ΣΤΟΝ ΦΙΛΟ ΜΟΥ ΤΟ ΔΗΜΗΤΡΗ
Δημήτρη, καλή πόλη το Λουτράκι.
Κι απ’ όλους τους θεούς ευλογημένη.
Από μικρό που ήμουνα παιδάκι
μες στην ψυχή την είχα εγώ κλεισμένη.
Γιατί όταν οι γονείς μου εκεί ερχόνταν
για τα ρευματικά κι αρθριτικά τους-
η αφεντιά μου πηγαινοερχόνταν
στης πόλης τους χαρούμενους δρομάκους.
Μετά η ζωή στα νύχια της με πήρε΄
κι αφού απ’ ό,τ’ ήμουν άφησ’ ένα ράκος
«Τώρα», μού είπε, «όπου θέλεις σύρε...»
Κι εγώ, ένας αξιολύπητος γεράκος,
γυρνώ και βλέπω τα παλιά μου μέρη
για τελευταία θωρώντας τα φορά μου
προτού το σπλαχνικό του Χάρου χέρι
κι αυτή την ύστατη κόψει χαρά μου.
Αλλ’ ας τελειώνω-γρήγορα τους νέους
τα λόγια των μεγάλων τους κουράζουν.
Σειρήνες άλλου τους καλούνε Χρέους-
άλλες φωνές Χαμού αυτούς τους κράζουν.
Μα θέλω να σου πω προτού σ’ αφήσω
πως σ’ όποια κι αν φωνή εσύ απαντήσεις,
ό,τι κακό θα το αφήσεις πίσω
κι όλο καλά στη ζωή σου θα τρυγήσεις.
Παιδιού ενός έξυπνου καθώς εσένα,
και θαρραλέου, και με καθάρια μάτια,
η ζωή του δε θα πάει στα χαμένα
σε όποια κι αν βαδίσει μονοπάτια:
Παιδί που βγαίνουν από την ψυχή του
λέξεις καθώς «Λογοτεχνία...» «βιβλίο...»
το σύμπαν όλο συμμαχεί μαζί του
να του σμιλέψει εύκαρπο ένα βίο.