Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2018

            ΓΟΥΡΟΥΝΙΣΙΑ

Παχιά γουρούνια μας ρουφούν το λιγοστό μας αίμα.
Τον κόπο μας καρπώνονται, το μόχθο μας τρυγάνε
και τεχνικά ταιριάζοντας το δόλο και το ψέμα
νόμους εφτιάξαν και σα ζα μ'  αυτούς μας κυβερνάνε.

Τη γυριστή ουρίτσα τους και το παχύ πετσί τους
κατ'  από ρούχα όμορφα κρύβουν σαν των ανθρώπων
στολίδια και αρώματα γεμίζουν το κορμί τους
κι όρθιοι να στέκουν έχουν βρει από καιρό ένα τρόπον.

Και είναι δύσκολο πολύ για κάποιον που δεν ξέρει
να ξεχωρίσει τα χοντρά γουρούνια απ'  τους ανθρώπους
γιατί εκτός απ'  το λαιμό, το πόδι και το χέρι
και τους ανθρώπινους καλά μιμούνται αυτά τους τρόπους.

Όσοι γνωρίζουν μοναχά για ένα πράγμα ψάχουν
προσεκτικά τα βλέπουνε στα μάτια μέσα κι ίσια:
οι άνθρωποι ανθρώπινα, μα τα γουρούνια θα  'χουν
αιώνες κι αν περάσουνε τα μάτια γουρουνίσια.
          ΣΚΥΘΡΩΠΟ

Πλέον τελείωσε. Δε γράφω στίχους.
Δεν έχω τίποτε νέο να πω.
Βγάζω μόνο άναρθρους, πένθιμους ήχους
απ'  του λαιμού μου τη στενωπό.

Και τι να έλεγα; είν'  ειπωμένα
όλα όσα λέγονται, και μόνο στέκει
κρυμμένο μέσα σε κάποια πέννα
τ'  άμωμο-τ'  άρρητο-τ'  αστροπελέκι.

Όλα όσα γράφτηκαν κι όσα γραφτούνε
αυτό τα βλέπει, και σκυθρωπό
κοιτάζει εκείνους που στιχουργούνε.
Τι να σας γράψω… τι να σας πω…
ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Τα κρύα μας θυμώνουνε
μας τυραννούν τα χιόνια
οι νύχτες άγριες έρχονται
και λες κρατούν αιώνια.

Γλιστρίματα, σπασίματα
κι αρρώστιες χίλιες δύο
κάθε χειμώνα κάνουνε
το σπίτι φαρμακείο.

Χρήματα για τα κάρβουνα
για ρούχα, για ομπρέλες
Α!  Το χειμώνα χίλιες δυο
βυζαίνουν μας αβδέλλες.

Και όλοι ενώ πασκίζοντας
λίγο να ζεσταθούμε
το καλοκαίρι το ζεστό
με λύσσα νοσταλγούμε,

όταν θα  'ρθει ανάποδον
αρχίζουμε αγώνα:
Άχου!  Τι ζέστη φοβερή!-
ζητούμε το χειμώνα.
ΝΑ  ΖΗΣΟΥΜΕ

Στα στενάκια μας κλεισμένοι
στριμωγμένοι, διπλωμένοι
ανασαίνουμε
κέφι κι ώρα για κραιπάλη
δεν αφήνει η βιοπάλη
και πεθαίνουμε

ζαρωμένοι στο καυκί μας
και στην ώρα την κακή μας
διπλοκλείδωτοι.
Αχ και πότε θα ξανοίξει
και για μας-να μας αγγίξει
πρωτοείδωτη

μία νέα αλέγρα ζήση
μακριά να μας κρατήσει
απ'  τα χώματα
ν'  απλωθούμε-ν'  ανοιχτούμε
στα ξενύχτια να ριχτούμε
και στα πιόματα,

να φουσκώσουνε τα στήθια
φλόγα όλο κι όλο αλήθεια
ν'  αψηφήσουμε
τα μικρά και τιποτένια
και χωρίς καμία ένια
πια να ζήσουμε.
  ΤΟ  ΑΛΟΓΟ

Κυρα-Γιαννού
κυρα-Γιαννού
ποιανού είναι τ΄ άλογο
ποιανού;

Κυρα-Γιαννού
κυρα-Γιαννού
ποιανού είναι τ'  άλογο
δεν έχεις νου;
             ΟΤΑΝ  ΠΕΘΑΝΩ

Όταν πεθάνω, η στερνή μου η ώρα όταν θα  'ρθει
και θάρθει  η ώρα η ψυχή ν'  αφήσει το κορμί μου
κανείς δε θέλω απ'  τους ανθρώπους να το μάθει-
αυτή  'ναι  η πεθυμία η στερνή μου.

Στο λείψανό μου επάνω κανείς δε θέλω να κλάψει
δεν το θέλω το ψεύτικο δάκρυ-ας κλάψ'  η βροχή
και το άψυχο σώμα κανείς να μη θάψει-
ας το λιώσουν του χρόνου οι τροχοί.

Θέλω να  'μαι μονάχος κει που θα  'μαι πεσμένος
και ποτέ μην ακούσω μιαν ανάσα-μια λέξη
απ'  τα βάθη του Άδη θα κοιτάζω κρυμμένος
γιατί εκείνο το μέρος το ’χω ο ίδιος διαλέξει.

Θα με φαν τα κοράκια μα καλύτερο θα  'ναι
παρά μόνο για λίγο το κορμί μου ν'  αγγίσουν
των ανθρώπων τα χέρια
θα τα βλέπει  η ψυχή μου που χορτάτα πετάνε
και θα χαίρει μαζί τους μοναχή της καθώς
θ'  ανεβαίνει στ'  αστέρια.

Κι αν κανείς θα νομίσει ότι τούτα που γράφω
δε θα πρέπει να γίνουν, και με θάψει, και δάκρυ
ένα έστω αν χύσει
μια κατάρα θε να  'βγει απ'  τον άδικο τάφο
και στη μαύρη αγκαλιά της τον προδότη θα κλείσει.

Αν μπορούν τα κοράκια και γι ανθρώπους να κλαίνε
τότε αυτά ας με κλάψουν
και τα κόκαλα ας θάψουν αφού πρώτα τις σάρκες
με το ράμφος ξεσχίσουν
φτάνει μόνο τα χέρια όσων λένε ανθρώπους
το κορμί μου μη  'γγίσουν
γιατί αλήθεια δεν ξέρω τι μπορεί να ξεπλύνει
ό, τι εκείνοι βρωμίσουν.
       ΜΟΝΗ  ΤΗΣ

Τ'  άσπρα ροδοπέταλα
πέταξε  η νυφούλα
και μονάχη κλείστηκε
μες στην καμαρούλα.

Βγάζει τα νυφιάτικα
μόνη της ξαπλώνει
μόνη της σκεπάζεται
στο διπλό σεντόνι.

Ο καλός της σύννεφο-
σκάλα του νερού-
σύννεφο κι απόβροχο
του μεσημεριού.

Ο καλός της γέρακας
και ψηλά πετάει
μ'  άλλους συνταιριάζεται
γέρακες και πάει.

Γάμος με το σύννεφο
και με το γεράκι
γάμος με το πέλαγο
και το αεράκι-

με το βαριοσύννεφο
γάμος δε στεριώνει
κι η ροδονυφούλα μας
μόνη της ξαπλώνει.