Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2019

      Ο ΓΑΜΟΣ

Παντρεύεται ο λόφος
και παίρνει την κυρα-Άνοιξη.
Οι μυγδαλιές κοιτάζουν
το θέαμα με κατάνυξη.

Μαργαριτούλες πλέκουν
στεφάνι νυφικό
των μερμυγκιών με χάρη
καλπάζει το ιππικό.

Κρατούν οι πεταλούδες
την άκρη του φορέματος
πλαντούν οι παπαρούνες
στο χρώμα του αίματος.

Κι ως φεύγει ο κυρ-Χειμώνας
γυρνά την κεφαλή
και στέλνει στο ζευγάρι
χαρούμενο φιλί.


        Ο ΠΥΡΓΟΣ

Δεν ξέρω ποιο πλοίο εδώ μ΄ έχει αφήσει
μα ξέρω καλά-θα 'ρθει πάλι μια μέρα
και κάποιος τον πύργο να δει θα ζητήσει
που θα 'πρεπε να 'χτιζα σε τούτη την ξέρα.

Γι αυτό μόλις πάτησα το πόδι μου απάνω
σε τούτο το ανάχωμα, με πάθος και ζήλο
τον πύργο μου άρχισα αμέσως να χτίζω
στιβάζοντας σίδερο και πέτρα και ξύλο.

Μα κάθε που είχα σχεδόν τελειώσει
ενός μανιασμένου αέρα το πείσμα
φυσώντας με πάθος και δύναμη τόση
εγκρέμιζε πάντοτε τ' ωραίο το κτίσμα.

Το ύψος θα είναι μικρό της ποινής μου;
Μεγάλο; Το χρέος μου θα εξοφλήσει;
Θα ειν' αδυσώπητος κριτής ο κριτής μου;
Μετρούν τα συντρίμμια στην όποια του κρίση;

Μα ενώ ζοφερές κάνω τέτοιες προβλέψεις
για του δικαστή μου το αλύπητο μέτρο
φορές συλλογιέμαι-παιχνίδια της σκέψης...-
μη χτίστηκε ο πύργος μου κι εγώ δεν τον βλέπω;
      ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΤΑ ΖΗΤΑ

Κάτω απ' τον πάγκο ο μαραγκός τον βρώμιο και λερό
σκεπάζοντάς τα και με μια βαριά καφέ κουρτίνα
κρύβει απ' τα μάτια του κοινού τα πράγματα εκείνα
που είν' εκεί από πολύν, αμέτρητον καιρό.

Κάτι εργαλεία παλαιά, φθαρμένα απ' τη δουλειά
πλάνες, τροχούς, παλιόξυλα, πασέτα χαλασμένα,
δουλειές που δεν παράδωσε, ρούχα δουλειάς σκισμένα
και ένα πάντοτε σχεδόν κλουβί για τα πουλιά.

Κι αν κάποια μέρα του 'λεγαν πως φτάνει χαλασμός
και ότι πράγματα πολλά δεν γίνεται να σώσει
πλέον ή βέβαιο είναι πως θα 'θελε να γλιτώσει
εκείνων των παράξενων πραγμάτων ο εσμός.

Ίσως γιατί έχει δεθεί η ζήση του μ' αυτά`
ίσως γιατί μπορεί μ' αυτά να κρύβει κάποια γύμνια`
ίσως γιατί ξέρει καλά πως σαν αυτά συντρίμμια
δικά του θα 'ναι πάντοτε-κανείς δεν τα ζητά.

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2019

        ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΠΟΥ 'ΧΩ

Τα όνειρα που 'χω στη ζωή καμωμένα
περίλυπα στέκουνε γύρω από μένα
και κλαιν τα ματάκια τους και θλίβει η μορφή τους
και πέφτουν ρικνοί-μαραμένοι οι ανθοί τους.

"Γιατί", με ρωτάνε, "γιατί να μας πλάσεις;
Τα ράκη εμείς κι οι ζητιάνοι της πλάσης.
Αστέγαστα, ατέλεστα, κούφια γυρνάμε
κι η νύχτα μας έφτασε και πια πού θα πάμε;"

Κι εγώ πονεμένα κι έτσι έρμα ως τα βλέπω
με όση μ' απόμεινε θέρμη τα σκέπω
και δίχως μιλιά... τι να πω... τι να πούμε...
μαζί περπατάμε...μαζί προχωρούμε...
        ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ

Ήταν ένα βαθύ χωματένιο πηγάδι
με τα χείλη σκληρά, ξεραμένα.
Σαν την πύλη μου έμοιαζε του Άδη
και θανάτου ιδέες και σκέψεις μου εγέννα.

Μας ελέγαν πως όποιος εκεί μέσα κοιτούσε
θε΄να έβγαινε μέγα ένα χέρι
που εντός του σφιχτά θα τον κλειούσε
και σε κάποια φριχτά θα τον πήγαινε μέρη.

Την ημέρα δειλά το πλησίαζα λίγο
μα το βράδυ κοντά του αν βρισκόμουν
εβιαζόμουν μακριά του να φύγω
κι από φόβο κοντά στους μεγάλους κρυβόμουν.

Ένα κρύο πρωί με μανία που φυσούσε
την "τρελή" βρήκαν μέσα πνιγμένη-
από μπρος δε θα ξαναπερνούσε
απ' το σπίτι μας πάλι στα μαύρα ντυμένη.

Το πηγάδι αυτό κάθε πρωί που ξυπνάω
αντικρίζω να χάσκει εμπρός μου `
και χιλιάδες τα χέρια του κόσμου-
κι ως για με, τώρα πια για μεγάλος μετράω.
          ΠΟΣΟ…

Σε ζοφερή μέσα μια ζήση
όλοι μου φύγαν οι καιροί.
Πόσο, ζωή, δε σ' έχω ζήσει
πόσο, χαρά, δε σ' έχω βρει...

Σα στην ομπρέλα όπως κυλάει
και πάει πέρα η βροχή
έτσι κι εμέ μου 'πεφτε πλάϊ
και κάθε μου έφευγε εποχή.

Κι η λιολουσμένη γι άλλους νιότη
κι η αντρότη, κι η μεσοκοπιά
πικρό για μένα καταπότι
και τώρα και τα γερατειά.

Χαμένα όλα. Και χαμένος
μέσα σ' αυτά πρώτος εγώ
σαν ένας πάντα πεθαμένος
ή σαν αγέννητος να ζω.

Χωρίς ν' ανάψει έχει σβήσει
της ύπαρξής μου το κερί.
Πόσο, ζωή, δε σ' έχω ζήσει
πόσο, χαρά δε σ' έχω βρει.

(και για να μη τη χάρη να 'χω
πως είναι όλα μου νεκρά
σαν από μια πηγή σε βράχο
τρέχουν τα μάτια μου πικρά).
            Η  ΠΑΧΥΣΑΡΚΟΣ

Όπως ταξιδεύει ο ίσκιος των πραγμάτων
και όπως αλλάζουν χέρια τα τραπουλόχαρτα
έτσι κι αυτή κυκλικά
από την ευαισθησία της φεύγει.

Αιδώ και ταπεινοφροσύνη αποχωρίζεται ,
την προσποίηση απωθεί,
και σαν από ευρύχωρον ηθμό περνούν έξω της
όλες οι δυνατότητες των λεπτών διακρίσεων.

Η αντίστασή της στην κατάκρισι μεγαλώνει
και μικραίνει στην πρόκληση των εδεσμάτων.

Έτσι η παχύσαρκος
η γεμάτη στα μάτια όλων
άδεια τω όντι μένει από κάθε τι
εκτός από τη σιγουριά
(που κάτω από τα ρούχα της ασφυκτιά
μονήρης και συρρικνωμένη και παρηγορήτρα)
πως όλα τα διωγμένα θα την πλημμυρίσουν πάλι
όταν κάποτε,
στο μέλλον-
όποτε θελήσει-
αδυνατίσει.