11-11-2006
Ώρα τέσσερες το πρωί. Μύγες και κουνούπια.Όσο πιο πολλές μύγες σκοτώνω τόσο πιο πολλές εμφανίζονται. Η σόμπα στο τρία. Κρύο. Εκεί,στην προηγούμενη πόλη,είχα ένα σπίτι χωρίς μύγες και κουνούπια και σπιτονοικοκύρηδες που δε νιάζονταν για μένα. Εδώ έχω μύγες,κρύο,κουνούπια,και οι σπιτονοικοκύρηδες μου φέρονται σα σε άνθρωπο. Ξαφνικά σηκώθηκε αέρας.Τον άκουγα να περνάει από το παράθυρο. Ξαφνικά τα πόδια κρυώνουν. Ένα κρύο θα είναι ο θάνατος.Βρέχει.
Οι μύγες είναι από κείνες τις νωθρές και χαζές που πέφτουν πάνω σου ή μπλέκονται αναίτια μέσα σε μια δίπλα του χαρτιου΄με το οποίο έχεις σκεπάσει τον καφφέ σου στο ποτήρι. Από το κρύο θα φέρονται έτσι. Τάχα ως πότε θα έχουμε μύγες εδώ; Σχεδόν χειμώνας και ακόμα υπάρχουν .Και τα κουνούπια επίσης. Θα λείψουν όλα αυτά το καταχείμωνο τουλάχιστον άραγε; Η Γιάννα θα ξέρει. Μα δε θα ρωτήσω. Θα σκεφτει ότι δεν είμαι ευχαριστημένος με το διαμέρισμα. Και θα αλλάξει ίσως η στάση της οικογένειας απέναντί μου. Καλά είναι κι έτσι-δε θα ρωτήσω. Εξάλλου είτε ρωτήσω είτε όχι,ό,τι είναι να γίνει θα γίνει.
Πάντοτε,δεν μπορούσα να φανταστώ να βρέχει και στη θάλασσα. Τόσο γελοίο και ανόητο μου φαινόταν. Και άχρηστο κυρίως. Να η ευκαιρία να δω αν πράγματι συμβαίνει. Πρωί πρωί αν βρέχει ακόμα,θα βγω να δω. Κι αν δε βρέχει,αύριο,μεθαύριο...έχουμε πολύν χειμώνα ακόμα μπροστά μας.
Ναι,είμαι δίπλα στη θάλασσα! Το σπίτι μου είναι λίγα μέτρα μακριά της! Κάτι καινούργιο για μένα