(από το περιοδικό «ΛΟΓΙΑ»-ΑΜΕΡΙΚΗ)
(Όταν βαφτίστηκε η κόρη του Γιάννη, θείου του Μπούλη, που την είπανε Αντρέϊ)
ΤΑ ΒΑΦΤΙΣΙΑ (ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ) ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ, ΘΕΙΟΥ ΤΟΥ ΜΠΟΥΛΗ,
ΠΟΥ ΘΑ ΤΗΝ ΠΟΥΝ ΑΝΤΡΕΪ
Τέρμα λοιπόν τα ψέματα μικρό μου κοριτσάκι.
Με τη σφραγίδα του φωτός κι εσύ θα σφραγιστείς
και θ’ αποκτήσεις σύντομα ένα ονοματάκι.
Πρέπει-δε γίνεται αλλιώς-κι εσύ να βαφτιστείς.
Λοιπόν με της καρδούλας σου τους παιδικούς τους χτύπους
στο βήμα ας δώσουμε φτερά των δύο μας ποδιών
κι ας μπούμε μες στης Ανοιξης τους ανθισμένους κήπους
και ας μαζέψωμε ευωδιές σπανίων λουλουδιών.
Ροζ ένα χρώμα ας πάρουμε απ’ του ήλιου το μπαλκόνι
κι ας κάνουμε ένα φόρεμα στα μέτρα σου μ’ αυτό.
Με του ρυακιού το μούρμουρο, το λάλημα απ' τ’ αηδόνι
έναν ωραίο ας πλέξουμε και χαρωπό σκοπό.
Του αγέρα το ψιθύρισμα θα κάνουμε στεφάνι
και θα σου στεφανώσουμε με κείνο τα μαλλιά,
τριγύρω του απλώνοντας ό,που το μάτι φτάνει
μωράκια ακόμα τα γλυκά του πόθου σου φιλιά.
Και θα καλέσουμε πολλά ζουζούνια κι εντομάκια
κι οι καλεσμένοι ατέλειωτο θάναι κατεβατό:
πουλάκια λαφροπέταχτα, λαφάκια, σκιουράκια
και των ζωηρών των μυρμηγκιών τον τακτικό στρατό.
Κοκκινωπές και λαμπερές θα σέρνουν οι λαμπρίτσες
του φτερωτού πανηγυριού τον ξέφρενο χορό.
Πολύχρωμες, τρελούτσικες, μικρές πετάλουδίτσες
θα κουβαλούνε μια χαρά σε κάθε τους φτερό.
Και μες σ’ αυτό το χαρωπό μεθύσι η κυρα-Φύση
την ύπαρξή σου ραίνοντας με μύρα κι αγκαλιές
έτσι απλά στη χάρη της τη θεία θα σε βαφτίσει
χωρίς φτιαχτά δοσίματα και ξένες συνταγές.
Και πρέπει ένα όνομα να βρει να σου χαρίσει
που να ταιριάζει και σε σε, κι η τάξη να κρατεί-
γιατί έτσι κι Ανοιξη σε πει κάθε κλαρί θ’ ανθίσει
και αν Ελπίδα η αίσθηση του Φόβου θα χαθεί.
Ίσως λοιπόν καθώς γυμνή κι αγνούλα θα προσμένεις
της Φύσης την απόφαση την πάντοτε σωστή,
«Η Γελαστή κι Ανόθευτη φωνή της Οικουμένης»
Ίσως από τα χείλη της τα σοβαρά ακουστεί.
Κι έτσι λοιπόν βαφτίστηκες. Όμως μπορεί μικρό μου
Να γίνουν τα βαφτίσια σου στη Φύση μια βρισιά:
Υπείκοντας στο κάλεσμα ενός καινούργιου νόμου
Ίσως να σε βαφτίσουνε και σένα σ’ εκκλησιά.
Αλλά εσύ 'σαι ανεύθυνη γι αυτό μικρή μου Αντρέι.
Μόνο να ξέρεις για καλά σα θάσαι στο νερό,
ότι μωρό με τ’ όνομα Αντρέι ποτέ δεν κλαίει
και πάντοτε ειν’ όμορφο και πάντοτε γερό.
----
ΑΝΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ
Τ΄ ήταν αυτό που γίνηκε;
Πώς τόση ευτυχία
τριγύρω μας απλώθηκε;
Μη ο νόμος εψηφίστηκε
Για να μπορούνε άντρες
με ζώα να παντρεύονται;
Μη γιατί οι νιες οι κοπελιές
θα έχουν νέο γκόμενο
ημέρα παρ’ ημέρα;
Μήπως γιατί ο πόλεμος
στην Ουκρανία πέρα
πάει και ετελείωσε;
Όχι! Κάτι πιο απ’ όμορφο
πιο κάλλιο και πιο μέγα
σήμερα έχει τελεστεί.
και με μια λέξη, και χωρίς
φανφάρες και λουλούδια,
και δίχως άλλους πρόλογους
και δίχως ερωτήσεις
που μόνον υποθετικές
θα είχανε απαντήσεις,
να! δεν βαστώ! θα το ειπώ
χωρίς ν’ αργήσω άλλο,
και υποθέσεις ψάχνετε
κι άλλες αγαπητοί μου.
Και ιδού το αίτιο του καλού
τη χώρα μας που βρήκε,
και που χωρίς άλλο ν’ αργώ
θα σας το πω αμέσως
απλά και μονολεκτικά
χωρίς αργοπορίες
που διόλου δεν τις συμπαθώ.
Φίλοι λοιπόν αγαπητοί,
καλοί μου συμπατριώτες,
γυναίκες κι άντρες και παιδιά,
γέροι και νιοι και νέες,
Ιδου ποιος είν’ ο που έγινε
χαρούμενος σεισμός.
Και ιδού η λέξη φίλοι μου:
ΑΝΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ!
Φωνές χαράς ακούγονται
απ’ όληνε τη χώρα
και νικητήριες ιαχές,
γιατί του λαού οι πόθοι
ήρθε ο καιρός να πληρωθούν
με ό,τι χτες εγίνη.
Και βγήκαν να γιορτάσουνε
σε πόλεις και χωριά
και πανελλήνια μια γιορτή
έχει στηθεί στη χώρα.
Και βλέπεις την Παιδεία μας
στα γιορτινά ντυμένη
που τώρα όλα τα σχολειά
θα έχουνε δασκάλους,
κι όλες οι τάξεις θα ‘χουνε
πίνακες και θρανία.
Και βλέπεις την Παιδεία μας
χαρά μεγάλη νάχει
γιατί νικήτρα έχει βγει
στη μάχη που χει δώσει
ζητώντας να μην βγάζουνε
τα ΑΕΙ μας τούβλα.
Και βλέπεις πλήθη ασθενών
να έχουν βγει στους δρόμους
πανηγυρίζοντας γιατί
πλέον θα γιατρευτούνε
και μάλιστα χωρίς ευρώ
να δώσουν στους γιατρούς.
Και βλέπεις τους αγρότες μας
επάνω στα τρακτέρ τους
ανάποδα να οδηγούν,
μιας κι έχει ο λόγος λείψει:
ο έμπορας που έκλεβε!
Κι οι τρομοκράτες, όλες τους
τις βόμβες παραδώσανε
και τον Κυριάκο να ιδούν
επίμονα ποθούνε,
συγνώμη να ζητήσουνε
για ότι είχανε κάνει
και να του πουν άλλη φορά
πως αν αποφασίσει
να κάνει ανασχηματισμό,
να τους το πει εγκαίρως
για να μην τρέχουν άδικα
βομβιστικοί στους δρόμους
για να ζητάνε πράγματα,
αφού-ηλίου πιο φωτεινό-,
όλα τους τα προβλήματα
μ’ έναν απλό θα λύνονται
ΑΝΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟ.
Κι αναρωτιούνται μερικοί:
γιατί αφού τόσο είναι
καλό αυτό που λέγεται
ΑΝΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ,
να μην γινόταν πιο συχνά
έτσι ώστε τα προβλήματα
της χώρας μας να λύνονται
χωρίς πορείες και κραυγές
και συμπλοκές και αίματα;
Γι αυτό πορεία μόνο μια
ίσως χρειαστεί να γίνει
ακόμα-ήσυχη κι αυτή-
ώστε να νομοθετηθεί
ένα σωτήριο έθιμο:
δύο φορές το χρόνο
ένας γερός να γίνεται
ΑΝΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ,
ώστε να πάψει ο Έλληνας
τόσα να έχει βάσανα
αφού εν τη γενέσει του
ευθύς θα του τα παύει
ο μαγικός, θεόσταλτος
ΑΝΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ.
Πια τότε η νοικοκυρά
φτηνά θα βρίσκει τρόφιμα
κι οι χωροφύλακες αργοί
θα κάθονται στα τμήματα,
αφού πια δεν θα γίνονται
κλοπές ούτε κι εγκλήματα
μιας και οι έλληνες πολλά
θα έχουν πλέον χρήματα
και δεν θα καταγίνονται
με πράξεις απαισίας-
καθώς απάτη, κλέψιμο,
και πράξεις ίσως βίας-,
τέλος αφού σε όλα αυτά
θα έχει αισίως δώσει
ο που θα έχει πριν συμβεί
ΑΝΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ.
Και πια διπλή θα ’χει χαρά
και ο πρωθυπουργός μας
για κάθε ΑΝΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟ
που θάναι όλος δικός μας,
και πάλι θα τον βγάζουμε
όλοι πρωθυπουργό.
Μονάχα να προσέχουμε
απ’ την πολλή τη φόρα του
την ανασχηματιστική-
μην ξεχαστεί ο Κυριάκος μας,
κι απ’ την πολλή τη ζέση του
ο λαός να ανακουφιστεί,
μην μπερδευτεί, και, ο ίδιος
ΑΝΑΣΧΗΜΑΤΙΣΤΕΙ.
Επειδή τότε ανιαρή
η ζήση μας θα γίνει.
Γιατί ποιος τα της χώρας μας
σκατά πια θα τα κάνει,
ώστε να της χρειάζεται
ΑΝΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ;
ΠΙΚ-ΝΙΚ
Η πρώτη πέτρα είναι γιά τον ήλιο,
Η δεύτερη πέτρα είναι γιά την ανάμνηση του ήλιου.
Η τρίτη πέτρα είναι γιά την πέτρα.
Το πι της πρώτης πέτρας είναι τo περιστύλιο.
Το πι της δεύτερης πέτρας είναι το τραπέζι.
Το πι της τρίτης πέτρας είναι το σκαμνί.
Τα εαρινά πράγματα θα περιγράφω όλα.
Και πρώτα ν Χειμώνα,
Το πιο εαρινό των πραγμάτων εκτός έαρος.
Το πρώτο πουλί της Ανοιξης είναι ο υάκινθος
Τα πέταλά του κλείνουν την οσμή των αστεριών.
Το δεύτερο πουλί της Άνοιξης είναι η αμυγδαλιά.
Το τρίτο πουλί είναι ο αστράγαλός του παραλογισμού της.
Στο περιστύλιο
Καθισμένος στο σκαμνί με μπροστά μου το τραπέζι θα γευματίσω.
Τα ψίχουλα θα τα φυλάξω σαν απόδειξη της αλήθειας των ισχυρισμών μου.
Εκτός αν άνεμοι ρικνοί
Παρασύρουν προς Δυσμάς όλα τα πέριξ.
Τότε τίποτα δεν θα μείνει πια έξω από μένα.
Στο σουπερμάρκετ του θεού
Που Αη Νικόλα λένε
Μην μπεις , και το μονάχο σου
Βήμα ας σε φέρει ξένε.
Τρεις μπρος στην πόρτα καρτερούν
Χοντροκολάτοι όλοι
Που ειν’ στο δικό σου το ισχνό
Ο νους τους πορτοφόλι.
Ο ένας λέει το καλή
Ο άλλος λέει το «μέρα»
Ο τρίτος «σας» και προσκυνά
στο χώμα πέρα ως πέρα.
Δεξά, στον πάγκο των κεριών
Πέντε αητοί σταλιάζουν
Κι όταν θ’ απλώσεις για κερί
Το χέρι σού αρπάζουν
Και σου το γδέρνουν-κόκκαλο
Σ’ αφήνουνε μονάχα.
Κυρίες μες στην εκκλησά-
Θεοσεβούσες τάχα-
Του Θεανθρώπου προσμετρούν
Το γυμνωμένο σώμα
Να δούνε πώς θα ταίριαζε
Στο αμαρτωλό τους στρώμα.
Κρυφογελούν, ακκίζονται
Κι όλο κοιτάν τριγύρω
Ταιριάζοντας τα μύρα τους
Με τ’ άγιο μας το μύρο.
Όταν τελειώσει η δεύτερη
Παράσταση-δυο έχει-,
Καθένας τους ομοίους του
Στο «χωλ» να έβρει τρέχει
Χοντροεμπόρους πάμπλουτους
Και ρουφηχτές αιμάτων
Αρχόντους των ανήμπορων
Και δούλους των χρημάτων
Και συζητήσεις αρχινούν
Για μπίζνες και δολάρια
Ενώ γελάνε δίπλα τους
Χαμένα γυναικάρια.
«Πώς πάει το κλέψιμο; Καλά:
Πώς πάει κι η ρεμούλα;»
«Καλά ο Χριστός να μας φυλά
Κι άγια του η μανούλα.
Μα ας ήταν κάθε Κυριακή
Να βάζαμε και ράσα
Η Άγια η Τράπεζα
Μεγάλη έχει μάσα.»
Και όλοι φεύγουν ευτυχείς
Και ευχαριστημένοι
Απ’ τη γιορτή της Κυριακής
Τη χιλιοπροδομένη.
Και στον θεό υπόσχεση
Δίνουν να έρθουν πάλι
Στον οίκο του εμπορίου τους
Την Κυριακή την άλλη.
ΌΧΙ ΕΓΩ ΣΤΗΝ ΚΑΛΙΦΟΡΝΙΑ
Όχι εγώ στην Καλιφόρνια
Μα και στον Άρη κι αν θα πάω
Όποιο βιολί βαρούσα χρόνια
Αυτό και πάλι θα βαράω.
Πάλι οι πράξεις μου καμία
Αιτία δε θα χουν ή σκοπό
Κι η τακτική μου η παγία
Με τις παρέες να σιωπώ,
Πάλι για χρήμα δεν θα δίνω
Εγώ δεκάρα τσακιστή
Και για κανέναν δε θ’ αφήνω
Ποτέ την πόρτα μου κλειστή.
Πάλι θα υψώνονται μπροστά μου
Βουνά τ’ ασήμαντα λοφάκια,
Πάλι θα αιστάνομαι δικά μου
‘ολων των άλλων τα φαρμάκια.
Θα με πονούν με χίλιους τρόπους
Η απονιά κι η αχαριστία
Ενώ γι ανάξιους ανθρώπους
Πάλι θα γίνομαι θυσία.
Πάλι αμέτοχος θα μένω
Εις της ζωής το πανηγύρι
και πράγμα θα ‘ν’ για μένα ξένο
Του φτερωτού χορού οι γύροι.
Οι άλλοι θα ’χουνε την πάλη
Για ν’ αποσείσουν το ζυγό
Και θαχω πάλι πάλι πάλι
Τ’ ονειροπόλημα εγώ.
Κι ένα καλό ποτέ δε θαβρω
Κι ας έχω χίλια καμωμένα-
Μες στο κατάστιχο το μαύρο
Μ’ έχει η μοίρα εμέ γραμμένα.
Και πάλι εγώ θλιμμένος θα ’μαι
Κι απελπισμένος ως συνήθως
Κι όνειρα δίχως να κοιμάμαι
Εφιαλτικά θα βλέπω πλήθος.
Κι όλο θα θέλω αυτό τον βίο
Τον ανελέητο ν’ αφήσω.
Μα οδό δε θάχει ούτε πλοίο
Και θ’ απομένω πάντα πίσω.
ΦΙΛΕ ΑΘΗΝΑΙΕ…
Φίλε Αθηναίε ως οδηγείς
Εκεί μετ’ εμποδίων
Κι όταν το κύμα της φυγής
Σε πάει στη Μεσογείων
Δυο λόγια θέλω να ειπείς
Στο κτίριο το μεγάλο
Που στης Αγίας Παρασκευής
Τα μέρη δεν ειν’ άλλο.
Μακριά κι ας είμαι από την ΕΡΤ
Κι απ’ τις μαλαγανιές της,
Το παλαιό μαζί της φλερτ
Δεν το ξεχνάω πες της.
Στο ράδιο ακούω πρωί πρωί
Τα τελευταία νέα
Κι απ’ του πλανήτη τη ζωή
Μια πρώτη παίρνω ιδέα.
Το ραδιοπρόγραμμα νοερά
Ράθυμα ξεφυλλίζω
Της φαντασίας τα φτερά
Ανοίγω, και αρχίζω
Να σημειώνω στο χαρτί
Προγράμματα που αρέσουν
Και που τραβούν την προσοχή
Στο μάτι όταν πέσουν.
Κι όταν της μέρας η δουλειά
Με έχει κάνει πτώμα
Και πριν του Ορφέα την αγκαλιά
δοθώ, και τότε ακόμα,
παίρνω ένα κάθισμα καλό,
και, άκου να σαστίσεις,
στην τηλεόραση κολλώ
και βλέπω τις ειδήσεις…
ΣΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ
Δημόσιος υπάλληλος σαν ήμουν, προσπαθούσα
Σωστά να κάνω τη δουλειά. Μ’ αν πάλι δεν μπορούσα
Δεν εχολόσκαγα. Αλλά, αυτά συμβαίναν τέως.
Τώρα σε εργοστάσιο-ιδιωτικό βεβαίως
Δουλεύω. Κι ως το ποίημα σκύβοντας γράφω ετούτο,
Μικρό μικρό και βιαστικό σαν άγουρο ένα φρούτο,
Φοβάμαι μήπως τ’ άγριο τ’ αφεντικό γυρίσει
Δει πως για δυο δε δούλεψα, λεφτά, και μ’ απολύσει.
ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ ΠΡΙΝ ΚΟΙΜΗΘΩ
Κάθε φορά πριν κοιμηθώ
Λέω ας μην ξυπνήσω
Τον κατασκότεινο βυθό
Να μην ξαναντικρύσω.
Να μη βρεθώ μες στο στενό
Το μονοπάτι πάλι
Και βαρετά να περπατώ
Χωρίς σκοπό ή πηδάλι.
Μη το σαρκί μου όταν θωρώ
Να λέω «τ’ είναι τούτο;»
Και τι σημαίνει, ν’ απορώ,
Το «είναι» και το «τούτο».
Να μην η ακόρεστη ξανά
με δέρνει η λαχτάρα.
Μη τη ζωή μου τυραννά
Της σκέψης η κατάρα.
Αλλά δεν πιάνουν οι ευχές
Για αιώνιον έναν ύπνο
Και το ανήλεο λυκαυγές
Με βρίσκει πάντα ξύπνιον.
ΔΕΝΤΡΟ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ
Ενας ποιητής που βρέθηκε σε κάποιαν εξοχή
Ένα δεντράκι εβάλθηκε πολύανθο να θαυμάζει.
Σε λίγο πήρε να φυσά. Και μες σ΄ ανθοβροχή
Το δέντρο σχήμα και θωριά αρχίνησε ξεκίνησε ν’ αλλάζει.
Εκστατικός το κοίταζε, κι έβλεπε να ξυπνά
Τόσες αυτή η αλλαγή μνήμες μες στην ψυχή του,
Που όμοια δεν κατάλαβε μεγάλη ν’ αρχινά
Μια αλλαγή να γίνεται και πάνω στο κορμί του.
Κι όταν στο τέλος της παράξενης αυτής γιορτής
Φεύγοντας θέλησε το δέντρο ν’ αποχαιρετήσει,
Πάνω από κείνο του ‘στελνε φιλιά ένας ποιητής
Κι αυτού το σώμα με κλαδιά και φύλλα είχε γεμίσει.
Δευτέρα 27 Απριλίου 2026
ΑΦΟΥ ΔΕ Μ' ΑΓΑΠΗΣΕ
Αφού δε μ' αγάπησε δεν κρύβουν τα σύθαμπα
σκιές ούτε μίσους.
Αφού δε μ' αγάπησε δεν είχαν τα Σύμπαντα
ποτέ παραδείσους.
Αφού δε μ' αγάπησε τα πάντα είναι ψέματα
και πώς ναν' αλήθεια
αφού τα δικά μου ταιριάζαν χαϊδέματα
στα δυο της τα στήθια..
Αφού δε σφιχτόκλεισαν οι πάλλευκοι κύκλοι της
τους μαύρους μου κύκλους
αφού αποστερήθηκαν τα δύο τα χείλη της
του μόνου μου χείλους
αφού δεν αγκάλιασαν οι δυο τεθλασμένες της
τις δυο μου ευθείες
αφού με το στήθος μου οι λαιμοκαδένες της
δεν κάναν φιλίες-
αφού δε μ' αγάπησε ειν' όνειρο η ζήση μου
σβησμένου ονείρου
ποτέ δεν ανέτειλα και είναι η δύση μου
ογκάνισμα χοίρου.
Δε ζω-δεν αισθάνομαι-στης πλάσης της άπλαστης
τα πλάτη δεν κείμαι.
Στης ζωής τον παλμό-στο φως-στη λαχτάρα της
δεν έχω μερίδιο-δεν είμαι.
Κυριακή 26 Απριλίου 2026
Τρίτη 1 Ιουλίου 2025
προεκλογικο…
«την κυριακη ο λαος θα γραψει ιστορια»
τσιπρας
για να γραψεις φυσικα θελεις μολυβι.
και χαρτι. και καπου βεβαια ν’ ακουμπησεις.
μ’ αν για λιγο το κεφαλι σα γυρισεις
το μολυβι καποιος παιζοντας σου κρυβει,
η, χειροτερο απ’ αυτο, αν στο πεταξει,
πως τη ρηση σου ο λαος θα κανει πραξη;
και καλα, εστω μολυβι πως υπαρχει,
μ’ αν σου λειψει το χαρτι τοτε που γραφεις;
κι αν δεν εχεις ν’ ακουμπησεις ουτε ραχη;-
τοιχους παλι με συνθηματα θα βαφεις;
κι αντε, πες, εστω ο λαος ολα τα βρηκε
και στην ταξη του γραψιματος εμπηκε.
μα λιγακι η νου δυο να τον σκουντηξει
στο χαρτι μονο γραμμες δε θα τραβηξει;
ή ο κουτσουμπας εαν ολο το μελανι
(και το ξερεις, το κουκουε τετοια τα κανει)
σ’ ο,τι γραψει ο λαος πανω το χυσει,
η σελιδα ολη πια δε θα μαυρισει;
ή, αν διπλα ο βενιζελος τραγουδαει,
το μυαλο του ο λαος θα ’χει στην κολλα-
η βροντωντας τα κι εκεινος κατου ολα
στο σκοπο του τραγουδιου μηπως πηδαει;
κι αν οι ανελ την κουντουρα διπλα του ριξουν
και τα ματια του απ’ τις κογχες τους πηδηξουν,
των γραμματων θα τα νοιαζει πια το πληθος,
η της έλενας τα χειλια και το στηθος;
κι αντε, ολα τα στραβα που ’χω αραδιασει,
ας ειπουμε ο λαος τα ’χει μεριασει-
κι οτι τα ’χουν σφραγισμενοι κλεισει ταφοι.
όμως, τσιπρα: Ο ΛΑΟΣ ΞΕΡΕΙ ΝΑ ΓΡΑΦΕΙ;!;
**********
CERN-ΤΟ ΠΕΙΡΑΜΑ
ΤΗΣ ΓΕΝΕΥΗΣ
10-9-08
Τι άσκοπα τα λεφτά τους που χαλάνε
αυτοί οι ανεκδιήγητοι Ευρωπαίοι!
Το Σύμπαν θέλουνε να δούνε λέει
πώς άρχισε! Και χρόνια κουβαλάνε
και χτίζουν ένα τούνελ στη Γενεύη
που στην αρχή του κόσμου θα τους πάει-
πριν απ’ του χάους τα πηχτά ερέβη
κι ο Χρόνος πριν αρχίσει να μετράει…
Επιστημονικές, χαζές σπατάλες…
δε ρώταγαν και κατά δω κανέναν
να μάθουν τις αλήθειες τις μεγάλες
που τώρα θα τους πει αυτή η πέννα:
Γιατί, το Σύμπαν μας, ω! προφεσόροι
από έλληνα έναν είχε ξεκινήσει,
το πάμμικρο όταν Σύμπαν είχε-a priori-
με το ποδάρι του αυτός κλοτσήσει.
Όλα απ’ τους έλληνες δεν ξεκινήσαν;
Κάτι αντίθετο έχετε να πείτε;
Πού πρώτοι οι έλληνες-πέστε!- δεν ήσαν;
Βλέπετε; Δεν μιλάτε: συμφωνείτε!
Κι έσπασε αυτό κι απλώθηκε και τρέχει
κι από κοντά ο έλληνας το έχει
γιατί εκτός που ξέρει να κλοτσάει
πολύ καλά κατέχει κι από χάη…
Και μη φοβόσαστε πως μαύρη τρύπα
το CERN που ίσως γεννούσε, θα σας χάσει-
το ξέρω και ως τώρα ας μην το είπα:
όλες ο έλληνας τις έχει μάσει
και τις κουβάλησε μες στην Ελλάδα
και από τότε εκείνες καταπίνουν
κάθε που είχε ο λαός ικμάδα
τόσο, που αρχίσανε πλέον να κλείνουν…
Λοιπόν την τέτοιαν αναζήτησή σας
αφήστε την και άλλο κάτι πιάστε.
Και πια τον άχρηστο επιταχυντή σας
σε μας παρακαλώ να τον περάστε:
έχει πολλά εδώ να επιταχύνει-
όπως μ’ αυτό το ποίημα κάνει τώρα
που στο τετράστιχο ετούτο κλείνει
αλλιώς πολλά θα έλεγε ακόμα.
*********
ΕΝΑΣ ΕΛΛΗΝ ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΗΝ
ΑΜΕΡΙΚΗ-ΠΕΡΙ ΥΠΑΡΞΕΩΣ
ΚΑΙ ΥΠΟΣΤΑΣΕΩΣ
Υπάρχω άραγε ή δεν υπάρχω;
Απάντηση δεν βρίσκω όσο κι αν ψάχνω.
Όταν δουλειά ζητάω
Σκουπίδια να πετάω
Να πλένω πιατικά
Η ρούχα ή τζαμικά,
«Για εργασία», μου λένε, «αδίκως κύριε ψάχνετε.
Λυπούμεθα εκδήλως, μα όμως δεν υπάρχετε.»
«Και τόσο σίγουρος γι αυτό πώς είστε;»
«Μα σοσ' σεκιούριτυ νάμπερ στερείστε».
Μα όταν κύριοί μου
Κοιτώ στο κάτοπτρό μου
Το πρόσωπο το οικτρό μου
θα δω απέναντί μου.
Και τετρακόσα τα ’χω:
Πώς λέτε δεν υπάρχω;!..
Μα πάω για ψώνια στο μπακάλη ωστόσο
Κι αφού-μέσα μου λέω-δεν υπάρχω
Δεν πρέπει βέβαια και να πληρώσω.
Και για λεφτά στην τσέπη μου δεν ψάχνω.
Όμως ο μάνατζερ με σταματάει
Κι αγριωπός δολάρια μου ζητάει.
"Υπάρχω;" τον ρωτάω "κύριέ μου;"
"Βεβαίως υπάρχετε αγαπητέ μου
Και δώσατέ μου μιαν επιταγή σας
Αν θέλετε γερή την ύπαρξή σας".
Και πάω τον καημό μου βράχο βράχο
Κι αναρωτιέμαι-υπάρχω… δεν υπάρχω;..
Και όταν οι αρρώστιες μ’ επισκέπτονται
(Αυτές τουλάχιστο ευτυχώς με σκέπτονται)
Τραβάω μια και δύο
Για το νοσοκομείο:
"Κύριοι την ύπαρξη μου την άθλια διατηρήστε.
Το φλέγον μου το σώμα ταχέως θερμομετρήστε
Και δώστε μου ενέσεις και άλλα γιατρικά
Που κι όλα κι ένα ένα τον θάνατο νικά".
Εκείνοι τα σοφά τους βιβλία συμβουλεύονται
Κι ενώ τα δυό μου χείλη από τη θέρμη καίγονται
"Κύριέ μου, σας λυπούμαι, αλλά πρέπει να μάθετε
Στις άλλες σας τις γνώσεις και ότι δεν υπάρχετε".
"Και πώς και δεν υπάρχω αφού έχω τέτοια χάλια;"
"Γιατί, αγαπητέ μου, δεν έχετε ασφάλεια".
Τρέμοντας και τρεκλίζοντας
Στο φαρμακείο πάω
Και ταΐλενόλ ζητάω
Και λέω τουρτουρίζοντας:
"Να βάλω κυρ-σπετσέρη
Στην τσέπη μου το χέρι;
Πέστε μου ετούτο μόνο:
Υπάρχω ή δεν πληρώνω;"
"Υπάρχετε.Υπάρχετε.
Διόλου μην αμφιβάλλετε".
Το δισθενές μου παίρνω
Κι εγώ πυρέσσον σώμα
Και άπρακτος το γέρνω
Επάνω εις το στρώμα.
Μετά κινώ και πάω στο Δημαρχείο
Όπου κρατούν των ζώντων το αρχείο.
Και την ανάσα μου κρατώ
Και τον αρμόδιο ερωτώ:
"Πέστε-ω! πέστε φίλε μου σ’ ένα της ζωής ξωμάχο,
Των άλλων οι κουβέντες κολοκύθια.
Σε σας θα μάθω μόνο την αλήθεια:
Πέστε μου φίλε-πέστε μου-ΥΠΑΡΧΩ Η ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΩ;"
Κι εκείνος "τάχα ποιός μιλά;
Δε βλέπω εγώ κανένανε».
Τα μάτια γύρισα ψηλά-
Όσο ψηλά πηγαίνανε
Και"θε μου" λέω στον πλάστη μας
και στον Συμπάντων Κύριο
"Μ' έπλασες ή όχι τάχατες και με τον αλιτήριο;
Όλες της γης σου οι γωνιές αγνοούν την ύπαρξη μου.
Τουλάχιστο πες μου Θεέ-Εσύ είσαι μαζί μου;"
Μ’ αντίς γι απάντηση, θωρώ τη θεϊκή παλάμη
Των ανοιχτών δαχτύλων Της το σήμα να μου κάνει.
Φαίνεται αμάρτησα πολύ στην ταπεινή μου ζήση
Γι αυτό και θύρα καθεμιά έχει για μένα κλείσει.
Η τελευταία μου ελπίς είναι ένας δικηγόρος.
"Της δικιοσύνης πες μου συ ο φύλαξ δορυφόρος.
Υπάρχω ή όχι;" Και μου λέει: "Να πάρεις όταν είναι
Είσαι ένα ον ανύπαρκτο. Μα σαν είναι να δώσεις
Υπάρχεις ασυζητητί. Και απροπό ω! ξείνε,
Τη συμβουλή που σου ’δωσα αδρά θα την πληρώσεις".
***
ΚΟΡΙΤΣΙΑ
-Τα κορίτσια.
-Τι;
-Τα κορίτσια.
-Τι τα κορίτσια;
-Τι τι τα κορίτσια;
-Είπες τα κορίτσια-τι τα κορίτσια;
-Είναι. Αυτά.
-Τι είναι;
-Κορίτσια.
-Σε ρώτησα για τη χτεσινή νεροποντή…
-Ναι.
-… πού ήσουνα όταν είχαν ανοίξει οι ουρανοί.
-Ναι.
-Λοιπόν;
-Τα κορίτσια.
-Τα κορίτσια;..
-Ναι.
-Από πότε, πού, πώς, γιατί έτσι;
-Από πάντα και για πάντα, εδώ και παντού και με όποιον τρόπο ξέρεις ή μπορείς να φανταστείς
-Τα κορίτσια;
-Τα κορίτσια.
-Μόνον αυτά;
-Μόνον αυτά.
-Τα κορίτσια!
-Ναι.
Σάββατο 25 Απριλίου 2026
Ηγετικό στέλεχος της Χαμάς:
«Η οργάνωση δεν θα παραδώσει τα όπλα της. Όσο υπάρχει κατοχή, υπάρχει αντίσταση. Η αντίσταση είναι το δικαίωμα των λαών υπό κατοχή…Είναι κάτι για το οποίο τα έθνη είναι περήφανα!»
Έλα τώρα Χαμάς…. Μην κάνεις πείσματα…. Άσε τις φιλολογίες για περηφάνια και τέτοια. Δώσε ήσυχα ήσυχα τα όπλα σου!
Γιατί δεν παίρνεις παράδειγμα από την Καζέρτα; Ήσυχα ήσυχα θα παραδώσεις τα όπλα σου. Και ύστερα θα είσαι και πάλι παράνομος-δεν σου λέει κανείς να αποκηρύξεις τις ιδέες σου ή τα σχέδιά σου, τα όπλα σου μόνον να δώσεις.
Και δεν θα είσαι παράνομος συνέχεια. Όοοοοχι! Γρήγορα θα έρθει ένας Καραμανλής που λέει ο λόγος, που θα σε νομιμοποιήσει.
Και τότε θα κάνεις ένα Παλαιστινιακότατο Κόμμα, και θα μπεις στη Βουλή της χώρας σου, και θα κάνεις από εκεί ελεύθερα πια την αντίστασή σου:, περήφανος ου μην αλλά και νόμιμος.
Για ξανασκέψου το.
Και οι άοπλοι τώρα Παλαιστίνιοι, που πριν ήσαν καπεταναίοι, με ριπές λόγων θα υποστηρίζουν τις απόψεις τους, μέσα στη Βουλή. Πολιτισμένα! Και τότε θα καταλάβεις ότι τα όπλα τα δικά σου ήσαν βάρβαρα, και ότι καλά είναι τα όπλα που έχει τώρα ο πρώην αντίπαλός σου!
Ύστερα μέσα στα όπλα της Πατρίδας τώρα, θα μετράνε και τα όπλα τα δικά σου, έτσι που μπορείς όχι μόνον να δείχνεις, αλλά και να είσαι υπερήφανος, γιατί μέσα στα τιμώμενα από σένα όπλα τιμούνται και τα δικά σου…
Απαραίτητη προϋπόθεση όμως είναι ότι τότε πρέπει να βρεις και ένα σοβαρό πρόσωπο να σε αντιπροσωπεύει στη Βουλή, παναπεί στον Ναό της Δημοκρατίας, που μέλος του τότε περήφανο θα είσαι.
Ας πούμε μπορείς να βρεις μία Παπα-χαμα-ρήγα, ή έναν Κου-χαμα-τσούμπα. Δηλαδή πρόσωπα που δεν χαρίζονται ούτε στον πρωθυπουργό-του τα λένε χύμα.
Αυτοί, με ύφος σοβαρό, σκυθρωποί, θα μιλάνε στη Βουλή καυτηριάζοντας με λόγια σκληρά τα στραβά του Καπιταλισμού.
Και καμιά φορά ο πρωθυπουργός μπορεί κιόλας να σου απαντήσει! Τιμή δεν να σου απευθύνει ως και ο πρωθυπουργός τον λόγο; Σκέψου! Δεν αισθάνεσαι ισάξιος με πρωθυπουργό τότε;
Και ας έχει τώρα όπλα μόνον ο Πρωθυπουργός. Δεν είναι μέγιστη τιμή για σένα να σε ανέχεται καινα σου επιτρέπει να μιλάς εναντίον του στη Βουλή μέσα;
Για σκέψου! Οι Παλαιστίνιοι στη Βουλή!
Και στις πορείες που θα κάνεις, θα τηρείς μια τάξη σαν παιδιών Κατηχητικού-όσο πιο νομιμόφρων, τόσο και πιο βαθιά θα νιώθεις την αξία σου και την προσφορά σου στην πατρίδα τότε.
Για σκέψου τα αυτά αρχηγέ της Χαμάς και γίνε το περιγέλιο της Μέσης Ανατολής!
«Περιγέλιο!» Πώς μου ήρθε η λέξη… Α! ναι! Ο Νίτσε είχε πει ότι «Όσο ένα περιγέλιο και μια οδυνηρή ντροπή είναι ο πίθηκος για τον άνθρωπο, τόσο ένα περιγέλιο και μια οδυνηρή ντροπή θα είναι ο άνθρωπος για τον υπεράνθρωπο!»
ΓΗ, ΑΝΘΡΩΠΟΙ, ΡΟΜΠΟΤ, ΣΥΜΠΑΝ
Στα χάη ας πλαντούν αγάπης οάσεις-
Αγάπης συνεχούς και ακατάστρεφτης
Στη γη ένας τον άλλονε σκοτώνει
Θύματα αλληλεμπάθειας αγιάτρευτης.
Και θα ’ρθουν τα ρομπότ να κατακτήσουν
Με την νοημοσύνη τους τη γη.
Γήινα δημιουργήματα κι αυτά-
Επάνω στην παλιά μια νέα πληγή.
Και βέβαια θ’ αλληλοφαγωθούν
Κι αυτά με την σειρά τους
Καθώς οι κατασκευαστές τους-
Που τίποτα δεν έμεινε από δαύτους.
Κι ενώ στο Σύμπαν θα ηχούν χαρές αέναες
από όντα συμβατά με τον εαυτό τους,
Η γη ανάμεσό τους, κακορίζικη,
Θα θέλει κι εκεινώνε το κακό τους.