Σάββατο 3 Φεβρουαρίου 2024

 Η ΦΡΎΝΗ ΜΠΡΟΣΤΑ
ΣΤΟΥΣ ΔΙΚΑΣΤΕΣ ΤΗΣ

"Κατηγορούμενη εδώ με φέραν
Γιατί ασέβησα, λεν, στα Μυστήρια
Τα Ελευσίνια και τα Ποσειδώνια.
Και ποιά η ασέβεια; Ποια η βλαστημιά μου;
Ότι στη θάλασσα γυμνή εμπήκα
Ενώ διαρκούσαν τα ιερά Μυστήρια.
Και στο Ανώτατο το δικαστήριο
Ήρθα να δικαστώ: στον Αρειο Πάγο.
Ξέρω η ποινή μου Θάνατος πως θάναι,
αν δεν μπορέσω vα σάς αποδείξω
πως βλάστημη δεν είμαι. Και ακόμα
πως ό.τι έκανα κακό δεν ήταν
και ούτε ατιμάζει τους Θεούς μας,
μα ήτανε καλό-και οι Θεοί μας
τιμήθηκαν μ’ αυτήνε μου την πράξη.
Είμαι γυναίκα. Κι ένας παραπάνω
λόγος είναι αυτός που πρέπει νάμαι
στα λόγια δυνατή για να σάς πείσω.
Γιατί εσείς σαν άντρες αγνοείτε
και κίνητρα και σκέψεις της γυναίκας.

Εγώ τους θεούς που με κατηγορείτε
στην πίστη τους πως έχω ασεβήσει
βοηθούς μου τους καλώ για να σας πείσω
πως τιμωρία δεν μου πρέπει εμένα
παρά έπαινος και τίμημα και δόξα.
Κι απ' όλους τους θεούς πιο τις γυναίκες
στα λόγια μου καλώ να με συντρέξουν.
Και βέβαια αδιανόητο φαντάζει
σε σας Αρεοπαγίτες δικαστές μου
να γυμνωθεί ένας άντρας μες στον κόσμο
και μες στη θάλασσα γυμνός να έμπει.
Αλλά γυμνή να εμφανιστεί γυναίκα
όχι μονάχα για κακό δεν τόχει
μα και χαρά πολλήν αυτό της δίνει.
Δε γνοιάζεται γι απόλαυση η γυναίκα.
Μονάχα επιθυμεί να τη θαυμάζουν
και όλοι σπάταλα να την προσέχουν.
Απόλαυση για μάς η επιθυμία
πoυ η παρουσία μας γεννά στον άντρα.
Γιατί vα στολιζόμαστε θαρρείτε;
Γιατί βαφόμαστε; Γιατί διαμάντια
επάνω μας κρεμάμε και χρυσάφια;
Γιατί το σώμα μας όσο μπορούμε
γυμνώνουμε; Την προσοχή σας είναι
που μ’ ολ' αυτά ζητούμε να τραβούμε.
Κι αφήνεται ευχάριστα η γυναίκα
μέσα στου πλήθους την ανωνυμία.
Τη μοναξιά η γυναίκα τη φοβάται.
Στα πλήθη μέσα νιώθει ασφαλισμένη.
Κι εμένα τι μ’ εμπόδιζε να κάνω
Αυτό που έκανα; Ντροπή δεν είχα.
Τη θέλει τη ντροπή μόνο η γυναίκα
η ανύπαντρη, που ψάχνει άντρα νάβρει.
Τότε, με την ντροπή της καλυμμένη
παρατηρεί με προσοχή τον άντρα
να ξεσκεπάζεται αυτός μπροστά της
κι αμίλητη κρυφά διαλέγει εκείνη
με οδηγό τη μέσα της λαχτάρα
τον πιο γερό τον αντρικό το σπόρο.
Και ούτε άντρα είχα να ζηλέψει.
Αλλά κι αν είχα-μάθετε και τούτο-
ύστερα αυτός διπλά θα μ’ αγαπούσε:
η έξυπνη γυναίκα (και γυναίκα
έξυπνη ποια στον έρωτα δεν είναι;)
του άντρα της σα θέλει να ξυπνήσει
τον κοιμισμένο έρωτα, φλερτάρει.
Γιατί, ω! δικαστές, τ’ ειναι η ζήλεια
(πολλά έχει να σας μάθει μια εταίρα)
παρά το πάθος της ιδιοκτησίας
που ο συναγωνισμός το τυραννάει;
Α! Η γυναίκα, του Έρωτα την τέχνη
την ξέρει πριν να γεννηθεί ακόμα.
Και αν κι εμένα οι άντρες δε μου λείπαν
καλό θα ’ταν να κάνω να ζηλέψει
ο ερωμένος μου ο Πραξιτέλης.
Γιατί όπως για τους εραστές μου όλους,
εφρόντιζα έτσι να ’μαι και για κείνον
η αμόλυντη, η αγνή, η πρώτη αγάπη.
Kι είναι στην πεθυμιά του άντρα μέσα
παρθένα τη γυναίκα να την θέλει.
Κι είναι στην τέχνη μέσα της εταίρας
για τον καθένανε παρθένα να ’ναι.
To κάθε τι πάνω μου γυναικείο
σ’ αυτήνε που ’κανα μ’ έσπρωχνε πράξη-
γυμνή μπροστά στον κόσμο να φαντάξω.
Kι όσο για την ασέβεια στους θεούς μας,
στη φύση αυτό δεν είναι της γυναίκας.
Απ' τα δεσμά ελεύτερη της Φύσης
την Θεία λαχταράει προστασία.
Με πνεύμα σαστισμένο μες στον κόσμο
την Θεία καθοδήγηση ζητάει.
Η τελευταία είναι η γυναίκα
που τους θεούς της θα εγκαταλείψει. -
Και πώς μπορεί σε κείνο που λατρεύει
κάποιος να ενεργήσει ενάντιά του;
Ό,τι λοιπόν σε σάς μοιάζει ασέβεια
και που με θάνατο θα το πληρώσω
τη γνώμη σας ν’ αλλάξτε αν δε σας κάνω,
όχι, δεν ειν' ασέβεια, μα μετράει
γι ακόμα μία στους θεούς θυσία.
Για μια λατρείας απόδειξη ακόμα
στο Υψηλό, στο Μέγα και στ’ Ωραίο
που των Θεών σαρκώνει την Ουσία.
Γιατί τ' Ωραίο στους Θεούς αρέσει.
Κι είναι του Ωραίου γέννημα η γυναίκα.
Κι είμαστε ωραίες γιατί μάς ποθείτε.
Και πάντα οι γυναίκες θα ’ν’ ωραίες
όσο στη γη επάνω υπάρχουν άντρες.
Και μάς ποθείτε για χιλιάδες λόγους.
Είστε δειλά και φοβισμένα όντα.
Και της ζωής οι πόνοι σάς πονάνε.
Κι όλη σας είναι η επιθυμία,
Να πάτε πάλι απ’ όπου έχετ’ έρθει.
Γι αυτό ζητάτε μέσα μας να μπείτε
και να χαθείτε στου άφωτου τα πλάτια
και στου αγέννητου την ευτυχία.
Γι’ αυτό με χίλιους τρόπους προσπαθείτε
Να καταφέρετε να σάς δεχτούμε.
Αυτός σκοπός ειν’ όλης της ζωής σας.
Γι αυτό μοχθείτε νύχτα και ημέρα
πλούτη να φτιάξετε και να τα ρίξτε
στα πόδια μας για να μας αγοράστε.
Και μεις δεχόμαστε τα τόσα πλούτη
και σας εμπαίζουμε γιατί όχι μόνο
σεις δεν χανόσαστε, μα η επαφή μας
κι άλλα γεννά δυστυχισμένα όντα.
Ναι. Ένας θάνατος ειν' η γυναίκα,
που δώρα στολισμένος και τη γλύκα
κατέχοντας, κοντά του σάς φωνάζει.
Κι όταν το «ναι» για να σάς πούμε, δώρα
θέμε πολλά που σεις δεν τα μπορείτε,
τoν θάνατο αλλού τόνε ζητάτε.
Και κάνετε πολέμους αντροφόνους.
Kαι πάτε και πεθαίνετε με βήμα
καμαρωτό, βαδίζοντας σα νάναι
γυναίκεια αγκάλη του εχθρού η σπάθα.
Ο θάνατος-ναι-είναι οι γυναίκες.
Γι αυτό και ειν' ωραίες. Κι αν Θρησκείες
χτίζει ο άντρας και Φιλοσοφίες,
το κάνει μόνο γιατί θέλει νάβρει
ψεύτικον ένα θάνατο εντός τους.
Κι είμαστε ωραίες γιατί εντός μας θάλλουν
τα θάματα ζωντανεμένα όλα
κι οι μαγεμένες ομορφιές της Φύσης.
Κι έχουμε πάνω μας όσα να βρείτε
αλλού έτσι μαζεμένα δεν μπορείτε.
Μέσα στα μάτια μας λαμπροσπιθίζουν
του κόσμου όλου oι ανθολειμώνες
και τα’ άφωτα τα βάθη της θαλάσσης
και τα’ ουρανού τα γαλανά τα πλάτια.
Στα χείλια μας και στων παρειών τα μήλα
τα χρώματα όλων θα ’βρετε των ρόδων.
Η ανάσα μας κοντά σας θε να φέρει
δροσιά και κάμα απ’ όλους τους ανέμους.
Σε βουερά θα μπείτε μονοπάτια
τo θρόϊσμα γροικώντας των μαλλιών μας.
Στο δέρμα μας επάνω η φαντασιά σας
ταξίδια πολυπλάνητα σκαρώνει.
Κι η στα δυο πόδια η περπατησιά μας
μπροστά στο στόμα σας φέρνει και παίρνει
τo σφριγηλό κι ολόρθο μας το στήθος,
αυτό το θάμα των θαμάτων όλων.
Και η δίποδη αυτή περπατησιά μας
πιό μυστικό το μυστικό μας ρόδο
κι απόκρυφο στον πόθο σας τ’ αφήνει,
και μάς πλουταίνει πιότερο τα όπλα
που η Φύση χάρισε στην άμυνά μας,
και πιό το τίμημα κάνει μεγάλο
της κατοχής και της απόλαψής του.
Kι είμαστε ωραίες γιατί στους αιώνες
μας έχει χιλιοχαδευτεί το χάδι
απ' της ζωής το κόκκινο βελούδι.
Και χιλιοτραγουδήθηκε η φωνή μας
απ' των πουλιών τις όμορφες φωνίτσες.
Κι είμαστ' ωραίες γιατί στους αιώνες
ο άντρας με το θάνατο μεθάει,
με τη ζωή παθιάζεται η γυναίκα.
Και να ’μαι εγώ. Και να η ομορφιά μου.
Η πιο ωραία εγώ μες στις ωραίες.
Και να! τα κάλλη τα επιθυμητά μου.
Και ό,τι πι’ όμορφο οι θεοί έχουν πλάσει,
τη θέα του θυσία έχω προσφέρει
στους πλάστες του-στους ίδιους τους θεούς μας.
Κορμί σαν το δικό μου έχει μονάχα
για μιά φορά φανεί στην Οικουμένη.
Tι πιό ωραίο τη γύμνια του να δώσω
Να τη θαυμάσουνε Θεοί κι ανθρώποι;
Θυσία ποιά καλλίτερη θε νάταν
παρά η τέλεια ομορφιά στον Δία;
Η Ομορφιά δεν έθελξε κι εκείνον
στης Λήδας το κορμί και στης Δανάης;
Αλλά και σας θεά-η θεία Δίκη
τη δύναμη σας δίνει και τη γνώση,
σωστές να βγάζετε τις αποφάσεις.
Γι αυτό και σας καθώς θεούς ταιριάζει
να σας τιμούν οι άνθρωποι. Και δίχως
άλλο ν’ αργώ, μπροστά σας θα γυμνώσω
του' το κορμί που η τελειότητα έχει
με τα πανώρια της τιμήσει δώρα.
Έτσι και σεις, αφού μπροστά σας δείτε
την τέλεια ομορφιά μου να φαντάζει,
την δίκαιά σας τότε κρίση βγάλτε.
Θα την δεχτώ αγόγγυστα όποια νάναι".

Και λέγοντας αυτά το πέπλο ανοίγει
και τα εξαίσια φανερώνει στήθια.