Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2018

              ΞΕΡΑΙΝΟΥΝ

Kαράβι περίμενε, μη φεύγεις ακόμα
μη σ’κώνεις τη γέφυρα που πιάνει στο χώμα
για ξένα λιμάνια πανιά μην ανοίγεις
καράβι μου στάσου-ακόμα μη φύγεις.

Μαζί σου ένας μάγος που όλα μαγεύει
μαζί σου ένας μάγος κακός ταξιδεύει
μακριά για να πάει-μακριά για να φύγει
πανιά μέσα στ'  άσπρα πανιά σου ανοίγει.

Μαγεύει ανθρώπους και κείνοι αρρωσταίνουν
μαγεύει τα δέντρα και κείνα ξεραίνουν
μαγεύει κορίτσια και κείνα πλαντάζουν
μαγεύει καράβια και κείνα βουλιάζουν.

Tο μάγο που μέσα μου φλόγες ανάβει
μαζί σου μην παίρνεις καλό μου καράβι.
Kοντά μου άφησέ τον και όρκο σου δένω
σαν θα  'ρθεις να έβρεις αυτόν μαγεμένο.
             ΚΑΛΛΙΤΕΡΗ

Σα σβήσει ο λύχνος τότε τον θυμούνται
αυτοί που τώρα είναι στο σκοτάδι.
Με νόστο τη ζωή τη συλλογούνται
αγύριστα όσοι βρίσκονται στον Άδη.

Το δέντρο σαν κοπεί κι ο ίσκιος πάψει
του ήλιου να μετριάζει το λιοπύρι
τότε κι η νοσταλγία θε'  ν'  ανάψει
για το άμοιρο το δέντρο που  έχει γείρει.

Και λέω κι εγώ αφού όταν πεθάνουν
τα βρίσκει όλα ο έπαινος κι ο αίνος
οι στίχοι μου εντύπωση θα κάνουν
καλλίτερη σαν θα  'μαι πεθαμένος.
         ΕΝΩΠΙΟΝ

Ο γάμος μας έγινε ενώπιον
ζωυφίων και χλόης
(νυφικό τ' άσπρο σου δέρμα).

Μυρμηγκάκια και λαμπρίτσες
περπατούσαν στο κορμί σου
ένας σκύλος εκουνούσε
την ουρά πασιχαρής
και μια σαύρα λαθροβιώσα
μας εκοίταζε αδρανής.

Χλόη πάνω στ'  άσπρο δέρμα-
άσπρο δέρμα πα' στη χλόη
(νυφικό τ'  άσπρο σου δέρμα)
ο γάμος μας έγινε ενώπιον
ζωυφίων και χλόης.

 ΕΜΠΡΟΣ  ΠΑΙΔΙΑ  ΓΕΝΝΑΙΑ  ΜΟΥ

Θα υφώσω τη σημαία μου!
Εμπρός παιδιά γενναία μου!
Νευρά και αρτηρίες μου,
και μυ'ς μου και μυαλά μου

δώστε  ένα χέρι βοηθερό
να σ'κώσω από χάμου
το λάβαρό μου-έφτασε,
κι ας άργησε η σειρά μου.

Σ'  αυτόν τον τόπο πό' γειρα
ποτάμια αίμα ολόγυρα,
σαπίζουν άλλα πτώματα
κι άλλα ζεστά είν'  ακόμα

(το πρωινό έτσι άρχισε
κι έτσι τραβάει το γιόμα)-
σφαίρες, βροντές, καπνοί παντού-
πήρε φωτιά το χώμα.

Μα πάνω από τα πτώματα
που σμίγουν με τα χώματα
σημαίες ανεμίζουνε
και πλέουν στον αέρα`

τα χρώματά τους τα λαμπρά
στο μαύρο είναι φοβέρα
ανθός το καταχείμωνο,
δροσό νερό στην ξέρα.

Ως τώρα εφοβόμουνα
και χάμου εσερνόμουνα
κι ωχρό ένα παλιοκούφαρο
σε λίγο θε να γίνω-

μα τη σημαία μου στη γη
πεσμένη δεν αφήνω.
Βοηθάτε με παιδάκια μου
γιατί όπου να  'ναι σβήνω.

Βοηθάτε με γενναία μου-
θα υψώσω τη σημαία μου.
Τον τόσο χρόνο που  'χασα
βοηθάτε να κερδίσω:

πριν στου πολέμου τη βοή-
στη μάχη πριν να σβήσω
ένα πανί τουλάχιστο
καθώς κι οι άλλοι ας στήσω.
                     ΓΥΜΝΟΣ

Ωραία λοιπόν...
κάτι καινούργιο έρχεται.
Καλώς να  'ρθεί
(έξω βρέχει).

Και τι μπορεί να  'ναι καινούργιο
για όποιον έχει δει λουλούδια μαραμένα;
Για όποιον έχει δει  το στόμα ενός μικρού παιδιού
γεμάτο αρρώστια έτσι που η γλώσσα του
να μη χωρά στο στόμα του και να προβάλει-
και τον πατέρα να  'ναι όλος ένα βλέμμα πετρωμένο
στον ίλιγγο της απορίας και του χάους;

Και τι μπορεί να 'ναι καινούργιο
για όποιον βρέθηκε γυμνός
ανίσχυρος-ίδιος εν'  άδειο ηχείο-
ανάμεσα σε αέρηδες που ερίζουνε ποιος θα τον πρωταρπάξει;
Για όποιον είδε κοριτσόπουλα να προκαλούν
χαϊδεύοντας τη φούστα τους για λίγο ανεπαίσθητα…
γι αυτόν που ξέρει πως οι συνδυασμοί των λέξεων έχουν υπάρξει όλοι...
για όποιον έχει δει τον ήλιο να ζυγιάζεται
στου τόξου τη χορδή προτού
στοχεύοντας το κέντρο κάθε ακτίνας του εκτοξευτεί...
γι αυτόν που ο βαρύτερος χειμώνας ειν'  της Άνοιξης...
γι αυτόνε που ο θάνατος έχει ερθεί πολλές φορές και δεν τον βρήκε...

Και τι μπορεί να  'ναι καινούργιο για όποιον ξέρει
πως είμαστε όντα ψεύτικα
είδωλα σκοτεινά μελλόντων όντων που κάποτε ύστερα θα ζήσουν και που κάποιο
αντίστροφο προβολικό μηχάνημα  τα μεταγράφει
και τα προβάλλει και τα εντυπώνει
στο φως που εβαρέθηκε να ταξιδεύει;
Ωραία λοιπόν..
κάτι καινούργιο έρχεται.
Καλώς να  'ρθεί
(έξω βρέχει).
  Η  ΑΘΛΙΑ

Πληγές στο πρησμένο της σώμα
που σύρμα το δένει γερό.
Ριγμένη στο άνυδρο χώμα
με δίχως τροφή και νερό.

Θ'  αντέξει περίπου τρεις μέρες. `
περνώ κάθε τόσο από δω-
περνάω από τούτες τις ξέρες
και μου  'τυχε κι άλλες να δω.

Να!  Τώρα κι αυτή ξεψυχώντας
με βλέφαρα μισοκλειστά
θα δει να τη φτύνω περνώντας
απ'  τ'  άθλιο κορμί της μπροστά.

Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2018

ΔΕΝ  ΕΠΡΕΠΕ

Δεν έπρεπε την "ΠΡΕΒΕΖΑ" να γράψεις  Καρυωτάκη.
Λαγοκοιμόνταν μέσα μας οι σαρκοβόροι δράκοι,
η Απελπισιά, το Αδειανό, κι ο Φόβος ο Μεγάλος.
Νανούρισμα λες ήτανε ο εντός μας μέγας σάλος

τους αποκοίμιζε, κι εμείς ξεκλέβαμε τα χρόνια.
Οι κάργιες όμως ήρθανε στων δέντρων μας τα κλώνια
κι ο σοβαρός ο δάσκαλος με την εφημερίδα
σκότωσε την που πρόβαλε απ'  τα βιβλία ελπίδα.

Της Ανοχής και της Μικρής Ανάγκης το κουβάρι
αργά εξετυλίγονταν πριν ο άνεμος το πάρει
της "ΠΡΕΒΕΖΑΣ" και άκλωνο στην άκρη το πετάξει-
στη θεωρία περιττό κι ανώφελο στην πράξη.

Μα τίποτα δεν έμεινε μέσα μας να  'ναι φίλιο
όταν στη δεύτερη στροφή θανάτωσες τον ήλιο.
Ξυπνήσαν τότε τα θεριά, ορθώσαν το κεφάλι
και τη νικήτρα ενάντια μας ορέχτηκαν την πάλη.

Κι όταν του όπλου σου η κραυγή μάτωσε τον αέρα
επήγε και το πρόσχημα το τελευταίο πέρα:
οι δράκοι μας εσπάραξαν κι αφήσαν μόνο ράκη.
Δεν έπρεπε την "ΠΡΕΒΕΖΑ" να γράψεις  Καρυωτάκη.