ΤΡΑΜΠ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ
(«Κυβερνήτης της Καλιφόρνιας: «Αξιοθρήνητοι οι Ευρωπαίοι- Γονατίζουν μπροστά στην αλαζονεία του Τραμπ»)
Αυτοί που ως τώρα κάνανε στους άλλους τον καμπόσο
Για δες-μικροί πώς γίνανε κι αμελητέοι τόσο-
Ποιοι; Μα ο Στάρμερ, ο Μακρόν, Μερτς, Σάντσεζ και Μελόνι-
που ως τώρα αυτοί κρατούσανε μαχαίρι και πεπόνι…
Γιατί παιχνίδι γίνανε στου Τραμπ τα χέρια όλοι,
Κι αντίς χαλί, καθένας τους έχει πια γίνει τσόλι,
Που ουτ’ ένα ευρώ στην αγορά της πόλης δεν αξίζει,
Και τα παπούτσια του καθείς επάνω του σκουπίζει…
Κι ό,τι αυτοί εκάνανε στα κράτη τα μικρούλικα-
Λες αποπαίδια ήταν αυτά ή ορφανά ή μούλικα-
Τα ίδια και χειρότερα τώρα ο Τραμπ τους κάνει
Που ο καθένας να σωθεί τρέχει αλλά… δε φτάνει.
Τους κοροϊδεύει φανερά, τους βρίζει, τους δουλεύει,
Τους παραδίνει σ’ οποιανών επιθυμεί την χλεύη,
Δασμούς τους βάζει υπέρμετρους, τους απειλεί,
Τους φτύνει,
Κι από τη λίστα ηγετών όποιον γουστάρει σβήνει.
Μπράβο σου Τραμπ, που γδικιωμό σαν άλλος Ηρακλέας
Παίρνεις, τα εννιά αποκόβοντας κεφάλια της Λερναίας
Της Ύδρας, που έτρωγε τα ζα που λέγονται ευρωπαίοι,
Ορίζοντες ανοίγοντας για μας, που είνα νέοι.
-----
Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026
ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΤΕΡΜΑ!
Ο προπάππος μας Αδάμ
και η προγιαγιά μας Εύα
τζάμπα νάνι τζάμπα μαμ
και καθόλου δε δουλεύαν.
Ξάπλα βράδυ και πρωί
ζούσαν όμορφη ζωή.
Δίχως κόπους και ιδρώτα
πέρναγαν ζωή και κότα.
Και δεν πλήρωναν ΟTΕ
δεν πληρώναν εφορία
κι ούτε είχανε ποτέ
με δοσάδες φασαρία.
Με αγγέλους συντροφιά
και με το θεό παρέα
όλα ήτανε καλά
κι όλα ήτανε ωραία.
Ώσπου η Εύα βιαστική
στον Αδάμ πάει μια μέρα
που τον φρέσκο του εκεί
κάπου έπαιρνε αέρα,
και κραδαίνοντας σφιχτά
μες στο χέρι ένα ξύλο
στο κεφάλι τον χτυπά
και του λέει: «Θέλω μήλο!»
«Βρε καλή μου-βρε χρυσή
τι κουβέντα είν’ αυτή
κι έτσι άξαφνα πώς σου ’ρθε;
κι από ποιόνε; κι από πούθε;..
Ξέρεις τι ο κραταιός
μας εδιάταξε ο θεός:
τ’ άλλα δέντρα να τρυγάμε,
αλλά μήλο να μη φάμε!».
«Ξέρω τι μας έχει πει,
μα εγώ έμαθα ακόμα
το γιατί τέτοια εντολή
του ’χει βγει από το στόμα:
είναι γιατί αν γευτούμε
από κείνο τον καρπό,
σαν και κείνον θα γινούμε-
δηλαδή θεοί-γι αυτό!».
«Τι ιδέα μα το ναι!
Ποιος σου το ’πε αυτό μωρέ;
ζώο θα ’λεγα πως θα 'ναι-
μα τα ζώα δε μιλάνε...»
«Να που έγινε κι αυτό
και μου μίλησε ένα ήδη-
το μεγάλο μυστικό
μου το σφύριξε το φίδι.»
«Τι απρόσμενο κακό
είναι τούτο που ακώ!
Ένα φίδι να τολμάει
στους ανθρώπους να μιλάει…
Και γιατί παρακαλώ;
για να βάλει στο μυαλό
μιας κουτής όπως εσένα
λόγια ψεύτικα ένα ένα...
Τι θα γίνω εγώ με σε;
ρε Ευάκι άκου και ’μέ-
ο θεός όταν το μάθει
θα μας δώσει χίλια πάθη..»
«Συ θα πεις εμέ κουτή;
άρπα την λοιπόν κι αυτή!»
και το ξύλο που κρατάει
στο κεφάλι του το σπάει.
«Και να ξέρεις-μήλο εγώ
θες δε θέλεις θα γευτώ:
στο μυαλό μου ό,τι βάνω
δε ’συχάζω αν δεν το κάνω.
Όμως συ ’σαι ο κουτός.
Γιατί ακόμα κι αν ο θεός
θέλει να μας τιμωρήσει
γι αυτό που 'χουμε τολμήσει,
δε θα το μπορεί αφού
θα 'μαστε θεοί βρε ζώο!..»
«Τι ξερό κεφάλι! Φτου!
Φάει συ-εγώ δεν τρώω!»
Έτσι είπε ο φτωχός.
Όμως έφαγε κι αυτός,
κι ο θεός απ’ το πανώριο
τους κυνήγησε φυτώριο.
Η συνέχεια είναι γνωστή.
Μια ζωή μόχθου μεστή
και ταλαιπωριών περνούνε
έκτοτε όσοι ανθρώποι ζούνε.
Κι από τότε όλες κρατάνε
οι γυναίκες ένα ξύλο
και τους άντρες τους χτυπάνε.
Κι αντίς φίδι, έχουν φίλο.
ΛΥΠΗ ΝΕΑΡΟΥ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΥ
Έχετε δει αηδονάκι βραχνιασμένο;
Άγγελο ίσως με πυρετό;
Φεγγάρι σε κουβέρτες διπλωμένο;
Ήλιο με τάση για εμετό;
Έχετε δει δυο μαύρα καρβουνάκια
ενώ γελάνε μαζί να κλαιν;
Δυο του γιαλού ροζ κοχυλάκια
κόκκινα να ’ναι και να καιν;
Αχ! η αγάπη μου είναι κρυωμένη.
Ό,τι μου έδινε ρίγος, ριγεί.
Και θα υποφέρει για πολύ η καημένη
γιατί η ανάρρωση θα ’ναι αργή:
ένα μικρόβιο μέσα της εμπήκε
με το γνωστό του σφρίγος κι ορμή-
και πώς θα φύγει τώρα που εβρήκε
τέτοια αγκαλίτσα-τέτοιο κορμί…
ΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ
Έπιπλα δεν είχε το δωμάτιο
και όσο να πεις
ένα τραπέζι
απαραιτήτως χρειάζονταν.
Δε θα 'τρωγε καλά για λίγες μέρες
το κάπνισμα θα εμετρίαζε
το φως νωρίς θα το ’σβηνε-
λίγο από δω-λίγο από κει
θα τα κατάφερνε στο τέλος.
Και όχι πολυτέλειες.
Δεν ήθελε
ξύλο καλό,
ούτε μορφήν και στυλ θα εκοιτούσε.
Ένα απλό τραπέζι.
Λίγο γυαλιστερό μόνον στην επιφάνεια
και κάπως,
όσο γίνονταν,
τα πόδια του κομψά.
Τώρα θα πεις:
μεγάλη ανάγκη ήταν το τραπέζι;
Ανάγκη όχι, μα είναι κάποια συντροφιά-
ένα δωμάτιο άδειο άσχημα χτυπάει…
Πάλι
κάποιος μπορεί να ’ρχόταν
και την κατάντια του να δει δεν θ’ ανεχόταν…
Και τέλος είναι κάτι όρθιο
μέσα σε τόσα γκρεμισμένα.
Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026
ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!
Επιτέλους ένας άντρας που ελεύθερα μιλάει!
Επιτέλους ένας άντρας που ό,τι του ’ρχεται το κάνει.
Και δεν είναι κανας άντρας άσημος που δεν τον ξέρει
«Ούτε η μάνα του», που λένε για τους ευτελείς ανθρώπους,
Παρά είναι ένας άντρας που η γη τον ξέρει όλη,
Κι αρχηγός συμβαίνει να ’ναι σε πανίσχυρο ένα κράτος.
Και δεν είναι απ’ τ’ ανθρωπάκια που με αινίγματα μιλάνε,
Ή νοήματα κρυμμένα που οι λέξεις τους κρατάνε,
Και χρειάζεται ένας τάχα σχολιαστής να τα ’ξηγήσει…
Όχι! Μακριά από κείνον οι ανούσιες ρεβεράντζες,
Κι η ανάγκη «ερμηνείας» των λεχθέντων από «κύκλους».
Και αυτός ο σπάνιος άντρας ειν’ ο Προεδρος των USA!
Ειν’ ο Τραμπ! που ό,τι θελήσει, δίχως άργητα το λέει-
Τι λέω «λέει»…το φωνάζει! Κάλλιο «το διατυμπανίζει!»,
Δίχως δεύτερη μια σκέψη, δίχως άργητα καμία
Δίχως έγνοια αν δεν θ’ αρέσει σ΄ όποιον και να το ακούσει.
.
Έτσι είπε κάποια μέρα: «ο Μαδούρο δε μ’ αρέσει.
Και χωρίς πολλή κουβέντα θα τον βγάλω από τη μέση!»
Και η γη ας έμεινε όλη με ορθάνοιχτο το στόμα,
Και ας διαμαρτυρηθήκαν όσα διάφορα άλλα κράτη.
«Τους δασμούς», λέει, «στα πιο κάτω, τους τριπλασιάζω κράτη!»
Και κατάλογο έναν δείχνει που ό,τ’ είπε αποδείχνει.
Κι οι πρωθυπουργοί ας φωνάζουν των κρατών αυτών, κι ας λένε
Πως πολύ θα τους πειράξει των δασμών η ανηφόρα,
Και σκουπίζοντας το δάκρυ ας θυμίζουν τη φιλία
Που ως τώρα εκείνα είχαν με τις USA αναπτύξει,
Και ας τρέχουν σαν κοτούλες με «αλί!» και «κο κο κο»,
Μα ο άντρας Τραμπ για δαύτες δεν σκοτίζεται λεφτό.
Λέει στου ΝΑΤΟ το λεφούσι: «ή πληρώνετε ή φεύγω.»
Και ξηλώνονται όλοι αμέσως δίχως άχνα και μιλιά,
Λέει «περπατήστε!», τρέχουν. Λέει ¨στοπ» και σταματούν.
Λέει «Μιλιά να μην ακούσω!», δεν ακούγεται ούτε «κιχ»!
Κι είπε «Θέλω Γροιλανδία!» κι όλοι τρέχουν και δε φτάνουν,
Και συσκέπτονται βαθέως για να δούνε τι θα κάνουν,
Και τα χέρια τους τα καίει η πατάτα η καυτή.
Όμως ξέρουν πως στο τέλος θα την έχει και αυτή.
Επιτέλους ένας άντρας που ξεκάθαρα μιλάει!
Κι ό,τι θέλει, δίχως κόπο και φανφάρες τ’ αποχτάει!
Το βρήκα Φώτη. Το βρήκα. Δωσ’ το κι αυτό για το αφήγημα. Να μπει στο κεφάλαιο «ΕΚΠΑΛΑΙ».
(Γράμμα του θειου μου του Γιώργου.
Πέθανε από φυματίωση -υπερκόπωση τη λέγαν τότε-, ενώ η μητέρα μου ήταν έγκυος σε μένα.
Μου έδωσαν το όνομά του.
Ήταν ποιητής.)
«Σπάρτη τη 13-10-34
Αγαπητά μου αδέρφια Κώστα και Ρήνα
Εύχομαι η επιστολή μου να σας έβρει εις άκραν υγείαν.
Εγώ χθες ήρθα από την Αθήνα. Παρέμεινα λίγες μέρες ακόμα.
Σπίτι τους βρήκα καλά.
Ο πατέρας άλλαξε μαγαζί και πήγε δίπλα από του Βεκράκου.
Προχθές είχαμε γράμμα από Αντιγόνη. Είναι καλά. Κάποιος μας είπε ότι είναι και έγκυος, αλλά αυτή δεν μας το έγραψε ακόμη. Ως για την ανεψιά μας, καθώς μας γράφει η Αντιγόνη όλο και ευμορφαίνει .
Ο Πότης εξακολουθεί να μας είναι έτσι αμελής, έχει πολύν καιρό να γράψει. Του έγραψε η μητέρα και ετηλεγράφησε αυτός.
Τίποτε άλλο.
Τα πράγματα θα σας τα μπαλάρουμε και θα σας τα στείλουμε.
Δώστε τα χαιρετίσματά μας εις την πεθερά σου, Πατρούλα, Αντώνη, στους κουμπάρους και ιδιαίτερα στην καλή Γιώτα.
Έχετε χαιρετισμούς από όλους τους γειτόνους.
Με αγάπη
ο αδερφός σας Γεώργος.
Οι γονείς Χρυσάνθη και Νίκος σας φιλούν.
Εγώ γράφω τώρα στην Αντιγόνη και περιμένει και από σας γράμμα. Έχετε σύσταση να γράψετε ή να σας στείλουμε;»
Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026
ΡΕ ΜΕΡΤΣ…
Ρε Μερτς γιατί τσαντίστηκες που ο Τραμπ θέλει να πάρει
Τη Γροιλανδία; Μη κι εσύ δεν έκανες τα ίδια
Και τρεις φορές χειρότερα τον εικοστό αιώνα;
Λαούς πολλούς μακέλεψες, κράτη είχες καταλάβει,
Κι ως τη Ρωσία είχες βαλθεί να πάρεις. Λοιπόν τώρα,
Τάχα γιατί σε πείραξε που ο Τραμπ έβαλε πλώρη
Το παγωμένο το νησί δικό του να το κάνει;
Κι αν τον Μαδούρο έφαγε, κι αν Κολομβία και Κούβα
Γουστάρει, εσύ με μούτρα τι, τώρα τον κατακρίνεις;
Έτσι ειν’ ο κόσμος. Τι ζητάς; Θες χούγια να του αλλάζεις
Ανάλογα με το αν εσύ από την αλλαγή του
Πλουτίζεις κι αντρειεύεσαι ή χάνεις και φτωχαίνεις;
Έτσι ειν’ αυτά. Τη μια στιγμή αφεντικό να είσαι
Και τη στιγμή την άλληνε δούλος και νικημένος.
Τουλάχιστον ό,τι ζητά ο Τραμπ να ’χει δικό του,
Το κάνει δίχως σκοτωμούς και σαπουνοποιήσεις,
Παρά με τρόπο ήρεμο, αλλά και φουλ αντρίκιο.
Κι ούτ’ ένανε δεν άρχισε πόλεμο, αλλά έχει
Αντίθετα, έστω μικρούς, οχτώ κιόλας τελειώσει.
Και τώρα εβουλήθηκε να φάει τη Γροιλανδία.
Λοιπόν; Αυτό σε πείραξε τόσο που να φωνάζεις
Και να ζητάς ν’ αντισταθείς στη βούληση αυτή του;
Χρόνια πολλά καλότρωγες απ’ τη φτωχή Ευρώπη
Μιας κι ήσουνα στο τρένο της η ατμομηχανή της.
Τάχα σε πείραξε ο Τραμπ; Όχι! Κι ακόμα είχε
Την άμυνά σου αποκοπή-σαν ΗΠΑ- αναλάβει,
Ώστε αμέριμνος εσύ να καλοτρώς, να πίνεις,
Κι ας ήσουνα του πόλεμου του Βήτα ο νικημένος.
Κόντρα λοιπόν γιατί του πας, τώρα κι αυτός που θέλει
Τη Γροιλανδία στο άρμα του το αρχοντικό να δέσει;
Να ’ταν εχθρός σου να πω «ναι». Μα φίλος σου δεν είναι;
Στο Δυτικό κι οι δύο σας δεν είστε ημισφαίριο;
Κι οι δυο σας την Ανατολή τάχα δεν πολεμάτε;
Λοιπόν γιατί του γίνεσαι και τόσο του κολλάς,
Αφού τους δυο κοινός σκοπός και μοίρα σας ενώνει;
Στο κάτω κάτω της Γραφής, η Γροιλανδία κέρδος
Δε θα ’χει από την σύμπραξη-αν γίνει-με τις ΗΠΑ;
Τέλος, δε λέω, έχεις και συ τα δίκια τα δικά σου,
Αλλά δε θέλω μωρέ Μερτς να βλέπω δύο φίλους
Να τρώγονται έτσι, στα καλά-που λεν-του καθουμένου
Λίγα άχυρα μοιράζοντας-και δη αχυρώνα ξένου…