TO ΒΟΔΙ ΤΗΣ ΦΑΤΝΗΣ
Σ' ευχαριστώ Θεέ μου που μ' αξίωσες
να δω το γιο Σου.
Και αν δεν έχει το γλυκό το βόδινο
το πρόσωπό Σου
και αν δεν έχει όπως περιμέναμε
τέσσερα πόδια
μα η ψυχή του ολόλευκη και πάναγνη
καθώς στα βόδια.
Πολύ Εσύ καλλίτερα από μένανε
ξέρεις τι πρέπει.
Εσύ που η ματιά Σου η ολοκάθαρη
όλα τα βλέπει.
Και ξέρεις πως επάνω στο χωμάτινο
της γης το τόπι
τα πλάσματα που σωτηρία θέλουνε
ειν' οι ανθρώποι.
Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2025
Ο ΒΑΛΤΑΣΑΡ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ ΣΤΟΝ ΕΓΓΟΝΟ ΤΟΥ
Πηγαίναμε οι τρεις μας. Για ημέρες
επάνω στης καμήλας μας τη ράχη
με την υπομονή δώσαμε μάχη
και της ερήμου τις φρυγμένες ξέρες.
Και κάποια νύχτα εφάνηκε το αστέρι.
Κι ήταν καθώς σκυμμένοι από χρόνια
το 'δαμε, στα ιερά και προαιώνια
μέσα βιβλία, στης Περσίας τα μέρη.
Τώρα στ' αλήθεια μας εφανερώθη.
Κι ενώ ήτανε λαμπρό σαν ήλιοι χίλιοι
για μας σα γλυκερό ήτανε καντήλι:
κανένα μας το μάτι δεν 'τυφλώθη.
Και με απαλή μι' αγνότη και μια χάρη
λαμπρόφεγγε. Κι η νύχτα ήταν δικιά του.
Κι έλουζεν όλα πάνου κι όλα κάτου.
Και η ψυχή μας 'λάφρωσε' κι εχάρη.
Και λες χορεύοντας και τραγουδώντας
σαν κοριτσόπουλο ερωτεμένο,
τραβούσε μπρος το τρισευλογημένο
πίσω του άλαλους κι εμάς τραβώντας.
Και πια δε νιώθαμε καθόλου κόπο.
Και τ' άστρι τ' ωραιότερο κι απ' τ' άνθη
πάνω από μια σπηλιά πήγε κι εστάθη
τον άγιο έτσι δείχνοντας τον τόπο.
Στον θεοσύναχτο μπήκαμε χώρο.
Μα σαν μηχανικά μπροστά στα πόδια
που μωρουδίστικη δίναν ευώδια
καθένας μας απόθεσε το δώρο.
Γιατί και νους και σώμα και ψυχή μας
αμέσως δέσμια εγίνανε στο βρέφος-
δέσμια καθώς είναι η βροχή στο νέφος
και η ζωή κι η βλάστηση στη γη μας.
Και μεις οι τρεις, που σ' όλη μας τη ζήση
με μυστικά μεθάμε τ' ουρανού μας,
εμείς όπου αλάθητα το νου μας
με γνώση και σοφία έχουμε ασκήσει,
εμείς, σ' αυτό το βρέφος μι' άλλη γιε μου
είδαμε, θεια Φύση θρονιασμένη,
που είθε όλην της τη μεστωμένη
την ευλογιά να νιώσω μέσαθέ μου:
έτσι καθώς τα ροδαλά χεράκια-
τ' αγνά, κινούσε, εκείνα μεγαλώναν
θεριεύανε, γιγάντωναν, απλώναν
(τ’ άγια Του, τα μικρούλικα χεράκια!)
και μία φτιάχναν αγκαλιά μεγάλη
τρανότερην απ' την ουράνια εκείνη
που 'βλεπες μέσα στοργικά να κλείνει
τον κόσμο μας κι αυτός ζεστά να πάλλει.
Κι ως τα ποδάκια πλέκανε τα δυο Του,
λες ότι κιόλας είχε βγει στη στράτα
κι όπου πατούσε τα κακά φευγάτα
και αντρειωμένο τώρα το καλό Του.
Και όταν η βουλη Του-α! η βουλή Του!_
το γιορτινό Της άπλωνε το χέρι,
το "ναι" του αδύνατου γινόταν ταίρι
και ο παλμός συντρόφι του ακινήτου.
Και στις βραγιές του απείρου του ζοφώδους
κόσμοι επλάθονταν, ήλιοι εγεννιόνταν,
το φως δοξαστικά εμφανιζόνταν
κι έρρεαν ποταμοί λάβας φλογώδους.
Και μες στου βρέφους τα ματάκια όπου
μιαν εσοβάρευαν, μια παιχνιδίζαν,
έβλεπες αγριόκρινα κι ανθίζαν
η ευτυχία κι η χαρά του ανθρώπου.
Κι έβλεπες πειρασμών άγριες ερήμους
να γίνονται ολοπράσινες οάσεις'
κι έβλεπες πεθαμένων αναστάσεις
και ύμνους άκουες εορτασίμους.
Κι άκουες τη φωνή την εξαισία
να συμβουλεύει και να παροτρύνει
και την εθαύμαζες που φλόγα εγίνει
εκεί-στην επί Όρους Ομιλία.
Και μες απ' τα χειλάκια Του να βγαίνει
άκουσα μια φωνή, που αναγάλλια
όμως και φρίκη μου 'φερε ως αγάλια
στη νύχτα απλώνονταν την αγνισμένη:
«Έίμαι το Φως. Και Είμαι η Αλήθεια.
Όποιος θελήσει και Με ακολουθήσει
αυτός στο σκότος δεν θα περπατήσει
αλλά στα φώτα της ζωής τα πλήθια.
Για σας η γήινη ζωή Μού εδόθη.
Τη Θεία διδασκαλία Μου δεχτείτε
και γίνετε έτσι άξιοι να μπείτε
στη Βασιλεία για σας που ’θεμελίώθη.
Κι αν θα διαλέξετε να Με σκοτώστε
σκοτώστε Με' μα εγώ κι απ' τον σταυρό Μου
απ' τον Πατέρα θα ζητώ Θεό μου
σταυρό γι αυτό εσείς να μη σηκώστε».
…Σκέφτομαι γιε μου και γελώ με μένα-
πήγα κρατώντας δώρα μες στα χέρια
σ' Αυτόν που δώρα, γη, ουρανούς κι αστέρια
μ' ένα Του Λόγο μόνο έχει πλασμένα…"
TO ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΙΩΣΗΦ
Ο Ιωσήφ κοιμήθηκε, Σκέψεις θανατερές
το απλοικό παιδεύουνε μυαλό του.
Κι όταν αποκοιμήθηκε-πέθανε κάλλιο πες-
ηρθ' ένας Άγγελος μες στ' όνειρό του.
Κι ήταν του Αγγέλου τα φτερά λευκότερα απ' το φως
κι ο Ιωσήφ στον ύπνο του εταράχτη
κι ήτανε σαν τρισμέγιστος ν' ανάτειλε λαμπρός
ήλιος κανείς από μια κρύα στάχτη.
Και σοβαρή μία φωνή εβγήκε απ' τα λεπτά
κι ευγενικά του Άγγελου τα χεΐλη
όπως το Μέγα Έλεος βγαίνει από τα σεπτά
τα χείλη Εκείνου που τον είχε στείλει:
"Μην τρέμεις-έναν Άγγελο βλέπεις Ιωσήφ εδώ.
Απ' το θεό στη γη στάλθηκα κάτου
κι ειν' έργο μου μοναδικό να λειάνω την οδό
για να διαβεί το Άγιο Θέλημά Του.
Και είναι Θείο Θέλημα, Ιωσήφ, να γεννηθεί
ο Λόγος του Θεού από τη Μαρία.
Είναι σε μήτρα μέσα μια θνητή να σαρκωθεί
του γένους των θνητών η σωτηρία.
Κι ειν’ η Μαρία η εκλεκτή που άξια έχει κριθεί
μέσα της το Άγιο Πνεύμα να καρπίσει.
Κι ειν' η Μαρία η εκλεκτή που άξια έχει κριθεί
τον μόνο του θεού Γιο να γεννήσει.
Αυτός, το σπόρο που κρατεί για κάθε Αληθινό,
για κάθε Ωραίο και για κάθε Μέγα,
Αυτός που όλα κυβερνάει από τον ουρανό-
Αυτός, το Άλφα όλων και τ' Ωμέγα,
Αυτός που εφύτεψε το Φως σrou Σκότους την καρδιά
και άνθίσανε οι Ήλιοι και οι Μέρες,
Αυτός που εσκόρπισε στης γης τη ράχη την πλατιά
ζώα κι ανθρώπους και φυτά κι αγέρες,
Αυτός το σπόρο εδιάλεξε να στείλει της Ζωής
μες στης Μαρίας τη μήτρα την αγία.
Κι αυτή 'ναι η ενανθρώπιση της Θείας της Πνοής
κι αυτή 'ναι η Ένσαρκος Οικονομία.
Σήκω και στη γυναίκα σου στάσου Ιωσήφ κοντά
και όπως πριν σκεπτόσουν μη τη διώξεις-
στα σπλάχνα της των Προφητών μέσα η φωνή βοά
κι οι σάλπιγγες ηχούν της Θείας Δόξης.
Λοιπόν μη βασανίζεσαι. Μη σκέψεις αλγεινές
παιδεύουν το καθάριο το μυαλό σου-
ειν' η Μαρία Υψηλή μέσα στις ταπεινές-
ειν' αειπάρθενος η σύντροφός σου!»
Εξύπνησε ο Ιωσήφ. Και με φωνή απαλή
"Σ' ευχαριστώ Θεέ μου" φιθυρίζει.
Και στη Μαρία πάει κοντά, κι αγγελικό
στα βλογημένα Της μαλλιά φιλί χαρίζει.
ΣΚΡΟΥΤΖ
Κι αυτό το έργο-ο Σκρουτζ, που ξαφνικά
να δίνει σ' όλους άρχισε τους δούλους του-
κάθε Χριστούγεννα, τι εφιάλτης που είναι!. .
Για ώρες δυο χαλάει την τάξη
της κοινωνίας μας της τόσα χρόνια αγαπητής
με τους φτωχούς να δυστυχούν
ενώ οι πλούσιοι τ’ αγαθά κατέχουν!
Πλέον ας λείψει αυτό τα έκτρωμα, γιατί μπορεί
κάποιους κουτούς κι ανόητους να παρασύρει,
και να 'χουμε-θεός φυλάξοι-
καμιά γελοία απόπειρα εγκαθίδρυσης
μηνιαίως Χριστουγέννων.
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 1995
ή
ΤΖΕΣΣΥ
Όλα μου τα 'χε ο Θεός δοσμένα
Χριστούγεννα για να χω’ ευτυχισμένα.
Μον' το γυναίκειο έλειπε το χάδι
να κάνει μαγικό αυτό το βράδυ.
Και μες στο σούπερ μάρκετ εστεκόμουν
και μες σε πέλαα θλίψης εχανόμουν
με όλα αγαπητός και μ’ όλα ξένος
σαν ένας δυστυχής ευτυχισμένος.
Μα να! Στου μαγαζιού μέσα τον ντόρο
και το έσχατο αυτό μου εδόθη δώρο:
εκεί, στου μαγαζιού μέσα τη μάχη
η Τζέσσυ μου εχάιδεψε τη ράχη.
Γλυκάστραψε μια λάμψη ένα γύρω
κι όλα τα γλυκοπότισε ένα μύρο-
και μπήκαν φλόγα κι άρωμα εντός μου
και τον ρυθμό αλλάξανε του κόσμου.
Κι ως έρως τις ψυχές, έτσι και μένα
τ’ άγγιγμα μ’ όλα γύρω μ' έκαμε ένα
κι ήταν αιτία η θέρμη του η τόση
Χριστούγεννα που τότε είχα νιώσει.
ΑΣ ΕΡΘΟΥΝΕ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΚΑΙ ΦΕΤΟΣ…
Κάθε χρονιά Δεκέμβρης όταν μπαίνει
Τρέμω Χριστούγεννα μη και δε 'ρθούνε-
Μη δε φανεί ο Χριστός στην Οικουμένη
Και μύριες έγνοιες τότε με πονούνε.
Σα λείψει ο Χριστός δύναμη άλλος
Ποιος θάχει τάχα το φτωχό να πείσει
Όταν τόνε ραπίσει ο μεγάλος
Και τ’ άλλο μάγουλό του να γυρίσει;
Λεφτά πώς θα γεμίζουν οι παπάδες
Αφού οι εκκλησίες πια θα κλείσουν;
Ποιος θα ευλογεί των πλούσιων τους παράδες
Ώστε παράδες κι άλλους να γεννήσουν;
Δίχως της Κόλασης τώρα τον φόβο
Θα περισσέψουνε οι αμαρτίες
Κι αναβροχιά-το χέρι μου το κόβω -
θα μας ρημάξει δίχως λιτανείες.
Πάνε τα Ευαγγέλια, όσιοι κι άγιοι,
Άχρηστα τα Ορατόρια κι ο "Μεσσίας",
Σταυρώσεις, Αναλήψεις, Τάφοι Άδειοι,
Και πίνακες θείας Τέχνης θαυμασίας.
Και είναι η ελπίδα μου η μονάχη
Αν γίνει κάποτε το απευκταίον
ότι θα τρέξουμε όλοι εν τάχει
και θεό έναν ευθύς θα βρούμε νέον.
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ
Ή
ΠΩΣ ΕΓΙΝΑΝ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΝΥΧΤΑ
ΤΟΠΟΣ: Λόφος της Βηθλεέμ με
στάνη, σπηλιά, μονοπάτι.
ΧΡΟΝΟΣ: 1 Ιανουαρίου 0001. Βράδυ.
ΠΡΟΣΩΠΑ:
ΕΛΙΑΚΕΙΜ , βοσκός
ΕΛΙΕΖΕΡ, μικρότερος αδερφός του, βοσκός.
ΑΜΩΣ, οχτάχρονος γιος του Ελιακείμ.
ΙΩΣΗΦ
ΜΑΡΙΑ
ΤΟ ΜΩΡΟ ΤΟΥΣ
ΒΑΛΤΑΣΑΡ ΜΕΛΧΙΟΡ και ΓΚΑΣΠΑΡ (τρεις Πέρσες ταξιδιώτες),
ΒΟΔΙΑ
ΕΝΑ ΓΑΪΔΟΥΡΑΚΙ
ΕΝΑ ΨΕΥΤΙΚΟ ΣΚΙΟΥΡΑΚΙ
(ο Ελιέζερ και ο Ελιακείμ συζητάνε ενώ κάνουνε δουλειές στη στάνη τους)
ΕΛΙΕΖΕΡ
Μετά τους έλληνες οι Ρωμαίοι... Ποιος το ’λεγε να έρθουν λαοί από τόσο μακριά και να μας εξουσιάζουν...
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Θα τους διώξουμε κι αυτούς. Κάνε λίγη υπομονή
ΕΛΙΕΖΕΡ
Λίγη αν χρειάζεται την έχω. Δυο μήνες ακόμα. Παραπάνω δεν πάει, θα βγω στο βουνό.
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
(αστειευόμενος)
Καλό σου ταξίδι.
ΕΛΙΕΖΕΡ
Κορόιδευε σύ! Ξέρεις τι εννοώ. Δε θ’ αρμέγω εγώ τα δικά μου πρόβατα για να ταϊζω τους ρωμαίους. Δε θα τα κουρεύω για να φτιάχνουν αυτοί αντρομίδες. Δε θα σκοτώνομαι να τα μεγαλώσω για να μου τα ψήνουν αυτοί στη σούβλα σα να ’τανε δικά τους...
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Είναι σκυλιά. Καλά το είπες. Και δαγκώνουν. Και ξεσκίζουν. Μόνο εμείς είμαστε στην εξουσία τους; Τι θέλεις; Να σε σταυρώσουνε κι εσένα σαν τον Ιωχάναν; Όσο γάλα κι αν τους έχεις δώσει, αν σε πιάσουν να τους πολεμάς δε σε σώζει τίποτα. Γι αυτό σου λέω-κάτσε στ' αυγά σου. Και ποιος δε θέλει να τους διώξει; Πώς όμως;
ΕΛΙΕΖΕΡ
Είναι που δεν το βάνουμε όλοι σκοπό. Γι αυτό. Γιατί οι μεγάλοι μας παραδοθήκανε. Γίνανε προδότες!
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Τι ήθελες; Να τους σφάξουν; Και να σφάζουν συνέχεια; Τότε ποιος θα 'μενε να εκδικήσει τα βάσανά μας; Ουφ! Με σκότισες! Θες να πας πήγαινε και πάρε τα βουνά. Πρώτα όμως να πας ν’ αδειάσεις τις καρδάρες στο λεβέτι και να στεριώσεις το έμπα του μαντριού. Άντε και να κοιμηθούμε λίγο. Με κούρασαν σήμερα τα παλιοζωντανά...
ΕΛΙΕΖΕΡ
Είναι που δε μας αφήνουνε να τα βόσκουμε στον τόπο μας, δίπλα μας, και πρέπει να τρέχουμε στα κατσάβραχα.
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
(κλείνοντας την κουβέντα)
Εντάξει, δίκιο έχεις… Δε μου λες, τι κάνουνε εκείνοι οι δύο στη σπηλιά; Κοιμήθηκαν; Γέννησε εκείνη;
ΕΛΙΕΖΕΡ
Έτσι μου ’πε ο Αμώς.
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Είναι καλά; Θέλουν τίποτα; Έχουν καμιάν ανάγκη;
ΕΛΙΕΖΕΡ
Δεν ξέρω. Δεν πήγα. Ο Αμώς λέει τους έδωσε λίγο ψωμί.
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Ο Αμώς είναι παιδί. Γυναίκα γεννημένη μέσα στη σπηλιά είναι και δεν πήγες να δεις αν θέλουν τίποτα; Τι ξέρει το παιδί;
ΕΛΙΕΖΕΡ
Έχω να δω κι άλλες δουλειές. Αν ήθελαν τίποτα δεν θα το ζητούσαν;
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Μπράβο σου! Εσύ είσαι που βρίζεις τους Ρωμαίους; Τι να το κάνω αυτό; Αφού δεν μπορείς να διώξεις εκείνους, βόηθα τουλάχιστο τους δικούς μας. Πάρε και πήγαινέ τους γάλα, κι εγώ θα σφάξω ένα αρνί να τους ταϊσουμε. Μπρος τράβα! Και πάρε και κάνα δυο κουβέρτες. Άντε λοιπόν, τι κάθεσαι;
ΕΛΙΕΖΕΡ
Εσύ νύσταζες.
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Τώρα ξενύσταξα. Τράβα.
(ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ)
ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
Τόπος: Σπηλιά κοντά στη στάνη.
Χρόνος: Βραδινή ώρα της ίδιας μέρας
(Ο Ιωσήφ και δίπλα του η Μαρία με το μωρό στην αγκαλιά)
ΙΩΣΗΦ
Φάε λίγο ψωμί. Και ξάπλωσε. Θα προσέχω εγώ το μωρό.
MAP
Είμαι καλά. Κείνες οι ώρες ήταν δύσκολες. Τώρα πέρασε. Κρυώνω μόνο λίγο. Πάρε το παιδί να τραβηχτώ κοντά στα βόδια και μου το δίνεις-να ζεσταθούμε λιγάκι στην ανάσα τους.
ΙΩΣΗΦ
Δος το…
(ο Ιωσήφ παίρνει το παιδί. Η Μαρία βολεύεται κοντά στα βόδια, ο Ιωσήφ της δίνει το παιδί)
Θα πάω να δω αν γύρισαν οι βοσκοί να τους ζητήσω κανένα σκέπασμα για το βράδυ.
(γκρινιάζοντας, στον εαυτό του)
Τώρα τους ήρθε να κάνουν απογραφή...
MAP
Δεν πειράζει. Δεν πάθαμε τίποτα. Και ζήτα τους κι ένα κερί. Αυτό όπου να ’ναι τελειώνει. Μπορεί να μας χρειαστεί τη νύχτα… Όμως σαν κάτι ν’ ακούω... κάποιοι έρχονται... όποιοι κι αν είναι μίλα τους καλά-είμαστε ξένοι εδώ…
(Μπαίνει ο ΕΛΙΑΚΕΙΜ και ο ΕΛΙΕΖΕΡ)
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Να σας ζήσει. Τώρα το 'μαθα. Αγόρι ή κορίτσι είναι;
ΙΩΣΗΦ
Αγόρι.
ΕΛΙΕΖΕΡ
Να σας ζήσει.
ΙΩΣΗΦ
Σας ευχαριστώ. Σας ευχαριστώ και τους δυο. Ευχαριστώ και για το ψωμί.
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Δεν είναι λόγος να ευχαριστείς. Έπρεπε να 'χουμε κάνει περσότερα μα λείπαμε... Ο ανιψιός μου είναι μικρός, δεν ξέρει... Έκοψα ένα αρνί. Θα το έχω έτοιμο πρωί πρωί. Η γυναίκα πρέπει γα φάει να δυναμώσει. Για τώρα εφέραμε λίγο γάλα και για τους δυο σας. Και κουβέρτες να σκεπαστείτε. Αν είχαμε σπιτικό εδώ δε θα σας αφήναμε στη σπηλιά. Όμως καλλίτερα εδώ από τη στάνη. Βρωμάει λίγο κοπριά βέβαια.. μήπως θέλετε και τίποτ' άλλο; To μωρό είναι μια χαρά βλέπω…
MAP
Τι να θέλουμε, όλα που θέλαμε μας τα δώσατε χωρίς να σας τα ζητήσουμε, Μόνον όταν θα φύγετε να 'ρθει μαζί σας ο άντρας μου να του δώσετε κι ένα κερί. Τίποτ' άλλο δεν μας χρειάζεται. Κι αυτά που μας φέρατε πολλά είναι.
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Θα πάει ο Ελιέζερ να σας φέρει. Πήγαινε ρε αδέρφι.(ο Ελιέζερ βγαίνει. Δυνατά προς τον Ελιέζερ)
Και πες και του Αμώς να έρθει. Τον θέλω.
(στον Ιωσήφ)
Από τη Ναζαρέτ άκουσα ήρθατε.
ΙΩΣΗΦ
Ναι από τη Ναζαρέτ.
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Πώς πάνε τα πράγματα εκεί;
ΙΩΣΗΦ
Από το κακό στο χειρότερο.
MAP
Δεν είναι κι άσχημα.
(επιτιμητικά στον Ιωσήφ)
Ιωσήφ!..
ΙΩΣΗΦ
Πάνε από το κακό στο χειρότερο! Ναι! Δε θα κρατηθώ να μιλήσω και σε δικούς μας ανθρώπους.
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Καλά λέει κυρά μου. Ασ’ τον. Ιουδαίοι δεν είμαστε κι εμείς; Και μάλιστα από τους σωστούς-τους πατριώτες;
(στον Ιωσήφ)
Ξέρεις τον Ροβοάμ;
ΙΩΣΗΦ
Τον μπαλωματή;
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Ναι, τον ξέρεις;
ΙΩΣΗΦ
Είναι από τους πιο καλούς μου φίλους.
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Και από τους καλλίτερους πατριώτες. Είναι και δικός μου φίλος. Να τον ακούτε. Μια μέρα θα ξεσηκωθούμε κι αυτός θα 'ναι αρχηγός μας. Να τον προσέχετε κει κάτω. Εσύ τι κάνεις;
ΙΩΣΗΦ
Έχω ένα μαραγκούδικο. Κάνουμε συγκεντρώσεις εκεί. Κρύβω κάποιον που κυνηγάνε, φτιάχνω τόξα, βέλη, κάνω ό,τι μπορώ. Ετοιμάζομαι κι εγώ όπως όλοι.
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Έχουν αγριέψει τελευταία μαθαίνω.
MAP
(με σκοπό να βάλει τέλος στη συζήτηση αυτή)
Αυτά δεν τελειώνουν ποτέ. Καθένας πρέπει να κοιτάει τη δουλειά του, τη φαμίλια του και ύστερα τ' άλλα.
ΙΩΣΗΦ
Σώπα γυναίκα. Δουλειά χωρίς πατρίδα λεύτερη είναι θάνατος. Θέλεις να πεθαίνεις κάθε μέρα;
(στον Ελιακείμ)
Από τότε που ανάλαβε ο Ηρώδης κάνει όλα τα χατίρια των Ρωμαίων και η αντίδραση έχει μεγαλώσει.
MAP
{στον Ιωσήφ)
Δώσε μου λίγο νερό σε παρακαλώ.
ΙΩΣΗΦ
(δίνοντάς της, στον Ελιακείμ)
Βέβαια δεν ήρθε ακόμα η ιερή ώρα του ξεσηκωμού, αλλά δε θ' αργήσει.
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Αν χρειαστείς κάτι από μάς μη διστάσεις να το ζητήσεις. Όπως έχεις φίλο τον Ροβοάμ έτσι να ’χεις και μας. Κοίτα όμως, τώρα που θα ’ρθει ο αδερφός μου να μη συνεχίσουμε την κουβέντα αυτή-είναι από τους θερμόαιμους και όταν ακούει τέτοια πλαντάζει. Τα θέλει όλα γρήγορα. Δεν έχει μπει ακόμα καλά στη ζωή να ξέρει.
ΙΩΣΗΦ
Θα χρειαστεί αυτή η ορμή του γρήγορα. Μη του την κόβεις.
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Και να ’θελα δεν μπορώ. Να, έρχεται... Α! φέρνει και τον Αμώς!..
(μπαίνουν ο Ελιέζερ και ο Αμώς)
ΑΜΩΣ
(ζωηρά)
Γεια σας!
ΕΛΙΕΖΕΡ
(δίνει ένα αναμμένο κερί στη Μαρία)
Ορίστε το κερί.
ΜΑΡΙΑ
Ευχαριστώ.
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Σας έχω μιαν έκπληξη.
(στον Αμώς)
Όταν γεννιέται ένα αρνάκι ποιο τραγούδι λένε τα παιδιά Αμώς; To ξέρεις κι εσύ; To ’χεις μάθει;
ΑΜΩΣ
Αμέ! Τo ξέρω όλο!
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Μπράβο! Λοιπόν ο Αμώς θα μας τραγουδήσει για να γιορτάσουμε τη γέννα του γιου σας. Συμπαθάτε μας που δεν έχουμε άλλο δώρο να σας κάνουμε έξω απ'
αυτό το τραγουδάκι. Από την άλλη όμως ένα μικρό είτε αρνάκι είτε παιδάκι, πριν απ' όλα είναι μικρό. Λέγε Αμώς! Ανέβα στον κουβά.
ΑΜΩΣ
(αναποδογυρίζει τον κουβά και πηδάει πάνω του. Θαρρετά)
Θεόσταλτο, θεόδοτο
και θεοκαμωμένο
καλώς μας ήρθες πα’ στη γη
αρνί νιογεννημένο.
Μυριάδες να ’ναι οι μέρες σου,
αρρώστια να μην πιάνεις,
να ’σαι γερό σα σίδερο
κι αρνιά πολλά να κάνεις.
Μαλλί και γάλα ολάφριστο
και κόπρια να μας δίνεις
και για τους αφεντάδες σου
πλούτου πηγή να γίνεις.
Kι αν το 'χει η μοίρα σου η πικρή
και τ' άδικό σου αστέρι...
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Φτάνει. Κατέβα.
ΑΜΩΣ
Γιατί; Τo ξέρω όλο!
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
To υπόλοιπο είναι για τ' αρνάκια μόνο. Δεν ταιριάζει στους ανθρώπους.
ΙΩΣΗΦ
(στον Ελιακείμ)
Γιατί; Όμορφο τραγουδάκι. Μην το κόβεις το παιδί. Ας ακούσουμε και το υπόλοιπο.
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
To υπόλοιπο λέγεται για να κάνει τα παιδιά να μη λυπούνται όταν σφάζονται τ’ αρνιά…
ΙΩΣΗΦ
Και τι λέει;
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
«...κι αν το 'χει η μοίρα σου η κακή
και τ' άδικό σου αστέρι
να πέσεις κάτω απ' το πικρό
της πείνας μας μαχαίρι,
αρνάκι μου μας συμπαθάς
μα οι άνθρωποι πεινάνε
και πώς θε’ να χορτάσουνε
αρνάκια σα δε φάνε;»
Αυτό ήτανε.
ΙΩΣΗΦ
Έχεις δίκιο. Βοηθάει τα παιδιά να συνηθίζουν...
MAP
(δυνατά, κoφτά, επιτακτικά)
Σωπάστε!
(Όλοι στρέφουν προς το μέρος της. Αμήχανη σιωπή)
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
(στον Ιωσήφ)
Πότε γυρίζετε στη Ναζαρέτ;
ΙΩΣΗΦ
Δε θα γυρίσω στην πατρίδα. Μέρες τώρα σκέφτομαι τι είναι το καλλίτερο να κάνω. Ο Ηρώδης, εκτός που είναι βάναυσος και εχθρικός για τους Ιουδαίους, είναι και ευκολόπιστος και προληπτικός. Πιστεύει πως κάποιο παιδί που θα γεννηθεί τον καιρό αυτόνε θα του πάρει τη βασιλεία όταν μεγαλώσει και θα γίνει βασιλιάς των Ιουδαίων. Κι έχει καιρό τώρα που όσους πατριώτες έχουνε αγόρι τους βλέπει με μισό μάτι. Τους παρακολουθεί, δυσκολεύει τις συναλλαγές τους με το κράτος και με την αγορά, τους απειλεί πολλές φορές χωρίς λόγο. Εμένα με είχαν έτσι κι έτσι στο μάτι. Τώρα που έκανα και γιο δε θα με αφήσουν σε χλωρό κλαρί αν γυρίσω πίσω. Και όχι μόνο, αλλά το σπουδαιότερο, κινδυνεύει και η ζωή του παιδιού.
ΕΛΙΕΖΕΡ
Ο Ηρώδης είναι ένα κάθαρμα που του πρέπει να πεθάνει.
ΙΩΣΗΦ
(Στον ΕΛΙΕΖΕΡ)
Έχεις δίκιο φίλε μου , μα ας μην αρχίσουμε μια τέτοια συζήτηση. Δε θέλω να κουράσω τη γυναίκα μου μ' αυτά στην κατάσταση που είναι.
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Και τι σκέπτεσαι να κάνεις;
ΙΩΣΗΦ
Δε σκέφτομαι, το έχω αποφασίσει. Στην Αίγυπτο έχουμε φίλους που έχουνε βρει εκεί καταφύγιο. Η Αίγυπτος είναι ασφαλής . Θα πάω εκεί.
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Θα είναι κουραστικό ταξίδι.
ΙΩΣΗΦ
Θα είναι. Όμως ο ντορής μου και τα πόδια μου να ’ναι καλά και θα τα καταφέρουμε. Ύστερα δεν ξέρω, κάτι θα γίνει. Βλέποντας και κάνοντας. Σ' αυτό συμφωνεί και η Μαρία.
(Ο Ελιεμέχ στρέφεται ερωτηματικά προς τη Μαρία)
ΜΑΡΙΑ
(ήρεμη τώρα)
Δε βλέπω τι άλλο μπορεί να γίνει ώσπου να ησυχάσουνε λίγο τα πράγματα…
ΕΛΙΕΖΕΡ
Ή ώσπου να ψοφήσει ο Ηρώδης.
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Αν μπορώ να βοηθήσω σε τίποτα...
ΙΩΣΗΦ
Σ' ευχαριστώ αδερφέ μου, λίγο σανό μόνο για το γαϊδουράκι μας για το δρόμο και λίγο ψωμοτύρι για μας όταν έρθει το πρωί.
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Κι όταν έρθει με το καλό η ώρα θα σου πω από πού να τραβήξεις για να βγεις πιο εύκολα στο δρόμο σου. Πότε λες να ξεκινήσετε;
ΙΩΣΗΦ
Όσο γίνεται πιό γρήγορα. Μπορεί και αύριο πρωί.
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Αν είναι έτσι τότε να κοιμηθείτε. Έχετε και οι τρεις ανάγκη από ύπνο είτε αύριο είτε μεθαύριο ξεκινήστε. Να πηγαίνουμε κι εμείς. Ως για τ' αρνί, πριν φύγετε θα φάτε έτσι κι αλλιώς. Και θα πάρετε και μαζί σας για το δρόμο.
ΒΑΛΤΑΣΑΡ
(η φωνή του απ’ έξω, μακριά)
Ε! Άνθρωποι!
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
(στον Ελιέζερ σιγά)
Τα τόξα!
(σβήνει το κερί. Ο Ελιέζερ βγάζει κάτω από το σανό δυο τόξα και βέλη.
Σιγά)
Μη μιλάτε!
(Δυνατά, προς τα έξω)
Ποιοι είσαστε;
ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Είμαστε φίλοι. Ταξιδιώτες. Από την Ανατολή. Γυρίζουμε να γνωρίσουμε τον κόσμο.
Είμαστε ταχυδακτυλουργοί. Νυχτώσαμε, είδαμε φως, ήρθαμε. Λίγο νερό να πιούμε αδέρφια και θα φύγουμε. Αν έχετε την καλοσύνη… Φίλοι είμαστε!
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Τι λες Ελιέζερ;
ΕΛΙΕΖΕΡ
Διώξ' τους!
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Τι λες Ιωσήφ;
ΙΩΣΗΦ
Μου φαίνονται πως λένε την αλήθεια.
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Και μένα
(δυνατά, προς τα έξω)
Πλησιάστε. Και να ξέρετε, έχουμε τόξα.
ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Δε θα χρειαστούν. Εμείς δεν έχουμε.
(μπαίνουν οι Βαλτάσαρ, Μελχιόρ και Κάσπαρ)
Βλέπετε; Είμαστε άοπλοι και ειρηνικοί. Μα πώς να δείτε καλά με ένα κερί μόνο;
Γεια σας κι από κοντά. Είμαι ο Βαλτάσαρ και αυτοί εδώ είναι οι φίλοι μου Μελχιόρ και Κάσπαρ. Είμαστε Πέρσες.
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Ταχυδακτυλουργοί είπατε;
ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Ναι.
(γελώντας)
Και λίγο μάγοι και λίγο σοφοί…
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Γεια σας. Είμαι βοσκός εδώ. Από δω ο αδερφός μου, ο ανεψιός μου, ο Ιωσήφ, η Μαρία και ο γιος τους. Νιόφερτος-σήμερα γεννήθηκε.
ΜΕΛΧΙΟΡ
Και γιατί στη σπηλιά; Χάθηκε ένα σπίτι;
ΙΩΣΗΦ
Είναι μεγάλη ιστορία φίλοι μου και δε θα σας ενδιαφέρει.
ΜΕΛΧΙΟΡ
Καλά λες. Τι να μας ενδιαφέρει; Όμως ένα νεογέννητο είναι μια καινούργια ψυχή στον κόσμο μας. Γι αυτό και θα κάνουμε και οι τρεις μας από ένα δώρο σε τούτο το παιδί.
(στρέφεται στους Μελχιόρ και Κάσπαρ)
Έτσι αδέρφια;
ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Και βέβαια! Και περισσότερο που τ’ άστρα λένε πως τα παιδιά που θα γεννηθούνε απόψε θα κάνουν μεγάλες πράξεις στη ζωή τους.
ΓΚΑΣΠΑΡ
Και επειδή εμείς λεφτά δεν κρατάμε, θα του δώσουμε σα δώρο λίγο από ό,τι καθένας μας κουβαλάει πάντοτε επάνω του αντίς για λεφτά.
ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Εγώ έχω χρυσάφι. Να λοιπόν ένα κομματάκι χρυσάφι, δώρο στο νιογέννητο από μένα. Και του εύχομαι ολόψυχα να μη δει βάσανα και στενοχώριες στη ζωή του.
ΜΕΛΧΙΟΡ
Να και λίγο λιβάνι κι από μένα, για να φτάσει ως τα βαθιά γεράματα το παιδί σας.
ΓΚΑΣΠΑΡ
Και ένα κουτάκι σμύρνα. Και εύχομαι να φύγουν γρήγορα οι ρωμαίοι από την πατρίδα σας και το παιδί να μεγαλώσει λεύτερο. Μα αν εκείνοι ακόμα είναι εδώ όταν το παιδί μεγαλώσει, τότε να γίνει ένας καλός αγωνιστής. Ξέρουμε όλοι στην πατρίδα μου πόσο υποφέρετε από τους Ρωμαίους.
ΙΩΣΗΦ
Φίλοι μου ο θεός σας στέλνει. Πιο κατάλληλη περίσταση δε θα βρισκόταν για να μας κάνει κάποιος τέτοια πολύτιμα δώρα. Τα δεχόμαστε και σας ευχαριστούμε από μέρους του γιου μας γι αυτά. Άκουσα όμως πως είσαστε διψασμένοι και ίσως και πεινασμένοι. Αν και δεν είμαι εγώ το αφεντικό εδώ, αλλά είμαι σίγουρος πως οι φίλοι μου από δω θα σας προσφέρουν ό,τι έχουνε και μάλιστα χωρίς αντάλλαγμα.
ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Εκείνο που θέλουμε για τώρα είναι λίγο νερό γιατί μας τελείωσε και διψάμε…
(ο Ελιέζερ τους δίνει τη στάμνα και πίνουν)
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Με πρόλαβες αδερφέ μου Ιωσήφ. Αμώς τράβα. Φέρε να φάνε στους ανθρώπους.
(ο Αμώς βγαίνει)
Πρώτη φορά όμως έχουμε τόσους επισκέπτες -μέσα σε μια νύχτα κιόλας- και τα έχω λίγο χαμένα. Πέστε μας όμως πώς βρεθήκατε εδώ;
ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Είμαστε φίλοι από μικρά παιδιά οι τρεις μας. Σπουδάσαμε αστρολογία για να γίνουμε σοφοί και κάνουμε ταχυδακτυλουργικά κόλπα για να ζήσουμε. Για να γίνουμε όμως σοφοί έπρεπε να γυρίσουμε τον κόσμο. Κι όχι μόνο την Περσία. Και αυτό κάνουμε
(με προσποιητή σοβαρότητα)
Έχετε μπροστά σας τρεις μελλοντικούς σοφούς!
ΜΕΛΧΙΟΡ
Καλά λέει, η σοφία μας είναι όσο μεγάλη και η ηλικία μας. Κι είμαστε νέοι όπως βλέπετε. Έχουμε καιρό ακόμα ώσπου να γίνουμε τέλειοι σοφοί. Ακόμα δε γυρίσαμε την πλάτη μας στον κόσμο.
ΓΚΑΣΠΑΡ
Με άλλα λόγια δεν είμαστε σοφοί ακόμα. Όμως είμαστε ταχυδακτυλουργοί όπως σας είπαμε. Και αν θέλετε, θα σας δείξουμε μερικά κόλπα για να σας διασκεδάσουμε. Κι όσο θα παριστάνει ο ένας, οι άλλοι δύο θα συνοδεύουνε την παράσταση με τον αυλό. Και όλα αυτά θα τα κάνουμε για τη Μαρία. Γιατί τη βλέπουμε λυπημένη.
ΜΑΡΙΑ
Δεν είμαι λυπημένη. Μόνο κουρασμένη λιγάκι.
ΓΚΑΣΠΑΡ
Τότε παράσταση και φεύγουμε αμέσως. Θα βρούμε κάπου να κονέψουμε. Νέα παιδιά είμαστε. Και κανένας μας δε γέννησε απόψε...
(γελούν όλοι)
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Μια στιγμή σας παρακαλώ να έρθει και ο Αμώς. Με χαρά μας θα δούμε τα κόλπα σας μα περισσότερο θ' αρέσουν στο παιδί... Και σαν τι μαγικά κάνετε
αλήθεια;
ΜΕΛΧΙΟΡ
Ό,τι φανταστείτε. Απόψε όμως θα κάνουμε ένα μικρό μέρος ο καθένας για να μη σας πάρουμε πολύν χρόνο. Και αν και νέοι, είμαστε καλοί σε ό,τι κάνουμε-να φανταστείτε πως περνώντας από την Ιερουσαλήμ δώσαμε παράσταση ως και στο παλάτι.
ΕΛΙΕΖΕΡ
(έκπληκτος)
Παίξατε για τον Ηρώδη;
ΜΕΛΧΙΟΡ
Και μάλιστα μας καλοπλήρωσε.
ΕΛΙΕΖΕΡ
Αφού καλοκλέβει πρώτα, μετά καλοπληρώνει...
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Τον Ηρώδη τον ξέρατε από πριν;
ΜΕΛΧΙΟΡ
Όχι βέβαια. Περαστικοί ήμασταν από την πόλη του, έμαθε πως τρεις σπουδαίοι μάγοι ήρθανε… (κορδώνεται επιδεικτικά και αστεία. Η Μαρία γελάει)
...και μας φώναξε. Πήγαμε, φύγαμε. Πρώτη φορά είδαμε βασιλιά και ποιος ξέρει αν θα ξαναδούμε…
ΙΩΣΗΦ
Και τι λέει η σοφία σας-όση έχετε μέχρι τώρα- για τον Ηρώδη;
ΓΚΑΣΠΑΡ
Πως οι καλοί άνθρωποι πρέπει να φυλάγονται απ' αυτόν.
ΙΩΣΗΦ
Σας ευχαριστώ για δεύτερη φορά φίλοι μου απόψε.
ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Για ποιο πράγμα;
ΙΩΣΗΦ
Για τη σοφία που μόλις ξεστόμισε ο φίλος σου. Κάνει πιο ισχυρή μιαν απόφασή μου.
(μπαίνει ο Αμώς)
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Αμώς, άσε τα φαγητά στην άκρη-θα τα πάρουνε μαζί τους οι φίλοι μας-κι έλα να δεις τα μάγια που θα κάνουνε:
(απομένουν όλοι σιωπηλοί και με χαρούμενη προσδοκία Κατά τη διάρκεια των επιδείξεων των τριών που ακολουθούν, τα γέλια και τα χαρούμενα επιφωνήματα είναι συνεχή)
ΒΑΛΤΑΣΑΡ
(Βγάζει ένα αυγό από την τσέπη του)
Όλοι ξέρουμε πως το αυγό βγαίνει από τον ποπό της κότας. Εγώ όμως, αφού το βάλω μέσα στο δεξί μου αυτί… θα το βγάλω από το αριστερό.
(το κάνει)
Απαράλλαχτα όπως τα λόγια των μεγάλων μπαίνουν από το ένα και βγαίνουν από το άλλο αυτί των μικρών. Όλοι ξέρουν ακόμα πως το αυγό δεν μπορεί κανείς να το φάει ολόκληρο. Μένουν πάντοτε τα τσόφλια. Εκτός από μένα-εγώ θα το φάω ολόκληρο!
(φέρνει το αυγό στο στόμα του, καταπίνει, ύστερα δείχνει το χέρι του χωρίς το αυγό)
Αλλά επειδή δε θέλω να κλέψω τη δουλειά της κότας και για να μη χαλάσω εγώ την τάξη του κόσμου, τα αυγά θα τα παίρνουμε πάντοτε από τη φωλιά της κότας.
(πηγαίνει προς τα άχυρα και παίρνει και δείχνει το αυγό. Υποκλίνεται)
Ευχαριστώ.
ΜΕΛΧΙΟΡ
(Βγάζει από το σάκο του δυο κρίκους σιδερένιους, μπλεγμένους τον ένα με τον άλλο)
Αυτοί οι δυο κρίκοι είναι όπως βλέπετε μπλεγμένοι!
(τους δείχνει τραβώντας τους δυνατά)
Όπως ο άνθρωπος με η ζωή. Πολλές φορές όμως φεύγουνε από τα χέρια μου.
(τους εξαφανίζει)
Τους βρίσκω στα πιο απίθανα μέρη. Όπως στο άδειο αυτό βαρέλι.
(βγάζει τους κρίκους από το βαρέλι)
Ή πίσω από αυτό το δοκάρι.
(τους παίρνει κι από κει)
To χειρότερο είναι όταν μπαίνουν γύρω από το λαιμό μου καμιά φορά.
(οι κρίκοι βρίσκονται γύρω από το λαιμό του ενώ το άνοιγμά τους είναι μικρότερο από το κεφάλι του)
Τότε με στενοχωρούν. Προσπαθώ να τους βγάλω... τίποτα. Ωχ τι έπαθα ο δόλιος... Πώς να κάνω να γλιτώσω;.. Ξέρει κανένας σας; Εσύ; Εσύ; Εσύ; Εσύ;... ξέρω! Ένα παιδί θα μου τους βγάλει τραβώντας τους.
(πηγαίνει κοντά στον Αμώς)
Τράβα τους Αμώς...
(ο Αμώς τραβάει γελώντας)
Σιγά… θα με πνίξεις... Τι να κάνω... τί να κάνω... Ξέρω! To γαϊδουράκι θα μου πει!
(βάζει το αυτί του στο στόμα του γαϊδουρακιού)
Μου είπε να τους βγάλω από κάτου, από τα πόδια μου! Μα γίνεται αυτό;..
(το κάνει)
Έγινε! Σώθηκα!
(υποκλίνεται)
Σας ευχαριστώ...
ΓΚΑΣΠΑΡ
Εγώ μισώ τα σκιουράκια! Είμαι κακός άνθρωπος γι αυτό; Δεν ξέρω, όμως μισώ τα σκιουράκια. Αλλά θα μου δώσετε λίγο δίκιο-κοιτάξτε τι μου κάνουν...
(βγάζει ένα πάνινο σκιουράκι από το σάκο του και με κατάλληλες κινήσεις το κάνει να κινείται σαν να είναι ζωντανό. Τινάζεται έξαφνα, τον τσιμπάει, τον χτυπάει, πάει να του φύγει από τα χέρια...)
To κακό μ' αυτό είναι που δεν μπορώ να το ξεφορτωθώ. Χτες, εκεί που καθόμουνα ήσυχα ήσυχα, ήρθε και μου τράβαγε τα μαλλιά μου. To πιάνω, το πετάω στο πάτωμα.
(το κάνει. Ότι λέει πως έκανε χτες το κάνει όσο τα διηγείται)
Ακίνητο το σκιουράκι. Λέω το ξεφορτώθηκα. Σκύβω να δω… μου τσιμπάει τη μύτη...το πετάω έξω από την πόρτα... αυτό να το πάλι… τo ’βαλα κάτω και το πάτησα. Έτσι…έτσι...έτσι....έτσι! Ύστερα πήρα μια μεγάλη πέτρα και την έβαλα πάνω του. Τσουπ! αυτό ξαναβγήκε ολοζώντανο από κάτω από την πέτρα και μου γαργαλούσε το λαιμό. Τότε σκέφτηκα και του 'κοψα το κεφάλι...και τα πόδια...και τα χέρια...να δω τώρα θα ξανάρθει..; Και για να είμαι σίγουρος πως ψόφησε οριστικά, ξέσκισα τα χέρια, τα πόδια και το κεφάλι του έτσι...έτσι...έτσι...έτσι. Ύστερα, για καλό και για κακό το 'κλεισα μέσα σ' αυτό το σιδερένιο κουτί.
(Δείχνει το κουτί σιδερένιο και γερό και το κλείνει αφού βάζει πρώτα μέσα τα κομμάτια από το σκιουράκι)
Τρία δευτερόλεπτα μόνο έμεινα ήσυχος. Μετά να πάλι το βάσανο!
(το σκιουράκι βγαίνει "ολοζώντανο" από το σιδερένιο κουτί, ζωηρότερο από πριν)
Αναστήθηκε! Όπως το κάθε τι που πεθαίνει. (υποκλίνεται μέσα σε γέλια)
ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Και τώρα φίλοι μου να σας καληνυχτίσουμε.
(παίρνουν τα πράγματά τους και τα τρόφιμα που έφερε ο Αμώς)
Σας ευχαριστούμε για τα δοσίματα. Ιωσήφ, κυρά μου, να σας ζήσει το παιδί σας και πολύχρονο.
ΜΑΡΙΑ
Σας ευχαριστούμε για τα δώρα σας. Δε θα το ξεχάσουμε ποτέ.
ΙΩΣΗΦ
Στο καλό φίλοι μου.
(βγαίνουν Βαλτάσαρ, Μελχιόρ και Κάσπαρ)
ΕΛΙΑΚΕΙΜ
Μας διασκέδασαν. Ο θεός ας τους φυλάει. Και τώρα αδέρφια μου καληνύχτα κι από μας και καλό σας ύπνο. Αν χρειαστείτε κάτι εδώ είμαστε. Θα τα πούμε αύριο πρωί. Θα σηκωθούμε πριν από σας. Γεια σας
ΜΑΡΙΑ
Καλή σας νύχτα. Ευχαριστούμε.
ΙΩΣΗΦ Καληνύχτα.
(βγαίνουν Ελιέζερ, Αμώς και Ελιακείμ)
ΙΩΣΗΦ
Κοιμήσου Μαρία. Αύριο έχουμε δρόμο. Ήσυχο το μωρό μας... Δεν μας ενόχλησε καθόλου. Θες να μου το δώσεις να κοιμηθείς πιo καλά; Εγώ δε νυστάζω ακόμα...
ΜΑΡΙΑ
Δε με βαραίνει διόλου. Ξάπλωσε και συ δίπλα μου. Εδώ. Έχει χώρο. Θα ζεσταινόμαστε περισσότερο έτσι. Η νύχτα είναι κρύα.
(ο Ιωσήφ βολεύεται δίπλα στη Μαρία. Κοιτάζει το μωρό, σκύβει και το φιλάει. Φιλάει απαλά τα μαλλιά της Μαρίας. Απλώνει το αριστερό του χέρι προστατευτικά γύρω από τη μέση της.)
ΙΩΣΗΦ
Καληνύχτα.
ΜΑΡΙΑ
Καληνύχτα।
ΑΥΛΑΙΑ
Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2025
Ο ΣΠΟΡΟΣ
Καλά είμ’ εδώ.
Εδώ θα ζήσω.
Όλα εύκολα εδώ κάτω.
Ασφάλεια.
Σιγουριά.
Τα δύσκολα σκοτώνουν.
Ενώ αν τραβούσα για τον αέρα
πόσα δε θα ’χα εμπόδια να υπερβώ…
Το χώμα να παλέψω.
Και μετά, σα βγω στον αέρα,
κίνδυνοι όλο και ανασφάλεια-
χορτοφάγα τέρατα, σόλες παπουτσιών,
αγέρηδες, δρεπάνια, χιόνια…
Εδώ θα ζήσω!
…Πάλι…
Εδώ αν σταθώ
και δεν ανέβω επάνω-στους κινδύνους,
Μπορώ να πω πως έζησα;
Όχι. Γιατί ζωή σημαίνει δυσκολία.
Και «γεννήθηκα» σημαίνει
Πρέπει στα δύσκολα να μπω.
Λοιπόν
να ζήσω αν θέλω
καθήκον μου είναι ν’ αγαπώ το δύσκολο
Και πρέπει να είμαι εκεί όταν με χρειάζεται.
Θα έβγω στον αέρα!
Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2025
Φώτη θέλω την ονειροκριτική σου επειγόντως.
Βρίσκομαι σε ένα δωμάτιο με μία κοπέλα.
Σεξουαλική σχέση, σκέψη ή υπόνοια, μηδέν.
Η κοπέλα, μικρή στην ηλικία, φοράει σκούρα προς το κόκκινο ρούχα. Δεν είναι ψηλή ούτε κοντή. Είναι μελαχρινή και στέκει γαλήνια και σίγουρη πότε καθιστή στο κρεβάτι, πότε όρθια.
Δεν μιλάμε.
Εγώ ήρεμος, με την βαθιά αίσθηση ότι πρέπει να προστατεύσω την κοπέλα από κάθε κακό.
Και ξάφνω, διαπερνώντας τους τοίχους του δωματίου και την κλειστή πόρτα του, εμφανίζονται πέντε έως έξη παιδιά, όλα αγόρια,
Φοράνε ρούχα παιδικά χρωματιστά-όχι πολύ έντονα-με χρώματα προς το κόκκινο, πράσινο, κίτρινο.
Θέλουν το κακό της κοπέλας που εγώ προστατεύω.
Και προσπαθούν το καθένα να την πλησιάσει με τον σκοπό αυτόν.
Τι κακό θέλουν να της κάνουν, δεν το ξέρω εγώ, και ούτε τα παιδιά το δείχνουν ή αφήνουν με τις κινήσεις τους να φανερωθεί.
Σηκώνομαι και αρχίζω την προσπάθεια να βγάλω έξω από το δωμάτιο τους νεαρούς, ώστε να μην κάνουν κακό στην κοπέλα.
Τα παιδιά, εκμεταλλευόμενα τον αριθμό τους, προσπαθούν να την πλησιάσουν απασχολώντας με πότε το ένα πότε το άλλο.
Προσπαθώ εναγώνια.
Η κοπελίτσα στο μεταξύ μένει στη θέση της σοβαρή και χωρίς φανερή ανησυχία, σαν να προβλέπει ότι δεν θα υπερισχύσουν τα παιδιά.
Και πράγματι, καταφέρνω να διώξω τα παιδιά. Εξαφανίζονται ένα ένα, έτσι όπως είχαν μπει, μετά όμως από πολλή προσπάθεια δική μου.
Τα παιδιά τέλος έφυγαν, η κοπέλα στέκει ήρεμα πάλι στη θέση της, και εγώ ησυχασμένος προς στιγμήν, όμως θεωρώντας ότι τα παράξενα κακά παιδιά θα επιχειρήσουν να ξανάρθουν.
Ξύπνησα με τον φόβο αυτόν.
Γράψε μου ή εδώ, ή στο email.
Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2025
Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2025
ΕΤΣΙ ΑΡΧΙΣΑΝ ΟΛΑ!
14 Φεβρουαρίου 2022
Ο Ζελένσκι στο γραφείο του.
Χτυπάει το τηλέφωνο.
ΖΕΛΕΝΣΚΙ (ΖΕΛ)
Εμπρός.
ΠΟΥΤΙΝ (ΠΤΝ)
Έλα Βολόντια. Εγώ είμαι.
ΖΕΛ
Ε! Γεια Βλαντί!.. Τι κάνεις;
ΠΤΝ
Καλά, καλά.
ΖΕΛ
Πώς και με θυμήθηκες;
ΠΤΝ
Σε ξεχνάω ποτέ ρε Βολόντια;.. Αλλά για να πω την αλήθεια ήθελα να σου ζητήσω και κάτι…
ΖΕΛ
Ότι θέλεις. Πες το μόνο κι έγινε.
ΠΤΝ
Να ρε συ, να! Μετά που έβαλες στο Σύνταγμα ότι θέλεις να μπεις στο ΝΑΤΟ, ξέρεις, οι δικοί μου μ’ έχουνε πρήξει.
ΖΕΛ
Το πίστεψαν; Ο Γέρος μου είπε να το βάλω. Του έκανα το χατίρι, ανάγκη τον έχω, αλλά μέχρις εκεί. Θα σου πήγαινα εγώ ποτέ κόντρα ρε Βολόντια;..
ΠΤΝ
Εγώ το ξέρω ρε συ, όμως οι δικοί μου μ’ έχουνε φάει. Μετά, να σου πω την αλήθεια, μου πέρασε από το μυαλό για μια στιγμή μήπως και σου βάλανε λόγια για μένα…
ΖΕΛ
Τα τρώω εγώ αυτά ρε Βλαντί; Μπορεί κανένας να μπει ανάμεσά μας;..
ΠΤΝ
Το ξέρω μωρέ, αλλά άνθρωποι είμαστε, είπα… μήπως… Τέλος. Λέω να έρθω μέχρις εκεί να σου βαρέσω κανα δυο έτσι για τους τύπους… Να ησυχάσουν οι δικοί μου. Πώς το βρίσκεις;
ΖΕΛ
Τόσο πολύ σε πιέζουν ε;
ΠΤΝ
Τι να σου πω… ειδικά εκείνος ο Λαβρώφ μου ’χει πάρει τ’ αυτιά…
ΖΕΛ
Έλα. Το σκέφτεσαι ακόμα; Έπρεπε να μου το πεις και νωρίτερα-τι φιλαράκια είμαστε…
ΠΤΝ
Σ’ ευχαριστώ ρε Βολόντια, δε θα το ξεχάσω ποτέ αυτό που κάνεις για μένα.
ΖΕΛ
Ντροπή σου μεταξύ μας ρε Βλαντί! Ούτε να το σκέφτεσαι.
Να τελειώσω μόνο κάτι δουλίτσες που έχω με το Κόμμα.
ΠΤΝ
Σε κανα δεκαήμερο καλά είναι;
ΖΕΛ
Εντάξει. Με βολεύει και μένα τότε. Κατά τα άλλα; Τι κάνει η οικογένεια-τα παιδιά;
ΠΤΝ
Καλά, δόξα το θεό. Γι αυτό σε πήρα, να σε ενημερώσω μη με δεις ξαφνικά και υποθέσεις ξέρω γω τι… Λοιπόν άντε γειά.
ΖΕΛ
Γεια.
ΠΤΝ
Α! Όχι… μην κλείνεις, είδες; Και οι δύο χαζέψαμε μου φαίνεται. Πού θέλεις να χτυπήσω;..
ΖΕΛ
Έλα μωρέ, λεπτομέρειες. Όπου θέλεις. Εδώ θα τα χαλάσουμε;
ΠΤΝ
Όχι. Οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους.
ΖΕΛ
Ξέρω κι εγώ; Αρχίνα από κανένα χωριό και ύστερα τα ξαναλέμε.
ΠΤΝ
Δε μου λες, τι προτιμάς; Πυραύλους ή αεροπορία;
ΖΕΛ
Ό,τι νάναι μωρέ!
ΠΤΝ
Τανκς καλλίτερα. Τα Εφ Ντι Εμ να φέρω ή τα Υτροϊ Στεπ;
ΖΕΛ
Δεν έχεις τα Σετ Θρι; Δεν ξέρω γιατί, μου αρέσουν. Έχουν μια γραμμή-μια φινέτσα ρε γαμότο.
ΠΤΝ
Έχω μερικά. Θα πάρω αυτά, και θα συμπληρώσω με άλλα αν χρειαστεί… Να σου πω, σε πολυκατοικίες να ρίξω ή σε στρατιωτικούς στόχους;
ΖΕΛ
Κοίτα να δεις, καλλίτερα σε στρατιωτικούς στόχους . Αν όμως θέλεις να ρίξεις και σε πολυκατοικίες, πες μου από πριν να τις αδειάζω. Ξέρεις, σειρήνες, προειδοποιήσεις…
ΠΤΝ
Σωστά. Κανας μεγάλος μπορεί να φαγωθεί κατά λάθος. Αλλά τα παιδάκια κρίμα είναι.
ΖΕΛ
Γι αυτό σου λέω… Δε μου λες, κατά Μαριούπολη, θα πας;
ΠΤΝ
Ε, μιας και θα ’ρθω…
ΖΕΛ
Εν τω μεταξύ εγώ θα βγαίνω και θα ζητάω βοήθεια από το Γέρο και από τους χέστηδες τους ευρωπαίους. Τάχα πως κινδυνεύω ντε!...
ΠΤΝ
Θα σου το ’λεγα. Σειρήνες καλές έχεις;
ΖΕΛ
Έχω αδέρφι. Τις φύλαγα για καμιά ανάγκη. Και να που ήρθε η ώρα τους.
ΠΤΝ
Πάντα προνοητικός, μπράβο σου. Τι άλλο έχουμε να πούμε; Θυμήσου μήπως ξεχάσαμε τίποτα…
ΖΕΛ
Να σου πω, θέλεις να σου στήσω οδοφράγματα;
ΠΤΝ
Που ρε; Στα χωράφια μέσα; Πώς μπορείς να βάλεις οδοφράγματα σε τόση έκταση;
ΖΕΛ
Δε λέω για τα χωράφια. Για τους δρόμους στις πόλεις λέω.
ΠΤΝ
Ποιες πόλεις; Θέλεις να πάω και σε καμιά πόλη;
ΖΕΛ
Επειδή είπες για Μαριούπολη. Λέω μήπως έτσι θα ήτανε πιο πειστικό το πράγμα. Τι λες;
ΠΤΝ
Ε! Όχι μωρέ Βολόντια. Είπα για τη Μαριούπολη αλλά όχι να μπω και μέσα στους δρόμους… Να δείξω μόνο θέλω στους δικούς μου πως με πείραξε και μένα ο λόγος σου να μπεις στο ΝΑΤΟ, όχι και να σου κάνω όμως και ζημιά αδερφέ μου.
ΖΕΛ
Μα συγκινείς ρε συ... Πόσο λες θα σου πάρει όλο αυτό;
ΠΤΝ
Ε, λέω πεντέξη μερούλες το πολύ.
ΖΕΛ
Ναι γιατί θέλω να πάω σ’ ένα γάμο στις οχτώ του Μάρτη.
ΠΤΝ
Ουουου! Θα τελειώσω νωρίτερα. Μόνο ενημέρωσε και τους αξιωματικούς σου να μη το πάρουνε στα σοβαρά κι αρχίσουν να μου ρίχνουνε. Όσο χρειάζεται-για τους τύπους μόνο…
ΖΕΛ
Θα τα κανονίσω. Εντάξει.
ΠΤΝ
Εντάξει. Αντε γεια.
ΖΕΛ
Γεια. Και κοίτα, μην αργήσεις και σε πιάσουνε οι βροχές γιατί μπορεί να κολλήσουνε τα τανκς σου στις λάσπες.
ΠΤΝ
Το ξέρω μωρέ. Εσύ θα μου μάθεις την Ουκρανία-το αδέρφι της Ρωσίας; Τι λέω αδέρφι, τη μάνα της Ρωσίας-από κει δεν ξεκινήσαμε όλοι;
ΖΕΛ
………….
ΠΤΝ
…Έλα, με ακούς;…
ΖΕΛ
…Με συγκίνησες αδέρφι….
ΠΤΝ
Έλα, μη με πιάσουνε κι εμένα τα σορόπια… Τι λες για την άλλη εβδομάδα; Να έρθω την ερχόμενη Τρίτη-στις 22;
ΖΕΛ
Όχι Τρίτη αδερφέ μου, το ’χω γρουσουζιά. Έλα Τετάρτη.
ΠΤΝ
Τετάρτη δοκιμάζω κάτι πυραύλους. Να έρθω Πέμπτη 24-σε βολεύει;
ΖΕΛ
Μια χαρά. Εντάξει. Πέμπτη.
ΠΤΝ
Σημείωσέ το μην το ξεχάσεις με τόσα που έχεις στο μυαλό σου.
ΖΕΛ
(γράφει στο ημερολόγιό του)
Εντάξει, το σημείωσα. Άντε γεια και με το καλό.
ΠΤΝ
Γεια σου αδέρφι!
ΖΕΛ
Φιλιά στα παιδιά.Γεια!
(Κλείνει το τηλέφωνο)
-----
Η ΚΙΜΠΕΡΛΙ ΓΚΙΛΦΟΙΛ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Δεν μας ξεχνάει ο θεός-όχι δεν μας ξεχνάει.
Μέσα στις λύπες χαρωπό και κάτι ξεκινάει.
Κάτι που μόνο υπάρχοντας τα πάντα ωραϊζει-
Κάτι που τύχη αγαθή σ’ έναν λαό χαρίζει.
Είχαμε το Ουκρανικό με Πούτιν και Ζελένσκι-
Με ντρονς, με αερόπλανα, με Τόμαχοκ κι Ορέσνικ-,
Τον Μερτς που στον χιτλερισμό πάλι ξαναγυρίζει,
Τον Σι που θέλει κι αστακό κι όχι μονάχα ρύζι,
Τον Τραμπ που ορέχτηκε να φάει ψητή Βενεζουέλα,
Τον Νετανιάχου η κάτω του που του ’σπασε μασέλα
Μασώντας Παλαιστίνιους, Ιράν, Χαμάς και Γάζα,
Λαούς όπου τα χούγια τους με Τραμπικά τ’ αλλάζαν,
Δασμούς να μπαινοβγαίνουνε σε κράτη και κρατίδια,
Του Ευρωπαίους να γίνονται του Τραμπ φτηνά παιχνίδια,
Τον Καναδά τον είδαμε το πόδι να πατάει-
Πεντηκοστή πρώτη να μη γουστάρει να μετράει…
...Είδαμε μες σ’ αυτό το δυο χιλιάδες εικοσπέντε
Τόσα, που αλήθεια ζήσαμε περικολοζαμέντε-
Τόσα που αν δεν τα βλέπαμε, και μόνο είχαμε ακούσει,
Θα λέγαμε όποιος τα λέει πως μας πουλάει μούσι…
Και μες σ’ αυτό το μπάχαλο και την
παραφροσύνη,
Να κι ένα ωραίο που ’γινε και φέρνει ευφροσύνη:
Στη χώρα μας έχει ερθεί-στο ελληνικό το soil!-
Μία νεράϊδα του Καλού: η Κίμπερλι η Γκίλφοϊλ!
Απλά ντυμένη, γελαστή, ωραία και δροσάτη,
Ωσάν σε κάμα κόλασης το φύσημα του μπάτη,
Ωσάν σε πυρκαγιάς χαμό βροχή καταρρακτώδης,
Και όμορφη, ελκυστική, λαχταριστή κι ευώδης…
Τα θήλεα τα κομματικά της άμοιρης Ελλάδας,
Ας διδαχτούν λιτότητα και ευδία ομορφάδας!
Ας μάθουν φυσικότητα και άδολο ένα γέλιο!
Ας εντρυφήσουν στο αγνό Γκιλφόλιο Ευαγγέλιο!
Και μεις ας στείλουμε πολλές στον Θεό ευχαριστίες
Όπου παρά τις τόσες μας κλεψιές και ατιμίες,
Μας ελυπήθη κι έστειλε-στο λαό της απωλείας-
τον Άγγελο της ποθητής, χρειώδους Επαγγελίας!
-----
Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2025
Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2025
Η ΔΕΝΤΡΟΦΥΤΕΨΗ
Η Έμιλυ μου έπιασε το χέρι. «Πάμε να φυτέψουμε δέντρα!» μου είπε.
Χάρηκα. Τα δέντρα μας δίνουν οξυγόνο.
Κοντά μας ήταν ένα παρτέρι με πρασινάδα.
Η Έμιλυ κρατούσε στο χέρι της ένα μπουκάλι με νερό, και σπόρους από τα δέντρα της πλατείας.
Με οδήγησε ως στην πρασινάδα.
Άπλωσε το πόδι της και με το πίσω μέρος του παπουτσιού της έσκαψε λίγο το χορτάρι ώσπου φανερώθηκε το χώμα.
«Βλέπεις;», μου λέει. «Τώρα θα φυτέψω το δέντρο.»
Έβαλε μέσα στο σκαμμένο έδαφος έναν από τους σπόρους που κρατούσε.
«Τώρα λίγο νερό», είπε.
Άνοιξε το μπουκάλι και έριξε λίγο νερό πάνω στον σπόρο. Ύστερα μάζεψε από κάτω ένα μισοσαπισμένο φύλλο από τα πολλά που ήσαν πεσμένα γύρω, και σκέπασε τον σπόρο με προσοχή.
«Τώρα πρέπει να τον πατήσουμε λίγο» μου είπε. Άπλωσε το πόδι της και πάτησε ελαφρά πάνω στο φύλλο.
«Εντάξει» είπε, «τώρα ένα άλλο δεντράκι.»
Ένα βήμα πιο πέρα, άνοιξε μιαν άλλη γουβίτσα.
«Βλέπε», μου λέει, «πώς θα το κάνω.»
Έβαλε τον σπόρο στο πώμα του μπουκαλιού, και έβαλε το πώμα στην χωμάτινη επιφάνεια που είχε με την φτέρνα της φτιάξει. Ύστερα έριξε λίγο νερό μέσα στο καπάκι. Πήρε πάλι ένα φύλλο και το έβαλε πάνω στο πώμα με τον σπόρο και το νερό, πατώντας το μετά ελαφρά.
Πηγαίνοντας ένα βήμα πιο πέρα, «Τώρα κάνε το κι εσύ», μου είπε, και μου έδωσε έναν σπόρο και το μπουκάλι με το νερό.
Έσκαψα λίγο με την φτέρνα μου ώσπου φάνηκε το χώμα.
Την κοίταξα.
Μου είπε «Μπράβο! Βάλε τον σπόρο».
Έβαλα τον σπόρο, πήρα ένα φύλλο από κάτω και πήγα να το βάλω πάνω από τον σπόρο.
«Όχι! Ξέχασες το νεράκι! Αν δεν έχει νεράκι το δέντρο, δεν μεγαλώνει …»
Έριξα λίγο νερό πάνω από τον σπόρο.
«Τώρα βάλε το φύλλο!», μου είπε, τονίζοντας το «τώρα».
Έβαλα το φύλλο, και πάτησα ελαφρά πάνω του.
«Έτσι μπράβο!» μου είπε. «Εντάξει, τα φυτέψαμε τα δέντρα μας!»
Την άλλη μέρα το πρωί, Δευτέρα, πήγα και είδα τα δέντρα που είχαμε φυτέψει.
Οι σπόροι είχαν βλαστήσει.
Ένα κύμα ευτυχίας με κυρίεψε. Τρία δέντρα σε μια εποχή που τα δέντρα είναι τόσο πολύτιμα!
Την Τρίτη, τα δέντρα είχαν φτάσει σε ύψος δέκα εκατοστών!
Αύριο Τετάρτη, θα πάω να πω στην Έμιλυ ότι τα δέντρα μας άρχισαν να μεγαλώνουν.
Μόνο δεν ξέρω αν θα με αφήσουν να μπω στο Νηπιαγωγείο.
Αν όχι, θα τήνε δω την Τετάρτη το απόγευμα στις κούνιες, που την πηγαίνει η μαμά της για να παίξει εκεί μαζί με τα άλλα κοριτσάκια με τις κούκλες τους.
Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2025
(17 χρόνια από τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου)
ΑΛΕΞΗΣ ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟΣ
Ποιος είπε ο Αλέξης χάθηκε; Χάνονται οι Ιδέες
ή πάντοτε στραφτοκοπούν Αγνές και Νιες κι Ωραίες;
Και ποιος την που μπολιάστηκε ολοπρώτη μες στην Πλάση
Ιδέα της Ελευτεριάς, θα μπόρειε να χαλάσει;
Και μόνη Αυτή δεν ήτανε η Ουσία του Αλέξη-
όλα του-Μάτι, Γέλιο, Φως-Αυτή δεν είχε πλέξει;
Κι όταν κανείς τη Λεφτεριά στον Κόσμο μας στεριώνει,
τέτοια Ψυχή-τέτοια Καρδιά ποιο Βόλι τη σκοτώνει;
Ο Αλέξης δεν εχάθηκε. Ζει γύρω μας κι εντός μας
και δίνει Φως στο Σκότος μας και Χρώματα στο Φως μας.
Και Κύριος πάντα του Καλού, που ένα είναι μαζί Του
από παντού ακούγεται η παιδική Φωνή του:
«Ό,τι, μικρός όντας εγώ, δεν πρόλαβα να κάνω,
Πράξτε το σεις. Εγώ ήσυχος θα βλέπω από ’δω πάνω.
Και είμαι σίγουρος πως σεις Συντρόφια Αγωνιστές μου
όσες εγώ δεν έζησα θα ζήσετε Χαρές μου-
ότι θα φτιάξετε μια Γη που φαύλους δεν θα τρέφει
και στ’ Άστρα τ’ άλλα αντρόπιαστη και χαρωπή θα γνέφει».
ΙΘΑΚΗ
ή
ΤΟ ΤΖΑΚΙ
Σα βγεις στην πιάτσα για να χτίσεις Τζάκι
να εύχεσαι να ‘ναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος πράξεις άνομες και ατιμίες.
Τους Δημοκράτες και τους Κόκκινους
Την άγια την ελευθερία μη φοβάσαι.
Τέτοια στον δρόμο σου ποτέ δε θα ’βρεις
αν η βρωμιά σου ειν’ υψηλή, αν διαφθορά
κι αναλγησία το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Δημοκράτες και τους Κόκκινους
Την άγια την ελευθερία μη φοβάσαι,
αν δεν τους θάλπεις μέσα στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.
Να εύχεσαι να ναι μακρύς ο δρόμος.
Της αρχηγίας σου πολλά τα χρόνια να είναι,
που με τι ασχετοσύνη, με τι κουφότητα,
καλοστημένες αγυρτείες θα σκαρώνεις.
Να σταματήσεις σε μικρά νοικοκυριά
και τη φτωχή τους τη βολή να λεηλατήσεις:
μιστούς και κουμπαράδες και χρυσά φυλάγματα,
κι αιματοστάλαχτα μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα αιμοχαρή μυρωδικά.
Σε πόλεις ευρωπαϊκές πολλές να πας
να μάθεις και να μάθεις από τους φτασμένους.
Πάντα στο νου σου να κρατάς το Τζάκι.
Το χτίσιμό του μόνο να ‘ν’ ο προορισμός σου.
Και να μη βιάζεις το ταξίδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει,
κι ας πας αργά στη βίλλα τη χρυσή,
πια πλούσιος μ' όσα έκλεψες στον δρόμο.
Και μην προσμένεις κέρδη άλλα από το Τζάκι.
Το Τζάκι σου ’δωσε το αισχρό ταξίδι.
Χωρίς αυτό δεν θα ’βγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σου δώσει πια.
Κι αν άπιστο το πεις, το Τζάκι-όχι- δεν σε γέλασε:
οικτρός έτσι που έγινες και μισημένος
ήδη θα το κατάλαβες τα Τζάκια τι σημαίνουν.
ΣΤΟ ΣΗΑΤΛ
Θα πάω στο Σηάτλ που όλο βρέχει.
Οι διώκτες μου να χάσουνε τα ίχνη.
Θα πάω στο Σηάτλ που όλο βρέχει.
Να φύγω από τον ήλιο που όλα δείχνει.
Θα πάω στο Σηάτλ. Κάτι σταλμένο
Από ψηλά το σώμα μου θ’ αγγίζει.
Κάτι Ουράνιο ό,που κι αν πηγαίνω
Κάθε μου γήινο θα εξαγνίζει.
Θα πάω στο Σηάτλ-μες στη βροχή του
Το πάθος μου το μέγα ίσως σβήσει
Κι έτσι θαμμένος στην υγρή τη γη του
Κάτι καινούργιο ίσως να βλαστήσει.
ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΕΣ
Ό,τι σκεφτεί ή μάθει ή αιστανθεί
Μεγάλο και υψηλό κι ωραίο
Που έχει με πόνο και με πίκρα δέσει,
Ρέει μες απ’ τα λούκια της ψυχής κάτω
Και ρέοντας μεταμορφώνεται.
Το ακολουθεί με αγωνία
Να σταματήσει προσπαθώντας
Την ψυχοφθόρα πτωτική ροή
Ή έστω πιο αργή να τήνε κάνει.
Μάταια όλα. Αυτό
Φτάνει ταχύ πάντοτε κάτω.
Και φτάνοντας εκεί
Σε πράγματα το βλέπει
Να έχει αλλάξει
Καθημερνά,
Και σε συνήθειες βρώμικες-
Ανωφελείς.
Κάθεται και σκέφτεται τι έχασε.
Χρήσιμα ήσαν τα μπαλώματα εκείνα της αγνοίας:
Φιλοσοφία, Ποίηση, Μουσική.
Ωραία και τα παραγεμίσματα εκείνα του κενού:
Ιδέες, Οράματα, Ιδανικά.
Ωραία τόσο που να φιλιωθεί δεν το μπορεί
με τον χαμό τους,
και βαρυθυμεί
και θλίβεται.
Μα έρχονται φορές που λέει:
«Ίσως αυτό να είναι όλο κι όλο
Ζωή ο,τι λέμε. Ίσως αυτή η μεταστροφή
Να είναι ο προορισμός, το μεγαλείο,
Ή μοίρα ακόμα του ανθρώπου:
Σε τετριμμένες αίσθησες
να μεταπλάθεται με τον καιρό το πνεύμα.
Ίσως να είναι αυτή η μόνη δυνατότητα.
Και η Σισύφεια η προσπάθεια κι η αγωνία του
Για το υψηλό που όλο κάτω πέφτει
Να ’ναι κι αυτή όλη κι όλη ένα τέχνασμα
Που την ψευδαίσθηση της ματαιότητας αμβλύνει.»
Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2025
ΤΟ ΘΑΥΜΑ
"Κύριε πιστεύω. Βοήθησε την απιστία μου",
Του είπα.
Το βλέμμα Του συνάντησε το βλέμμα μου.
Για μια στιγμή τυφλώθηκα, καθώς
Η ματιά μου, απωθημένη απ’ τη δική Του
Έφτασε στου ματιού μου το επίπεδο,
Το διαπέρασε
Κι από εκεί ξεχύθηκε
Και φώτισε ότι' ήτανε ως τότε πίσω μου
κρυμμένο.
Έκτοτε βλέπω με το φως Του.
Τ' αστέρια φαίνονται μόνο όταν σκύψω προς τη γη.
Από τις αστραπές φτάνει ο ήχος πρώτα.
Το παιδί μου το άλαλο τώρα μιλάει. Κι όλοι θαυμάζουν.
Δεν θα προσπαθήσω να τους δείξω πως έχουν λάθος.
Δεν θα είμαι εγώ που θα τους σβήσω τις ελπίδες-
πώς να τους ειπώ
πως θαύμα θάτανε αν δεν γιατρεύονταν ο γιός μου;
Ύστερα έφυγε μαζί με τους μαθητές Του.
Ο γιός μου μου είπε συνωμοτικά:
"Αποφεύγουνε τη Γαλιλαία".
Μου τόπε σαν να έπρεπε να ξέρω το γιατί.
Στάθηκα μόνος εκεί πέρα.
Οι άλλοι φύγανε δοξάζοντας τον Θεραπευτή.
Ο γιός μου δοξάζοντας τη νέα του ζωή.
Στάθηκα μόνος εκεί πέρα.κι έβλεπα.
Σε λίγο οι μαθητές Του άνοιξαν βήμα.
Τον προσπέρασαν.
Αυτός κάθησε αποσταμένος.
Στο βάθος
Μέσα στον καταγάλανο ουρανό
Σαν πουλιά που στέγνωναν στον ήλιο τις φτερούγες τους
Φανήκανε οι δώδεκα Σταυροί.
ΝΤΑΡΑΒΕΡΙ
Θεούλη μου οι όπου πλανή-
τη γης ξενιτεμένοι
Καθένας από Σένανε
Βοήθεια περιμένει.
Δε Σου ζητάνε και πολλά.
Να τους βοηθήσεις μόνο
Έτσι που να νικήσουνε
Στην πάλη με τον πόνο.
Για Σε δεν είναι δύσκολο.
Μια σκέψη Σου μονάχα
Κι αμέσως όλα γίνονται.
Δύσκολο είναι τάχα;
…Στο κάτω κάτω της γραφής
σκέψου πως άμα γίνει
Κάνεις το θαύμα Σου και Συ,
Βολεύονται κι εκείνοι.
Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2025
Ο ΜΕΤΕΩΡΙΤΗΣ
« To ερώτημα δεν είναι αν θα πέσει στη γη ο μετεωρίτης που θα την καταστρέψει, αλλά πότε θα πέσει.»
Οι επιστήμονες
Σκοτάδι, Εκείνος κι Εκείνη κάθονται διπλα σ’ ένα παράθυρο. Ένα λυχνάρι του λαδιού τρεμοφέγγει.
Εκείνη
Σκοτάδι κι εκεί. Όπως παντού. Δεν ξεχώριζα τίποτα. Μερικά αυτοκίνητα περνούσαν. Οι άνθρωποι κλεισμένοι στα σπίτια τους. Η τηλεόραση νεκρή. Μερικοί σταθμοί ραδιοφωνικοί παίζανε ξεψυχώντας,
Κάποιος ερχόταν προς τα δω με το αυτοκίνητο του. Με πήρε. Με άφησε εδώ πιο κάτω. Τον πλήρωσα χρυσάφι κάθε μίλι για να με φέρει. Τι τα θέλει τα λεφτά;
Εκείνος
Κι εδώ όλα νεκρά. Μόνον μερικοί αστυνομικοί τριγυρίζουν χωρίς εξουσία για τίποτα. Γιατί τριγυρνούν;.. Για ποιον;..
(σιωπή)
Εκείνη
Τι θα κάνουμε;
Εκείνος
Θα ζήσουμε όσο έχουμε φαγητό.
Εκείνη
To ίδιο όλοι;
Εκείνος
To ίδιο όλοι, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο.
Εκείνη
Φαγητό! Πόσο παράξενα ακούγεται! Λαχανικά! Κρέας! Ρύζι! Αυγά!.. Πάνε πια όλα αυτά τα αγαπημένα. Πάνε... Ζώα, Φυτά... και η Άνοιξη… η Άνοιξη… η Άνοιξη… δε θα ξανάρθει...
Εκείνος
Ούτε ο χειμώνας. Ούτε το καλοκαίρι με τα φρούτα τα γλυκά... Ο χρόνος τελείωσε. Μόνο η γη-όση νιώθουμε- μας μένει...
Εκείνη
Αυτό ήταν λοιπόν...
Εκείνος
Αυτό ήταν...
Εκείνη
Τοσος πόνος... τόση αγωνία... η ζωή... η ζωή έτσι λοιπόν τελειώνει...
Εκείνος
Οι δίσταγμοί, οί τύψεις, τα δάκρυα, όλα άσκοπα.
Εκείνη
Κείνα τ' απογέματα στο μονοπάτι… με τον ήλιο ν' αργογέρνει πίσω από τα βουνά χρυσίζοντας τη θλίψη μας...
Εκείνος
Η Τίνα που μας ενοχλούσε με τις φωνές της… το αφεντικό που νευρίαζε όταν αργούσαμε… η κυβέρνησή μας… η πόλη μας...
Εκείνη
Η ζωή μας...
(σιωπή)
Εκείνος
Ο ουρανός μας έστειλε το θάνατο αντί τη ζωή.
Εκείνη
Ο ουρανός; Ποιος ουρανός; Όλα ένα μαύρο σύννεφο.
Ούτε "σύννεφο"... όλα ένα μαύρο.
(σιωπή)
Εκείνη
Κάποτε βλέπαμε τον ήλιο... μετρούσαμε τις ημέρες… τις ώρες... κάποτε λέγαμε "αύριο"...
Εκείνος
Επειδή είχαμε μάτια. Οι τυφλοί δεν έλεγαν τίποτα.
Εκείνη
Δεν είχαμε μάτια. Αφού τώρα δεν έχουμε, ποτέ δεν είχαμε.
Εκείνος
Και ο θεός...
Εκείνη
θα πεθάνει μαζί με μας.
Εκείνος
Και το παιδί μας… Αν μπορούσαμε να ζήσουμε ώσπου να γεννηθεί...
Εκείνη
Πώς θα ήτανε δυνατό; Και αν ήτανε δυνατό... τι... τι να τo κάναμε; Τι να του λέγαμε; Πως κάποτε ήταν ένας ήλιος; Πως κάποτε υπήρχαν αστέρια;
Εκείνος
Ποια αστέρια; Ποιος ήλιος; Τίποτε απ' αυτά δεν υπήρξε. Ποτέ δε ζήσαμε. Οι επιστήμες μας, η Τέχνη, η Ποίηση, η Φιλοσοφία μας... τίποτα... Τίποτα. Όλα ένα μηδέν. Όλα ένας χαμός μες στο χαμό.
Εκείνη
Ούτε για να κλάψει τα τόσα χαμένα δε θα μείνει κανείς.
Εκείνος
Τίποτα δε θα χαθεί. Τίποτα δεν υπήρξε.
Εκείνη
Κι εσύ; Κι εγώ; Δεν υπήρξαμε;
Εκείνος
Τι θα πει "υπήρξαμε";
Εκείνη
Δεν ξέρω.
Εκείνος
Πες μου, τι θα πει "υπήρξαμε";
Εκείνη
Δεν υπήρξαμε. Είμασταν εμείς και τίποτ' άλλο. Τώρα θα πάμε κι εμείς και τίποτε δε θα μείνει.
Εκείνος
Το μυαλό μας μόνο ήτανε που ακόμα είναι. Και μέσα του όλα τ’ άλλα.
Εκείνη
Ναι. To μυαλό μας μόνο. Και μέσα του η γέννα μας κι όλη μας η ζωή. Κι όλα τ' άλλα. Και μέσα μου εσύ.
Εκείνος
Και μέσα μου εσύ.
Εκείνη
Ο ένας μέσα στον άλλο.
Εκείνος
Εγώ ήμουν εσύ κι εσύ ήμουν εγώ.
Εκείνη
Ούτε εσύ ούτε εγώ. Η σκέψη μας μόνο.
Εκείνος
Ούτε η σκέψη μας. Η μνήμη. Αυτή έφτιαξε
ρούχα, σπίτια, εργαλεία, δαίμονες, θεούς, αγάπες, μίση.
Εκείνη
Αυτή έφτιαξε βάραθρα, πόνους, ενοχές, μοναξιά. Αυτή έφτιαξε και τον μετεωρίτη που τώρα τη σκοτώνει.
Εκείνος
Τη σκοτώνει; Όχι. Τη λεφτερώνει.
Εκείνη
Τη λευτερώνει από τι;
Εκείνος
Από τον εαυτό της. Από τι άλλο θα μπορούσε;
Εκείνη
Λευτεριά λοιπόν είναι ο θάνατος;
Εκείνος
Λευτεριά είναι η Λευτεριά. Θάνατος δεν υπάρχει.
Λεφτεριά είναι αυτό, να ξέρεις πως δεν υπάρχει θάνατος.
Λεφτεριά είναι η λεφτεριά.
Εκείνη
Λεφτεριά είναι η λευτεριά...
Λοιπόν γιατί να υποφέρουμε σκλαβωμένοι;
Εκείνος
Δεν υποφέρουμε.
(σηκώνεται γρήγορα, παίρνει από το συρτάρι ένα περίστροφο, πυροβολεί στο κεφάλι Εκείνης, ύστερα πυροβολεί το δικό του. Την ίδια στιγμή σβήνει και το λυχνάρι. Σκοτάδι)