Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2019

ΠΑΝΤΑ

Πάντα έρχεται ο θάνατος
κι αφού κανείς αθάνατος
όλοι την πίκρα πίνουν.
Γυρνά του Χρόνου ο τροχός

κι ή πλούσιος είναι ή φτωχός
όλοι μια μέρα αφήνουν
την τελευταία τους πνοή.
Μια δροσερή αναπνοή

σκορπούσαν κι ένα μύρο.
Τώρα κλειστά τα στόματα
και τυμπανιαία πτώματα
βρωμιές σκορπούνε γύρω.
         ΣΤΕΝΟΤΗΣ

Στενότης χώρου και χρημάτων
αμείλικτα τον περιζώνει.
Η θέα ανάρμοστων πραγμάτων
την περηφάνια του πληγώνει.

Δεν έχει χώρο για το μπάνιο..
κι έχει σκουριάσει το κρεβάτι..
…θα πάρει ένα δάνειο,
μ'  αυτό θα κάνει κάτι…

Των φαγωμένων του ενδυμάτων
δύσκολα πια μετριούνται οι χρόνοι.
Η ζήση του εκατό θανάτων
την ευτυχία λες ξεπληρώνει.

Όμως με ύφος αρειμάνιο
βλέπει τριγύρω του το μάτι.
Θα πάρει ένα δάνειο.
Μ'  αυτό θα κάνει κάτι.
             ΕΝΑ  ΚΡΥΦΟ

Οι φλέβες στα πόδια του ξαδέρφου μου του φεγγαριού
το κόκκινο γαρύφαλλο στο πέτο του
η επιείκεια στη ματιά του
όλα γνώριμα.

Ο έρωτας της πέτρας και του ρυακιού
το διαρκές αγκάλιασμά τους
η αιώνια, ακατάλυτη ψυχή του ήλιου μες στο έλατο-
όλα οικεία.

΄Όμως
ας είμαι μια υγρή παραφυάδα της νύχτας μόνο, 
ας είμαι ο ήχος του ραβδιού που μες στα χέρια μου κρατώ ανεβαίνοντας
καθώς αυτό χτυπάει σε κάθε βήμα μου στις πέτρες, 
ας είμαι το στραφτάλισμα των φύλλων μες στα δέντρα,
καθώς οδεύω
πρέπει
να σταθώ στη βρύση
να γευτώ λίγο νερό
να δώσω μια με το ραβδί σε κείνο τ’  αγριόχορτο
κι αφού απ’  του πεύκου τον κορμό κόψω παχιά μια φλούδα
κι ενώ θα τη σκαλίζω
πρέπει
να πω μέσα στ’  αυτί της ερημιάς
τα λόγια που οφείλω-
τα λόγια που θα έλεγα αν θα είχα
ένα κρυφό...
ένα όμορφο...
κάτι για να μ'  ακούσει.
Η  ΓΡΑΦΗ

Θα γράψω απόψε μια γραφή
μαύρη στο μαύρο μέσα
απ'  την καρδιά μου ν'  αρχινά
να μπαίνει στη δική σου

να γράφει του έρωτα γραφτά
και της αγάπης λόγια
γραφτά και λόγια να χτυπούν
θανατερά φτεράκια

να θανατώνουν τις καρδιές
όπου  ήθελ'  ακουμπήσουν
και τη δική σου την καρδιά
να διπλοθανατώσουν.

Κι εγώ ταφόπετρα βαριά
επάνω της θα βάλω
μη σηκωθεί κι όπως πριχού
με κοροϊδεύει μάτα.
ΝΥΧΙ  ΔΡΑΚΟΥ

"Νύχι δράκου-πόδι χήνας και κροκόδειλου χολή
λιόντα χαίτη-νυχτερίδας μαυροφτέρι και καρδιά
και καρποί από κυπαρίσσια και απήγανου κλαδιά-
ολ'  αυτά μαζί βρασμένα νύχτα μαύρη και θολή

κι έλα-έλα πεθαμένε τ'  ειν'  ο θάνατος να πεις
μας λιανίζει  η απορία και μας λιώνει  η πεθυμιά
να γνωρίζουν δεν μπορούνε τα φθαρτά μας τα κορμιά`
έλα πνέμα-έλα πνέμα τ'  είν'  ο θάνατος να πεις".

"Μη την πλήρη μου ηρεμία με τα μάγια σου χαλάς.
Όση γνώρα κι όση γνώση της ζωής έχετ'  εσείς
και του θάνατου ίδια γνώση κι ίδια γνώρα έχουμε εμείς:
η ζωή για σας σκοτάδι-νύχτα ο θάνατος για μας".
     ΧΡΟΝΙΑ  ΣΤΗΝ  ΠΛΑΤΗ  ΣΟΥ

Χρόνια στην πλάτη σου με κουβαλάς
και, γη μου, αγόγγυστα με σεργιανίζεις.
για με θερμίδες εσύ χαλάς
και τ'  οξυγόνο σου χαλαλίζεις.

Μα η ώρα έφτασε τώρα κι εγώ
αυτά που  μου 'δωσες να στα ξοφλήσω
κι άκοπα  όσα τώρα τρυγώ
η ώρα ήρθε να πάρεις πίσω.

Όπου και να  'ναι απαρατώ
και σεργιανίσματα και οξυγόνο
κι εγώ στην πλάτη θα σε κρατώ`
και ανταλλάγματα δε θ'  αξιώνω.
ΤΟ  ΑΕΡΟΠΛΑΝΟ

Το ψηλό το παραθύρι
η καλή μου το  'χει γείρει
δεν ανοίγει να τη δω
και σαν ρόδο αργομαδώ.

Όλη νύχτα θα κρατήσει
το μαρτύριο που  'χει αρχίσει
σαν εικόνα μαγική
να ’ν'  αυτή κρυμμένη εκεί.

Να  'χα ένα  αεροπλάνο
και ν'  ανέβω εκεί πάνω
και να κάνω γης μαδιάμ
το κονάκι της μαντάμ,

παραθύρι να μη μείνει
και να μη μπορεί πια εκείνη
απ'  τα τζάμια τα θολά
μετ'  εμένα να γελά.