή μου,μόνη μου και ακριβή μου φίλη
από το βράδυ ως το πρωί κι απ΄το πρωί ως το δείλι
τρέχεις χωρίς σταματημό. Κι αυτό εγώ σεβόμενος
και τοις του νου μου ρήμασι αναφανδόν πειθόμενος,
το ποίημα εδώ το σταματώ,και ό,τι έχω άλλο
σε γράμμα ένα θα στο πω,μικρό ή και μεγάλο.
Γράμμα που αμέσως στο χαρτί αυτό θα συνεχίσω,
το αποχαιρετιστήριο ντελίριο μου πριν κλείσω.
Σ΄αυτό,θα λέω και γι αυτά που είπα παραπάνω,
μα κύρια για την αλλαγή στη ζήση μου που κάνω
φεύγοντας απ’ την Τρίπολη-με φράση μόνο μία:
να φύγω από την Τρίπολη ποια ήταν η αιτία.
Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2021
ΤΡΙΤΟΓΕΝΕΙΑ
ΟΛΟΛΥΖΕΙΝ
"Άχου! Οι χαμένες μας πατρίδες!
Άχου! Οι χαμένες μας ζωές!"
Λες και τις πατρίδες τις είχαμε αποθέσει
σαν κύπελλα
πάνω σε γυμνές κοιλιές γυναικών
που γελώντας τα χύνουν
ή πως τις παίρναμε στο κρεβάτι μας όταν κοιμόμασταν-
μα μήπως και τότε θα ’ταν δικές μας;
ΤΑ ΧΑΡΤΑΚΙΑ
Ταχτοποιούσε μπλε και κίτρινα χαρτάκια
που έβγαλε σωρό από την τσάντα.
Άσπρη ανάμεσα στις κόκκινες καρέκλες και σοβαρή
ταχτοποιούσε μπλε και κίτρινα χαρτάκια.
Το BREAKFAST διπλωμένο πάνω στο τραπέζι
κι αυτή έβαζε σε τάξη τα χαρτιά.
Όταν τελείωσε ήρθ’ ένας εξηντάρης
κοκκινοπρόσωπος, μ’ ένα καφέ ριγέ κουστούμι
κρατώντας στο ’να χέρι τον καφέ
και τ’ άλλο έχοντάς το μες στην τσέπη
και την πήρε.
ΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ
Ασ’ τα παράθυρα ανοιχτά.
Μέσα κανείς δε θα ’δει.
Ο σκύλος έξω ας αλυχτά
μέσα τ’ αηδόνι ας άδει.
Έξω σκοτάδια είναι πηχτά
κι εδώ το φως πλαντάζει
μ’ ασ’ τα παράθυρα ανοιχτά
κανείς δε μας κοιτάζει.
Οι άνθρωποι είναι βιαστικοί
και δεν τους μένει ώρα
ν’ αργοπορούν εδώ κι εκεί
με φώτα χρονοβόρα.
Άνοιξε διάπλατα λοιπόν.
Το σαρκοβόρο σμάρι
έξω ας βοά μαύρων γυπών
ας λάμνουν μέσα γλάροι.
Έργα έχουν άλλα, σοβαρά,
οι άνθρωποι να πράξουν-
’σύχασε΄ ούτε μια φορά
εδώ δε θα κοιτάξουν.
Στο τέλος κάποιος κι αν δειλά
το βλέμμα εδώ γυρίσει
κι ό,τι να δει, ξέρεις καλά
πως δεν θα εννοήσει.
ΤΟ ΑΤΥΧΟ
Είχε ανοίξει ένα μαγαζί
κι αυτό πήρε φωτιά΄ μαζί
κάηκαν όλα τα λεφτά του
που είχε πάντοτε κοντά του.
Αυτό στα εικοσιδύο του.
Μετά πήρε απ’ το θείο του
δάνειο χιλιάδες εκατό
κι άνοιξε άλλο. Πάει κι αυτό.
Έπεσε έξω. Διόλου δουλειά.
Και το ’κλεισε. Ύστερα πουλιά
με κάποιον άλλον επουλούσε
όμως ο άλλος τον γελούσε.
Κάτι ψευτοεπαγγέλματα
κάτι ύποπτα μπερδέματα
εκαταπιάστηκε μετά
όμως δεν έβγαζε αρκετά.
Τώρα σαράντα ετών φυτοζωεί-
πώς να την πεις αυτή ζωή…
και μια κυρά που 'χε γνωρίσει
τώρα κι αυτή τον έχει αφήσει.
Ο κύκλος φαίνεται έκλεισε .
Λίγο νωρίς αλλά έκλεισε.
Άνοδο πλέον δεν καρτερεί
αυτό το άτυχο παιδί.
ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ
Και πια δεν ξέρουν τι να κάνουν
και τι τεχνάσματα να επινοήσουν
και κάνουνε τα ίδια και τα ίδια κάθε μέρα
λιγάκι μόνο αλλάζοντας κάθε φορά
τις λέξεις, τις κινήσεις, τις εκφράσεις.
Οι άλλοι πάλι χειροκροτούν
σαν να ’τανε το θέαμα κάτι νέο.
Και παν και ξαναπάνε και το βλέπουν
και γράφουν κριτικές επωφελείς,
και παν και ξαναπάνε και το βλέπουν
κι εκφράζουν "ανυπόκριτον χαράν"
και λεν: "αυτή
ήτο μια νέα ερμηνεία τω όντι"
και το επαινούν και το αινούν και το θαυμάζουν
γιατί τι άλλο να ’καναν
και πώς να πούνε
πως όλ' αυτά είναι μιαν άρνηση κι ένα κενό
που τότε το κενό θα ’παιρνε εκδίκηση
αποκαλύπτοντας αυτοστιγμεί
πως ούτε η τέχνη είναι καταφύγιο.
ΟΙ ΦΙΛΟΙ
"Τους φίλους τους μικρούς θα παραιτήσω
και συντροφιές μεγάλες θα ’βρω
στο νουν και στην ευγένειαν και στα ήθη
κι εις το εξής μ’ ομοίους μου και μόνο θα μιλώ".
Έτσι σκεπτόταν, έτσι επάσκιζε
έτσι του ’πρεπε πραγματικά.
Μα όταν έφθανε της μοναξιάς το χάος
εις φίλους έτρεχε μικρούς να το πληρώσουν.
Και τα κοινότατα άρχιζαν-
οι γυναίκες
τα χαρτιά…
Αυτούς τους φίλους τότε τους ευγνωμονούσε
καλά που βρίσκονταν κι αυτοί-
στις τέτοιες του στιγμές
ποιος θα τον δέχονταν
μεγάλος…
ΒΥΖΑΝΤΙΟ 1439
"Πόσο μας κούρασαν κι αυτοί οι Λατίνοι..
Για να μας δώσουνε λίγη βοήθεια
ζητούσαν να ξεχάσουμε την πίστη μας.
Καθόλου δεν τους άγγιξε η λαμπρότητα κι ο όγκος
της αντιπροσωπείας μας: εφτακόσοι! Ό,τι καλλίτερο
το πνεύμα κι η εξουσία μας είχε να δείξει.
Και επικεφαλής ο βασιλιάς μας!
Τίποτα αυτοί. Ανυποχώρητοι.
Εμείς από την άλλη τι να κάναμε;
Πώς να φυλάξουμε ορθή την πίστη
με το Μουράτ απέξω από την Πόλη;
Δυο χρόνια κράτησαν οι συζητήσεις.
Και συσκεφτόμασταν...και συσκεφτόμασταν…
(κουράστηκα στο τέλος).
Και φύγαμε ατιμασμένοι απ’ τη Φερράρα.
Υποχωρήσαμε στο σπουδαιότερο:
δεχτήκαμε πως "εκ" σημαίνει "δια".
Πώς χάρηκαν οι βρωμεροί που μας ταπείνωσαν…
Όμως στην Πόλη σαν ξαναβρεθήκαμε
μες στις εικόνες μας και στα λιβάνια
κι όταν βυθίσαμε στους ύμνους πάλι
και στα τροπάρια της Ορθοδοξίας μας
αλλάξαμεν απόφασιν αμέσως:
έτσι κι αλλιώς θα χάνονταν η Πόλη:
καλλίτεροι οι Τούρκοι απ΄τους παλιο-Λατίνους".
ΞΑΝΑ
Είχε δυο χρόνια να τη δει.
Είχε δυο χρόνια να τον δει.
Τυχαία συναντήθηκαν.
Εκείνη κάποιον άλλον εσυνόδευε.
Εκείνος κάποιαν άλλη κουβαλούσε.
Στη μνήμη των οι νύκτες ήλθαν
οι ατελείωτες
που πέρασαν μαζί
αναλλοίωτες.
Τους διώξαν και τους δυο το ίδιο βράδυ
κι ενώθηκαν ξανά το ίδιο βράδυ.
ΤΟ ΚΕΡΙ
Θα πήγαινε ν’ ανάψει ένα κερί.
Το ύφος του θα διόρθωνε εις συντετριμμένον
με βήματα μικρά θα έμπαινε, διστακτικά
και με σκυφτό κεφάλι.
Θα έκανε μια κίνησιν φιλήματος
προς την εικόνα-
όμως χωρίς να ακουμπήσει στο γυαλί-
μετά δυο τρία βήματα οπίσω
κάνοντας ταυτοχρόνως το σημείον του σταυρού.
Ύστερα ήταν το κερί. Για να τ’ ανάψει
σήκωμα του κεφαλιού (να μην καούμε κιόλας)
στερέωσις του κεριού στο μανουάλι
κι υπόκλισις μετρία προς το ιερόν.
Σ' αυτήν τη στάση πέντε ως δέκα δευτερόλεπτα
με το σιαγόνι ν’ ακουμπά στο στέρνον
κι ύστερα έξοδος ως είχε μπει
αθορύβως.
Μα το κυριότερον είναι το πρόσωπο να κρύβονταν.
Α! Να! Θα πήγαινε την ώρα
που το σκοτάδι πέφτει λίγο λίγο
ενώ τα φώτα δεν ανάβουνε ακόμα.
Στο μισοσκόταδο
το πρόσωπο
σχεδόν καθόλου δεν θα φαίνονταν.
ΕΓΝΩΡΙΣΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ
Εγνώρισα το θάνατο μέσα
στο ποδοβολητό των σπίνων του Ιουνίου.
Εγνώρισα το θάνατο
στις κρύες νύχτες του χειμώνα
στις ζεστές μέσα νύχτες του καλοκαιριού.
Εγνώρισα το θάνατο
μέσα στα πράσινα φύτρα των πρώτων σκίνων
μέσα στα μάτια πληγωμένου ελαφιού
μέσα σε καλοκαίρια ολόκληρα βουτηγμένα σε άσκοπον ιδρώτα
μέσα σε νερά γαλήνια
νύχτα ανάστερη
το σοβαρό και αμέτοχο πρόσωπό του μου γελούσε.
Εγνώρισα το θάνατο
στα επιφωνήματα των άστρων όταν πέφτουν
στο κρυφομίλημα παρθένων
στο γέλιο των πορνών.
Κατω από λέξεις χωματένιες
βαριές ακόμα από σίδερο και ιλύν
εγνώρισα το θάνατο.
Εγνώρισα το θάνατο
μέσα στου πέπλου της σιωπής τις παχιές δίπλες
μέσα στην άτολμην οργή και την αμηχανία
μέσα στην πλήρη επάρσεως άρνηση
στην τυφλή μέσα κατάφαση και την υπακοή.
Εγνώρισα το θάνατο
μέσα στων αηδονιών το γλυκολάλημα
μες στην καρδιά και μέσα μέσα
στις έλικες τις ευφυείς του εγκεφάλου.
Μέσα κι ανάμεσα σε δυο κορμιά αγκαλιασμένα
εγνώρισα το θάνατο.
Εγνώρισα το θάνατο μέσα στο μέγα άδειο
της ώρας που ο ύπνος του μεσημεριού
χωρίζει από το σώμα.
Μες στων παιδιών το βύζαγμα-στο δέσιμο χειλιών και ρόγας
εγνώρισα το θάνατο.
ΝΑ ΤΑ ΦΥΛΑΤΕ
Όταν δειτε ένα κομμένο
άνθος κάτω πεταμένο
μη καλοί μου το πατήστε
κι ούτε κάτω να τ’ αφήστε.
Και τα δυο τα χέρια απλώστε
στοργικά να το σηκώστε
και να το ’χετε μαζί σας
σαν χαρά και σα γιορτή σας.
Κι αν σας βρουν κακές ημέρες
κι αν η βάρκα βγει σε ξέρες
κι αν σας θλίβουν όλοι οι τόποι
κι αν σας διώχνουν οι ανθρώποι
τότε βγάλτε και μυρίστε
το λουλούδι-θ’ απορήστε
πώς λησμόνια και γαλήνη
ένα ανθάκι τόση δίνει.
Και οι πόνοι σας θα γιάνουν
και οι θλίψες θα μαράνουν
και θα γίνουν ευωχία
τ’ άσημά σας τα ψιχία.
Σημασία λίγη δώστε
κι ό,τι λέω φίλοι νιώστε:
τ’ άνθη μη-μην τα πετάτε-
στην ψυχή να τα φυλάτε.
ΤΟ ΣΥΝΝΕΦΑΚΙ
-Σύννεφο συννεφάκι μικρούλι, λευκωπό
πώς βρέθηκες μονάχο στον γαλανό ουρανό
και πας με τ’ αγεράκι που πνέει απαλό
και μια φτερά αγγέλου θυμίζεις, μια σταυρό;
Γωνιά καμιά δεν έχεις-σκιά για να σταθείς
ο ήλιος θα σε κάψει-θα σβήσεις-θα χαθείς.
-Αφού εν’ αδέρφι βρήκα στης γης την απλωσιά
χαρά δε θέλω άλλη-δε θέλω άλλη δροσιά.
Και τόπο αν κανένα δε θα ’βρω να σταθώ
κι αν σβύσω κι αν διαλύσω, ποτέ δε θα χαθώ:
η έγνοια στη φωνή σου κι η ζέστα στη ματιά
παντοτινή μου ασπίδα στου χρόνου τα σπαθιά.
ΞΕΡΙΖΩΜΕΝΟΙ
Αρίζωτοι στη νέα κι απ’ την παλιά τους
πατρίδα ολοσχερώς ξεριζωμένοι
χαμένοι, με χαμένη τη χαρά τους
περνούν οι μετανάστες εις την ξένη.
Και κάνουν συγκεντρώσεις οι καημένοι
και λεν: "η αγαπημένη μας πατρίδα…"
Όμως πολύ δεν είναι αγαπημένη
κι όλο λιγότερο είναι πατρίδα.
ΕΝΟΣ ΓΥΜΝΟΥ
Η λερή επιφάνεια του τραπεζιού θυμίζει
πως κάποτε τρώγαν πάνω του.
Διακρίνω τον κύκλο του ποτηριού
τον κύκλο του ζεστού καρβελιού
και τον κύκλο ενός γυμνού κορμιού-
πρέπει να ’ναι της εξαδέλφης
που πήγαινε τα Σαββατοκύριακα.
ΤΑ ΓΚΡΕΜΙΣΜΕΝΑ
Έπιπλα δεν είχε το δωμάτιο
και όσο να πεις
ένα τραπέζι
απαραιτήτως χρειάζονταν.
Δε θα ’τρωγε καλά για λίγες μέρες
το κάπνισμα θα εμετρίαζε
το φως νωρίς θα το ’σβηνε
λίγο από δω-λίγο από κει
θα τα κατάφερνε στο τέλος.
Και όχι πολυτέλειες.
Δεν ήθελε
ξύλο καλό, ούτε μορφήν και στυλ θα εκοιτούσε.
Ένα απλό τραπέζι.
Λίγο γυαλιστερό μόνο στην επιφάνεια
και κάπως, όσο γίνονταν
τα πόδια του κομψά
(μπορεί να το ’ντυνε και με χαρτί
έτσι κι η φθήνεια του θα κρύβονταν
και τακτικός θα έλεγαν πως είναι).
Τώρα θα πεις:
μεγάλη ανάγκη ήταν το τραπέζι;
Ανάγκη όχι, μα είναι κάποια συντροφιά-
ένα δωμάτιο άδειο άσχημα χτυπάει. Πάλι
κάποιος μπορεί να ’ρχόταν
και την κατάντια του να δει δε θ’ ανεχόταν.
Και τέλος είναι κάτι όρθιο
μέσα σε τόσα γκρεμισμένα.
Η ΜΟΥΣΙΚΟΥΛΑ
Όταν το σούρουπο μεστώνει
και πριν ακόμα γίνει βράδυ
τις θείες νότες της απλώνει
μια μουσική γλυκιά σα χάδι.
Πέφτει απαλά σαν τη δροσούλα
μες στη σιωπή της γειτονιάς μου
καθώς ανέγγιχτη νυφούλα
σε γιορτινό κρεβάτι γάμου.
Και με τρυπά σα νοσταλγία
και με πονεί σαν ερωμένη
η μαγική της μελωδία
που στον αέρα είναι χυμένη.
Μήπως του Πάνα η φλογέρα
και του Απόλλωνα η λύρα
ξεπροβοδίζουν την ημέρα
χαρίζοντάς της τέτοια μύρα;
Μήπως σε με που δεν με ξέρει
τη θαλπωρή από το θέρο
και τη γαλήνη από τ’ αστέρι
στέλνει η καλή που δεν την ξέρω;
Ή μην ο αγέρας απ’ τα μάκρη
σοφός ως έρχεται του κόσμου
του ταξιδέματος το δάκρυ
και τη χαρά σταλάζει εντός μου;
Α! Του σπανίου τους του κάλλους
γνώστες αυτοί δεν ειν’ οι ήχοι
από ποιητές φύγαν μεγάλους
κι ήρθαν σε με να γίνουν στίχοι.
ΣΤΟ ΧΩΜΑ
Ωρθώθη ο γίγαντας στα δυο τα πόδια τ’ ατσαλένια
και με το χέρι εχάιδεψε τ’ ατσάλινά του γένια.
Τ' όπλο του το γιγάντινο στα χέρια του αρπάζει
κι ενός νιοπέταχτου πουλιού τα δυο φτεράκια σπάζει.
Κι ως το ’δε ο γίγας τ’ ατσαλιού να σπαρταράει μπροστά του
επόνεσ' η ατσάλινη κι απόνετη καρδιά του
κι έκλαιγε πάνω απ’ του πουλιού το πληγωμένο σώμα
με δάκρυα από σίδερο που βρόνταγαν στο χώμα.
ΝΑ ΧΩΡΙΖΟΥΝ
Του χωρισμού των έφθασεν η μέρα.
Αδύνατον να πάνε παραπέρα.
Το ένιωθαν καλά-το τέλος είχε φθάσει.
Χωρίσανε το βράδυ με αοριστίες
για τη συνάντησιν την επομένην
"τηλέφωνο θα πάρω κάποια μέρα..."
"θα περιμένω-ναι-εξάπαντος..."
Μα ήξεραν πως έλεγαν κενά-
ούτε αυτός θα έπαιρνε, ουτ’ εκείνη
στ΄ ακουστικό θ’ ανέμενε όπως πρώτα.
Είναι μια μέθοδος καλή κι αυτή
γι ανθρώπους ευαισθήτους
να χωρίζουν.
ΟΤΑΝ
Όταν
στον τελειωμό της μάχης της μεγάλης
του γυρισμού το δρόμο παίρνεις νικημένος
κι ακούς ακόμα να ηχούνε καθαρές
του νικητή σου οι χαρούμενες ιαχές
κι η κόλαση ξεχύνεται ξοπίσω σου και μπρος σου φοβερή
τότε
δεν ωφελεί παράδεισους να σκέφτεσαι
για φαντασιώσεις πια καιρός δεν είναι.
Τα βήματά σου σύρε και βολέψου
όπως μπορείς σε μια γωνιά
και τυχερός πολύ να θεωρείσαι
που εκεί σ’ αφήνουνε να μείνεις.
Για δίκαιο μη μιλήσεις-
για δόλον του εχθρού ή ατιμίαν του στη μάχη.
Τα τέτοια σβήστα από τη σκέψη σου τελείως
και από τώρα ήσυχα να ζεις και μετρημένα
με προσοχήν προσέχοντας μεγάλην
μη κάτι που θα κάνεις ή θα πεις
τόνε θυμώσει τον εχθρόν που νικητής εμπήκε στη ζωή σου.
Και ξέρεις δα οι νικητές τι εύκολα θυμώνουν.
ΟΙ ΑΣΧΗΜΕΣ
Στις άσχημες γυναίκες που η μοίρα
τους όρισε αγέλαστη μια ζήση-
που μένουν τα όνειρά τους πάντα στείρα
κι ο ήλιος τους γνωρίζει μόνο δύση…
στις άσχημες γυναίκες που τον πόνο
για σύντροφο πιστό τους έχουν πάντα-
στις άσχημες γυναίκες αφιερώνω
αυτή τη λυπημένη την μπαλάντα.
Σ’ αυτές ποτέ κανείς δε στέλνει δώρα
και ποιήματα θερμά κανείς δε γράφει.
Φορέματα γι αυτές δε φτιάχνει η μόδα
κι είν’ άφωτοι τα μάτια τους δυο τάφοι.
Ο πόθος τις θερίζει κάθε βράδυ
προσεύχονται για έστω μια θωπεία
ελπίζουν όμως άδικα-το χάδι
γι αυτές το ερωτικό μια ουτοπία.
Παράσιτα που ζουν λησμονημένα
σ’ ανθένιο μοσχομύριστο φυτώριο.
Γράμματα με βιασύνη στριμωγμένα
σε κάποιου τετραδίου το περιθώριο.
Μπροστά τους ξεχωρίζουνε δυο δρόμοι:
αυτός της θλιβερής κι ανούσιας ζήσης
μακριά από τους ανθρώπους και ακόμη
μακριά ’π’ του έρωτα τις συγκινήσεις,
κι εκείνος της πικρής της επαιτείας
για χάδια που ποτέ τους δε θα βρούνε
ενώ τα σιγανά της ειρωνίας
τα γέλια, μες στ’ αυτιά τους θα ηχούνε.
Ανέραστες και φρούδες ερωμένες
μια κρύα σαν τις άλλες θα πεθάνουν
νυχτιά, με τις παλάμες απλωμένες
προς έναν ουρανό που δε τον φτάνουν.
Και πάνε στην αφάνεια και στη λήθη-
κανένας μια κυρία δε θυμάται
που μόνη στη ζωή της εκοιμήθη
καθώς και τώρα αξύπνητα κοιμάται.
Αυτά τα λίγα λόγια τα θλιμμένα
στις άσχημες γυναίκες αφιερώνω.
Κι ας μη σκεφτούνε άδικα για μένα-
κι εγώ στον ίδιο πόνο αργολιώνω.
Κι αφού δεν τους εχάρισαν για δώρα
οι θείοι ποιητές αθάνατα έπη
οι άσχημες γυναίκες θα 'χουν τώρα
την άσχημη μπαλάντα που τους πρέπει.
ΝΑ ΦΟΒΗΘΟΥΝ
Το πλοίον τρέχει απτόητον απ’ τα κύματα.
Η θάλασσα ας γυρεύει θύματα-
είναι καλά τριγύρω φυλαγμένο
με σίδερα φτιαγμένο.
Ο πλοίαρχος φλυαρεί με μια κυρίαν
οι ναύτες τραγουδούν στην πρύμνη
κι οι επιβάτες κάτω διασκεδάζουν.
Μ’ αυτό το πλοίον τίποτα δεν έχουν
να φοβηθούν-
είναι καλά τριγύρω φυλαγμένο
με σίδερα φτιαγμένο.
ΣΤΑΡΙ ΣΤΟ ΣΑΚΚΙ
Τόσο πολλά είναι μέσα στον μικρό χώρο
και τόσο κοντά το ’να στ’ άλλο
τα πριν τόσο απλωμένα
που, ασυνήθιστα σ’ αυτό
ασφυκτιούν.
Η μέσα τους ζωή πιεσμένη έτσι
κινδυνεύει
όλη κλείσιμο να γίνει και υπομονή.
Ν’ αγαπιούνται όμως έμαθαν εκεί
χωρίς υπεκφυγές. Αλλιώς
θα ξέφευγαν από την ηρεμία του κέντρου τους
και θα έμεναν χωρίς ελπίδα
κάποτε
σε πεδίο πλατύ να ριχτούνε,
και με της γης την ευλογία, το πράσινο
που τώρα σαν σε όνειρο κατέχουν
να φανερώσουν.
Η ΔΡΟΣΙΑ
Η δροσούλα την αυγή-
η καλή δροσιά
μες στη γειτονιά
στάλα στάλα πέφτει.
Μη της παίρνεις τη ζωή
όταν περπατάς-
μη τήνε πατάς
κόσμε δροσοκλέφτη.
ΜΙΚΡΟ ΠΟΙΗΜΑ
Πάνω στο γράμμα γράμμα
το πρώτο θα σβηστεί.
Πάνω στο θάμα θάμα
το ’να θα ξεχαστεί.
Πάνω στον πόνο πόνος
πα’ στον καημό καημός
διπλά μετράει ο πόνος
διπλά μετρά ο καημός.
Η ΠΡΩΤΗ
Απάνω στο βιβλίο μου
καθώς καθόμουνα στο ηλιοστάσι
μια μύγα ήρθε να διαβάσει.
Τα πόδια της ελύγισε
και ’στάθη λίγο έτσι διπλωμένη
στο διάβασμά της ξεχασμένη.
Κατόπιν εσηκώθηκε
και το σοφό της ξύνοντας κεφάλι
"θεέ μου", είπε, "τέτοιο χάλι
ποτέ δεν το περίμενα:
οι άνθρωποι μοχθούν να μάθουν ό,τι
για μας η γνώση ήταν η πρώτη".
ΜΟΛΥΒΊ
Ξέρω: σε λίγο θα ροδίσεις τα σύννεφα
κι σ’ όλα γύρω σου ένα πορτοκαλί θα δώσεις χρώμα.
Ύστερα κόκκινο, πιο κόκκινο,
που λίγο λίγο αναιμικά θ' αδυνατίζει,
κι όταν τελείως πια θα ’χεις βυθιστεί
ένα μολυβί βαρύ.
Και ξέρω,
τ’ άλλο το πρωί τα ίδια τώρα ανάποδα θα κάνεις
καθώς θα ’ρχεσαι:
μολυβί, κόκκινο, πορτοκαλί
και πια άσπρο-αυτό το ανήλεο
εξονυχιστικά ερευνητικό
παμφάγο άσπρο.
Και κάθε μέρα πάλι τα ίδια...και τα ίδια...και τα ίδια...
Ίδιες ιδέες, ίδιες εικασίες, ίδια πράγματα.
Σε βαρέθηκα ήλιε.
ΠΑΡΑΞΕΝΟ
"Αντίθετα από σε
εγώ έχω εμορφιάν
το σώμα όπως πρέπει καμωμένο
στα μέλη συμμετρίαν
και πρόσωπον ηδύ.
Παράξενο το βλέπω
το αγόρι το δικό μου να τραβήξεις".
"Κι αν έχεις εμορφιάν
και πρόσωπον ηδύ
για την αγάπην είσαι
ένα μικρό παιδί-
δεν έχεις κοιμηθεί
όπως εγώ με τόσους
και ποιος θα σου την μάθει
του έρωτα την τέχνην;.."
ΘΥΜΑΤΑΙ
Ερώτων παρανόμων ιστορίες
μακριά ’π’ την κλίνην την συζυγικήν
θυμάται.
τότε που νέα ήταν και την πρόσεχαν
και μέρα βαρετή καμιά δεν είχε.
(τι αλλαγαί κλινών! τι αλλαγαί σωμάτων!
τι πανδαισία μεθυόντων αρωμάτων!)
Και τώρα να πού έφθασε: έναν αλήτη έχει
κι αυτόν με δυσκολία τον κρατεί.
ΤΟ ΤΩΡΑ
Σκόνη χρυσή που κάθοντας
πάνω στα περασμένα
δίνεις το κάλλος στ’ άσχημα
τη γεια στα πονεμένα…
που δίνεις πλούτο στα φτωχά
δίνεις στα γκρίζα χρώμα
και μέλι κάνεις γκυκερό
κάθε πικρό μας πιόμα…
σκόνη χρυσή που απόμεινες
η μόνη μας ελπίδα
έλα σε μας-το άπατο
του χρόνου ρυάκι πήδα
και μείνε μέσα στο Παρόν.
Τα μαγικά σου δώρα
ανάγκη έχει όχι το Χτες
μα πιο πολύ το Τώρα.
ΘΑ ΚΟΠΕΙ
Πατά γυμνός σε πετρώδη εδάφη
μακριά ’πο ήλιου φως
και κύκλους μέσα στο σκότος γράφει
σαν λύκος μοναχός.
Οσμήν εχάρισε μόνο η φύση
στο σώμα το σκυφτό
και όπου κάπου του Έρωτα ανθίσει
το ρόδο το γλυκό
ταχύς πετά ο πανικός της Αγάπης
σαν σκότους αστραπή
και πριν χαρεί ευωδιά ο διαβάτης
το άνθος θα κοπεί.
ΦΟΡΩΝΤΑΣ
Φορώντας το πράσινο
φορώντας το κίτρινο
φορώντας το μπλε
μας κόπιασες Άνοιξη.
Σαν νύμφη χορεύοντας
σαν κόρη ερωτεύοντας
σαν νια τραγουδώντας
μας κόπιασες Άνοιξη
κρατώντας τ’ αστέρι
κρατώντας τ’ αγέρι
κρατώντας φιλί.
Και κραδαίνοντας την ανυπομονησία
τον παραλογισμό
και την ασπλαχνιά μας ήρθες.
ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ
Στην τελευταία ντυμένες μόδα
ωραίες, τρυφερές, χαριτωμένες
με μύρα στολισμένες και με ρόδα
κυρίες ιδανικές κι εκλεπτυσμένες.
Τις φωτισμένες κοσμούν βιτρίνες
μεγάλων και λαμπρών καταστημάτων.
Ποτέ τους δεν ξαπλώνουνε σε κλίνες
ερώτων ή σ’ ανάκλιντρα θανάτων-
για κείνες είναι ζωή τους όλη
μια στάση αυστηρά καθορισμένη
κι ουτ’ έχουνε ποτέ αργία ή σκόλη
και ώρα για ξεκούραση δοσμένη.
Μον' όταν βράδυ τα φώτα σβήνουν
κι η Νύχτα με το Θάνατο φιλιούνται
εκείνες απαλά τα μάτια κλείνουν
και, δίχως να τις βλέπουμε, κοιμούνται.
Η ΚΥΟΦΟΡΟΣ
Γι αυτήν
ξαφνικά όλα πιο μεστά είναι. Το Αϊδιο
όρμησε μέσα της
σφιχτά κρατώντας όλα τα πρόσκαιρα στα νοητά του χέρια και προετοιμαζόμενο
γι άλλη μια φορά
τις βαριές του ν’ ανοίξει κουρτίνες.
Κολυμπώντας στο αίμα
και σε βελούδινους πάνω κροσσούς κοιμώντας
θα ενοικήσει εκεί
ώσπου σε γνώριμη μια να δεθεί μορφή-
που κιόλας απ’ τους έξω είναι αναμενόμενη-
γνώριμη τόσο που προτού
με όλες τις ιδιοτυπίες της φανεί
καλυπτήρια έκτυπα του σώματος και των μελών της
η κυοφόρος ετοιμάζει.
Και από τα μέσα της μαστορέματα ζάλη μόνο
από την Αντίθετη Πορεία θα νιώθει
και θα εμέσσει από το Αδιαχώρητο
που κι αυτά όμως
λέγοντας απλά "είμαι έγκυος"
σαν δήθεν επαϊουσα
θ' αντιπερνά.
ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΜΑΣ
Οι ποιητές μας παίρνουν τη ζωή και τη σκαλίζουνε
και τη διϋλίζουνε, την κοσκινίζουνε, την αναλύουν…
και βρίσκουν μέσα της μονάχα πίτουρα
και περιττώματα και σάπια φλούδια.
Ύστερα
λίγο έκπληκτοι, όμως αποφασιστικά
παίρνουν απ’ το μπακάλικο χρυσές μπογιές κι αρώματα
και με πολλή πολλή επιμέλεια
ντύνουν τα πίτουρα χρυσάφι κι ευωδιές τη βρώμα.
Ας ειν’ καλά, σ’ ένα μασκάρεμα καθώς αυτό
οι ανεύθυνοι αρέσκονται-ο κόσμος όλος.
Ομως τ’ Ωραίο
το Ιδανικό
το Αληθινό
το Απροσποίητο
βρίσκεται-απροσπέλαστο γι αυτούς-
στον άλλο πόλο.
ΣΠΙΘΑ
Έχω ένα σκυλί. Μες στον κόσμο αυτόν
τον εχθρό και το σάπιον
έχω κάποιον
Σα με δει κουνά
χαρωπά
την ουρά του.
Αν φανεί ντορής
ρίχνει ευθύς
τ’ αυτιά κάτου.
Κότα ή πουλί
σε βολή
δεν αφήνει
κι "έλα!" σαν του πω
τρέχει εδώ
με βιασύνη.
Βόλτα όταν πεζοί
οι δυο μαζί
κάπου πάμε
γλώσσα ίδια μια
μοναχά
δεν μιλάμε.
Μα αίσθησες και νους
με κοινούς
ρυθμούς τρέχουν
κι ούτε μια στιγμή
βαρετή
τα δυο έχουν.
Έχω ένα σκυλί. Μες στον κόσμο αυτόν
τον εχθρό και τον σάπιον
έχω κάποιον.
Ο ΠΕΡΙΠΤΕΡΑΣ
Όταν του μιλούν απ’ το παράθυρο
σαν να μιλούν σε νεκρόν είναι.
Και σε αρρώστους ακόμα, αλλιώς
τις λέξεις-με απαίτηση-συλλαβίζουν.
Από σπλαχνιά μπορεί και να το κάνουν
για τους ίδιους
να μην του δώσουν την οδύνη τους να καταλάβει
που τόσα πράγματα τους λείπουν.
Εκείνος
θαρρετά τους κοιτάζει
και ό,τι αυτοί θα ’θελαν
μ’ εν’ άπλωμα του χεριού του αυτός έχει.
Και όταν τον πληρώνουν
σαν έναν οβολό να του δίνουν είναι
για να τους περάσει απέναντι
στο δικό του βασίλειο.
ΞΗΜΕΡΩΜΑ
Το φως του λαμπτήρα ξάφνου,
την εξουσία του χάνει.
Φέγγει ακόμα, μα νιώθει
ο βασιλιάς έρχεται, και θαμπωμένο
μπρος του αναπότρεπτα θα υποκλιθεί.
Θορυβώδη ποδοβολητά στρατιών ακτίνων
που από μακριά, γρήγορα φτάνουν
κάνουν να τρέμει
και πελιδνό να γίνεται κάθε αναμμένο.
Από το μέτωπο της φωτιάς
το στέμμα κατρακυλάει
ψυχρό κιόλας.
Λίγο ακόμα και όλα θα νήχονται
μέσα στην πηχτή, απρόσμενη
ανηλεή θάλασσα, μέχρις ότου
η ξαφνική, παράλογη κατοχή, πάψει,
και τ’ αστέρια το τρεμοφέγγισμα
και την ωχρότητά τους πάλι φανερώσουν.
Ν' ΑΓΚΑΛΙΑΖΑΝ
Πεύκων δάση, αγριοπούλια,
ψηλοκόρυφα βουνά,
λαμπροήλιε, αστέρια, πούλια
χίλια θάματα αυγινά…
λάλο ρυάκι, θεία δύση
άνοιξή μου γιορτινή,
φθινοπώρου εσύ μεθύσι,
καταγάλανοι ουρανοί…
τι κι αν είστε ωραία τόσο
είστε τόσο αλαργινά…
Α! Να γίνονταν ν’ απλώσω
τα δυο χέρια τα ορφανά
και πιο τέλεια-και πιο πλέρια
να σας νιώσω-πιο βαθιά…
Α! Ν’ αγκάλιαζαν τα χέρια
όσα χαίρεται η ματιά!..