Ο Αδάμ και η Εύα δεν ήσαν αθάνατοι. Απλά δε γνώριζαν ότι υπάρχει, και τι είναι θάνατος. Η αμαρτία τους είναι η γνώση ότι υπάρχει θάνατος. Και με την έννοια πως ό,τι δεν γνωρίζουμε δεν υπάρχει, κατά τούτο οι άνθρωποι εδημιούργησαν το θάνατο-γνωρίζοντάς τον. Η γνώση αυτή επινοήθηκε να οριστεί σαν παράβαση εντολής θεού, όταν οι πλούσιοι ισραηλίτες ήθελαν ένα θεό για να τρομοκρατήσουν το λαό τους. Ενοχοποιώντας τους ανθρώπους για το θάνατο που τους περιμένει, αφήνουν άθικτο το μεγαλείο του θεού αλλά και τη μεγαλοψυχία του, επειδή αν δεν υπακούνε στις εντολές του, αφού μπόρεσε να τους δώσει το θάνατο, έχει τη δύναμη να τους δώσει και χειρότερα, και επομένως, πρέπει να τον υπακούν, δηλαδή να υπακούν στους εκάστοτε και εκασταχού πλούσιους. Από κει άρχισε η δυναστεία της θρησκείας όπως τη ζούμε και τη νιώθουμε σήμερα.