Ο ΔΆΦΝΗΣ
Ο Δάφνης, στη γωνιά, πουλάει αρώματα,
φτηνά για τις γυναίκες φτιασιδώματα.
Μπαίνουνε μέσα πλούσιες οι καημένες
και βγαίνουν για μπογιές ξεπουλημένες.
Απέναντι το «ΞΈΡΟΞ» πάντοτε άδειο
με το ξεκουρντισμένο του το ράδιο
και παραπέρα το «ΌΡΚΕΣΤΡΑ», γεμάτο
με ρούχα παιδικά από πάνω ως κάτω.
Κρίση. Κανένας ρούχα δεν ψωνίζει
κι ούτε με γράμματα κόλλες γεμίζει.
Στου Δάφνη μόνο το θρασύ το χάνι
πληθαίνει το ζουρλό γυναικομάνι.
Γυναίκες. Με μυαλό πάνω απ’ την κόμη
που αλλάζουν τρίχωμα μα όχι γνώμη.
Γυναίκες. Όντα αλλόκοτα ενός κόσμου
που φευ! έτυχε να ’ναι ο δικός μου.