Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2018

      Θ’  ΑΝΑΣΤΗΣΩ

Στρατιώτες λογχοφόρους θέλω εγώ
δε θέλω Σίμωνες στην άγρια μάχη
κι ούτε με ψεύτικες ελπίδες ζω-
ξέρω: ανάσταση για μένα δεν υπάρχει.

Ποιος ξέρει… ίσως μέσα μου να κλείνω
τη δύναμη που θα  'ρθει να με σώσει-
που θα με κάνει τις πληγές να υπομείνω
και ίσως ίσως το σταυρό μου να σηκώσει.

Όχι!   Δε θέλω Σίμωνες εγώ!
Μονάχος το σταυρό μου θε'  να στήσω
μονάχος μου διπλά θα σταυρωθώ
κι ένα Χριστό δικό μου θ'  αναστήσω.
           ΝΑ  ΦΑΝΤΑΣΘΕΙ

Με έντασιν πολλήν
κάποτε προσεπάθει
τη μοναξιάν να φαντασθεί
και να την τραγουδήσει-
τι ποιητής θα ήταν αν δεν έγραφε
και κάτι περί μοναξιάς…

Τώρα
στη μοναξιάν τελείως βουτηγμένος
δεν την τραγουδά.
Αυτή ωραία για κείνον τώρα γράφει
αυτή ωραία τον τραγουδά
και τον χορεύει.
Κι ούτε κοπιάζει να τον φαντασθεί
εντάσεις και προσπάθειαι δεν της χρειάζονται-
καταδικός της είναι.
       ΤΟ  ΜΑΡΑΖΙ

Καράβι μαύρο αρμένιζε
με μαύρα τα πανιά του.
Μαύρα φορούν οι ναύτες του
κι ειν'  η καρδιά τους μαύρη.

Την κόρη πα'  να θάψουνε
του έρμου καπετάνιου
που πέθανε απ'  τον έρωτα
κι απ'  το πικρό μαράζι.

Μαζί τους την επαίρνανε
την πήγαιναν μαζί τους
μαζί τη σεργιανίζανε
σ'  Ανατολή και Δύση.

Και σ'  ένα απ'  τα ταξίδια τους
κει κάτου στη Βομβάη
ένα ωραίο παιδόπουλο
την κόρη ξεπλανεύει.

Για μια βραδιά τη γνώρισε-
για μια βραδιά τη  'χάρη
και το πρωί σηκώνεται
και κάνει για να φύγει.

"Πού πας παλληκαράκι μου
και πού μ'  αφήνεις μόνη;
Με μάγεψες-με πλάνεψες
και τώρα πας και φεύγεις;"

"Άλλο καράβι έρχεται
απόψε στο λιμάνι
και μέσα έχει όμορφες
ωσάν τον ήλιο κόρες."

"Ήλιος αυτές-φεγγάρι εγώ
βροχή κι εγώ δροσούλα
κι άμα με κάνεις ταίρι σου
καράβι θα σου δώσω."

"Εγώ γαμπρός δε γίνομαι`
σε γάμο δε στεριώνω`
κι έχει καράβια ο κύρης μου
σαράντα μετρημένα."

Βαρκούλα παίρνει ολόχρυση
παίρνει κουπιά ασημένια
στη θάλασσα ξανοίγεται
και πέφτει στα νερά της.
    ΜΕΙΝΕ!

Της γης το κουφάρι πατώ
και μέσα του χώνω
σαν ξίφος το πόδι μου
σημαία ξεδιπλώνω
στητός χαιρετώ
καλό ξεπροβόδι μου.

Καλό μου ξημέρωμα
στο βράδυ του δρόμου
που μόνος τραβώ
λευκό έχω φτέρωμα
κι αστέρια οδηγό μου
στο φως για να βγω.

Και μεσοστρατίς
(ποια χείλια την είπανε)
στριγγιά ακούω: "μείνε!
Γυρεύεις να βρεις
το φως που δεν ήτανε-
το φως που δεν είναι."
ΘΕΟΣ  ΜΑΚΕΛΛΕΥΤΗΣ

Ένας θεός μακελλευτής
χρειάζεται 'δώ πέρα
που να κρατεί στο χέρι του
μεγάλη μια μαχαίρα.

Να πελεκάει ζερβόδεξα
το θεϊκό του χέρι
κι όλα του κόσμου τ'  άσχημα
να κόψει σάπια μέρη.

Και γύρω γύρω κόβοντας
την πλάση του, ν'  αφήσει
μονάχα τον πυρήνα της
κι αυτός να ξανανθίσει.

Και τέτοια να ’ναι  η ευλογιά
που στ'  άνθισμα θα δώσει
που ένα κλαδί μόνο να βγει
κι άλλο να μη φυτρώσει.

Του Πόθου να  'ναι το κλαδί
τα φύλλα της Αγάπης
κι ηδονικούς γλυκούς καρπούς
να χαίρεται  ο διαβάτης.

Και όλα να 'ναι ηδονικά 
κι Έρωτας όλα να  'ναι
καθώς οι κύκλοι της ζωής
αιώνια θα κυλάνε.

Ένας θεός που σ’ όλα του
να μοιάζει του Θανάτου-
ένας θεός μακελλευτής
χρειάζεται  'δώ κάτου.
Ο  ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ

Χαρταετός είμαι ψηλός
που πλέω στους αιθέρες
ξένιαστες νύχτες κι όμορφες
χαρούμενες ημέρες.

Μ' αστέρια κάνω συντροφιά
τις νύχτες, και τη μέρα
στον ήλιο μας το βασιλιά
λέω πρώτος καλημέρα.

Πετώ, βουτώ, λικνίζομαι
χάνομαι, ξαναβγαίνω
με τα πουλιά στο πέταγμα
στη χάρη παραβγαίνω.

Κι η φουντωτή μου η ουρά
στολίδι και χαρά μου
αυτή και πόδια και καρδιά
και χρυσωπά φτερά μου.

Η μοναχή σκοτούρα μου
ο σπάγκος που με δένει
σαν αφαλός μου με τη γη
και διόλου δε σωπαίνει

μόνο συνέχεια μουρμουρά
στ'  αυτί μου: «δίχως  'μενα
όλα όσα πριν αράδιασες
θα  'ταν για σένα ξένα».
 ΧΩΡΙΣ  ΣΚΟΠΟ

Ατέρμονη ρουτίνα στη δουλειά
κάποτε κάποτε μια αγκαλιά
αγώνας άγχος και φασαρία
η ίδια πάντοτε ιστορία.

Από το λίκνο κι ως τη θανή
χαρά κι ελπίδα δε θα φανεί
η ζήση πόνος-μονάχα πόνος`
και μόνος ο άνθρωπος-μόνος-μόνος.

Μικρά μεγάλα όλα φθορά
κι όλα πουλιούνται στην αγορά
βιασύνη, ζήλεια, αιδώς, βλακεία
όλα στο κόστος-μικρή αξία.

Και προχωρούμε χωρίς σκοπό
Προς δύο μέτρα χώμα νωπό
Κι ολη η πορεία μας μια οδύσσεια
από τη μήτρα στα κυπαρίσσια.