(Παρακαλώ αυτό το ποίημα να δοθεί στην Βασιλεία,
Είναι παραγγελιά της για την εφτάχρονη φίλη της, τη Μαρία.)
ΣΤΟ ΜΑΡΑΚΙ,ΑΠΟ ΤΗ ΒΑΣΙΛΕΙΑ,
ΜΕΣΩ Κ. Γ.
(Της παρέας του Βιβαριού)
Μαράκι έμαθα τ’ αγόρια όλα,
κουτσά είτε στραβά,ότι σ’ αρέσουν,
και παντελόνι σα θα δεις μπροστά σου
τα σάλια σου απ’τη γλύκα θα σου πέσουν.
Για βάλε όμως φρένο λιγουλάκι.
Γιατί αν στ’ αγόρια δώσεις (που είναι τόσα!)
από γλωσσόφιλο έστω κι από ένα,
θα σου πρηστεί μικράκι μου η γλώσσα…
Και στο χορό μελαχρινό μου αστέρι
μη με τ’ αγόρια κολλητά χορεύεις
γιατί καθένα λίγο παίρνοντάς σου,
σε λίγο τον εαυτό σου θα γυρεύεις.
Και τότε πώς στην Τσούκα θα πηγαίνεις
αφού θα σ’ έχουνε όλην καταφάει;
Και ούτε σκλέφτεσαι το Περιστέρι
πόσο χωρίς εσένα θα πονάει;
Και ποια το Χατζηγιάννη το Μιχάλη
Θα έχει, αν συ λείψεις, ίνδαλμά της ;
Και ποια το Rebbeled Ways θα λατρεύει;
Και ποιαν η Ελένη θα ’χει για νταντά της;
Αφήνω πια το κόκκινο,το φούξια,
μα και το μωβ,που ορφανά θα μείνουν,
αφού εσύ που τόσο τ’ αγαπούσες
δε θα ’σαι πια-και κείνα τι θα γίνουν;...
Και το φεγγάρι πια πώς θα φωτάει
όταν του λείπουν οι γλυκές ματιές σου;
(αλήθεια δε σε φτάνουν της γης τόσοι-
ως τα ουράνια φτάνουν οι εραστές σου;...)
Γι αυτό σου λέω,τόσα μη ρισκάρεις:
τ’ αγόρια μην αφήσεις να σε φάνε.
(και να σου πω και κάτι μεταξύ μας;
και να σε φάνε, πάλι θα πεινάνε!...)