(ένας Αμερικανός που έχει έρθει στην Ελλάδα για δουλειές,
σε ένα γράμμα προς την άρρωστη σύζυγό του στην Αμερική, προσπαθεί να της περιγράψει την Ελλάδα)
«ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΜΟΥ ΕΛΙΖΑΜΠΕΘ…»
ή
«ΕΛΛΑΔΑ,, Ο ΚΑΤΑ ΦΑΝΤΑΣΙΑΝ ΥΓΙΗΣ»
7-2-2012, Ελλάδα
Αγαπημένη μου Ελίζαμπεθ
ο Θεός ξέρει πόσο θα ήθελα να βρίσκομαι κοντά σου.
Εύχομαι με τη βοήθεια του θεού της Αμερικής οι υπέροχοι γιατροί μας να σε θεραπεύσουν και να δεις μαζί μου όσες χώρες σου περιγράφω κάθε φορά στα γράμματά μου και για όσες σου διηγούμαι όταν έχω την ευτυχία να βρίσκομαι κοντά σου.
Ο Ντέηβ μου είπε ότι σε βρήκε καλλίτερα από ποτέ. Τον πιστεύω και ελπίζω από του χρόνου να είσαι σε θέση να με ακολουθείς στα ταξίδια μου.
Πριν μπω στο κύριο μέρος της επιστολής μου σε πληροφορώ ότι ο Τάκης απόκτησε εγγονάκι, ένα χαριτωμένο κοριτσάκι. Μου ορκίστηκε χωρίς να του το ζητήσω ότι θα το ονομάσει Ελίζαμπεθ για να ζει για πάντα η καλοσύνη σου.
Σήμερα λοιπόν θα σου μιλήσω για την Ελλάδα, τη χώρα όπου ζω τους τελευταίους μήνες, μια χώρα που μπορεί και να μην έχεις ακούσει γι αυτήν τίποτε και ποτέ. Ή και αν έχεις ακούσει δεν θα ξέρεις ούτε πού βρίσκεται ούτε άλλο τίποτε γι αυτήν παρά μόνον το όνομά της.
Πότε όμως και πώς δημιουργήθηκε αυτή η χώρα;
Να με λίγα λόγια.
Η Ελλάδα είναι μια χώρα στα νότια της οποίας κατοικούσαν παλιά οι γνωστοί σε όλο τον κόσμο έλληνες.
Το ελληνικό κράτος δημιουργήθηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις του δέκατου ένατου αιώνα: Ρωσία, Αγγλία, Γαλλία.
Στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα, η δύναμη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχε ήδη μικρύνει.
Οι Μεγάλες Δυνάμεις που ήθελαν την ελληνική χερσόνησο δική τους, είδαν πως είχε μεγάλες πιθανότητες να πετύχει το διώξιμο της Τουρκίας από κει.
Επιστρατέψανε λοιπόν τους ανθρώπους τους και βάλθηκαν να βάνουν μεταξύ άλλων και στο κεφάλι των Πελοποννήσιων την ιδέα μιας Πελοπόννησου ελεύθερης από τούρκους.
Οι προύχοντες αντιστάθηκαν στην πρόταση για διώξιμο των τούρκων. Όμως οι αντιρρήσεις τους για ξεσηκωμό εξασθένησαν όταν οι Δυνάμεις τους βεβαίωσαν πως όπως και τώρα, έτσι και μετά από το διώξιμο των τούρκων εκείνοι είναι που θα λήστευαν πάλι και μάλιστα τώρα μόνοι, το λαό.
Άρχισαν λοιπόν μερικοί Γραικοί (έτσι λέγονταν οι κάτοικοι της Πελοπόννησου τότε) να παίρνουν στα σοβαρά την υπόθεση της αποτουρκοποίησής τους, αφού είχαν τη διαβεβαίωση πως θα τρώγανε καλά.
Έτσι μπήκαν στον αγώνα και οι «ήρωες» της σημερινής Ελλάδας (Κολοκοτρώνηδες, Καραϊσκάκηδες, Παπαφλέσσηδες, Κανάρηδες και όλοι οι υπόλοιποι), καθώς και το λεγόμενο Φαναριώτικο σκυλολόι με αρχηγό τον Μαυροκορδάτο, γιατί, όλοι αυτοί αρέσκονταν στην ιδέα μιας ελεύθερης από τούρκους Πελοπόννησου, αφού τότε αυτοί θα λήστευαν το λαό και όχι οι τούρκοι.
Ο λαός επιστρατεύτηκε γρήγορα κάτω από τον φόβο του θανάτου αν δεν δεχόταν να ζευτεί στο μαγγανοπήγαδο που θα κουβαλούσε νερό στη διψασμένη αγγλογαλλορωσία με σωλήνες που θα περνούσαν από τους μεγαλοκαρχαρίες γραικούς.
Και, των γραικών ποιούντων την ανάγκην φιλοτιμίαν ο αγώνας άρχισε, όπως στις μέρες μας άρχισαν οι «θυσίες» του λαού για τη μη πτώχευση της Ελλάδας.
Και για χρόνια οι κακόμοιροι και αμόρφωτοι και ανίδεοι γραικοί έχυναν το αίμα τους για να πλουταίνουν οι στρατολογητές τους.
Μα ενώ ακόμα διαρκούσε ο αγώνας ενάντια στους τούρκους, κοτζαμπάσηδες και στρατηγοί και ναύαρχοι , αλλά και οι «πολιτικοί» που έτρεξαν από τη Μικρά Ασία όταν μυρίστηκαν ψητό, επιδόθηκαν σε διαβολές, επιβουλές, πολέμους τέλος αναμεταξύ τους, για το πλιάτσικο, για την επιρροή και την επικράτηση, για τη φιλία των ισχυρών. Και έτσι, στους ισχυρούς ξένους προστέθηκαν και οι ντόπιοι ισχυροί, που προσκολλώμενοι στους ξένους σχημάτιζαν κιόλας τις πρώτες ντόπιες μετατουρκικές πολιτικές κλίκες.
Συνέπεια όλων αυτών αλλά και της ασχετοσύνης των γραικών περί τα στρατιωτικά, ήτανε η νίκη των τούρκων, το σβήσιμο της επανάστασης και η επικράτησή τους πάλι, ύστερα από χρόνια αγώνα.
Και όταν νικημένοι οι γραικοί ξανακάθισαν στ’ αυγά τους υποταγμένοι στην ιδιοπαθή μοίρα τους, οι Μεγάλες Δυνάμεις επεμβήκανε και διώξανε τους τούρκους οριστικά από την Πελοπόννησο και από τη Στερεά. Ύστερα μάζεψαν τους επικεφαλής των γραικών, δηλαδή τους κοτζαμπάσηδες τους στρατηγούς κλπ και τους είπανε: «Ακούστε εδώ, δειχτήκατε ανίκανοι να πολεμήσετε. Αναλάβαμε εμείς επειδή δε θέλαμε τον τούρκο στα μέρη ετούτα. Και τον διώξαμε. Γιατί έχουμε τη δύναμη να το κάνουμε. Τα μέρη αυτά λοιπόν είναι δικά μας. Μπορούμε να βάλουμε δικούς μας ανθρώπους εδώ και να σας κυβερνάνε. Μπορούμε και να σας αφήσουμε όμως να κυβερνηθείτε μόνοι σας. Τι από τα δύο θέλετε;»
Μια βουή «εμείς να κυβερνάμε!» ακούστηκε από κάτω.
.«Όμως, με έναν όρο…», συνέχισαν οι Μεγάλες Δυνάμεις: «Δεκτός» είπαν οι γραικοί.
«Μα δεν τον ακούσατε ακόμα», είπαν οι ξένοι.
«Θα τρώμε;», ρώτησαν οι γραικοί.
«Ναι»
«Ε, δεκτός!»
«Να ο όρος: Αν αφήσουμε εσάς να κυβερνάτε, θα κρατάτε όσα σε σας χρειάζονται για να ζείτε πλούσια, αλλά το πολύ θα το παίρνουμε εμείς. Και θα κάνετε μόνον ό,τι εμείς σας λέμε. Και όποτε θελήσουμε να κυβερνήσουμε εμείς οι ίδιοι τη χώρα αυτή, εσείς δε θα φέρετε αντίρρηση, Σύμφωνοι;»
«Μάλιστα αφέντες μας» είπαν οι ήρωες, οι κοτζαμπάσηδες και οι παρατρεχάμενοί τους.
Και εσηκώθηκε ο αρχικλέφταρος Μακρυγιάννης και ρώτησε: «Αρχόντοι μου, με συμπαθάτε κιόλας, όμως ένας τόπος θέλει και ένα όνομα. Πώς θα μας λέτε;»
«Το έχουμε σκεφτεί κι αυτό», είπαν οι Μεγάλες Δυνάμεις. «Παλιότερα, πριν δυο χιλιάδες χρόνια, στα ίδια μέρη που σήμερα μένετε εσείς, κατοικούσαν κάποιοι άλλοι που τους έλεγαν έλληνες. Έλληνες θα σας λέμε κι εσάς, και την πατρίδα που σας νοικιάζουμε, Ελλάδα.»
Και οι Μεγάλες Δυνάμεις τους έφεραν κάποιον ρώσο, τον Καποδίστρια για να τους κυβερνήσει.
Ο Καποδίστριας ξεπαστρεύτηκε γρήγορα σαν αποτέλεσμα προσωπικών ελληνοελληνικών αντιπαλοτήτων και μετά οι Μεγάλες Δυνάμεις τούς έστειλαν τον Όθωνα για βασιλιά.
Επί της βασιλείας του πλάστηκαν και επίσημα τα στραβά καλούπια μέσα στα οποία χύθηκε η Παιδεία των ελληνόπαιδων και η μοίρα της Ελλάδας. Κλασικισμός και αρχαιολατρεία ήτανε τα μόνα διδασκόμενα στα σχολεία αντικείμενα, λες και του Όθωνα του άρεσε η ανθρωπότητα όπως ήτανε φτιαγμένη. Γιατί τότε, όπως και τώρα, επικρατούσε η άποψη πως ο κόσμος ήτανε δομημένος στα πρότυπα της αρχαίας Αθήνας, της ισχυρότερης πόλης της αρχαίας Ελλάδας.
Από την άλλη ο Όθωνας και οι βαυαροί του, ήξεραν ότι τίποτα κοινό δεν είχαν οι έλληνες που να τους ενώνει μεταξύ τους όπως αρμόζει σε κατοίκους του ίδιου γεωγραφικού χώρου. Και σκέφτηκαν να τους μπάσουν στο μυαλό την ιδέα ότι ήταν απόγονοι των αρχαίων ελλήνων. Οι νέοι έλληνες, από τη φύση τους τεμπέληδες και κλέφτες και πονηροί και απατεώνες, δέχτηκαν να είναι κάτι που δεν ήσαν, προκειμένου να ψάξουν για κάτι άλλο, που εξάλλου δεν υπήρχε. Υπόθεσαν μάλιστα, ότι αφού το οθωνικό, το βασιλικό σχολείο, το απασχολεί μόνο το παρελθόν, τίποτε άλλο δεν είχε αξία στη ζωή από αυτό.
Και από τότε οι νέοι έλληνες χρησιμοποιούν τους αρχαίους έλληνες σαν αντιστάθμισμα της απαιδευσίας και της κακομοιριάς τους. Αλήθεια, όταν γεμίζει κανείς το μυαλό και την ψυχή άμυαλων και άψυχων ανθρώπων, ότι οι μόνοι άξιοι φιλόσοφοι και γεωγράφοι και γιατροί και δασκάλοι και…και…και… ήσαν αρχαίοι έλληνες, και ότι αυτοί είναι απόγονοί τους, εύκολα συμπεραίνουν αυτοί ότι είναι ο εκλεκτός λαός της οικουμένης και γεμίζουν με τέτοια οίηση που δεν αξίζει πια να ασχοληθούν με οτιδήποτε άλλο. Και επαναπαύονται στις δάφνες τους και ας βλέπουν ότι οι άλλοι λαοί μεγαλουργούν ή έστω ότι ζουν σαν άνθρωποι, αυτοί προτιμούν να ζουν σαν ζώα, αφού αρκεί που άνθρωποι ήσαν οι «πρόγονοί» τους.
Αλλά μη νομιστεί ότι δεν πρωτεύουν και αυτοί στα πάντα. Ναι, πρωτεύουν στα πάντα. Μόνο που πρωτεύουν μόνο με τη φαντασία τους και για εγχώρια μόνο κατανάλωση.
Και έτσι συμπεριφέρονται οι νέοι έλληνες μέχρι και σήμερα και αυτό διδάσκουν και στα κακόμοιρα τα παιδιά τους: πρώτοι σε όλα. Σε άλλο σημείο θα σου πω περισσότερα γι αυτό.
Οι Μεγάλες Δυνάμεις πάλι, δεν ενδιαφέρονταν παρά πώς θα κρατήσουν καθεμιά στη δική τους εξουσία τους έλληνες. Γι αυτό, με υπολογισμούς άλλους καθεμιά, έβαλαν όλες μαζί τον Μακρυγιάννη να ζητήσει Σύνταγμα από τον Όθωνα. Και φυσικά το πέτυχαν.
Και οι βαυαροί δώσανε όπλα στους έλληνες και λέγανε αυτοί «οι ένοπλες δυνάμεις μας» και τους δώσανε λεφτά και λέγανε οι έλληνες «η οικονομία μας». Όπως γίνεται και σήμερα και πάντοτε από τότε και όπως πάντοτε θα γίνεται στον τόπο αυτόν.
Στη συνέχεια θα σου πω πώς είναι σήμερα η Ελλάδα.
Και επειδή μια χώρα είναι οι κάτοικοί της, θα σου μιλήσω για τους έλληνες. Και πώς θα μπορούσα καλλίτερα να μιλήσω γι αυτούς σε σένα, παρά συγκρίνοντάς τους αυτούς με τους αμερικανούς και την πατρίδα τους- την Αμερική;
Κι ας είναι η χώρα αυτή ανεκδιήγητη, θα προσπαθήσω να σου περιγράψω τα βασικά στοιχεία της, μιας και είναι κάτι πρωτόφαντο κάτω από τον ήλιο.
Εμείς δεν ξεκινάμε να πάμε στ’ άστρα αφήνοντας ξοπίσω μας ανεξερεύνητη γη. Όλη η γη είναι δική μας. Αποικία μας το διάστημα. Εμείς, οι αμερικανοί, βάζουμε τάξη στο χάος. Εμείς παίρνουμε αποφάσεις. Δεν λιμνάζουμε στο παρόν. Τραβάμε για το μέλλον προκαλώντας το. Αυτοί είναι ένα παρελθόν στριμωγμένο μέσα σε ένα αποπνικτικό παρόν χωρίς καν υποψία μέλλοντος. Ο φόβος του καινούργιου τους έχει οδηγήσει στην αρρωστημένη λατρεία του παλιού.
Η Ασία είναι η γιαγιά μας. Η Ευρώπη είναι η μητέρα μας εμάς των αμερικανών. Κι εμείς όπως ήτανε καθήκον μας, την έχουμε ξεπεράσει. Αυτοί, που έπρεπε να είναι οι άντρες της παρομοίωσης όπως είναι οι βορειοευρωπαίοι, κρέμονται ακόμα από τα φουστάνια της γιαγιάς.
Εμείς έχουμε πνευματικό πολιτισμό. Από την αρχιτεκτονική μέχρι την ποίηση μεγαλουργούμε. Εκείνοι δεν ξέρουνε ούτε τι είναι πνευματικός πολιτισμός. Θεωρούν μάλιστα ότι κληρονόμησαν από τους «προγόνους» τους τον πνευματικό πολιτισμό εκείνων, και ότι άραγε είναι και αυτοί πνευματικοί άνθρωποι! Μα και αν ακόμα ήσαν απόγονοι εκείνων, δεν ξέρουν-και πώς να το ήξεραν;-ότι ο πνευματικός πολιτισμός δεν κληρονομείται, ότι πνευματικό πολιτισμό έχεις μόνον όταν εσύ τον δημιουργείς.
Καθημερινότητά τους είναι ό,τι δικό μας μάταια προσπαθούν να μιμηθούν. Και η μίμησή τους δεν είναι παρά μια χυδαία χοντροκοπιά.
Το χιούμορ τους λείπει-μια στραβομουτσουνιασμένη εχθρότητα είναι όλοι. Με χυδαίες διηγήσεις γελάνε. Στις «Επιθεωρήσεις» τους, με άσεμνες χειρονομίες και με πρόστυχα λόγια προσπαθούν να διασκεδάσουν. Έχουν σκοτώσει το θέατρο «ανεβάζοντας» αρχαίες τραγωδίες με παιδιά του γυμνασίου(!) και Σέξπηρ στα πανηγύρια τους(!) Οι «μεγάλοι» σκηνοθέτες τους βάζουν επάνω στη σκηνή μερικές μαυροφόρες να κουνιούνται πέρα δώθε και αυτό το λένε «χορό». Φτιάχνουν χλαμύδες και δόρατα και φορώντας τα στους άξεστους ηθοποιούς τους νομίζουν ότι παίζουν αρχαίο θέατρο. Χωρίς ευγένεια, χωρίς ζωντάνια, χωρίς την ήρεμη δύναμη που χαρακτηρίζει τέτοιες μνημειώδεις δημιουργίες. Στις γιορτές τους κάθε πόλη και κάθε χωριό φτιάχνει τα «δρώμενά» του. «Δρώμενα»: καραγκιόζικες εκδηλώσεις που αν τις στύψεις όλες μαζί δε βγάζεις ούτε πέντε γραμμάρια τέχνη, ούτε δυο στιγμές καθαρής ευχαρίστησης.
Ως για την ποίηση, οι μισοί έλληνες γράφουν «ποίηση», όμως ποίηση στην Ελλάδα δεν υπάρχει.
Αρχιτεκτονική τους είναι οι καλύβες μας, τέχνη τους είναι τα σκουπίδια μας-κι αυτά κακοδοσμένα. Και ό,τι καινούργιο σόου ή σίριαλ δούνε στις τηλεοράσεις μας, το αντιγράφουν και το παρουσιάζουν στο πρόγραμμα και της δικής τους τηλεόρασης. Όμως σ’ αυτούς η λάμψη του δικού μας κοσμήματος έχει γίνει σκοτεινιά, η δροσιά του βράζει, η λεπτότητά του χοντραίνει, η ζωντάνια του νεκρώνεται, η κίνηση ακινητεί, το χιούμορ του σκοτωμένο. Ο άπλετος χώρος έχει γίνει ένα μικρό δωμάτιο, οι μηχανές λήψης έχουν συμπυκνωθεί σε μία, πλάνα ακίνητα δείχνουν το ίδιο μαρμαρωμένο πρόσωπο για ώρα. Μπορείς να το φανταστείς; Και πια πάει όλη η σπιρτάδα και το καινούργιο. Ως για τους ηθοποιούς, ανόητες μαϊμούδες χωρίς νεύρο, πρόσωπα ξένα προς την ελευθερία, άψυχα παίζοντας καθένα τον εαυτό του, με την ανατολίτικη ραστώνη και ψυχολογία φορτωμένα, κινούνται πάνω στο πλατό αργόσυρτα. Και χωρίς να τα νοιώθουν, μορφάζουν το γέλιο, την προσποίηση, τον έρωτα, την αλαφράδα, το ξάφνιασμα.
Κάποιο χωριό βλέπει ότι τα γύρω χωριά έχουν «Σύλλογο» κι αυτό όχι; Αμέσως παίρνει καμιά δεκαριά νέους και νέες, τους ντύνει με φουστανέλες και έχει τον Σύλλογό του. Ως για το όνομα του Συλλόγου, αμέσως: Πολιτιστικός! Έτσι, ο «πολιτισμός» δεν λείπει από καμιά συνοικία ή χωριό!
Αν ρωτήσεις τι κάνει αυτός ο Σύλλογος, κάνει χορούς, μαγειρεύει, συμμετέχει στα πανηγύρια, φέρνει παραστάσεις καραγκιόζη. Να μη σου πω τίποτε για τον Σαίξπηρ που «ανεβάζουν» (μάλλον ενταφιάζουν) τα δημοτικά σχολεία με ανήλικους Ληρ, Ιάγους και Οφηλίες και με σκηνοθέτη ένα δάσκαλο ή μια δασκάλα, που έχει σπουδάσει να διδάσκει τα παιδιά αριθμητική και γραφή. Θα πήγαινα να διασκεδάσω αν δεν πίστευα ότι δεν είναι σωστό να γελοιοποιείται επίσημα η Τέχνη.
Οι χοροί τους είναι εκείνοι που χορεύουν όλοι οι έλληνες σε όλη την Ελλάδα. Σ’ αυτούς κινούνται δέκα ή περισσότεροι άνθρωποι βαλμένοι στη σειρά, ο πρώτος μόνον όμως χορεύει. Μπορείς να καταλάβεις από αυτό γιατί οι έλληνες είναι υποχείρια των εκάστοτε ισχυρών, γιατί θεωρούν τις δικτατορίες μια μορφή έννομης διακυβέρνησης και το κυριότερο πώς έφτασαν στην κρίση που βρίσκονται τώρα. Τον χορό αυτό τον χόρευαν οι «κλέφτες» τον καιρό της επανάστασης. Τότε εκείνος που χόρευε πρώτος το χορό της δύναμης, ήτανε ο καπετάνιος, ισχυρός λόγω έγκρισης από ξένους ή ντόπιους ισχυρούς, και λόγω πλούτου από τη λεηλασία των λαφύρων και των δανείων που δίνονταν από τότε στη χώρα. Τώρα ο πρώτος του χορού και άραγε ο μόνος χορεύων είναι ο υπουργός, ο βουλευτής, ο μεγαλολεφτάς γενικά. Οι άλλοι αγόγγυστα ακολουθούν.
Τα πανηγύρια, άλλα «δρώμενα» (πολύ τους αρέσει αυτή η λέξη επειδή ντύνει με αρχαιοπρέπεια-άραγε με «κύρος»-όποιο σκουπίδι) είναι εμπορικές συνάξεις , που γίνονται με την ευκαιρία της γιορτής κάποιου αγίου το βράδυ το προηγούμενο της γιορτής. Τέτοια πανηγύρια γίνονται χιλιάδες το χρόνο σε όλη την Ελλάδα.
«Καραγκιόζης» λέγεται ένα θεατράκι σκιών. Είναι τούρκικης γέννας και πατρότητας, όμως οι έλληνες δεν παρέλειψαν να το οικειοποιηθούν. Έτσι ο Καραγκιόζης, γέννημα της τούρκικης ανατολής, έχει γίνει ελληνικός και σε βλέπουν ύποπτα αν πεις την αλήθεια. Ελληνικός λέγεται και ο καφές που πίνουν στην Ελλάδα, που κι αυτός τους ήρθε από την Τουρκία, πηγαιμένος και εκεί από τις αραβικές χώρες βέβαια. Λεγόταν τουρκικός, όμως άλλαξε κι αυτός όνομα στο βωμό της ψεύτικης ελληνικότητας.
Οι δημόσιοι υπάλληλοι, σε μας είναι βοηθοί και φίλοι του πολίτη. Εδώ οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι δυνάστες του λαού.
Από «ήρωες» η Ελλάδα έχει πολλούς -εκείνους της επανάστασης του 1821, επανάστασης που κατά τη διάρκειά της οι Μεγάλες Δυνάμεις έδιωξαν τους τούρκους από Πελοπόννησο και Στερεά. Τα εισαγωγικά μπαίνουν γιατί οι «ήρωες» δεν ήσαν, όπως σου ανέφερα και παραπάνω, παρά τυχοδιώκτες και κλέφτες που όλη τους η προσπάθεια ήτανε πώς να αποκτήσουν περισσότερα χρήματα κλέβοντας τα λάφυρα των νικημένων τούρκων, και αργότερα, όταν η Ελλάδα άρχισε να δανείζεται, κλέβοντας τα δάνεια που έπαιρνε απέξω η Ελλάδα. Μα άλλων ηρώων μη υπαρχόντων, υπαρχούσης όμως μεγάλης ανάγκης για ήρωες, οι έλληνες έκαναν τους κλέφτες ήρωες. Και ξέρεις: αλίμονο στις πατρίδες που χρειάζονται ήρωες.
Πες μου Ελίζαμπεθ, δεν θα ασφυκτιούσες ζώντας μέσα σε μια χώρα όπου όλα αυτά θα συνέβαιναν; Είμαι σίγουρος ότι και μόνον ακούγοντας ότι υπάρχει μια τέτοια χώρα, νοιώθεις άσχημα…
Αλλά η Ελλάδα έχει και δόξα! Αυτό ακούγεται από όλους όσους συμφέρον έχουν να ανυψώσουν το ηθικό των ελλήνων. Κουτοί άνθρωποι. Γιατί στους πολέμους δόξα έχουν όλοι οι λαοί μόνο και μόνο επειδή έχουν επιζήσει κάτω από τον ήλιο ύστερα από τόσους πολέμους, που όλες οι χώρες έχουν κάνει ή υποστεί. Η δόξα που πραγματικά μετράει στους λαούς, είναι εκείνη που έχει αποκτηθεί στις περιόδους της ειρήνης. Και απ’ αυτήν δεν υπάρχει ούτε για δείγμα στην Ελλάδα. Καταισχύνη μόνο θα είχε γι αυτούς όποιος έπρεπε να τους καταλογίσει κάτι. Και αν νομίζουν ότι έγιναν ευρωπαίοι είναι γιατί είδανε στον ύπνο τους τον πύργο του Άιφελ…
Ένα αστείο αλλά και τραγικό μαζί κεφάλαιο είναι οι πολιτικοί αυτής της χώρας και οι σχέσεις τους με το λαό.
Αρχίζω από τους πολιτικούς γιατί αυτοί νομοθετούν και καθώς οι νόμοι μιας χώρας αφενός εκφράζουν την έμμεση βούληση των πολιτών και αφετέρου έχουν άμεση επίδραση στη ζωή τους, οι πολιτικοί έχουν πολλά να μας πουν για όλα όσα συμβαίνουν μέσα σε κάθε χώρα.
Λίγα για το λαό αυτής της χώρας.
Τώρα που γράφω «λαός», είμαι υποχρεωμένος να σου πω κάτι που εξηγεί πολλά από κείνα που θα σου περιγράψω πιο κάτω. Και είναι αυτό ότι η λέξη «λαός» έχει πάψει να ακούγεται στην Ελλάδα εδώ και δεκαετίες. Έχει γίνει αυτό ύστερα από συνεννόηση των πολιτικών κομμάτων με τους δημοσιογράφους του Ραδιοφώνου, του Τύπου, της Τηλεόρασης. Αυτό γιατί η λέξη «λαός» και τα παράγωγά του παραπέμπουν σε δικαιώματα που με τίποτα το ελληνικό κατεστημένο δεν θέλει να γίνουν αντικείμενο απαίτησής τους από το λαό. Αντί της λέξης «λαός» ακούς «ο κόσμος», «οι πολίτες», «το κοινό», «οι άνθρωποι» και ανάλογα με τις ιδιαίτερες περιστάσεις «οι ακροατές», «οι θεατές», «οι δημότες» κλπ. Τον κανόνα αυτόν δεν ακολουθεί το κουμουνιστικό κόμμα-άλλη κατάντια κι αυτό.
Κλείνω την περί λαού παρένθεση.
Περί πολιτικών
εκλογή βουλευτών
Το πολίτευμα της χώρας κατ’ όνομα είναι κοινοβουλευτική δημοκρατία. Εξαρχής σου λέω ότι θα ταίριαζε πιο πολύ να λέγεται κοινοβουλευτική μαφία.
Όσα στραβά γράφω πιο κάτω για τους βουλευτές, δεν ισχύουν για τους βουλευτές του κουμουνιστικού κόμματος. Άλλες αγκυλώσεις και άλλες δουλείες το κρατάνε αυτό.
Οι βουλευτές εκλέγονται για τέσσερα χρόνια.
Για να είναι κάποιος υποψήφιος απαραίτητα πρέπει να είναι πολύ πλούσιος, γιατί ο προεκλογικός αγώνας είναι πολυδάπανος. Θεωρητικά βέβαια οποιοσδήποτε μπορεί να είναι υποψήφιος, χωρίς όμως ελπίδα επιτυχίας.
Στην προεκλογική τους πορεία προς το λαό, αλλά και τους λόγους τους κατά τη διάρκεια της βουλευτικής τους θητείας, οι πολιτικοί, από ιδρύσεως του ελληνικού κράτους, υπόσχονται. Τι υπόσχονται αν ρωτήσεις, υπόσχονται τα πάντα, αν και οι ίδιοι ξέρουν ότι αυτά που υπόσχονται δεν πρόκειται να γίνουν. Και εδώ είναι το κλειδί για την κατανόηση της ελληνικής πραγματικότητας. Οι πολιτικοί διαλέγονται από τον αρχηγό του κόμματος με μόνο κριτήριο να μπορούν να λένε παχιά λόγια και να υπόσχονται. Ο λαός από την άλλη τους ψηφίζει υπολογίζοντας όχι στην πραγματοποίηση των υποσχέσεών τους, αλλά σε άνομα οφέλη προσωπικά από κάθε βουλευτή-σε μια προσωπική σχέση που αναπτύσσεται πάνω σε γνωριμία ή εντοπιότητα με καθέναν από αυτούς. Γι αυτό και ύστερα από τις εκλογές αρχίζουν τα προσωπικά «ρουσφέτια»: διορισμοί συγγενών ψηφοφόρων, πέρασμα σε εξετάσεις μαθητών, δάνεια από Τράπεζες, ανάθεση δημοπρασιών κλπ.
Οι βουλευτές κλέβουν
Οι πολιτικοί κλέβουν το δημόσιο χρήμα.
Είτε απευθείας, είτε μέσω τρίτων. Ο λαός το βλέπει. Αρχίζει να φωνάζει. Τότε οι πολιτικοί δίνουν μερικά από τα κλοπιμαία στο λαό. Και ο λαός ησυχάζει. Για να καταλάβεις στο λέω κι αλλιώς: Κλέβει ο βουλευτής αλλά λέει στο λαό: «Κλέβω, καλά το είδες. Φάε κι εσύ λίγα από τα κλεψιμέικα και μη μιλάς.» Αν καταλάβεις αυτό, κατάλαβες την Ελλάδα.
Γιατί άραγε συμβαίνει αυτό στην Ελλάδα και μόνο στην Ελλάδα; Να το κυριότερο από τα γιατί: Ο κύριος πυλώνας που λείπει για να μην συνέβαινε αυτό είναι ο πυλώνας της Παιδείας. Οι πολιτικοί δεν δίνουν Παιδεία στο λαό ώστε αυτός να μην καταλαβαίνει ότι δεχόμενος να λειτουργεί όπως είπα πιο πάνω βλάφτει το κράτος και επόμενα τον ίδιο του τον εαυτό. Και μη έχοντας Παιδεία, οι έλληνες αφήνονται να κυριαρχούνται από μεταποιημένες μεν, πρωτόγονες όμως δοξασίες και πεποιθήσεις, οι οποίες έτσι κυριαρχούν στον καθημερινό τους βίο. Μπορεί άνθρωπος να το φανταστεί; Όχι. Και όμως, έτσι εδώ συμβαίνει! Και, καλή μου, πρέπει να συνηθίσεις σε τέτοιες ιδιαιτερότητες γιατί θα ακούσεις κι άλλες.
(Αγαπημένη μου, γράφω σκόρπια τα όσα έχω να σου πω για την Ελλάδα. Και αυτά που σου γράφω είναι λίγα, όμως όταν τελειώσω ελπίζω να σου έχω δώσει μια πλήρη περιληπτική εικόνα του τι συμβαίνει σ’ αυτή την παράλογη χώρα, που τόσο διαφέρει από την μεγάλη μας πατρίδα. Το ξύπνιο πνεύμα σου και η εξοικείωσή σου με την γραφή μου, θα σε βοηθήσουν να πληρώσεις τα όσα για άλλους θα παρέμεναν κενά αν διάβαζαν αυτό το γράμμα.
Μ’ αυτό κατά νου συνεχίζω.)
«ΘΑ» και «ΠΡΕΠΕΙ»
Το «θα» των υποσχέσεων των πολιτικών προς το λαό, έχει μπει για τα καλά στο μυαλό των ελλήνων ώστε να είναι αυτό το ίδιο μια αιτία της δυσλειτουργίας του ίδιου τους του μυαλού.
Παρόλον τούτο οι έλληνες, έχει τώρα λίγα χρόνια, αφού αυτό τους πάτησε πρώτα χάμου, αντέδρασαν ενάντια του, λέγοντας στους πολιτικούς τους ότι δεν δέχονται να τους κοροϊδεύουν με αυτό. Αυτή η αντίδραση έκανε τους πολιτικούς να ψάξουν για μια νέα λέξη που θα αντικαθιστούσε τη λέξη «θα». Και έξυπνοι καθώς είναι σ΄ αυτά, βρήκαν γρήγορα τη νέα λέξη.
Είναι αυτή το: «πρέπει».
Πρώτα υπόσχονταν. Τώρα διαπιστώνουν.
Όταν δεν έκαναν όσα είχαν υποσχεθεί, ο λαός τους κατηγορούσε. Μα τώρα δεν υπόσχονται. Λένε τι πρέπει κάθε φορά να γίνει. Και ποιος έχει αντίρρηση ότι πρέπει να γίνουν πολλά πράγματα στην Ελλάδα; Και λέγοντας ότι κάτι «πρέπει» να γίνει, προϋποθέτουν, καθώς το βλέπουν οι έλληνες, ότι αυτοί που το λένε, συμφωνούν να γίνει αυτό που «πρέπει» και ότι μάλιστα θα φροντίσουν να γίνει αυτό αν εκλεγούν.
Ώσπου όμως οι έλληνες να καταλάβουν, έτσι ανόητοι καθώς είναι, ότι και με το «πρέπει» λοιδωρούνται, θα περάσουν δεκαετίες πάλι. Και το κυριότερο, με το «πρέπει» οι πολιτικοί θα περάσουν αβρόχοις ποσί απέναντι, βγαίνοντας αλώβητοι και από την κρίση που μαστίζει εδώ και δυο χρόνια τη χώρα. Όπως ακριβώς άρχισαν κιόλας να κάνουν.
Και είμαι σίγουρος ότι και όταν το «ΠΡΕΠΕΙ» παλιώσει, κάποιαν άλλη λέξη θα βρούνε οι πολιτικοί της Ελλάδας.
Και κανείς δεν σκέπτεται ότι τους πολιτικούς τους ψήφισε όχι για να λένε τι πρέπει να γίνει, αλλά για να κάνουν αυτό που, εξάλλου και το μικρό παιδί ακομα, καταλαβαίνει ότι πρέπει να γίνει!..
Τσακωμός βουλευτών στις τηλεοράσεις
Ένας άλλος τρόπος που βρήκαν οι πολιτικοί να μην κάνουν τίποτα, φερόμενοι όμως σαν να κάνουν κάτι, είναι να βγαίνουν στις τηλεοράσεις και να διαπληκτίζονται με πολιτικούς άλλης παράταξης από την δική τους. Γι αυτό και οι δημοσιογράφοι τηλεπαρουσιαστές τούς φέρνουν δύο δύο στα στούντιο και τους αφήνουν να μαλώνουνε μεταξύ τους, διακόπτοντάς τους μόνο όταν η ώρα της εκπομπής τελειώνει. Με την μάχη αυτή των λέξεων, που πολλές φορές φτάνει στα όρια κραυγών και χειρονομιών και ύβρεων, αφήνει κάθε υβρίζων και υβριζόμενος να φανεί ότι τάχα τον πνίγει το δίκιο, ότι οι άλλοι είναι εκείνοι που δεν τον αφήνουν να κάνει ό,τι πρέπει (να ’τοι!-πριν καν αρχίσουν να το κάνουν τους εναντιώνονται…) και φέρνουν νοερά βοηθούς τούς πολίτες, που, δεν μπορεί, βλέπουν το σωστό και με κάποιον τρόπο θα τους βοηθήσουν να το αποδείξουν…
Εκεί λοιπόν, στα τηλεοπτικά «παράθυρα», οι πολιτικοί φωνάζουν, χειρονομούν, κοκκινίζουν από τους καυγάδες, βρίζονται μεταξύ τους, «βγάζουν στη φόρα» δήθεν άπλυτα της παράταξης του αντιπάλου, ανταγωνίζονται για το ποιος έβλαψε λιγότερο τη χώρα, αλληλοαπειλούνται με μηνύσεις, εκθέτουν τα δήθεν επιτεύγματα της παράταξής τους ο καθένας. Οι τηλεθεατές, μέσα στην βλακεία που τους δέρνει, γελάνε άλλοι ή άλλοι πάλι παίρνουν στα σοβαρά τους στημένους καυγάδες. Και όλοι τους, όταν έρθουν οι εκλογές ξαναψηφίζουν καθένας τον δικό του διαπληκτιζόμενο. Οι έλληνες δεν έχουν τη στοιχειώδη λογική να καταλάβουν ότι οι πολιτικοί τους είναι κενά όντα, που ο μόνος τους σκοπός είναι πώς να κλέψουν όλο και περισσότερα. Ίσως πάλι να καταλαβαίνουν τι συμβαίνει, αλλά να το αποδέχονται, μιας και οι ίδιοι αυτό κάνουν στην κλίμακα που τους αναλογεί.
Διαπλοκή
Ένα άλλο γνώρισμα των πολιτικών είναι η περίφημη διαπλοκή τους με τους ανθρώπους του Τύπου, της Τηλεόρασης, του Ραδιοφώνου, με συνδικάτα, με διάφορες κερδοφόρες κομπίνες. Παράνομες διευκολύνσεις, απευθείας χορήγηση κρυφά χρημάτων του κράτους από τους πολιτικούς σε όλους τους παραπάνω, έχουν γίνει καθημερινή κατάσταση στην Ελλάδα. Σαν συνέπεια αυτού, οι άνθρωποι του Τύπου έχουν αναλάβει την υποχρέωση να στηρίζουν με κάθε θεμιτό ή αθέμιτο μέσο τους πολιτικούς. Πηχυαία άρθρα στις εφημερίδες και πολλές εκπομπές, στηρίζουν τους πολιτικούς και το σύστημα που αυτοί υπηρετούν, τον καπιταλισμό. Ακόμα οι μεγαλοεπιχειρηματίες του Τύπου έχουν αναλάβει την υποχρέωση να προωθούν σε θέσεις που διαμορφώνουν την κοινή γνώμη ανθρώπους δικούς τους, που αμειβόμενοι πλουσιοπάροχα γίνονται φύλακες των πολιτικών και υμνητές της όλης παράνομης, αντεθνικής και καταστρεπτικής για τη χώρα δράσης τους .
Στο καπιταλιστικό σύστημα στο οποίο είναι δούλα η Ελλάδα, οι δημοσιογράφοι συμπράττουν με τους πολιτικούς για να κρατάνε στην άγνοια και για να εκμεταλλεύονται τους χαζούς έλληνες.
Πολιτικοί κρατάνε στις θέσεις τους εκείνους από τούς δημοσιογράφους που κάνουν ό,τι τους λένε. Kαι αυτοί είναι οι χρυσοπληρωμένοι δημοσιογράφοι. Υμνούν τους πολιτικούς και το καπιταλιστικό σύστημα, προβάλλουν τις βρώμικες ενέργειές των πολιτικών αφού πρώτα τις «ξεβρωμίσουν» λεκτικά, παίρνουν στημένες συνεντεύξεις από αυτούς. Γεμίζουν τις τηλεοράσεις, τα ραδιόφωνα, τα περιοδικά και τις εφημερίδες με φωτογραφίες, δημόσιες ή ιδιωτικές στιγμές, αποφάσεις και «ανδραγαθήματα» υπουργών και κολλητών τους, κρύβουν τα σκάνδαλα που αυτοί κάνουν και συμπράττουν με τους υπουργούς για να αλαφρώνουν το λαό από το χρήμα που τυχόν θα τον βάραινε.
Το κύριο προσόν όμως ενός δημοσιογράφου, είναι ότι στις ερωτήσεις που κάνει στους πολιτικούς, δέχεται οποιαδήποτε απάντηση, άσχετη τις περισσότερες φορές με την ερώτηση, και προχωρούν παραπέρα. Το να μην φέρνεις σε δύσκολη θέση τους πολιτικούς είναι ένα ακριβοπληρωμένο προσόν για τους δημοσιογράφους. Από αυτό κάτι ξέρουμε κι εμείς όμως-είναι όταν ο δημοσιογράφος ρωτούσε τον Πρόεδρο Κλίντον για τη σχέση του με την Μόνικα Λουίνσκι, και κείνος του έλεγε για τον Σαντάμ Χουσείν-θυμάσαι πόσο γελούσαμε με αυτό- και κείνοι το δέχονταν σαν απάντηση…
Οι πολιτικοί είναι ο εγκέφαλος και οι δημοσιογράφοι τα χέρια και τα πόδια του τέρατος που λέγεται «ελληνική δημόσια διοίκηση».
Μαζί οι δυο τους έχουν δημιουργήσει μια ψευδαίσθηση δημοκρατίας, μια ήρεμη και παγερή, μια νεκρωμένη κοινωνία, που όπου γυρίσει κανείς μέσα της ακούει και βλέπει πρόσωπα ρομπότ και ομιλίες σαν μουρμούρες στο ρυθμό του «θα» και στο μέτρο του «πρέπει».
Είναι αυτή η σκηνή του θεάτρου όπου τους έχουν βάλει όλους να υφίστανται για δεκαετίες τώρα το ίδιο δράμα. Και εκείνο που επιτρέπει η συγκυρία είναι μόνο το χειροκρότημα μιας και η φυγή ή ο θάνατος απαγορεύονται πριν τελειώσει το έργο. Στα διαλείμματα μόνο μερικοί βγαίνουν στο φουαγιέ και αγοράζουν κάποιο ποτό για να δροσιστούν πριν ξαναμπούν μέσα όπου βρίσκονται όμηροι συγγενείς ή αγαπητά τους πρόσωπα.
Όλα αυτά έχουν σαν συνέπεια να γίνονται οι πλούσιοι πλουσιότεροι συνεχώς, την ίδια στιγμή που οι φτωχοί γίνονται φτωχότεροι, επειδή τα χρήματα δεν είναι ατελείωτα σε μια χώρα και η μοιρασιά των χρημάτων είναι που καθορίζει την ευτυχία ή όχι των πολιτών και την ύπαρξη ή όχι δημοκρατίας στη χώρα.
Μια άλλη τάξη που καρπώνεται τα χρήματα της ληστείας του λαού από τους πολιτικούς, είναι οι συγγενείς τους και οι πολιτικοί φίλοι τους-των πολιτικών. Οι συγγενείς τους, επειδή το συμφέρον στην περίπτωση αυτή είναι άμεσο, και οι πολιτικοί φίλοι επειδή αυτοί οι άνθρωποι είναι τα καλώδια που μεταφέρουν και διαδίδουν στις μάζες την εκμεταλλευτική τάση των πολιτικών κατάλληλα ωραιοποιημένη.
Νόμοι που δεν τηρούνται
Νόμοι που δεν τηρούνται; Μα τότε γιατί γίνονται; Ε λοιπόν, όχι μόνο γίνονται, αλλά επιτρέπουν την ατιμώρητη καταστρατήγησή τους.
Θα μου πεις καλή μου Ελίζαμπεθ, πώς οι νόμοι μπορεί να επιτρέπουν την κλοπή;
Και όμως, ιδού ένα άλλο φαινόμενο πρωτοφανές για κράτος: οι νόμοι επιτρέπουν την κλοπή χρημάτων του κράτους από πολιτικά πρόσωπα, ατιμωρητί. Επειδή τους νόμους τους φτιάχνουν οι ίδιοι οι πολιτικοί και έχουν θεσπίσει την ατιμωρησία τους για όποια παράβαση κάνουν, που, βέβαια, στην ουσία δεν είναι καθόλου παράβαση σύμφωνα με τον δικό τους νόμο… Μπορεί να δυσκολεύεσαι να το πιστέψεις, όμως πίστεψέ το σε παρακαλώ. Η Ελλάδα είναι η χώρα του απίστευτου.
Αλλά μιας και μιλάμε για νόμους να σου πω ότι οι νόμοι στην Ελλάδα υπάρχουν για…να υπάρχουν μόνο. Κανένας δεν εφαρμόζει τον νόμο στην Ελλάδα. Η κοινωνική ζωή εδώ ρυθμίζεται από ένα συνοθύλευμα συνηθειών από τη μια και αδιαφορίας για τα πάντα από την άλλη. Οι έλληνες δεν λογαριάζουν τους νόμους. Για καθέναν από αυτούς οι νόμοι υπάρχουν για τους άλλους. Και άλλοι είναι όλοι εκτός από τον εαυτό του καθενός. Οι έλληνες κάνουν ό,τι θέλουν. Αν βλάψουν το συμφέρον κάποιου, τότε η λύση θα δοθεί με φωνές και πολλές φορές με φυσική βία. Όποιος φωνάξει περισσότερο ή ο δυνατότερος, υπερισχύει. Σε σοβαρές περιπτώσεις και μόνον όπου κρίνονται οικονομικά συμφέροντα, τότε μόνον έχουν λόγο οι δικηγόροι και τα δικαστήρια. Και τότε όμως κερδίζει ο πλουσιότερος ή ο δυνατότερος. Αλλιώς ατιμώρητα κάνει ο έλληνας ό,τι θέλει. Ανεβάζει τις τιμές στα εμπορεύματα που πουλάει, παρκάρει στα πεζοδρόμια, καταστρέφει τη δημόσια περιουσία κατά βούληση, ξεγελάει όποιον μπορεί, τρέχει με το αυτοκίνητό του με όποια ταχύτητα μπορεί, βρίζει όποιον θέλει, πηγαίνει όποτε θέλει στη δουλειά του, θεωρεί εξυπνάδα να κοροϊδέψει την πολιτεία στις σχέσεις του μαζί της.
Αντιπολίτευση-κυβέρνηση σημειώσατε χι.
Δύο είναι τα κόμματα που εναλλάσσονται στην εξουσία. Η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ. Το πρώτο θεωρείται συντηρητικό, το δεύτερο προοδευτικό. Και λέω θεωρείται, γιατί και των δύο τα κύρια χαρακτηριστικά δεν είναι αυτά που τα ξεχωρίζουν σε συντηρητικό και προοδευτικό τα κόμματα, αλλά εκείνα που χαρακτηρίζουν τις επιδιώξεις τους. Και επιδίωξη του καθενός είναι η αυταρχική διακυβέρνηση πίσω από την οποία κρύβονται συμφέροντα ιδιοτελή των βουλευτών-καθενός κόμματος-και των δικών του ανθρώπων. Το με ποιους λεκτικούς μανδύες (φιλελεύθερους - συντηρητικούς ή σοσιαλιστικούς-προοδευτικούς) θα ντύσουν τις ενέργειές τους, δεν προβληματίζει τις τελευταίες δεκαετίες τα κόμματα, μιας και οι μανδύες αυτοί έχουν υφανθεί από κλωστές κοινές και αποδεκτές και από τις δύο παρατάξεις, και είναι έτσι φτιαγμένοι ώστε να ταιριάζουν γάντι και στα δυο κορμιά. Γιατί κάτω από τους μανδύες εδράζεται και εργάζεται το κοινό των δύο αυτών κομμάτων συμφέρον.
Και τα κορμιά σού τα έχω περιγράψει κάπως μέχρι τώρα.
Εκτός αυτού όμως και η υπόλοιπη επιστολή μου γύρω από τα συμφέροντα αυτά περιστρέφεται, αφού το κορμί-συμφέρον ταυτίζεται με την αιτία της κατάντιας της Ελλάδας.
Θα σου μιλήσω εδώ για τους μανδύες και μάλιστα για τους μανδύες χωρίς τα εξαρτήματά τους, που άλλωστε λίγο λίγο ξεδιπλώνονται στο γράμμα μου αυτό, το οποίο προσπαθώ να γράψω με τέτοιον τρόπο που η ανάγνωσή του να μην σου γίνει βαρετή. Η αγάπη μου για σένα καθώς και η μισητή απόσταση που μας χωρίζει και που βαθαίνει τον πόνο του προσωρινού έστω χωρισμού μας, εύχομαι να με βοηθήσει σ’ αυτό έτσι που και την αγάπη μου να σου δείξω αλλά και για λίγο την απόσταση αυτή να μη την νοιώθουμε γράφοντας εγώ, διαβάζοντας εσύ.
Ο μανδύες λοιπόν είναι οι αλληλοκατηγορίες. Κυβέρνηση και αντιπολίτευση αλλάζουν μανδύα ανάλογα με το αν είναι κυβέρνηση ή αντιπολίτευση. Η παράταξη που κυβερνάει έχει τον μανδύα της κυβερνήσεως. Η αντιπολίτευση τον μανδύα της αντιπολιτεύσεως. Και η αντιπολίτευση κατηγορεί τις πράξεις και τις παραλείψεις της κυβερνήσεως και η κυβέρνηση κατηγορεί την αντιπολίτευση για ό,τι παρέλειψε να κάνει ή για ό,τι έκανε όταν ήτανε κυβέρνηση. Όταν η αντιπολίτευση γίνει κυβέρνηση και η κυβέρνηση μπει στην αντιπολίτευση, οι μανδύες αλλάζουν ώστε να ντύνουν τις ίδιες κατηγορίες, επιπλήξεις, απειλές, ειρωνείες, συκοφαντίες.
Και μη νομίσεις ότι οι κατηγόριες φείδονται των σωστών ενεργειών που μπορεί να έχει κάνει η κυβέρνηση όταν ήταν κυβέρνηση. Όχι! Βάλλονται και αυτές!
Κύριος και προσφιλής τόπος τελέσεως των λεκτικών διαπληκτισμών είναι πρώτα η τηλεόραση και αμέσως μετά η Βουλή. Και όλες οι συζητήσεις είτε αρχίζουν σαν ή καταλήγουν σε ομηρικούς καυγάδες.
Αλλά το σπουδαίο είναι ότι οι καυγάδες αυτοί δεν γίνονται για να προέλθει από αυτούς κάτι σωστό, αλλά από μια ανάγκη που όλοι οι βουλευτές υπηρετούν, την ανάγκη να υποβιβάσουν τον αντίπαλο στα μάτια του λαού. Αυτοί οι καυγάδες θυμίζουν τους παιδικούς αναίτιους καυγάδες που όμως εκεί δικαιολογούνται από την ανάγκη του παιδιού να διοχετεύσει κάπου την ενέργειά του. Ίσως όμως και οι πολιτικοί να καυγαδίζουν γιατί επειδή δεν κάνουν τίποτε, αποβάλουν ασκόπως διαπληκτιζόμενοι την ανία που τους προκαλεί η βουλευτική απραξία τους. Ποιος αλήθεια ξέρει…
Παιδεία
Η Παιδεία πληρώνει κι αυτή την ανευθυνότητα των πολιτικών.
Ο κάθε υπουργός της Παιδείας, όταν αναλαμβάνει τα καθήκοντά του, απαραίτητα σχεδιάζει μια νέου τύπου Παιδεία, όχι σύμφωνη με τις ανάγκες της εποχής αλλά σύμφωνα με τις δικές του γνώμες και φαντασίες.
Οι σύμβουλοί του πάντοτε συμφωνούν με τη γνώμη του υπουργού, επειδή αυτοί είναι πάντοτε πλούσιοι και δεν έχουν πρόβλημα με τις σπουδές των παιδιών τους αφού θα στείλουν τα παιδιά τους στο εξωτερικό για σπουδές, Ξέρω πως ακούγεται φρικτή μία τέτοια αιτία της αρνητικής συμπεριφοράς του υπουργού και των συμβούλων του. Έχω ρωτήσει έλληνες με κάποια μόρφωση και γνώμη πάνω στα της Παιδείας και η γνώμη τους ταιριάζει με τη δική μου-αυτή που πιο πάνω σου είπα. Με δυο λέξεις πλήρης αδιαφορία. Και ο πρωθυπουργός χαίρεται που ο υπουργός του βγάζει πέρα τις δουλειές του υπουργείου του χωρίς ξεσήκωμα του φοιτητόκοσμου, και οι βουλευτές με το ίδιο κριτήριο ψηφίζουν ό,τι τους φέρνει στη Βουλή ο υπουργός και όλοι είναι μια χαρά. Ας μένουν αμόρφωτα τα παιδιά της Ελλάδας, ας μην είναι ικανά βγαίνοντας από το λύκειο να αρθρώσουν μια πρόταση ή να χειριστούν στοιχειωδώς έναν υπολογιστή. Μα ο κύριος υπουργός έχει τις ευλογίες του κυρίου πρωθυπουργού. Ας βγαίνουν από τα Πανεπιστήμια οι επιστήμονες χωρίς να μπορούν να σταθούν δίπλα από τελειόφοιτους θεράποντες της ίδιας επιστήμης χωρών όπως όχι η Αμερική και η Ευρώπη, αλλά όπως και η Βουλγαρία και η Ρουμανία. Μα ο κύριος υπουργός έχει τις ευλογίες του κυρίου πρωθυπουργού. Ας αποφοιτούν από τα σχολεία τα ελληνόπουλα χωρίς να ξέρουν να μιλάνε ή να διαβάζουν. Αυτό θέλει η Παιδεία τους. Γιατί γλώσσα ίσον σκέψη και η σκέψη, το να σκέφτεται ο λαός, δεν θα βόλευε τους κρατούντες.
Υγεία
Ίδια και χειρότερη η κατάσταση στην Υγεία. Ουρές στα ιατρεία, λεφτά από τον άρρωστο στο γιατρό για να κάνει τη δουλειά για την οποία πληρώνεται από το Δημόσιο, νοσοκομεία άθλια και βρωμερά, πλουτισμός γιατρών από χορήγηση φαρμάκων εταιριών που χρυσοπληρώνουν τους γιατρούς ακριβώς για να γράψουν τα δικά τους φάρμακα, μισθοί γιατρών γλίσχροι.
Οι υπουργοί στην Ελλάδα υπάρχουν για να διαχειρίζονται τα χάλια που βρήκαν στα υπουργεία τους ώσπου να τα παραδώσουν στους επόμενους στα ίδια ή χειρότερα χάλια. Οι υπουργοί και οι σύμβουλοι και οι λεφτάδες, θα πάνε για νοσηλεία στο εξωτερικό-γιατί να γνοιαστούν για την Υγεία του λαού;
Να μην εξακολουθήσω να σου αναφέρω για κάθε υπουργείο ξεχωριστά τι συμβαίνει. Ίδιο χάος, ίδια κλοπή, ίδια αδιαφορία, ίδια κατάντια σε όλα τα υπουργεία και στο αντικείμενό τους.
Και ο λαός, αμόρφωτος και συνεπώς βλαξ, ψηφίζει κάθε τέσσερα χρόνια τους ίδιους του τους καταστροφείς, εκλιπαρώντας τους μετά από κάθε φορά που τους ψηφίζει για μια θέση στο Δημόσιο, αποβλακωνόμενος όλο και περισσότερο από την Τηλεόραση, βλέποντας με ανοιχτό το στόμα τους πολιτικούς του να κολυμπάνε στο δικό του χρήμα και στο δικό του αίμα.
Στριμωγμένοι ανάμεσα Αφρικής και Ευρώπης, χωρίς να θέλουν να τους λένε Αφρικανούς, χωρίς να μπορούν να γίνουν Ευρωπαίοι,΄ στριμωγμένοι ανάμεσα Ανατολής και Δύσης χωρίς να είναι ούτε δυτικοί ούτε ανατολίτες, οι έλληνες, ανάδελφοι επίσης-κανένας λαός συγγενικός. Με γείτονες που διάλεξαν να τους έχουνε εχθρούς. Κάνουν προς τα κάτω-θάλασσα ΄ κάνουν προς τα δεξιά-θάλασσα ΄ κάνουν προς τ’ αριστερά-θάλασσα. Απομονωμένοι έτσι μες στην ερημιά τους, αγρίμια καταντήσανε. Και μένουνε εδώ μέσα σκοντάφτοντας ο ένας πάνω στον άλλο και περνάνε τη ζωούλα τους μικροί, φοβισμένοι και ασήμαντοι, με τα μικρά τους σπιτάκια, με τους δρομάκους τους, με τις πολιτειούλες τους, με τα θεατράκια τους, με την κυβερνησούλα τους, με τους δημοσιογραφίσκους τους, με τους ποιητάκους τους, με τους φιλοσοφάκους τους, με τα πανεπιστημιάκια τους, με τους ερωτάκους τους, με τα μικρά κοντόθωρα μυαλουδάκια τους, με την σεμνοτυφιούλα τους, με τους μύθους τους για πρωτιά τους σε όλα, με το μίσος τους για ό,τι καλό, με τα δανεισμένα λεφτουδάκια τους, με τις ένοπλες αδυναμίες τους, με τη βιομηχανιούλα τους, με την ιατρικούλα τους, με την διασκεδαστική μεγαλομανιούλα τους, μισώντας εαυτούς και αλλήλους, καταρώμενοι την τύχη που φταίει για όλα, φανταζόμενοι τι «θα έκαναν αν», κραυγάζοντες γοριλλοειδώς, φοβούμενοι το φως και σκάβοντας όπως οι τυφλοπόντικες το έδαφος πάνω στο οποίο ζουν. Και κάπου κάπου φουσκώνουν την φούσκα που, όπως τα τουκάν-τουκάν, έχουν κάτω από το λαιμό τους, και αλληλοθαυμάζουν τη δύναμη και την ομορφιά τους ώσπου ο αέρας με θόρυβο να τους βγει από τα φουσκωτά τους υπολαίμια μπαλόνια και να τους αφήσει κι αυτός.
Ένας λαός προερχόμενος από ανάμιξη πολλών άλλων, που όμως δεν ευτύχησε να βγει λαός πολιτισμένος όπως εμείς. Και αυτό είναι φυσικό αφού οι συνιστώσες του είναι οι νοτιοευρωπαίοι, οι βαλκάνιοι και οι τούρκοι. Ενώ εμείς…τι να στα λέω, τα ξέρεις.
Ελίζαμπεθ! Τι τρομερό να ζεις σε μια τέτοια χώρα! Μη φύγεις ποτέ από την Αμερική! Και όταν ακόμα θα γίνεις καλά, μη φύγεις ποτέ από την ευλογημένη χώρα μας. Κι εγώ θα παραιτηθώ για να είμαστε μαζί.
Οι ουρανοξύστες μας διαλαλούν το μεγαλείο της τρυπώντας τα σύννεφα και δείχνοντας τη δύναμή μας-δύναμη που την πετύχαμε δουλεύοντας όλοι μαζί με αγάπη για τον άνθρωπο, με σκοπό και με σύστημα. Οι δρόμοι μας, πεντακάθαροι και πλατιοί, είναι το αντικαθρέφτισμα της σταθερής και με ασφάλεια πορείας μας προς τα εμπρός, προς το λαμπρό μας μέλλον. Εμείς παίρνουμε δόξα στα πεδία όχι μόνο των μαχών, αλλά και στους δυσκολότερους αγώνες-τους αγώνες της ειρήνης. Εμείς δεν αρκούμαστε στο αξεπέραστα όμορφο της φύσης της πατρίδας μας, αλλά και ό,τι δημιουργούμε φροντίζουμε να είναι κι αυτό όμορφο: τα σπίτια, οι κήποι μας, τα πάρκα, οι χώροι διασκέδασης και εργασίας , ώστε να ζούμε όλη τη ζωή μας μέσα στην ομορφιά. Τα παιδιά μας τα μαθαίνουμε από μικρά στην τήρηση των νόμων και τα εφοδιάζουμε από όταν είναι μικρά ακόμα με όλα όσα χρειάζονται για να περάσουν μια ζωή αξιοπρεπή, με σεβασμό στον άνθρωπο και στο περιβάλλον.
Η ελευθερία μας για πρώτη φορά στον κόσμο είναι πραγματική ελευθερία: θρησκευτική, λατρείας, πνεύματος, ιδεών, λόγου, αυτοπροσδιορισμού του ατόμου. Και το Σύνταγμά μας εγγυάται τις προσωπικές ελευθερίες.
Η δημοκρατία μας είναι υποδειγματική. Μακριά είναι ακόμα η Ευρώπη, όσο και αν το προσπάθησε να την πλησιάσει, από του να χτίσει μια πολιτική ένωση που να πλησιάζει καν τη δική μας. Δικαιοσύνη, Παιδεία, ζηλευτές. Ως για τους φτωχούς, που δεν γίνεται να μην υπάρχουν σε κάθε χώρα, ζουν κι αυτοί απολαμβάνοντας όλα τα απαραίτητα για μια ζωή αξιόπρεπη αγαθά, που απλόχερα η πολιτεία μας φροντίζει να τους παρέχει.
Ο Θεός να ευλογεί την Αμερική.
Και όταν ο αμερικάνος δώσει το χέρι για μια συμφωνία, τίποτα δεν μπορεί να τον κάνει να αλλάξει απόφαση. Κοροϊδίες και αθετήσεις και εξυπνάδες δεν υπάρχουν.
Αλλά αξίζει να σου εξηγήσω τι θεωρούνται εξυπνάδες στην Ελλάδα. Έξυπνος λοιπόν εδώ θεωρείται εκείνος που μπορεί να κοροϊδεύει τον άλλο, αθετώντας με διάφορες προφάσεις κάτι συμφωνημένο, πουλώντας κάτι ακριβότερα από την τιμή του, επικρατώντας με αθέμιτα μέσα σε διενέξεις, προηγούμενος με ύπουλο τρόπο σε κάτι μικρό ή μεγαλύτερο στις κοινωνικές του ή άλλου είδους σχέσεις με τον συνάνθρωπό του. Και κουτός είναι εκείνος που δεν μεταχειρίζεται τέτοιες μεθόδους. Για να καταλάβεις τι εννοώ, σκέψου ότι οι γάλλοι, οι γερμανοί και γενικά οι βορειοευρωπαίοι, χαρακτηρίζονται από τον «έξυπνο» έλληνα σαν «κουτόφραγκοι», εμείς δε, οι αμερικάνοι, σαν (κουτο)«αμερικανάκια»…
Αλλά ας ξαναγυρίσω, αν και δεν τελειώνουν αυτά, στην αναφορά όσων ευχάριστων απολαμβάνει ο αμερικανός πολίτης ζώντας στην μεγάλη μας χώρα. Πράγματα που και τα ξέρω και τα ξέρεις, όμως μέσα στη βρωμιά που ζω θα τα γράψω και πάλι, γιατί ενόσω τα γράφω, τα απολαμβάνω σαν να ήμουν εκεί…
Ο χρόνος στην Αμερική είναι φίλος και σύμμαχος του ανθρώπου και όχι δυνάστης και εχθρός του. Δεν μπορούμε να τον καταλάβουμε όπως κανένας άνθρωπος δεν μπορεί, όμως δεν αφήνουμε να καταστρέφεται η ζωή μας με βιασύνες να προλάβουμε κάτι ή με θρήνους για το τέλος του. Ζούμε απολαμβάνοντας τη ζωή και ό,τι καλό έχουμε μέσα της δημιουργήσει, βιασύνη για τίποτα δεν μας κατέχει, ο ένας δεν υποβλέπει τον άλλον για τα αγαθά που έχει, μόνο προσπαθεί κι αυτός να αποκτήσει όσα έχει εκείνος. Και αυτό, πάντοτε πράττοντας όπως η ευγένεια και οι νόμοι της πατρίδας μας ορίζουν. Και η μεγάλη μας πατρίδα αμείβει εκείνον που προσπαθεί. Και αν πάλι αυτός δεν τα καταφέρει, αυτό δεν σημαίνει ότι θα είναι ένας παρακατιανός πολίτης. Οι έχοντες, μέσω των δίκαιων νόμων μας, φροντίζουν να καλοπερνούν και οι μη επιτυχόντες, ώστε να μην υπάρχει μισαλλοδοξία για εκείνους που κέρδισαν αυτό για το οποίο οι άτυχοι προσπάθησαν.
Η Δικαιοσύνη στέκει πάντοτε στο ύψος της. Οι νόμοι τηρούνται απαρέγκλιτα, οι δικαστές φέρονται πάντοτε ανθρώπινα και πριν ανέβουν στην έδρα, θα έχουν κάνει ό,τι είναι δυνατό για να επιλυθεί φιλικά η όποια διαφορά ανάμεσα στους αντίδικους.
Τα όνειρα στην Αμερική πραγματοποιούνται. Δουλειά, εξυπνάδα, να! τι μόνο χρειάζονται γι αυτό.
Το κράτος μας, μας προφυλάσσει από κάθε εξωτερικό εχθρό με το υπουργείο Άμυνας και το υπουργείο Εξωτερικών. Από κει και πέρα εμείς δεν έχουμε παρά να υπακούμε τους νόμους μας και να δουλεύουμε προφυλαγμένοι από κάθε κίνδυνο. Με ασφάλεια, επιδινόμαστε στη δουλειά μας, πλουταίνοντας και την πατρίδα, αλλά και εμείς ζώντας μια ζωή ευχάριστη και απολαυστική.
Οι αστυνομικοί μας ποτέ δεν θα ενοχλήσουν όποιον έχει δίκιο, θα τσακίσουν όμως τον παραβάτη των νόμων, όπως επιτάσσει το καλό των νομοταγών πολιτών. Έτσι δουλεύει η κοινωνία μας.
Στις συναλλαγές μας είμαστε ευγενικοί ο ένας με τον άλλο.
«Φακελάκι» και «μέσον» δεν χρησιμοποιούμε ποτέ στις δοσοληψίες μεταξύ μας.
«Φακελάκι»- κάτι αδιανόητο για τη χώρα μας-λέγεται στην Ελλάδα η πληρωμή χρημάτων σε κάποιον υπάλληλο δημόσιο ή ιδιωτικό, επιπλέον εκείνων που του δίνει η υπηρεσία του, προκειμένου να κάνει τη δουλειά του εξυπηρετώντας το λαό(!)
Μα πρέπει να μάθεις και τι είναι το «μέσον». «Μέσον» λοιπόν είναι η χρησιμοποίηση κάποιου γνωστού με μεγάλη κοινωνική, πολιτική ή παρόμοια δύναμη, προκειμένου αυτός να μεσολαβήσει για να επιτευχθεί κάτι εντελώς νόμιμο από έναν υπάλληλο του κράτους. Τώρα ξέρεις ότι αδιανόητο είναι να υπάρξει και κάτι τέτοιο στη χώρα μας.
Φακελάκι λοιπόν και μέσον, είναι δυο απαραίτητες πρακτικές, αν θέλεις να τελειώσεις εδώ κάποια δουλειά σου.
Οι δρόμοι μας στην πατρίδα αντηχούν από γέλια και χαιρετισμούς του ενός προς τον άλλο σε κάθε συνάντηση.
Οι κοπέλες μας δεν είναι σεμνότυφες παρά είναι ελεύθερες να ζήσουν τη ζωή τους. Και είναι αυτές που όταν συναντιούνται με κάποιον άγνωστο στο δρόμο, πρώτες αυτές θα χαιρετίσουν. Αντίθετα από ό,τι εδώ, που οι κοπέλες όταν δουν να έρχεται από απέναντι κάποιος άντρας, πιάνουν την αντίθετη από κείνον μεριά του δρόμου, κατεβάζουν το κεφάλι και το στρέφουν προς την άλλη μεριά ώστε να μη τον βλέπουν. Και αυτές τις κοπέλες τις λένε «καλές»-τι θέλουνε να πούνε άραγε;
‘Όταν μπεις σε μαγαζί στην πατρίδα, οι υπάλληλοι σκοτώνονται ποιος να σε εξυπηρετήσει και όταν ακόμα αποφασίσεις, αφού δεις όλα, ότι τίποτε δεν σου κάνει και φεύγεις χωρίς να αγοράσεις τίποτε, ο καταστηματάρχης θα έρθει μαζί σου ως την εξώπορτα του καταστήματος και ανοίγοντας την πόρτα θα σου πει χαμογελώντας: Σας ευχαριστούμε, να μας ξαναέρθετε. Εδώ οι καταστηματάρχες σε διώχνουν από το μαγαζί τους.
Έχω γίνει μάρτυρας της ευτυχίας που ακτινοβολούν όσοι ξένοι πετυχαίνουν να γίνουν πολίτες της ευτυχισμένης πατρίδας μας. Και πώς να μην είναι έτσι αφού καμία πατρίδα, όταν ξεπεράσει κανείς το νόστο της συνήθειας για τη χώρα από την οποία προέρχεται, δεν συγκρίνεται με τη δική μας, και καμιά ευτυχία με εκείνην που βρίσκει καθένας στην ζωή της Αμερικής!
Όλα εκεί είναι καμωμένα έτσι που να εξυπηρετούν τον άνθρωπο και τις ανάγκες του. Ανάγκες επιβίωσης, κοινωνικές, ψυχολογικές, αισθητικές, πολιτικές, θρησκευτικές, πολιτισμικές, πνευματικές.
Μια έξοδος από το σπίτι σου για μια βόλτα στη γειτονιά, σε φέρνει σε επαφή με την τάξη, την καθαριότητα, την σοφή εκμετάλλευση του χώρου ώστε το μάτι και η ψυχή ούτε να ανιά ούτε να οικτίρει το ακαλαίσθητο σε ό,τι δημόσιο.
Αν βγεις για ένα Σαββατοκύριακο έξω από την πόλη, παντού φιλόξενες γωνιές με μεταξύ τους διαστήματα διαδρομής ευεργετικά του ψυχισμού του οδηγού ή του επιβάτη των τόσων ειδών μεταφορικών μέσων της ευλογημένης πατρίδας μας. Και ο εκάστοτε προορισμός, έτοιμος να ανανεώσει τη διάθεση για συνέχιση της ζωής μέσα στην πόλη, με αγάπη προς μια τέτοια χώρα που φροντίζει τον κάτοικό της όπως κι αυτός νοιάζεται για κείνη.
Όσο όμως ευτυχείς γίνονται ακόμα και οι έλληνες στην πατρίδα μας, όσοι από αυτούς δεν έχουν βγει από τη χώρα τους είναι όσο γίνεται «αντιαμερικανοί». Για ό,τι άσχημο συμβαίνει στην Ελλάδα φταίνε οι αμερικάνοι. Η Παιδεία τους πάει από το κακό στο χειρότερο; Φταίνε οι αμερικάνοι. Αυξήσεις στους μισθούς δεν δίνονται; Φταίνε οι αμερικάνοι. Καίγονται τα δάση τους; Φταίνε οι αμερικάνοι. Ο καιρός χάλασε; Οι αμερικάνοι άλλαξαν το κλίμα. Η ΔΕΗ-η Ηλεκτρική εδώ εταιρία- ακρίβηνε; Φταίνε κι αμερικάνοι. Γριππιάζεται η Ελλάδα; Κάποιον ιό άφησαν ελεύθερο στην Ελλάδα οι αμερικάνοι. Τα τρόφιμά τους είναι βλαβερά για την υγεία τους; Τα ραντίζουν με μυστικές ακτίνες οι αμερικάνοι.
Ξέρω πως το βρίσκεις παράλογο, όμως σου είπα, αυτή είναι η Ελλάδα.
Και κάθε που γίνεται μία πορεία ή ένα συλλαλητήριο από τα πολλά που γίνονται εδώ, η κατάληξή του είναι η αμερικάνικη πρεσβεία. Κατά τα άλλα προσπαθούν να μας μιμηθούν, αν και όσο πιο άσχημα μπορούν…
Τι να γίνει; Αφού η μοίρα ήθελε την ύπαρξη και ενός λαού πάνω στη γη τόσο διαφορετικού από όλους τους άλλους, θα ζήσουμε και μ’ αυτούς.
Όμως Αγαπημένη, αν ο Θεός με αγαπάει, αν κάποτε έκανα κάτι για το οποίο να αξίζω να εισακουστεί μια ευχή μου, ένα ζητάω από το Υπέρτατο Όν: να μη μου δώσει τον θάνατο μακριά από την πατρίδα.
Αλλά ξαναγυρίζω στην Ελλάδα.
Ο λαός, πάντοτε ήξερε ότι η αιτία της κακοδαιμονίας του είναι το πολιτικό σύστημα και όσοι το υπηρετούν. Ως την Κρίση όμως μόνον εψιθύριζε στις παρέες του ότι οι πολιτικοί κλέβουν. Τώρα τους το φωνάζει κατάμουτρα όποτε τους συναντάει, συνοδεύοντας τις κραυγές «Κλέφτες! Κλέφτες! Όλοι είσαστε κλέφτες!» με την εκσφενδόνιση εναντίον τους γιαουρτιών, λαχανικών, καρεκλών και με ό,τι άλλο βρίσκει κάθε φορά πρόχειρο και βολικό. Και δεν κάνει εξαίρεση για κανέναν πολιτικό.
Οι πολιτικοί αντιδρούν σ’ αυτό με την επωδό: «Δεν είμαστε όλοι κλέφτες», που την επαναλαμβάνουν όπου βρεθούν.
Αλλά το «δεν είμαστε όλοι κλέφτες» τελικά καταλήγει να σημαίνει «δεν είναι κανένας από εμάς κλέφτης». Διότι ούτε η Δικαιοσύνη έχει τιμωρήσει κάποιον από αυτούς για κλοπή, ούτε κανείς όπως είναι φυσικό έχει δει κάποιον πολιτικό την ώρα που αρπάζει τα χρήματα από το ταμείο του κράτους ή από τις τσέπες του λαού.
Πώς λοιπόν οι πολίτες είναι τόσο σίγουροι ότι οι πολιτικοί και οι «δικοί» τους άνθρωποι κλέβουν;
Επειδή κι εγώ είχα την ίδια απορία, ρώτησα φίλους έλληνες που μου εξήγησαν το πώς.
Είναι λοιπόν που οι πολιτικοί μπαίνουν στην πολιτική φτωχοί και σε λίγο καιρό είναι πάμπλουτοι. Είναι που δεν συμφωνούν με την απαίτηση του λαού να ισχύσει το «πόθεν έσχες» και γι αυτούς. Είναι που και «δικοί» τους άνθρωποι ξαφνικά εμφανίζονται πλούσιοι. Είναι που έχουν ψηφίσει νόμους που τους επιτρέπουν να μείνουν ατιμώρητοι για όποια κλεψιά κι αν κάνουν. Είναι τέλος που σε όποιο σκάνδαλο βγει στη φόρα, από πίσω κρύβεται ένας πολιτικός.
Μη μου πεις ότι έχει άδικο ύστερα απ’ αυτά ο λαός.
Και λέω κι εγώ, αν υπάρχουν κάποιοι που δεν κλέβουν, πώς δεν φανερώνουν εκείνους που κλέβουν; Ή πώς δεν παραιτούνται; Ή πώς ψηφίζουν τους νόμους που αφήνουν ατιμώρητους τους κλέφτες; Και αν λοιπόν αυτοί οι κάποιοι δεν κλέβουν, δεν είναι συνεργοί στο έγκλημα;
Σου έγραψα και πιο πάνω ότι για να γίνει κανείς δεκτός σαν υποψήφιος βουλευτής, πρέπει να είναι πάμπλουτος. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει κατακλέψει το λαό που τώρα θέλει να «υπηρετήσει»; Γιατί πώς έγινε πλούσιος παρά εκμεταλλευόμενος τους άλλους; Τα λεφτά δεν τα έχει κλέψει από το λαό; Τα χρήματα που έχει δεν έλειψαν από τους φτωχούς που δούλεψαν χωρίς να πληρωθούν; Κλέφτες λοιπόν είναι όλοι και πριν γίνουν βουλευτές, αλλά και συνεχίζουν το θεάρεστο χόμπι τους και σαν βουλευτές.
Στην ιστορία της Ελλάδας, μόνον οι πρώτοι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ μπήκαν φτωχοί στην πολιτική. Και με την κλοπή έγιναν κροίσοι σε ένα έως δέκα χρόνια. Οι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας ήταν πλούσιοι και πριν μπουν στην πολιτική. Και αυτή είναι η διαφορά των μεν από τους δε. Οι πασοκικοί βουλευτές έκλεψαν μόνο όντας βουλευτές, οι νεοδημοκράτες από πριν μπουν στην πολιτική. Τα κόμματα που δεν έχουν γίνει κυβέρνηση ακόμα, περιμένουν πώς και πώς να γίνουν, ώστε να κλέψουν κι αυτοί ως βουλευτές. Γιατί και εκεί, βουλευτές γίνονται οι πλούσιοι μόνον.
Αλλά κάτι πολύ διαδομένο ανάμεσά τους, είναι ο «ξύλινος λόγος» που μεταχειρίζονται οι πολιτικοί στις ομιλίες τους προς το λαό. Ο «ξύλινος λόγος» είναι ένας λόγος χωρίς συναίσθημα, χωρίς χρώμα, που δεν συνοδεύεται παρά από πολύ περιορισμένες ή καθόλου κινήσεις των χεριών ή του σώματος, ένας λόγος ρομποτικός όπως τον λέω εγώ, ή ένας λόγος που βγαίνει από στόμα ζόμπι. Ένας λόγος με ανέκφραστο πρόσωπο, με λέξεις άγνωστες για το λαό, λόγος που ο λαός άραγε δεν καταλαβαίνει.
Με τον τέτοιον λόγο οι πολιτικοί κερδίζουν στα μάτια του λαού ανωτερότητα, μιας και ο λαός δεν μπορεί να εξηγήσει όσα ακούει και νομίζοντας τον εαυτό του παρακατιανό σκύβει πιο πολύ το κεφάλι του μπροστά στα «ανώτερα» αφεντικά του.
Αυτός ο λόγος αποκόβει τους πολιτικούς από το λαό. Εκείνοι όμως έχουν τους δικούς τους ανθρώπους στους οποίους μιλούν ανθρώπινα. Είναι οι «δικοί» τους άνθρωποι, οι βοηθοί τους στην παρανομία την «νομιμοποιημένη» από τους ίδιους, αφού εκείνοι νομοθετούν. Είναι οι άνθρωποι που από την τέτοια σχέση αποκτούν περιουσίες, ενώ σε αντάλλαγμα εφοδιάζουν τους πολιτικούς με ψήφους την ώρα της κάλπης.
Έτσι ο λαός, αποξενωμένος από την πολιτική, ενδιαφέρεται για άλλα και κυρίως για τον αθλητισμό. Εκεί τον έχουν στρέψει φανατίζοντάς τον οι ίδιοι οι πολιτικοί. Ή προσβλέπει για βοήθεια στην Εκκλησία.
Το αθλητικό γεγονός το οποίο λατρεύει ο έλληνας είναι το ποδόσφαιρο. Πάθη, μίση, ενθουσιασμοί, αγώνες, είναι το περικάλυμμα αλλά και η ουσία της λατρείας αυτής. Αν την ίδια αφοσίωση που δείχνουν για το άθλημα αυτό, την κρατούσαν για τα Δημόσια πράγματα, η Ελλάδα θα μεγαλουργούσε.
Και ενώ οι έλληνες φοβούνται να ασχοληθούν με τα πολιτικά και δεν φανερώνουν ούτε τι ψήφισαν, δεν έχουν κανέναν ενδοιασμό να δηλώνουν περήφανα οπαδοί μιας ή άλλης ποδοσφαιρικής ομάδας και να παθιάζονται γι αυτήν.
Ως για την Εκκλησία, αυτή εκμεταλλεύεται τη φτώχεια και την αμορφωσιά του λαού, στην οποία αυτή με τη σύμπραξη των πολιτικών έχει καταδικάσει το λαό για να μεγαλώνει και να πλουταίνει. Ο Γκαίτε είχε πει ότι ο Χριστιανισμός θα πάει την ανθρωπότητα δέκα χιλιάδες χρόνια πίσω. Για τους έλληνες να υπολογίζουμε είκοσι χιλιάδες τα χρόνια.
Τα δύο εκκωφαντικά ακουόμενα ραδιοφωνικά δίκτυα σε όλη την Ελλάδα, είναι τα δίκτυα της Εκκλησίας και τα δίκτυα του ποδοσφαίρου. Δίκτυα που έχουν «πιάσει» στα βρόχια τους τούς δειλούς έλληνες και τους άγουν και τους φέρουν.
Ένα άλλο ιδεολόγημα των ελλήνων είναι ότι οι έλληνες είναι πρώτοι και καλλίτεροι σε όλα. Αυτό είναι κάτι που πιστεύουν όλοι οι έλληνες. Οι εκάστοτε ιθύνοντες τούς έχουν εμφυσήσει αυτή την ιδέα. Και έχοντας την ιδέα αυτή βαθιά τους ριζωμένη, πιστεύουν ότι είναι οι πρώτοι ακόμα και εκεί που, όπως συνήθως συμβαίνει, είναι τελευταίοι σ’ αυτό.
Στην τάση τους αυτή οι ιθύνοντες έχουν βοηθούς τους τούς αρχαίους έλληνες, οι οποίοι κατά γενική ομολογία των σημερινών ελλήνων ήσαν σίγουρα πρώτοι σε όλα: επιστήμες, μυθολογία, φιλοσοφία, γλυπτική, ιστορία, γεωγραφία, κλπ κλπ. Μα ήτανε πρώτοι και στις ανακαλύψεις και στις εφευρέσεις. Αυτοί ανακάλυψαν την Αμερική, αλλά οι σύγχρονοι το κρύβουν λόγω ζήλειας από τους ανθρώπους. Αυτοί εφεύραν το πόλο, το ποδόσφαιρο και ένα σωρό άλλα παιχνίδια και αθλήματα σύγχρονα και όχι.
Αν πει κανείς στους σημερινούς έλληνες ότι δεν έχουν καμία σχέση με τους αρχαίους έλληνες παρά μόνον το ότι κατοικούν στον ίδιο τόπο με εκείνους, εκείνοι βαφτίζουν αυτόν που το λέει ανθέλληνα και ησυχάζουν. Και αν κάποιοι ξένοι τους πούνε το ίδιο, ω! αυτοί ζηλεύουν, ή, το χειρότερο, θέλουν να τους υποβιβάσουν, αφαιρώντας τους όλες τους τις επιτεύξεις που είναι όλες ελληνικές.
Και εν πάσει περιπτώσει, ό,τι έχει ξεφύγει από το δαιμόνιο των αρχαίων ελλήνων, το ανακάλυψαν αυτοί-οι νέοι!
Οι πολιτικοί και οι δημοσιογράφοι καλλιεργούν αυτές τις αυταπάτες στο λαό, ώστε αυτός να βρίσκεται στη μακαριότητα της πρωτιάς σε όλα, και να μη δίνει τη σοβαρότητα που πρέπει στις κλεψιές τους μιας και, διάβολε, δεν μπορεί άνθρωποι πρώτοι σε όλα να κλέβουν, κάτι λάθος γίνεται ή κάτι μικρό συμβαίνει και το παραφουσκώνουν κάποιοι. Γι αυτό και πείθονται ότι οι κλεψιές δεν είναι κλεψιές, αλλά είναι, όπως οι γνώστες όλων έλληνες πολιτικοί λένε, αβλεψίες, κακή διαχείριση, λάθη.
Ακόμα οι τηλεοράσεις πείθουν τους έλληνες ότι είναι οι πιο φιλόξενοι άνθρωποι στον κόσμο και καθόλου ρατσιστές. Αυτό το λένε για ανθρώπους που χαρακτηρίζουν βούλγαρους τους βορειοελλαδίτες οι νοτιοελλαδίτες, και χαμουτζήδες τους νότιους οι βόρειοι. Το λένε για τους ανθρώπους που έχουν τη γνώμη ότι Ελλάδα είναι μόνο κάτω από το αυλάκι και η υπόλοιπη είναι Τουρκία (αυλάκι είναι ο Ισθμός της Κορίνθου), για τους ανθρώπους που μισούν οι του ενός νομού τους ανθρώπους του διπλανού νομού, για τους ανθρώπους που είναι στα μαχαίρια κάθε χωριό με το διπλανό του.
Ως για τα κατορθώματα του έλληνα στα ξένα μέρη, φέρνουν για παράδειγμα πως οι έλληνες γίνονται καθηγητές πανεπιστημίων στη χώρα μας. Μα όλοι οι ξένοι αναδεικνύονται στα γράμματα στην Αμερική, επειδή εμείς αφήνουμε τους ξένους να ασχοληθούνε με αυτά, κρατώντας εμείς τις μπίζνες μας, δηλαδή το χρήμα…
Αλλά οι έλληνες «προοδεύουν» στο εξωτερικό και γιατί είναι καλοί υπηρέτες. Και εκεί οι εργοδότες είναι τα αφεντικά και οι έλληνες είναι οι δούλοι, οι υπηρέτες, μόνο που τώρα αυτοί, οι έλληνες, βάζουν στην υπηρεσία των ξένων και το μυαλό τους, μιας και εκεί τους ζητάνε να τους υπηρετήσουν και μ’ αυτό, που, στην πατρίδα τους οι «ιθύνοντες» το θέλουν νεκρό ή άχρηστο.
Στις παραπάνω ιδεοληψίες τους οι έλληνες βοηθιούνται και από πολλούς ξένους, μεταξύ των οποίων και μερικοί συμπατριώτες μας, οι οποίοι θαυμάζουν τον πολιτισμό και την δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας και μάλιστα λένε ότι ο σημερινός πολιτισμός μας έχει τις ρίζες του και είναι συνέχεια του αρχαίου εκείνου πολιτισμού.
Καθώς βλέπεις, οι έλληνες, φορώντας τις παρωπίδες της απαιδευσίας και της κακομοιριάς, δεν μπορούν οι καημένοι να δουν μακριά, με αποτέλεσμα να βλέπουν μόνο τα άσχημα που είναι κοντινά τους, τα οποία όμως είναι εύκολο να χειρίζονται κατάλληλα οι πολιτικοί, κάνοντάς τα να δείχνουν ουδέτερα, ή σαν η αιτία για την κακότητά τους να είναι οι ίδιοι οι έλληνες.
Οι έλληνες Ελίζαμπεθ είναι τα πιο κοφτερά μυαλά του Μεσαίωνα. Η Ελλάδα είναι μια χώρα που μπορείς να πεις ότι, σαν πειραματόζωο, κάποιοι την είχαν καταψύξει τον Μεσαίωνα, την αποψύξανε στις μέρες μας και την έβαλαν να ζει ανάμεσα στα κράτη του εικοστού και του εικοστού πρώτου αιώνα. Με αυτοκίνητα, με κομπιούτερς, αλλά χωρίς ηθική και πνευματική ωριμότητα.
Μα ας λένε όλοι οι άλλοι, οι έλληνες ξέρουν ότι είναι η καλύτερη ράτσα ανθρώπων που εμφανίστηκε ποτέ στη γη.
Έτσι, για όλα τα σχολεία, όλοι οι Οργανισμοί, όλοι οι Σύλλογοι, όλα τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης:
-οι έλληνες είναι εργατικοί.
-οι έλληνες είναι φιλόξενοι και όλοι μαζί αλλά και κάθε πόλη, χωριό ή νομός χωριστά, μάλιστα συναγωνίζονται όλα αυτά μεταξύ τους για το ποιος είναι περισσότερο φιλόξενος.
-οι έλληνες δεν είναι ρατσιστές.
-οι έλληνες μεγαλουργούν «έξω».
-οι έλληνες είναι ευγενικοί.
-οι έλληνες δεν είναι εγωιστές.
-οι έλληνες ενωμένοι καταφέρνουν τα πάντα.
-οι έλληνες δε φταίνε για ό,τι κακό συμβαίνει στη χώρα τους.
-οι έλληνες είναι υπερήφανοι.
Γι αυτό και δεν ανέχονται να τους λένε άλλοι ότι είναι κλέφτες, ότι οι πολιτικοί τους δεν μπορούν να κυβερνήσουν και ότι οι ίδιοι δεν θέλουν να κυβερνηθούν, ότι ζουν με δανεικά, ότι είναι τεμπέληδες, ότι δεν κάνουν ό,τι υπόσχονται, ότι είναι ένας λαός κοιμισμένος, ότι είναι αμόρφωτοι, ότι δεν έχουν μπέσα, ότι είναι πρώτοι σε ό,τι άσχημο, ότι ψηφίζουν νόμους που μένουν στα χαρτιά, ότι η χώρα τους είναι τεταρτοκοσμική, ότι οι έμποροί τους και οι βουλευτές τους καταληστεύουν, και άλλα.
-οι έλληνες έχουν δάφνες δόξας που κανένας άλλος λαός δεν έχει.
-οι έλληνες έχουν αλάνθαστο πολιτικό κριτήριο και κάθε φορά φέρνουν στην εξουσία όποιους ακριβώς χρειάζεται η χώρα!
Λαός λοιπόν που ψηφίζει εκείνον που θα του διορίσει το γιο, λαός που ψηφίζει εκείνον τον πολιτικό που του έδωσε ένα κατοστάρικο κομμένο ση μέση με την υπόσχεση πως αν εκλεγεί θα τους δώσει και το άλλο μισό, λαός που ψηφίζει κάποιο κόμμα ή κάποιο άτομο «γιατί αυτό κάνει για χρόνια η οικογένειά μου», λαός που ψηφίζει πολιτικό γιατί είναι κουμπάρος του, αυτός ο λαός έχει αλάνθαστο πολιτικό κριτήριο…
Τι να πεις... Όμως μην τολμήσει κανείς να πει το αντίθετο, γιατί τότε είναι ανθέλληνας, κουμουνιστής, πράκτορας ξένης Δύναμης.
Γι αυτό όλοι οι έλληνες λένε:
-υπάρχουν πολιτικοί που ενδιαφέρονται για την Ελλάδα.
-οι πολιτικοί δεν είναι όλοι ίδιοι.
-το να λέμε ότι οι πολιτικοί είναι όλοι ίδιοι είναι ρατσισμός!!!
-η Ελλάδα είναι η ομορφότερη χώρα του κόσμου.
-η Ελλάδα έχει ιστορία δυόμισι χιλιάδων ετών.
-η Ελλάδα μπορεί να συντηρήσει και να προστατέψει τα μάρμαρα που της έχουν πάρει για να τα διαφυλάξουν και να τα συντηρήσουν αλλού.
-η Ελλάδα έχει τις καλλίτερες ακτές από όλα τα κράτη του κόσμου.
-η Ελλάδα έδωσε τα φώτα στην ανθρωπότητα.
Στην ελληνική τηλεόραση Ελίζαμπεθ ανθούν οι κουτσομπολίστικες εκπομπές, που λέγεται σ’ αυτές οποιαδήποτε χαζομάρα, ακούγονται συνέχεια χαζοτράγουδα, και όπου ασήμαντες «κυρίες» παίρνουν διαστάσεις αστέρων.
Ανθούν επίσης οι αθλητικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί, τα αθλητικά τηλεοπτικά κανάλια. Γενικά ανθεί κάθε εκπομπή που δεν μιλάει για πολιτική, ή που αν μιλήσει θα πει καλά λόγια για την εκάστοτε Κυβέρνηση.
Η τηλεόραση είναι η αρένα των νεοελλήνων.
Στα χρόνια της Ρώμης υπήρχε το Κολοσσαίο με τις μονομαχίες και τις θυσίες των χριστιανών και άλλων.
Οι Ίνκας και άλλοι λαοί είχαν τις ανθρωποθυσίες που ζητούσαν οι θεοί τους.
Ο Χριστιανισμός προσπάθησε να καταργήσει τις ανθρωποθυσίες υποδείχνοντας τα αρνιά σαν θύματα αντί για τους ανθρώπους.
Οι Ισπανοί έχουν την αρένα όπου σφαγιάζονται ταύροι και καμιά φορά και τορεαντόρς.
Ε, οι έλληνες έχουν την τηλεόραση! Και εδώ δεν σφαγιάζονται ταύροι αλλά βόδια-οι έλληνες.
ΚΡΙΣΗ
Στην Ελλάδα σήμερα Ελίζαμπεθ, υπάρχει η λεγόμενη Κρίση.
Η Κρίση χτίζεται στην Ελλάδα από το 1981. Ο τοτε πρωθυπουργός Παπανδρέου, δεν έδωσε χρήματα στους φτωχούς παίρνοντάς τα από τους πλούσιους, αλλά έκανε τους πλούσιους φτωχούς και τους φτωχούς πλούσιους. Αυτό ο ίδιος το έλεγε υπερηφανευόμενος: «ο πλούτος άλλαξε χέρια».
Και έφερε μια καταστροφική ισότητα στην Ελλάδα. Δεν έδωσε Παιδεία στους απαίδευτους, αλλά άφησε κούτσουρα και όσους ήθελαν να μορφωθούν. Δεν έδωσε φτερά στο λαό αλλά έκοψε και τα φτερά όσων είχαν. Έβαλε τους άξεστους στα σαλόνια όχι μαθαίνοντάς τους να φέρονται, αλλά αναγκάζοντας και όσους είχαν τρόπους να συγχρωτίζονται μαζί τους. Σε γενικές γραμμές εξίσωσε τα πάντα προς τα κάτω. Κάτι πολύ εύκολο, γιατί σαν έλληνας κι αυτός, προτίμησε την εύκολη και τεμπέλικη λύση, αγνοώντας τα αποτελέσματα της τέτοιας ενέργειάς του.
Πίστη του ήτανε ότι οι υπουργοί μπορούν να λαδώνονται, αλλά όχι με πολύ μεγάλα ποσά. Για κάποιον υπουργό που είχε πάρει «δώρο» πεντακόσια εκατομμύρια δραχμές, είπε: «Όχι και πεντακόσια εκατομμύρια, τριακόσια τουλάχιστον».
Την ίδια στιγμή για να κρατήσει τους ψηφοφόρους του και για να κερδίσει κι άλλους, μοίραζε τα χρήματα που έρχονταν από την ΕΟΚ στους ημέτερους, από υπουργούς έως τον τελευταίο πασοκτζή του τελευταίου χωριού της Ελλάδας, και δεν τα χρησιμοποίησε για να διορθώσει ένα έστω στραβό στη χώρα των ελλήνων. Έκανε δηλαδή ό,τι μπορούσε για να φέρει την κρίση στην Ελλάδα.
Τον ίδιο δρόμο ακολούθησε και ο Σημίτης, που σε κατηγορίες για τα σκάνδαλα απαντούσε μέσα στη Βουλή: «Γιατί φωνάζετε; Αυτή είναι η Ελλάδα!»
Μέχρι το ογδόντα ένα, καταλήστευαν το Δημόσιο οι δεξιοί, που σημαίνει οι ταγματασφαλίτες, οι δοσίλογοι, οι χίτες. Όλοι αυτοί ήσαν που συνεταιρίστηκαν με τους γερμανούς κατακτητές πρώτα και με τους εγγλέζους κατόπιν. Μετά το ογδόντα ένα το Δημόσιο καταληστεύονταν από τους «σοσιαλιστές». Και «σοσιαλιστές» είναι εκείνοι που είχαν χωθεί στο Πολυτεχνείο ύστερα από την διαβεβαίωση ότι η χούντα πέφτει, για να καταλάβουν το κενό που θα άφηνε η πτώση της.
Και όπως οι πρώτοι οικειοποιήθηκαν και εκμεταλλεύτηκαν το μίσος του λαού για τη δικτατορία του Μεταξά και καθιέρωσαν τη γιορτή της 28 Οχτώβρη εξοστρακίζοντας από το Δημόσιο και κοινωνικό βίο τους αριστερούς, έτσι και οι δεύτεροι οικειοποιούμενοι και εκμεταλλευόμενοι το μίσος του λαού για τη χούντα του Παπαδόπουλου, καθιέρωσαν τη γιορτή του Πολυτεχνείου εξοστρακίζοντας από τον πολιτικό, Δημόσιο και κοινωνικό βίο τους χουντικούς και τους δεξιούς. Ωραίες δημοκρατίες και οι δύο…
Η δημοκρατία των δεύτερων, των "ηρώων" όπως αυτοαποκαλούνται του Πολύτεχνείου, είναι αυτή που έφερε στο χάλι αυτό τη χώρα. Το όνομα του κόμματός τους που ρήμαξε τη χώρα είναι: "Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα". Τα αρχικά ο λαός τα έχει αναπτύξει, και σωστά: "Πανελλήνια Σοσιαλιστική Κονόμα". ("Κονόμα" σημαίνει στη γλώσσα του λαού παράνομο κέρδος.)
Η Νέα Δημοκρατία, που ήρθε μετά το εικοσιπεντάχρονο φαγοπότι των «σοσιαλιστών», έχοντας μείνει μακριά από το τραπέζι για δεκαετίες, θεώρησε καλό να φάει κι αυτή με όλες της τις δυνάμεις, για να ισοφαρίσει όσα είχε χάσει μέχρι τότε.
Και όταν είδε τα σκούρα, αποχώρησε.
Άφησε τη χώρα στα χέρια ενός όχι έξυπνου πολιτικού, του Γιώργου Παπανδρέου. Αυτός αποτελείωσε όσα είχαν μείνει στη μέση και έβαλε τους έλληνες στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο κάνοντάς τους φτωχότερους κατά τριανταπέντε τοις εκατό μέσα σ’ ένα χρόνο.
Χαρακτηριστικό της νοοτροπίας των πασοκτζήδων είναι η δήλωση του Λοβέρδου, ιταλόφερτου υπουργού, ότι «θα γίνει «μακελειό» αν κάποιος τολμήσει να σύρει τον Γιώργο Παπανδρέου στη Δικαιοσύνη για την κατάντια στην οποία έφερε τη χώρα. Καταλαβαίνεις σε ποια χώρα βρίσκομαι…
Και τώρα που η χώρα απαλλάχτηκε από την φυσική παρουσία των ληστών της στο πολιτικό σύστημα, και τώρα που θα απολάμβανε τη ζωή χωρίς τους εκμεταλλευτές της, τώρα που οι τρεις οικογένειες έχουν ξεκουμπιστεί από το πολιτικό προσκήνιο, τώρα ήρθε η κρίση. Κρίση που οι τρεις εκείνες οικογένειες έφεραν στον τόπο, για να συνεχίσουν και απόντες να δυναστεύουν το λαό.
Οι έλληνες πώς αντιδρούν; Θα ρωτήσεις. Δεν αντιδρούν. Δέχονται όσα τους κάνουν χωρίς καμιά αντίδραση. Κάνουν μόνο καμιά πορεία και αυτό είναι όλο. Η ψυχή δεν κατοικεί εδώ.
Από την άλλη, οι πολιτικοί που είναι αίτιοι της καταστροφής πολιτών και χώρας, συμπεριφέρονται σαν να μην είναι αυτοί υπεύθυνοι για ό,τι έγινε. Και ακόμα χειρότερο σαν να μην έχει γίνει κάτι. Και τους βλέπεις να τσακώνονται για ψήφους, να διορίζουν δικούς τους, να ρίχνουν ο ένας την ευθύνη στον άλλο για ό,τι κατηγορούνται, να μπλέκουν ακόμα και τώρα σε σκάνδαλα, να κάνουν ό,τι το συμφέρον τους επιβάλλει σε κάθε περίσταση που θα πρέπει να διαλέξουν μεταξύ συμφέροντος και καθήκοντος.
Συμπεριφέρονται δηλαδή όπως πάντοτε. Σαν να μην έχει αλλάξει τίποτε στην Ελλάδα. Σαν αυτή να μην έχει φτάσει στο χείλος του γκρεμού εξαιτίας τους. Γιατί άραγε φέρονται έτσι; Μήπως κρύβουν τα αίτια της τέτοιας διαγωγής τους ακόμα και από την ίδια τους τη συνείδηση, όπως στις περιπτώσεις που ντρέπεται κανείς να ομολογήσει το αίτιο που τον σπρώχνει να κάνει την άλφα ή τη βήτα πράξη; Εξάλλου όταν ένας άνθρωπος κατακρίνει τον εαυτό του για μια πράξη που διέπραξε στο παρελθόν, φαντάζεται πως μπορούσε να πράξει διαφορετικά αν είχε βρεθεί κάτω από τις ίδιες συνθήκες. Όμως αυτό είναι μια καθαρή αυταπάτη.
Σε ακούω να με συμβουλεύεις να αφήσω κατά μέρος τις φιλοσοφίες. Αυτό και κάνω, ύστερα εδώ μας ενδιαφέρουν τα αποτελέσματα.
Οι ευρωπαίοι πάντοτε ήξεραν τι είναι οι έλληνες. Δεν τους πολυέγνοιαζε όμως και δεν μιλούσαν. Τώρα που τα τερτίπια των ελλήνων επηρεάζουν και αυτούς, τώρα λένε τη γνώμη τους για την Ελλάδα και τους έλληνες χωρίς περιστροφές. Τους λένε ότι οι πολιτικοί τους είναι ανίκανοι να κυβερνήσουν και ότι οι έλληνες δεν θέλουν να κυβερνηθούν. Τους λένε ότι δεν κάνουν ό,τι έχουν συμφωνήσει να κάνουν μαζί τους. Και οι έλληνες όταν τα ακούνε αυτά δυσανασχετούν και λένε: «Είμαστε υπερήφανος λαός, δεν δεχόμαστε να μας λένε τέτοια» Και αυτό το επαναλαμβάνουν οι πολιτικοί, και στη Βουλή υψώνονται φωνές που καταδικάζουν τα λεχθέντα από τους ξένους! Και συνεχίζουν τα ίδια και τα ίδια, έχοντας λες ξεμπερδέψει με τις κατηγορίες που ακούστηκαν, μόνο με το που τις «καταδίκασαν»!
Έλληνες! Σου τους περίγραψα πιο πάνω. Σε όσα σου είπα βάλε δέκα φορές άλλα τόσα και θα έχεις πλήρη την ταυτότητα της Ελλάδας. Και αρχίζει πάλι να ξανάρχεται στη ζωή των ελλήνων ό,τι μπορεί να τους τονώσει το ηθικό (τη βλακεία τους δηλαδή) και ό,τι θα τους κάνει να ξεχάσουν την κατάσταση στην οποία βρίσκονται. Οι μεγάλες ιδέες ξαναγυρίζουν, οι εφημερίδες συναγωνίζονται στην παρουσίαση από τις σελίδες τους άρθρων υπέρ της ελληνικότητας της Ελλάδας, υπεροχής των ελλήνων έναντι των άλλων λαών, το «δαιμόνιο του έλληνα» υπερυψούται, η θρησκεία τρίβει τα χέρια της, συγγραφείς παλιοί γαλουχούν και πάλι με τα πατριδολατρικά τους κείμενα την ανικανότητα των ελλήνων, οι χίτες και οι ταγματασφαλίτες ξεσκονίζουν τα όπλα τους, οι τηλεοράσεις ξανάρχισαν τα πατριωτικά τους, η «ανωτερότητα» της Ελλάδας τονίζεται και ξανατονίζεται, πάλι χτίζονται ιδέες με τα ράκη της αξιοπρέπειας, της ανθρωπιάς, με τη βλακεία.
Από τη μια μεριά η Εκκλησία, οι πολιτικοί, οι καναλάρχες, οι εργοστασιάρχες, οι βιομήχανοι, οι εφοπλιστές, οι κάθε φύσεως και επαγγέλματος «μεγαλο…» και όλοι οι πλούσιοι, για να κρατήσουν τα κεκτημένα τους (το χρήμα), ομνύουν στον πατριωτισμό, λυσσάνε υπέρ της ομοψυχίας των ελλήνων σαν απαραίτητης προϋπόθεσης για την έξοδο από την κρίση, επικαλούνται το Θεό, ξαναγυρίζουν στο αρχαιοελληνικό «κλέος», προπαγανδίζουν την ισότητα όλων μπροστά στον κίνδυνο.
Στην άλλη μεριά οι έλληνες με το καθαρό βλέμμα που ξέρουν ότι όλα αυτά είναι κουραφέξαλα και ότι τα σπουδαία πράγματα είναι η δίκαια κατανομή του πλούτου και η Παιδεία.
Και στη μέση οι κακομοίρηδες φοβισμένοι από τις απειλές της πρώτης φατρίας.
Μόνον αν ξεδοντιαστεί η πρώτη φατρία, τότε η κρίση θα περάσει και ο ελληνικός λαός θα μεγαλουργήσει όπως ποτέ μέχρι σήμερα.
Μα ποιος θα την ξεδοντιάσει; Μια επανάσταση.
Ποιος θα κάνει την επανάσταση; Κανείς.
Η Κρίση ήτανε μια ευκαιρία.
Γιατί με όλα τα παραπάνω όντας μολυσμένες οι μήτρες και τα αίματα των ελληνίδων, καμία τους δεν μπορεί να γεννήσει τον Ηγέτη.
Γι αυτό και η Ελλάδα είναι χαμένη υπόθεση.
Και η κρίση μεγαλώνει και ο έλληνας μικραίνει (που λέει ο λόγος, γιατί στο σημείο μικρότητας που έχει φτάσει το επόμενο βήμα είναι η εξαφάνιση).
Εμείς, οι Αμερικάνοι, κάνουμε βήματα στέρεα και σιγουρεμένα προς το πεπρωμένο μας. Αυτοί στο πρώτο σαθρό τους βήμα στη ζωή, γυρνάνε πίσω τρομαγμένοι. Και τώρα γυρίζουν στο μαγκάλι, στη λάμπα πετρελαίου, στην ανύπαρκτη Παιδεία, στο θάνατο από έλλειψη γιατρών και φαρμάκων, στην καλλιέργεια των χόρτων και ζαρζαβατικών του σπιτιού, στα λιωμένα και δυσεύρετα ρούχα και παπούτσια, στο μάζεμα στις αυλές τα βράδια ώσπου να έρθει η ώρα του ύπνου, στη μπουγάδα στη σκάφη, στα χαμόσπιτα και στη βρωμιά τους, στα ποντίκια και στις κατσαρίδες τους, στο πρωινό ψωμοτύρι, στα θεατρικά μπουλούκια, στις δικτατορίες και στα «κινήματα», στο βούρκο της βαρβαρότητας, στον πρωτογονισμό του πνεύματος, στη λήθη, στην κακομοιριά και στη μιζέρια τους-μ’ ένα λόγο γυρνάνε στη σειρά τους.
Γιατί η Κρίση δεν αστειεύεται.
Και ο φασισμός, η ενδημική νόσος της Ελλάδας, που μέχρι τώρα κρύβονταν κάτω από τα φουστάνια της Βουλής ή ανάμεσα στα χαρτονομίσματα των πλουσίων, φουντώνει τώρα που η χώρα βρίσκεται σε κρίση και δεν έχει υγιείς δυνάμεις να αντιπαρατάξει εναντίον της.
Ξανάρχονται λοιπόν οι φανατισμοί και το κλείσιμο στον εαυτό.
Όταν οι Μακεδόνες είχαν καταλάβει την αρχαία Ελλάδα, τα ελληνικά κράτη-πόλεις ξανάβαλαν μπροστά τους τραγικούς ποιητές τους και έχτιζαν θέατρα χιλιάδων θέσεων για να τους ανεβάσουν, ελπίζοντας να ξυπνήσουν το κοιμισμένο πια φρόνημα των τότε ελλήνων.
Σήμερα στον ίδιο τόπο ξανάρχονται οι δογματισμοί, τα πάθη, η μισαλλοδοξία, η εμπάθεια, οι ακρότητες, οι φονταμενταλισμοί.
Στις τηλεοράσεις επανέρχονται παλιές πατριωτικές εκπομπές, ξεθάβονται ντοκιμαντέρ πατριδολατρικά, μπαίνει στην καθημερινότητά τους το Εικοσιένα, πρόσωπα-απόγονοι χιτών και χουντικών προβάλλονται. Στα ραδιόφωνα το ίδιο. Στα περιοδικά το ίδιο. Οι λόγοι των πολιτικών τους ξαναπροσφέρουν στο λαό την εσωστρέφεια, πατρίδα θρησκεία οικογένεια αντικαθιστά ολοένα και περισσότερο την τριάδα ελευθερία ισότητα δικαιοσύνη. Κόμματα φασιστικά όπως κάποιου Καμένου γεννιούνται, το σοσιαλιστικό ΠΑΣΟΚ χάνει όση σοσιαλιστικότητα στα χαρτιά μόνον είχε, η Νέα Δημοκρατία με αρχηγό δεξιότερον κάποιου Καρατζαφέρη προσπαθεί να κρύψει το φασιστικό της πρόσωπο μέχρι τις εκλογές.
Και όσοι έφεραν τη χώρα στο χάλι που βρίσκεται, ζητάνε πάλι την ψήφο του λαού. Ο τρώσας και ιάσεται; Ναι μα χωρίς ίαμα πώς;
Πού θα οδηγήσει άραγε η κακή μοίρα τους τούς έλληνες αυτή τη φορά;
Από την Ελλάδα λείπει ο Ηγέτης. Ένας ηγέτης που πρώτα θα καταλάβει τι γίνεται γύρω του και ύστερα θα πει την αλήθεια γι αυτό στο λαό. Αυτό χρειάζεται. Ύστερα όλα τα καλά θα ακολουθήσουν. Το υλικό που θα δουλέψει αυτός υπάρχει: ένας λαός απελπισμένος και αγανακτισμένος, έτοιμος να δεχτεί Εκείνον που θα τον οδηγήσει στην ελπίδα για ένα καλλίτερο αύριο, στην πεποίθηση ότι η ελπίδα αυτή θα καρπίσει, και τέλος στο στήσιμο πάλι της χώρας στα πόδια της. Τώρα όμως σε γερά πόδια, που να μπορούν να την πάνε μπροστά. Ίσως θα πρέπει να καταπέσει ακόμα η Ελλάδα και τότε να έρθει ο Ανορθωτής. Είναι η μόνη ελπίδα. Αν δεν έρθει, αν οι καιροί δεν τον χτίσουν, τότε η Ελλάδα, η χώρα όπου η δουλοπρέπεια βαφτίζεται τουρισμός, η χώρα όπου η κλοπή λέγεται εμπόριο, η χώρα όπου άνθρωποι των σπηλαίων γίνονται ξενοδόχοι, η χώρα όπου οι σάυλώκ τους έχουν γίνει υφασματέμποροι, χάνεται δια παντός.
Αγαπημένη μου, σε φιλώ ευχόμενος οι ελπίδες του γιατρού για γρήγορη ανάρρωση να αληθέψουν.
Σύντομα θα σε δω
Με αγάπη
Ο σύζυγός σου που σε αγαπάει.
Πέμπτη 27 Αυγούστου 2026
Τρίτη 25 Αυγούστου 2026
ΓΙΩΡΓΗ ΧΟΛΙΑΣΤΟΥ
ΟΙ ΤΡΑΓΩΔΙΕΣ ΤΟΥ ΑΙΣΧΥΛΟΥ ΣΤΑ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
ΙΚΕΤΙΔΕΣ
ΠΑΡΟΔΟΣ
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΙΔΩΝ
Στο καραβίσιο μας αυτό κοπάδι που από του Νείλου
κίνησε τις ακρογιαλιές τις ψιλοαμμουδένιες
Ας ρίξει βλέμμα φιλικό ο ικέσιος ο Δίας.
Φύγαμε αφού αφήσαμε τη χώρα τη Σεβάσμια
Που της Συρίας ειν' όμορη, όχι γιατί ίσως αίμα
Εχύσαμε κι εξόριστες μας έκρινε η πόλη
Με κάποια της απόφαση, αλλά από μοναχές μας
Για την αηδία που νιώθουμε για τον ανίερο γάμο
Που τα παιδιά θέλουν με μας να κάνουν του Αιγύπτου-
Κι ο Δαναός,ο αρχηγός της σύναξης ετούτης,
Πατέρας μας, και που για μας αυτός αποφασίζει
Ζυγίζοντας τα πράγματα έκρινε ότι θάταν
Λιγώτερο άσχημο για μας να φύγουμε όπως όπως,
Πλεοντας πα’ στης θάλασσας το κύμα, και στου Άργους
Τα χώματα ν' αράξουμε, απ' ό,που κι η γενιά μας
Καυχιέται πως κατάγεται, απ’ την Πνοή του Δία
Την ιερή, κι απ’ το άγγιγμα του άγιου του χεριού του
Πάνω στην που μαστίγωνε ο οίστρος Αγελάδα.
Και για μας ποια θα ήτανε πιό καλόδεχτη χώρα
Παρ’ αυτή οπού φτάσαμε με αυτά μες στα χέρια
Τα κλαδιά τα ικετήρια με ταινίες ζωσμένα;
Αλλά ω! πόλη συ και γη και σεις νερά καθάρια
Και σεις Θεοί κατ' απ' τη γη που όλους τους ανόμους
Τους τιμωρείτε αυστηρά από εκεί που είστε,
Και σεις θεοί ουράνιοι, και τρίτος συ Σωτήρα
Δια, όπου των δίκαιων σκέπεις αντρών τα σπίτια,
Κάντε τη χώρα αυτήν εδώ, με φιλικές διαθέσεις
Να μας δεχτεί τον όμιλο ετούτο των παρθένων.
Και των γιων των αδιάντροπων, του Αιγύπτου το σμάρι,
Πριν σ’ αυτό να πατήσουνε το αμμουδένιο ακρογιάλι
Με το πλοίο τους στείλ’ το μες στο πέλαγος πάλι
Οπου νάβρουνε θύελλα με σφοδρή τρικυμία
Και βροντές κι αστραπές και θαλάσσιους ανέμους, Βροχοφόρους και άγριους, κι απ’ αυτά να χαθούνε
Πριν προλάβουν ν' ανεβούνε στα κρεβάτια μας πάνω
Και να σμίξουνε μ’ έρωτα –ποιοι;- τα πρώτα ξαδέρφια-
Κάτι που ούτε το θέλουμε κι ούτε δίκαιο είναι.
Από πέρα απ’ τη θάλασσα τώρα κράζω βοηθό μου
Το μοσχάρι το άγιο, το παιδί της Γελάδας
Της προγόνου μου που έβοσκε σ' ανθοφόρα λιβάδια
Και που ’γεννήθη απ' την Πνοή του Δίατην ερωτιάρα.
Γιατί βέβαια σαν έφτασε ο κατάλληλος χρόνος
Η Επαφή πραγματώθηκε του χεριού του του θείου
Και γεννήθηκε ο Έπαφος, απ' αυτή ονομασμένος.
Κι αφού για πρώτον μάρτυρα έχω αυτόν καλέσει
Και αφού έχω τα παλιά τα βάσανα αναφέρει
Που η αρχαία μου προγονή σ’ αυτούς εδώ τους τόπους
Τους χλοερούς, υπόφερε, θα φανερώσω τώρα
Σ' αυτής της γης τους κάτοικους, αλάθητα σημάδια
Που ας είναι απροσδόκητα, όμως θα τα πιστέψουν.
Μα τη συνέχεια ακούγοντας κανείς θα καταλάβει.
Και αν κοντά μου εβρίσκονταν μάντης εντόπιος κάποιος
Τις φωνές που να γνώριζε των πουλιών να εξηγήσει,
Τον μεγάλο ακούγοντας τον πικρό μου το θρήνο
Τη φωνή θα ενόμιζε ότι θ’ άκουγε τάχα
Απ' την άτυχη Μήτιδα, του Τηρέα τη γυναίκα-
Αηδονιού που απόκοντα τόχει πάρει γεράκι.
Που φευγάτη απ' του τόπου της το νερό και το χώμα
Πενθεί για τα που άφησε αγαπημένα μέρη,
Αλλά και μες στο θρήνο της μιλάει για το παιδί της
Που σκοτωμένο χάθηκε απ' το ίδιο της το χέρι
Όταν απάνω του έπεσε μάννας κακιάς μανία.
Έτσι τα πάθη μου κι εγώ ψάλλω, η πολυθρηνούσα,
Με μελωδίες Ιωνικές, σκιώντας τα μαγουλά μου
Που απ' τον ήλιο μελαψά του Νείλου έχουνε γίνει,
Και την καρδιά μου, άμαθη στα δάκρυα ως τα τώρα.
Κι έτσι απ’ τους θρήνους τ’ άνθη τους κορφολογώ, από φόβο
Μήπως και φίλους δε θα βρω που να νιαστούν για μένα, Καθώς φυγάδα ειμ' εγώ απ' τη χώρα της Αιγύπτου.
Μα ω! του γένους μας θεοί, αφού το δίκιο δείτε,
Με διάθεση καλόγνωμη όσα σας λέμε ακούστε.
Κάνετε οι παράνομοι να μην πραγματωθούνε
Πόθοι τα νιάτα πούχουνε. Κι αφού αλήθεια είναι
Οτι απεχθανόσαστε κάθε στα θεία ασέβεια,
Στο ζήτημα του γάμου μου τη δίκια δώστε λύση.
Γιατί κι όσοι από πόλεμο αφήσουν δυστυχώντας
Της πατρίδας τα χώματα, στο κακό που τους βρήκε
Τους βωμούς λογαριάζουνε μοναχή σωτηρία
Των Θεών-τους ολόσεβους, ιερούς αυτούς τόπους.
Α! Και νάταν η θέληση που αφήνει ο Δίας
Να γνωρίσουν οι άνθρωποι, όποια έχει στ' αλήθεια!
Μα όμως ειν' αδύνατο στους θνητούς να γνωρίσουν
Του Θεού τα θελήματα. Φανερώνονται ξάφνου,
Αστραπές σα να ήτανε και το σκότος φωτίζουν
Στους ανύποπτους φέρνοντας τους θνητούς δυστυχίες.
Εύστοχα και με σιγουριά ό,τι θελήσει ο Δίας
Γίνεται, μ’ ένα κίνημα μόνο της κεφαλής του.
Είναι βαθύσκιοι και πυκνοί οι δρόμοι του μυαλού του
Και δεν μπορούνε να τους δουν τα ματιά των ανθρώπων.
Από ελπίδων κορυφές γκρεμίζει τους ανθρώπους.
Και δε χρειάζεται γι αυτό νάχει τη βία όπλο-
Στους Θεούς όλα εύκολα. Και ας στέκει στα ύψη.
Από 'κει, απ’ τους άγιους, τους πανσέπτους του θρόνους Ο,τιδήποτε γίνεται που θα βάλει στο νου του.
Ας ρίξει στην ανθρώπινη την ασέβεια το βλέμμα
Να δει ότι ξανάρχεται. Και τη φορά είναι τούτη
Του γένους μου το βλάστημα που τώρα έχει φουντώσει
και αμετάπειστα ζητά μαζί μας ένα γάμο.
Και με μανία, σαν κεντρί, φέρεται, που δε φεύγει
Ως να πληρώσει με χαμό του έρωτα το δόλο.
Με σκουξιές που ταιριάζουνε σε νεκρών θρηνωδίες
Τα λέω ξεφωνίζοντας τα βάσανα μου ετούτα,
Τ' ασήκωτα και θλιβερά, που δάκρυα στα μάτια
Οποιου τ' ακούει φέρνουνε. Αλί και τρισαλί μου!
Μοιρολόγια για μένανε ζωντανή όντας λέω..
Σου ζητάω καλόγνωμη να δειχτείς συ για μένα
Γη Απία λοφόσπαρτη, αν τη γλώσσα μου νιώθεις
Που μιλάω τη βάρβαρη. Και ναι, άλυπα πέφτουν
Στη λινή τη Σιδώνεια την καλύπτρα μου πάνω
Με μανία τα χέρια μου και κουρέλια την κάνουν.
Όταν αυτό που ζήτησαν οι άνθρωποι έχει γίνει
Και ειν' ο θάνατος μακριά κι όλα καλά πηγαίνουν
Τότε με πλήθιες το θεό θυσίες ευχαριστούνε.
Αλίμονο! Αξεδιάλυτα τα βάσανα μου είναι.
Τάχα το κύμα του κακού αυτό, πού θα μας πάει;
Σου ζητάω καλόγνωμη να δειχτείς συ γιά μένα
Γη Απία λοφόσπαρτη, αν τη γλώσσα μου νιώθεις
Που μιλάω τη βάρβαρη. Και ναι! Αλυπα πέφτουν
Στη λινή τη Σιδώνεια την καλύπτρα μου πάνω
Με μανία τα χέρια μου και κουρέλια την κάνουν.
Το πλοίο με τα λινόδετα πανιά και τα κουπιά του
Που το νερό κρατά μακριά, τον άνεμο ούριο βρήκε
Κι ήρθα εδώ ατρικύμιστη. Παράπονο δεν έχω.
Μα ο Πατέρας που από 'κει ψηλά όλα τα βλέπει
Ας μας τα φέρει δεξιά όταν και όπως πρέπει.
Και μεις, οι γόνοι θείας γενιάς, ας δώσει ο Θεός σε κλίνη Αντρίκια να μην πέσουμε και πάντοτε παρθένες
Κι ανύπαντρες να μείνουμε.
Και του Δία η σεμνόπρεπη, σοβαρόθωρη κόρη
Που παρθένα και που έμεινε και που θέλει να μείνει
Τωρα ας στρέψει το βλέμμα της και σε με που ζητάω
να μείνω αγνή για πάντοτε. Και μ' όση δύναμη έχει
Και τους διωγμούς μου ας ιδεί, και αγανακτισμένη,
Παρθένα αυτή, κι εμένανε ας σώσει την παρθένα.
Και μεις,οι γόνοι θείας γενιάς,ας δώσει ο Θεός σε κλίνη Αντρίκια να μην πέσουμε και πάντοτε παρθένες
Κι ανύπαντρες να μείνουμε.
Ειδεμή όπως είμαστε μελαψές απ' τον ήλιο
Αν οι Ολύμπιοι θεοί δε θα μας δώσουν δίκιο,
Στου Δία του φιλόξενου, αφού θα κρεμαστούμε,
Τα δώματα θα φτάσουμε κατ' απ’ τη Γη που μένει,
κρατώντας ικετήρια κλαδιά στα δυο μας χέρια.
Α! Δια! Για ό,τι έγινε με την Ιώ-αλί μου
Οργή εκδικήτρα των Θεών απάνω μου ξεσπάει.
Και τηνε νιώθω καθαρά την ουρανονικήτρα
Τη ζήλεια της γυναίκας σου: σφοδρός στ' αλήθεια αέρας
Θα φέρει πάντα τρικυμιά.
Και για το Δία θ' αρχίσουνε τότε οι επικρίσεις
Πως τάχα είναι άδικος γιατί της Αγελάδας
Το γιο, που του ήτανε και γιός, έχει καταφρονήσει
Και τώρα τις δεήσεις μας κάνει πως δεν ακούει.
Όμως εκεί ας μας άκουγε στα ύψη οπου στεκει
Καλόγνωμ' ας μας άκουγε τώρα που τον καλούμε.
Α! Δία! Για ό,τι έγινε με την Ιώ-αλί μου
Οργή εκδικήτρα των Θεών απάνω μου ξεσπάει.
Και τηνε νιώθω καθαρά την ουρανονικήτρα
Τη ζήλεια της γυναίκας σου: σφοδρός στ'αλήθει' αέρας
Θα φέρει πάντα τρικυμιά.
ΠΡΩΤΟ ΕΠΕ1ΣΟΔΙΟ
ΔΑΝΑΟΣ
Φρόνιμες πρέπει νάσαστε παιδιά. Εδώ έχετ’ έρθει
Έχοντας ένα γέροντα πατέρα για οδηγό σας
Που και πιστός είναι σε σας και το μυαλό του κόβει
Και της στεριάς τα πράγματα τάχει προβλέψει όλα.
Σεις μόνο πάντα νάχετε τα λόγια μου στο νου σας.
Μα βλέπω σκόνης σύννεφο που αμίλητα δηλώνει
Στρατό. Από τους άξονες το σφύριγμα δεν παύει,
Και βλέπω πλήθος δόρατα κι ασπίδες που κρατάει
Ανεβασμένο σε άλογα και άρματα καμπύλα.
Ισως για μας να μάθανε απ' τους μαντατοφόρους
Οι αρχηγοί αυτής της γης κι έρχονται για να δούνε.
Μα είτε καλοδιάθετα έρχεται ο στρατός τους
Είτε με ωμή έρχεται οργή και άγρια ξαναμμένος,
Για σας είναι καλλίτερα παιδιά μου να σταθείτε
Στο βράχο πάνω ετούτονε που είναι μαζεμένοι
Όλοι της χώρας οι θεοί. Δύναμη πιο μεγάλη
Και από πύργο έχει ο βωμός-άσπαστη ασπίδα ειναι.
Μα γρήγορα πηγαίνετε, και τα σεμνά κρατώντας
Στ' αριστερό το χέρι σας κλαδιά της ικεσίας,
Που τόσο στον σεβάσμιο αρέσουνε τον Δία
Στεφανωμένα με λευκές ταινίες, ν' αποκριθείτε
Με λόγια που να δείχνουνε και σεβασμό και λύπη
Για τη μεγάλη πούχετε ανάγκη, όπως ταιριάζει
Σε σας που ξένες είσαστε, λέγοντας με σαφήνεια
Για τη φυγή σας, πούγινε χωρίς να χύσετε αίμα.
Να δείξετε σεμνότητα με τη φωνή σας πρέπει,
κι ακόμα σοβαρότητα να δείξετε να βγαίνει
Από ’να σώφρον πρόσωπο με ήρεμο ένα βλέμμα.
Πρώτες να μη μιλάτε εσείς. Κι όταν το λόγο πάρτε
Μη τον κρατάτε ώρα πολλή. Πολύ δεν τ' αγαπάνε
Τα λόγια εδώ οι άνθρωποι. Και νάχετε στο νου σας
Να υποχωρείτε πάντοτε. Είσαστε της ανάγκης.
Φυγάδες, ξένες είσαστε. Με θράσος να μιλάνε
Δεν πρέπει όσοι βρίσκονται σε θέση αδυναμίας.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΙΔΩΝ
Σε φρόνιμες πατέρα μου φρόνιμα έχεις μιλήσει.
Και θα φροντίσω τις σοφές αυτές τις συμβουλές σου
Στο νου μου νάχω. Μα και συ, ω! προγονέ μας Δία
Στρέψε το βλέμμα πάνω μας.
ΔΑΝΑΟΣ
Το βλέμμα του ας ήταν
Καλωσυνάτο πάνω μας να έπεφτε αλήθεια.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΙΔΩΝ
Δίπλα σου τώρα, στους βωμούς, εκεί θαρθώ να κάτσω.
ΔΑΝΑΟΣ
Λοιπόν να μην καθυστερείς και κάνε όπως σου είπα.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Τα βάσανα λυπήσου μας Δία, προτού χαθούμε.
ΔΑΝΑΟΣ
Αν θέλει εκείνος ολ' αυτά όμορφα θα τελειώσουν.
Τώρα του Δία τον άγγελο τον πρωινό καλέστε.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Τώρα του ήλιου εμείς το φως καλούμε του ζωοδότη.
ΔΑΝΑΟΣ
Καλέστε και τον άσπιλο Απόλλωνα, τον θείο,
Που οι ουρανοί εξόρισαν.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Αυτός θα καταλάβει
Γιατί την ίδια γνώρισε με τη δική μας μοίρα.
ΔΑΝΑΟΣ
Δείχνοντας τη συμπόνια του βοηθός σε μας ας γίνει.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Κι απ' τους Θεούς ποιόν άλλονε να κράξω για βοηθό μου;
ΔΑΝΑΟΣ
Βλέπω αυτή την τρίαινα, κάποιου Θεού σημάδι.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Ας με δεχτεί όπως μ' έφερε, καλά, σ' αυτή τη χώρα.
ΔΑΝΑΟΣ
Μα να εδώ κι ένας Ερμής Ελληνικά δοσμένος.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Ας φέρει αυτός το μήνυμα ότι εμείς πια δούλες
Θα πάψουμε να είμαστε και θα λευτερωθούμε.
ΔΑΝΑΟΣ
Τους μαζεμένους εδώ δα βωμούς των θεών ετούτων
Θέλω να τους σεβάσετε. Στον τόπο αυτόν σταθείτε
Τον ιερό, σαν νάσαστε σμάρι από περιστέρια
Που σκιάζονται τα ομόφτερα γεράκια που ειν’ εχθροί τους
Κι αν και το ίδιο έχουνε με κείνα εντός τους αίμα
Να τα μολύνουνε ζητάν. Αγνό πώς θε να μείνει
Πουλί αν φάει άλλο πουλί; Και πώς αγνός να μείνει
Αντρας αν κάποιος παντρευτεί γυναίκα με τη βία,
Χωρίς ουτ' ο πατέρας της ακόμα να τον θέλει;
Ούτε νεκρός δεν πρόκειται,στον Αδη όταν πάει,
Να την γλιτωσει την ποινή μιας τέτιας αμαρτίας.
Γιατί εκεί κατά πως λεν, σε τελευταία μια κρίση
Τις αμαρτίες των νεκρών δικάζει άλλος Δίας.
Λοιπόν προσέχετε μ' αυτόν τον τρόπο να φερθείτε
Για να τελειώσουνε καλά για σας ετούτα όλα.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Από πού ηρθε ο όμιλος που προσφωνώ ετούτος
Ντυμένος μ' έναν ξενικό τρόπο, που καμαρώνει
Για τους βαρβαροκαμωτους τους πέπλους που φοράει
Και για όσα το κεφάλι του φασκιώματα σκεπάζουν;
Αυτό δεν είναι ντύσιμο των γυναικών του Άργους
Ούτε και των υπόλοιπων των τόπων της Ελλάδας.
Ομως μεγάλη εντύπωση κάνει σε μένα η τόλμη
Που είχατε, για νάρθετε άφοβα μες στη χώρα
Χωρίς κανένα κήρυκα,οδηγούς ή και προξένους.
Εχετε βέβαια κλαδιά στ' αγάλματα αποθέσει
Όλων των ντόπιων των Θεών, όπως οι ικέτες κάνουν.
Η Ελλάδα μόνο απ' αυτό μπορεί να εκτιμήσει.
Κι άλλα πολλά θα δύνονταν κανένας να εικάσει
Αν δεν υπήρχε η φωνή, εδώ, για να μιλήσει.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Για τη στολή τάπες καλά. Σε ποιόν όμως μιλάω;
Σ' απλόν πολίτη ή σ' ιερόν ραβδούχο ή κι ίσως πάλι
Σε κάποιον απ' τους άρχοντες ετούτης δω της πόλης;
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Μπορείς και ν’ αποκρίνεσαι και να μιλάς με θάρρος.
Γιος είμαι του Παλαίχθονα που η γη έχει γεννήσει.
Και κυβερνώ τον τόπο αυτό. Πελασγός τ’ όνομά μου.
Και αφού είμαι βασιλιάς, οι Πελασγοί από μένα
Που αυτή τη χώρα κατοικούν,επόμενο να πάρουν
Το όνομα τους ήτανε. Και όλον κυβερνάω
Τον τόπο που από μέσα του περνά ο αγνός Στρυμόνας
Στη δυτική του την πλευρά. Κι ακόμα εξουσιάζω
Τη χώρα εγώ των Περραιβών, και όσα είναι μέρη
Πέρα απ' την Πίνδο και κοντά στη χώρα των Παιόνων,
και της Δωδώνης τα βουνά. Και σύνορό μου είναι
Η θάλασσα. Και διοικώ ακόμα κι όσα μέρη
Βρίσκονται κάτω απ' αυτά. Κι η γη αυτή, η Απία
Που τώρα πάνω της πατάς, επήρε τ’ όνομα της
Από γιατρό. Γιατί παλιά, ο Απις, γιός του Φοίβου,
Που απ' αντίπερα είχε ερθεί, από τη Ναυπακτία,
Και μάντης, και θεραπευτής, τη χώρα είχει απαλλάξει
Απ' τα θηρία που σκότωναν ανθρώπους, που η γη μας
Από το μίασμα παλιών αιμάτων μολυσμένη
Συνέχεια ξερνοβόλαγε θυμό γεμάτη όλη.
Απαίσια όντα σε φουρνιές-δράκοντες που κανένας
Να ζει μαζί τους δεν μπορεί. Κι αφού με τέλεια γνώση Χρησιμοποίησε φάρμακα, που αποτέλεσμα είχαν,
Να μας γλυτώσει απ' ολ' αυτά, για πληρωμή του πήρε
Να τόνε μνημονεύουμε στις προσευχές μας όλοι.
Λοιπόν αφού σου απόδειξα εγώ ποιος είμαι, τώρα
ειν' η σειρά σου να μου πεις ποια είναι η γενιά σου.
Μα τουτη η πόλη -ξέρε το- λόγια πολλά δε θέλει.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Και καθαρά και γρήγορα θα σου τα πω. Αργείες
Καυχιόμαστε πως είμαστε. Γόνοι της Αγελάδας
Πούχε τα όμορφα παιδιά. Κι ετούτα που σου λέω
Κι ακόμα όσα θε να πω θα δεις πως ειν' αλήθεια.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Απίστευτο μου φαίνεται, ξένες, αυτό που ακούω-
Το γένος σας Αργείτικο πως είναι. Γιατί μάλλον
Λίβυες παρομοιάζετε γυναίκες και καθόλου
Σε τούτης 'δω δε μοιάζετε της χώρας τις γυναίκες.
Ο Νείλος μόνο θάτρεφε τέτιο φυτό. Απ' την Κύπρο
Τεχνίτες άντρες έχουνε τέτιες μορφές τυπώσει-
Γυναίκες που σας μοιάζουνε. Πάλι ακούω νομάδες
Ινδές, με τους Αιθίοπες γειτόνισσες, πως τρέχουν
Πάνω στις γοργοπόδαρες σαν τ’ άλογα καμήλες
και σε σαμάρια καθιστές. Αν παλι είχατε τόξα
Θα έλεγα πως είσαστε οι παρθένες αμαζόνες
Οι σαρκοφάγες. Όμως αν με φώτιζες πιο πέρα
Θα μάθαινα καλλίτερα, πώς η καταγωγή σας
Ειν’ απ’ το Άργος.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Λένε πως η Ιώ ιέρεια ήταν
Στης Ηρας τους σεπτούς ναούς, εδώ, στη γη του Άργους.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Και μάλιστα η φήμη της ήταν πολύ μεγάλη.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Και για το Δία μη λέγεται πως με θνητή επήγε;
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Ναι. Και αυτό δεν έμεινε κρυφό από την Ηρα.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Και πώς τελείωσε ο καυγάς που οι δυο θεοί εστήσαν;
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Εκανε του Άργους η θεά Γελάδα τη γυναίκα.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Λοιπόν την καλοκέρατη ο Δίας Αγελάδα
πλέον δεν την πλησίασε;
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Σαν ταύρος λεν βαρβάτος.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Και τι έκαν' η πανίσχυρη του Δία γυναίκα τότε;
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Φύλακα τετραπέρατο στην Αγελάδα ορίζει.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Ποιος λες πως ήταν ο βοσκός που τάβλεπε όλα γύρω;
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Ο Άργος, το παιδί της γης, που ο Ερμής σκοτώνει.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Κι άλλο ακόμα ποιό κακό στη δύστυχη εκείνη
Την Αγελάδα έστειλε;
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Μια μύγα που αναγκάζει
Τα βόδια όλο να τρέχουνε.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Οι κάτοικοι του Νείλου
οίστρο τη λεν τη μυγα αυτή.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Μ' αυτή λοιπόν τη μύγα
Την έδιωξε απ’ τη χώρα μας και πήρε αυτή τους δρόμους.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Οσα μου είπες συμφωνούν με όσα εγώ γνωρίζω.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Και έφτασε στην Κάνωβο και ύστερα στη Μέμφι.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Και με του Δία το άγγιγμα είχε παιδί γεννήσει.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Και για ποιόν μόσχο Θεϊκό καυχιέται η Γελάδα;
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Τον Επαφο, απ’ τ’ όνομα της επαφής εκείνης.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Και ύστερα απ' τον Επαφο ποιός άλλος εγεννήθη;
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Αυτή που μία μέγιστη κατέχει γη-η Λιβύη.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Και ποιό εκείνη γέννησε ακόμα λες βλαστάρι;
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Τον Βήλο, που απόκτησε δύο παιδιά και είναι
Πατέρας του πατέρα μου.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Τ’ όνομα πες μου τώρα
Του πάνσοφου πατέρα σου.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Δαναό τόνε λένε,
Κι ο αδερφός του αρσενικά παιδιά έχει πενήντα.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Μη σταματήσεις τώρα εδώ. Τ’ όνομα πες κι εκείνου.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Αίγυπτος. Τώρα που ’μαθες τ' αρχαίο μας το γένος
Πράξε σα να συνάντησες μια σύναξη μπροστά σου
Αργείτικη.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Μου μοιάζετε πως έχετε αρχαίους
Δεσμούς με τούτηνε τη γη. Αλλα τα πατρικά σας
Τα σπίτια πώς τολμήσατε ν' αφήσετε; Ποια τύχη
Πάνω σας μαύρη έπεσε ;
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Δε μοιάζουν μεταξύ τους
Ω! βασιλιά των Πελασγών τα πάθη των ανθρώπων.
Ομόφτερο κακό ποτέ και πουθενά δε θα ’βρεις.
Γιατί και ποιός θα τόλεγε πως η φυγή μου ετούτη
Η ανέλπιστη, θε νάκανε ν' αράξει εδώ στο Άργος
Συγγενική σας μια γενιά, παλιά, που θα ’χε φύγει
Για νάρθει εδώ να ζήσει πια, σπρωγμένη από μίσος
Για γάμο και για έρωτα;
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Και τ' ήρθες να ζητήσεις;
Απ' τους Θεούς της πόλης μας που εδώ 'ναι μαζεμένοι Κρατώντας νιόκοπα κλαδια,λευκοστεφανωμένα;
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Σκλάβα ποτέ να μη γενώ στο γένος του Αιγύπτου.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Γιατί; Ανήθικο ειν' αυτό ή ’κείνοι εχθροί σου είναι;
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Αν τον αφέντη αγαπά ποιός τη σκλαβιά δε θέλει;
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Ετσι αξαίνει η δύναμη πιότερο στους ανθρώπους.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Και να χωρίσουνε μπορούν αν δουν πως δυστυχούνε.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Και πώς λοιπόν εγώ μπορώ σ' αυτό να σας βοηθήσω;
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Αν με ζητήσουν τα παιδιά του Αιγύπτου μη με δώσεις.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Λόγια βαριά μου λες. Κακόν θες πόλεμο να κάνω.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Αλλά η Δίκη είναι βοηθός σ' όσους την παραστέκουν.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Απ' την αρχή αν ήτανε της μάχης στο πλευρό σας.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Σεβάσου ετούτους τους βωμούς,έτσι στεφανωμένους.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Τους βλέπω κι έχω στέκοντας τρόμο ιερό μπροστά τους.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Βαριά ειν' αλήθεια η οργή του ικέσιου του Δία.
Ω! βασιλιά των Πελασγών καλόγνωμα άκουσε με
Βλαστάρι του Παλαίχθονα. Και δες με, τη φυγάδα
Ετσι όπως είμαι ικέτιδα απ' τον τόπο μου διωγμένη,
Δαμάλι σαν να ήμουνα που λύκος κυνηγάει
Σε βράχους δυσκολόβατους, που 'λπίζοντας βοήθεια
Τα βάσανα του το βοσκό κράζοντας μουκανίζει.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Από τα νιόκοπα κλαδιά σκιασμένο, τώρα, βλέπω
Το πλήθος τούτο των θεών της πόλης να σαλεύει.
Των συγγενών μας εύχομαι η υπόθεση των ξένων
Να μη μας έβγει σε κακό. Και ούτε φασαρία
Ετσι απρόβλεφτη καμμιά στα ξαφνικά να γίνει.
Από τα τετοια πράγματα δεν έχει ανάγκη η πόλη.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Ας στρέψει στην αθώα μας φυγή πάνω το βλέμμα
Η ικετήρια Θέμιδα, κόρη του μοιροδότη
Του Δία. Και συ, έστω σοφός και σ' ηλικία μεγάλος
Μάθε από μένα ότι αν σέβεσαι τον ικέτη
Φτωχός ποτέ δε θα γενείς και ότι τις θυσίες
Που ένας άντρας κάνει αγνός, πάντα οι θεοί τις στέργουν.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Δεν είστε βέβαια εσείς ικέτες στων δικών μου
Διαμερισμάτων τις αγνές εστίες καθισμένες.
Κι αφού ειν’ το μίασμα ζήτημα όλοκληρης της πόλης
όλοι οι πολίτες στη γιατρειά θα πρέπει να βοηθήσουν.
Γιατί δε θ' αποφάσιζα υπόσχεση να δώσω
Αν πρώτα δε θα έλεγα όσα τρέξαν στο λαό μου.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Κι η πολιτεία εισ' εσύ, και ο λαός εσύ 'σαι.
Αρχοντας ανεξέλεγκτος. Βωμούς εξουσιάζεις,
Εστίες της γης, και, νεύοντας, αποφασίζεις μόνος.
Και απ' το θρόνο που εσύ μονάχος διαφεντεύεις
Ολων των υποθέσεων την τύχη αποφασίζεις.
Φυλάξου από το μίασμα.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Ας πάει στους εχθρούς μου.
Μα να βοηθήσω δε μπορώ χωρίς ζημιά να πάθω.
Και ούτε είναι φρόνιμο αυτές τις παρακλήσεις
Που κάνετε, αλογάριαστες εγώ να τις αφήσω.
Σ' αμηχανία βρίσκομαι και φόβος με κατέχει:
Να κάνω κάτι η άπρακτος να μείνω κι ό,τι γίνει;
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Πρόσεχε κείνον που ψηλά στέκοντας όλα βλέπει-
Προστατη των πολύπαθων ανθρώπων που προσπέφτουν
Σ' άλλους ανθρώπους, μα χωρίς το δίκιο τους να βρούνε.
Η οργή του ικέσιου περιμένει του Δία
όποιον μένει ασυγκίνητος στων παθόντων τους θρήνους.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Αν με τους νόμους σύμφωνα της χώρας σου ανήκεις
Συ, στου Αιγύπτου τα παιδιά, που ότι είναι λένε
Οι πιο στενοί σου συγγενείς, ποιός θα θελήσει τότε
Σ' αυτούς να φέρει αντίσταση; Εκτός αν αποδείξεις
ότι δεν έχουνε αυτοί πάνω σου εξουσία.
Αν της πατρίδας σου αυτό οι νόμοι της ορίζουν.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Ας μη βρεθώ εγώ ποτέ σε αντρική εξουσία.
Βρήκα τη σωτηρία μου από απαίσιο γάμο
Μ' αυτό το δρόμο της φυγής που πήρα κατ' απ' τ' άστρα.
Και συ τη Δίκη διάλεξε για σύμμαχο, και πάρε
Απόφαση που στους θεούς τα σέβη σου να δείχνει.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Να κρίνω είναι δύσκολο. Κριτή σου μη με βάζεις.
Στο ’πα και πριν- αν του λαού δεν πάρω εγώ τη γνώμη.
Οση κι αν έχω δύναμη τίποτα εγώ να κάνω
Χωρίς αυτήνε δεν μπορώ. Γιατί αν κάτι γίνει
Στραβό, μιά μέρα να μου πει τότε μπορεί ο λαός μου
«Τους ξένους προστατεύοντας κατάστρεψες την πόλη».
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Ο Δίας ο αμερόληπτος, γενάρχης και των δυό μας,
Ολα τα βλέπει από ψηλά κι ανάλογα μοιράζει
τα δίκαια στους δίκιους τ’ άδικα στους αδίκους.
Αφού μετράει έτσι λοιπόν, γιατί στενοχωριέσαι;
Και κείνο πούναι δίκαιο γιατί να μην το κάνεις;
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Για να σωθούμε προσοχή χρειάζεται μεγάλη.
Η σκέψη πρέπει στο βυθό να φτάσει των πραγμάτων
Ξύπνια και πεντακάθαρη σαν των δυτών το μάτι.
Ετσι που εν πρώτοις άβλαβο να είναι για την πόλη
Το θεμα αυτό, και ύστερα, καλά για μας να πάει
Κι ούτε να γίνει πόλεμος για όποιες διεκδικήσεις,
Ούτε και παραδίνοντας εσάς, έτσι όπως είστε
Πάνω στων θεών μας τους βωμούς όλες εμπιστεμένες,
Να βάλουμε στα σπίτια μας μέσα τον θεό εκείνο
Που όλα καταστρέφονται απ' την εκδίκηση του
Κι ούτε νεκρό το θύμα του στον Αδη δε γλυτώνει.
Λοιπόν τι λες; Δε χρειάζεται τέτοια βαθιά μια σκέψη;
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Σκέφου λοιπόν με προσοχή μεγάλη, και στους ξένους,
Την ευσέβειά σου δείχνοντας όλη, προστάτεψέ τους.
Και την εξόριστη εμέ που από μακριά έχω έρθει
Κηνυγημένη απ' ασεβείς διωγμούς, μη με προδώσεις.
Και μη θελήσεις να με δεις συρμένη με τη βία
Απ' τους ναούς τόσων θεών που εδώ 'ναι μαζεμένοι.
Εσύ που όλη τη δύναμη κατέχεις μες στην πόλη
Βάλε στο νου ακόλαστοι πόσο πολύ ειν’ οι άντρες
Κι από τη βία του θεού και την οργή φυλάξου.
Μη στέρξεις την ικέτιδα να δεις εμέ να σέρνουν
Από αυτά τ' αγάλματα, έξω από κάθε δίκιο,
Τραβώντας με, σαν άλογο νάμουν, απ' το τουρμπάνι,
Και βάζοντας τα χέρια τους στους πέπλους μου επάνω
Όπου με τοση υπομονή και τέχνη ειν’ υφασμένοι.
Γιατί μάθε. Δε σβήνεται όποια πράξη κι αν κάνεις
Αλλά γίνεται νόμισμα που στο μέλλον πληρώνει
Τα παιδιά και το σπίτι σου. Σκέψου αυτά που σου λέω- Από το Δία η δύναμη του Δίκαιου πηγάζει.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Και βέβαια το σκέφτηκα. Το πράγμα εκεί πηγαίνει. Μεγάλο έχω πόλεμο να κάνω ή με κείνους
Η με αυτούς. Δε γίνεται αλλιώς. Πια το καράβι
Στέριωσε. Με τη ναυτική οι σανίδες του την τέχνη Ταιριάξανε αδιάσπαστα η μία με την άλλη.
Διέξοδος δίχως τίμημα τον πόνο δεν υπάρχει.
Οταν τα πλούτη λείψουνε από τα σπίτια μέσα,
Αλλα μπορούν να έρθουνε, αν θέλει ο Κτήσιος Δίας
Και περισσότερο από πριν τ' αμπάρια να γεμίσουν.
Κι αν βέλη πάλι άπρεπα τοξέψει μία γλώσσα
Που την ψυχή ταράζουνε και πόνο προκαλούνε
Με άλλα λόγια ο σκληρός ο λόγος μαλακώνει.
Μα για να μη ο συγγενής χύσει συγγένειας αίμα
Πολλές θυσίες χρειάζονται. Και να σφαχτούνε πρέπει
Ζωα πολλά και σε πολλούς θεούς να προσφερθούνε
Για ν' αποτρέψουν το κακό που πρόκειται να γίνει.
Να κρίνω αλήθεια δεν μπορώ για τη διαμάχη ετούτη.
Και προτιμώ ανίδεος για τα κακά να είμαι
Παρά σοφός. Και άσχετα με τη δική μου γνώμη
Ολόψυχα εύχομαι καλά το θέμα να τελειώσει.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Ακου τα παρακάλια μου πώς τώρα θα τελειώσουν.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Λέγε. Ακούω. Δεν πρόκειται λέξη να μου ξεφύγει.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Ζωσμένο έχω το στήθος μου με πάνινες λουρίδες.
Και συγκρατώ τα πέπλα μου στη μέση μου με ζώνες.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Ετσι συμβαίνει. Και σωστά μιας και γυναίκα είσαι…
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Μάθε λοιπόν ότι αυτά πολύ θα με βοηθήσουν.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Λοιπόν! Τι θέλουνε να πουν αυτά τα λόγια που είπες;
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Αν κάτι δεν υποσχεθείς καλό στη σύναξη μας…
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Ε,και τι σχέση έχει αυτό με τούτα τα ζωνάρια;
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Με δώρα νέα τ' αγάλματα ετούτα θα στολίσω.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Μ' αινίγματα εμίλησες. Μίλα λοιπόν καθάρια.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Χωρίς ν' αργώ απ' τ' αγάλματα θα κρεμαστώ ετούτα.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Ο λόγος που είπες την καρδιά βαριά μου την πληγώνει.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Κατάλαβες. Γι αυτό κι εγώ λιανά στα έχω κάνει.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Ναι. Και δυσκολοδά;μαστα προβλήματα με πνίγουν.
Σαν ποταμός απάνω μου τα βάσανα ορμάνε.
Στων συμφορών το πέλαγο που δύσκολα περνιέται,
Και βάθη έχει αμέτρητα εμπήκα. Και λιμάνι
Στα βάσανα δε φαίνεται. Γιατί αν αυτό που θέτε
Δεν κάνω, τότε μίασμα, λέτε άφευγο θα μ' έβρει.
Αν πάλι στέκοντας μπροστά στα τείχη δώσω μάχη
Ενάντια στα ξαδέρφια σας, τα τέκνα του Αιγύπτου,
Πώς το αντίτιμο πικρό δε θάναι, να βαφτούνε
Μ' αίμα αντρικό τα χώματα για γυναικών χατήρι;
Αλλά του Δία την οργή του ικέσιου θα πρέπει
Να τη μετρήσω σοβαρά. Γιατί για τους ανθρώπους
Αυτό 'ναι το χειρότερο. Μα γέροντα πατέρα
Εσύ αυτών των κοριτσιών χεραγκαλιά τους κλάδους
Πάρε αυτούς και πήγαινε σ’ άλλους βωμούς και βάλτους
Των εγχωρίων μας θεών, να δουν ολοι οι πολίτες
Ετούτο το αλάθητο σημάδι του ερχομού σας
Κι όποια τους κάνω πρόταση να μη την απορρίψουν.
Γιατί τ' αρέσει του λαού τους άρχοντες να ψέγει.
Και ίσως βλέποντας αυτά να λυπηθεί κανένας
Και την ασέβεια κακοϊδεί του αρσενικού του ομίλου
Και πιο καλόγνωμος για σας να είναι ο λαός μου.
Γιατί όλοι τους αδύνατους τους βλέπουν με συμπάθεια.
ΔΑΝΑΟΣ
Μεγάλη ήταν η τυχη μας που βρήκαμε σε σένα
Ανθρωπο που αποδείχτηκε πως σέβεται τους ξένους.
Μόνο μαζί μου συνοδούς κάποιους από τους ντόπιους
Δώσ’ μου να μ' οδηγήσουνε ώστε μαζί να βρούμε
Τα ιερά και τους βωμούς των θεών, που ’ναι χτισμένοι
Στο μπρος το μέρος των ναών. Θάχω κι ασφάλεια έτσι
Όταν στην πόλη περπατώ. Γιατί ούτε ίδια όψη έχω
Ούτε κι έχω ίδιο ντύσιμο. Ίδια δεν τρέφουν ράτσα
Ο Νείλος και ο Ίναχος. Και κοίτα μήπως φόβο
Το θάρρος φέρει το πολύ. Γιατί έχει ξαναγίνει
Κάποιος δικό του άνθρωπο από άγνοια να σκοτώσει.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Σεις άντρες συνοδέψτε τον. Λέει καλά ο ξένος.
Στους βωμούς οδηγήστε τον-στων Θεών μας τους τόπους. Και λίγα ναν' τα λόγια σας σε όποιον συναντάτε
Το ναύτη αυτόν πηγαίνοντας ικέτη στους θεούς μας.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Οπως τόνε συμβούλεψες αυτός θα φύγει τώρα.
Ομως με με τι γίνεται; Τι εγγύηση μου δίνεις;
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Εκεί που είσαι ασ’ τα κλαδιά, του πόνου σου σημάδι.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Τ' αφήνω απ’ τα χέρια μου μα με δική σου ευθύνη.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Περπάτα τώρα στου ιερού το επίπεδο το μέρος.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Και πώς σε μέρος θα σωθώ βωμούς όπου δεν έχει;
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Ορνια δε θα σ’ αρπάξουνε άγρια. Μη φοβάσαι.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Κι αν σε χειρότερους εχθρούς με δώσεις κι από δράκους;
ΒΑΣΙΑΙΑΣ
Κάποιος καλά σα σου μιλά, καλά και συ απάντα.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Παράξενο ν' ανησυχώ απ' το φόβο μου δεν είναι.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Μεγάλος είναι πάντοτε ο φόβος στις γυναίκες.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Με λόγια μη μ’ ευχαριστείς μόνο, αλλά και μ' έργα.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Πολλή ώρα ο πατέρας σου δεν πρόκειται ν’ αργήσει.
Εγώ θα πάω το λαό τώρα να συγκαλέσω
Κι ευνοϊκά όσο μπορώ για σε να τον διαθέσω.
Και στον πατέρα σου θα πω πώς πρέπει να μιλήσει.
Γι αυτό και μείνε συ εδώ και τους θεούς του τόπου
Για ό,τι πιότερο ποθείς με θέρμη παρακάλα.
Πάω λοιπόν ώστε όλ’ αυτά να τα φροντίσω τώρα
Κι εύχομαι τύχη και πειθώ να με ακολουθήσουν.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
(ΠΡΩΤΟ ΣΤΑΣΙΜΟ)
Ω! βασιλιάδων βασιλιά, ευδαιμονία γεμάτε,
Και μόνε παντοδύναμε, ατάραχε συ Δια!
Ο,τι ζητάμε άκου το και κάνε το να γίνει.
Την ανομία των αντρών ας την απομακρύνει
Η δίκαιά σου η οργή. Το μαύρο το καράβι
Μέσα στα μαύρα βύθισ’ το τα βάθη του πελάγου.
Στο ξακουσμένο γένος μας το βλέμμα σου αφού στρέψεις Γένος που έχει ρίζα του γυναίκα αγαπητή σου
Τη φήμη ανανέωσε του όμορφου δεσμού μας.
Θυμήσου συ που την Ιώ χεράγγιξες. Θυμήσου,
Ο Δίας μας είναι πρόγονος, και το’χουμε περφάνια.
Η γη Αυτή μας γέννησε και είμαστε άποικοί της.
Τα ίχνη ακολούθησα τα παλαιά και ήρθα
Στον τόπο που η μητέρα μου άγρυπνα φυλαγμένη
Σε βοΐδοτρόφο άνθινο λιβάδι εβοσκούσε
Η Ιώ, απ' ό,που, αλλόφρονη κι οιστροκηνυγημένη
Εφυγε, και αφήνοντας πολλά πίσω της έθνη
Επέρασε τον δίαυλο τον κυματοδαρμενο
Και στης απέναντι της γης επάτησε το χώμα.
Και γρήγορα διαβαίνοντας απ' της Ασίας τα μέρη
Περνάει την προβατότροφη Φρυγία μία κι έξω
Περνάει και του Τεύθραντα την πόλη στη Μυσία,
Και τις κοιλάδες των Λυδών, και τα όρη των Κυλίκων
Και των Παμφύλων, και ορμά στα μέρη που αιώνια
Ποτάμια τα διασχίζουνε , και στη γεμάτη στάρι
Τη χώρα τη βαθύπλουτη, τη γη της Αφροδίτης.
Και κεντημένη πάντοτε απ' το αιχμηρό το βέλος
Του φτερωτού βοϊδοβοσκού, στον τόπο ύστερα φτάνει
Τον πλούσιο και τον ιερό, τα χιόνια που ποτίζουν
Και που τον δέρνουνε σφοδροί τυφώνες, και στου Νείλου
Στο τέλος φτάνει τα νερά, τα καθαρά απ' αρρώστιες,
Ξέπνοη από τ' άδικα βάσανα κι απ' τους πόνους
Που απ' το κεντρί ετράβηξε που είχε η Ηρα στείλει.
Κι οι θνητοί που σε κείνηνε κατοικούσαν τη χώρα
Απ' το φόβο τους τρέμανε και χλωμιάζαν να βλέπουν
Τ' ασυνήθιστο θέαμα: ένα τέρας ασχήμιας
Μισό γελάδα που ήτανε κι άλλο μισό γυναίκα.
Γιατί βλέπεις τα χάνανε μπρος σ’ ένα τέτοιο τέρας.
Τότε την οιστροκέντητη, την που έτρεχε συνέχεια,
Τότε την άθλια Ιώ, ποιο τ’ όνομα εκείνου
Που τη θεράπεψε; Αυτός,
ο Δίας, που βασιλεύει
Μες στους αιώνες. Ειν' αυτός που ’κανε αυτό το θάμα.
Με τη σώζουσα δύναμη που το χέρι του έχει
Και τη θεία του βούληση, τη λυτρώνει απ' τους πόνους.
Κι απ' τα μάτια της τρέξανε ντροπής δάκρυα τότε.
Κι αφού όπως η αδιάψευστη η παράδοση λέει
Ολο μέσα της τ' άμετρο μπήκε βάρος του Δία,
Το παιδί εκείνη γέννησε που δεν έχει ψεγάδι,
Και μακάρια που έζησε γι’ αναρίθμητα χρόνια.
Γι αυτό κι ολόκληρη βοά η γη: «Αλήθεια είναι
Πως είναι τούτο το παιδί του ζωοδότη Δία.
Ποιος άλλος τα επίβουλα κακά που ’στειλε η Ηρα
θα μπόρειε να σταμάταγε;» Του Δία αυτό ειν' έργο.
Κι αν πεις πως απ' τον Επαφο κρατάει αυτό το γένος
Τότε αλήθεια θε να πεις.
Τάχα σε ποιόν θα ταίριαζε άλλονε να προσφύγω
θεό, που έργα δίκαια τόσα πολλά έχει κάνει;
Σ' άλλονε ποιόν παρά σ' αυτόν, πατέρα και κύριό μας
που με το χέρι το ίδιο του φύτεψε τη γενιά μας,
Αυτόν, τον μέγα και σοφό του γένους μας τον χτίστη,
Αυτόν, τον ευεργέτη μας, τον Δία, το βοηθό μας;
Σε κανενός δε βρίσκεται αυτός την εξουσία.
Μέγας και τους μικρότερους όλους εξουσιάζει.
Δύναμη μεγαλύτερη στον κόσμο δεν υπάρχει
Που αυτός να της υποταχτεί. Και γρήγορα να κάνει
Μπορεί, ο,τι ο πάνσοφος ο νους του θα θελήσει.
ΔΕΥΤΕΡΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ
ΔΑΝΑΟΣ
Θάρρος παιδιά. Είναι καλά τα νέα από τους ντόπιους.
Ο δήμος πήρε απόφαση οριστική.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Καλώς τον
Το γέροντα που μούφερε νέα ωραία τόσο.
Μα έλα, πες, το ψήφισμα πώς βγήκε; Πόσο ήσαν
Πολλά τα χέρια του λαού που αυτή την κρίση κάναν;
ΔΑΝΑΟΣ
Ολοι αποφασίσανε ομόφωνα οι Αργείτες
Ετσι που μέσα μου ένιωσα σα νάμουν πάλι νέος.
Όλοι μαζί, με τα δεξά τα χέρια τους, εκάναν
Ο αέρας να τραντάζεται καθώς έλεγαν τούτα:
"Εμείς να μείνουμε στη γη αυτήν ασφαλισμένοι
Κι ελεύθεροι, και νάχουμε στη χώρα αυτή ασυλία.
Και ούτε ντόπιος κάτοικος, ούτε κανένας ξένος
Να μη μας σύρει στη σκλαβιά. Κι αν κάποιος βία ασκήσει, Όποιος βοηθός μας δεν ερθεί απ' τους κατοίκους, τότε
Γι’ άτιμος να λογίζεται και να τον εξορίσουν."
Ο βασιλιάς των Πελασγών με τέτια που είπε λόγια
Καλά για μας, τους έπεισε. Τους είπε για το φόβο
Που έχει, μήπως αύξαινε αργότερα η πόλη
Του Δια του ικέσιου την όργητα. Κι ακόμα
Για το διπλό το μίασμα και ξένο και δικό τους
Είπε, μιας κι εμείς είμαστε και ξένοι και πολίτες,
Πως αν αυτό φανερωθεί στην πόλη, θε να θρέψει
Αγιάτρευτη μια συφορά. Κι υψώνοντας τα χέρια
Στο άκουσμα των λόγων του ετούτων οι Αργείτες
Ψηφίσαν δίχως κήρυκα αυτά να γίνουν έτσι.
Τις ρητορείες τις πειστικές και τις καλοειπωμένες
Με προθυμία τις δέχτηκε των Πελασγών ο δήμος.
Μα βέβαια κι απόφαση και κρίση είναι του Δία.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
(ΔΕΥΤΕΡΟ ΣΤΑΣΙΜΟ)
Εμπρός ! Ευχές ας ψάλλουμε λοιπόν για τους Αργείους
Καλά που μας φερθήκανε. Κι ας στέρξει ο Ξένιος Δίας
Ν' ακούσει ετούτες τις ευχές που βγαίνουν από στόμα
Ξένο, και ανεκπλήρωτη καμμιά να μην αφήσει.
Αυτή 'ναι η καλλίτερη ώρα κι εσείς ν' ακούστε
θεοί που σας εγέννησε ο Δίας, τις ευχές μας
Που για το γένος τούτο εδω, απ' την καρδιά μας λέμε.
Αρη άγριε κι αχόρταστε για ιαχές πολέμου,
Που μεσα σ' αιματόβαφους αγρούς θνητούς θερίζεις,
Ποτέ τη χωρα αυτήν εδώ των Πελασγών μη δώσεις
Να γίνει παρανάλωμα στις φλόγες του πολέμου.
Γιατί μας σπλαχνιστήκανε και ψήφισαν υπέρ μας.
Γιατί τιμούν και σέβονται του Δία τους ικέτες,
Όπως την κακοπάθητη ετούτη σύναξη μας.
Ούτε το μέρος των αντρών ψηφίζοντας επήραν
Δείχνοντας περιφρόνηση στα γυναικεία τα δίκια,
Μα το νου τους τον είχανε στον ανίκητο δράκο
Που στέλνει ο Δίας τιμωρό-και ποιο αν τον έχει σπίτι
Στη στέγη αυτόν το δράκοντα μπορεί χαρά να νιώσει!
Τόσο βαρύς θρονιάζεται.
Γιατί σεβάστηκαν αυτές που ’χουν το ίδιο αίμα
Και που ικέτες πρόσπεσαν στον πάναγνο το Δία.
Γι αυτό και πάντα των Θεών θα έχουνε την εύνοια
Σε καθαρούς αφού βωμούς θα θυσιάζουν πάνω.
Ετσι λοιπόν ας υψωθεί ολόθερμη η ευχή μας
Ως τα ουράνια, βγαίνοντας από τα στόματά μας
Που κάτω στέκουν απ' τη σκιά των ικετήριων κλάδων.
Ποτέ λοιμός την πόλη αυτή απ' άντρες μην αδειάσει,
Ούτε με ντόπιων αίματα η γη να μη ματώσει.
Και της νιότης αθέριστα όλα τ' άνθη να μένουν.
Κι ούτε ποτέ της Κύπριδας ο εραστής, ο Αρης,
Ο των ανθρώπων χαλαστής, αυτά να μην τα κόψει.
Κι ας καίνε πάντα οι βωμοί, γεμάτοι απ' τους γέρους
Που γύρω τους μαζεύονται. Κι η πόλη ας κυβερνιέται
πάντα σωστά, με σεβασμό για τον μεγάλο Δία,
Και κύρια για τον Ξένιο, που απ' τα παλιά τα χρόνια,
Αυτός τη μοίρα κυβερνά.
Κι η γη ετούτη ευχόμαστε εύφορη πάντα να ’ναι
Και η Εκάτη Αρτεμη πάντοτε να βοηθάει
Των γυναικών τους τοκετούς.
Κι ούτε ποτέ να πέσει
Στη γη αντροφθόρος χαλασμός ρημάζοντας την πόλη,
Που των δακρύων το θεό τον Αρη να οπλίζει,
Που δεν ανέχεται χορούς και απαλές κιθάρες,
Φρνοντας πένθιμες κραυγές και συμφορές στην πόλη.
Και οι αρρώστιες μακριά να παν απ' τους ανθρώπους
Κι αίσιος ας ειν’ ο Απόλλωνας πάντα στη νεολαία.
Και να την έχει εύφορη τη γη τους πάντα ο Δίας
Και δίφορα και τρίφορα τα δέντρα της να κάνει.
Ναν' τα κοπάδια γόνιμα που βόσκουν στους αγρούς της
Και οι θεοί κάθε καλό να στέλνουν στους κατοίκους.
Απ’ τους βωμούς ν’ ακούγονται ύμνοι χαράς μονάχα
Και το τραγούδι που αγαπάει τη συντροφιά της λύρας
Από καθάρια πάντοτε χείλια να τραγουδιέται.
Και της πόλης οι άρχοντες σταθερά να κρατάνε
Το τιμόνι και πάντοτε με την πρόνοια βοηθό τους
να φροντίζουν καλά το κοινό το συμφέρον.
Και πριν σε πόλεμο να μπουν ας δίνουνε στους ξένους
Την ευκαιρία συμβιβασμού με δίκαια διαιτησία
Την πόλη προφυλάγοντας από κακά μεγάλα.
Κι όσους Θεούς κατέχουνε τη χώρα να μην παύουν
Ποτέ οι ντόπιοι να τιμούν μ' όσες τιμές εμάθαν
Απ' τους πατέρες τους: κλαδιά στεφανωμένοι δάφνης
και βόδια θυσιάζοντας. Γιατί μέσα στους νόμους
Της Δίκης της πολύσεβης, τρίτος κανόνας γράφει
Πως είναι πρέπον να τιμάς αυτούς που σε γεννήσαν.
ΤΡΙΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ
ΔΑΝΑΟΣ
Αγαπημένες μου οι ευχές που λέτε καλές είναι.
Ομως να μην τρομάξετε ακούγοντας τα λόγια
Τα νέα κι απροσδόκητα που θα σας πει ο πατέρας.
Από αυτήνε τη σκοπιά που ικέτες μάς εδέχτη
Βλέπω το πλοίο.Φαίνεται καλά. Βλέπω καθάρια
Τα παραπέτα, τα πανιά, και βλέπω και την πλώρη
Που ερευνάει το μάτι της το δρόμο που ειν’ εμπρός της,
Και που πολύ πειθαρχικά υπακούει στο τιμόνι
Που απ' την πίσω τη μεριά του πλοίου την κυβερνάει-
Κι αφού αυτό την κυβερνά, φίλη σε μας δεν είναι.
Κι οι ναύτες φαίνονται καλά.Τα μαύρα τους τα πόδια
Μες απ' τα ρούχα που φορούν τ’ άσπρα τους ξεπροβάλλουν,
Και ξεχωρίζουνε καλά και τ’ άλλα τους τα πλοία
Και ολ' η άλλη δύναμη που ’χουν για επικουρία.
Με μάινα τώρα τα πανιά τ’ αρχηγικό τους πλοίο
Προς την ακτή μας έρχεται με όλα τα κουπιά του.
Μα τώρα ήσυχα εσείς πρέπει και μυαλωμένα
Να δείτε την κατάσταση. Και να μην αμελείτε
Τις προσευχές σας στους Θεούς. Λοιπόν εγώ πηγαίνω
Να βρω βοηθούς συνηγόρους και θα’ρθω εδώ μαζί τους. Μπορεί αυτοί να στείλουνε κήρυκα ή πρεσβεία
Θέλοντας να σας πιάσουνε και να σας απαγάγουν.
Μα ό,τι και να θέλουνε δε θα τα καταφέρουν.
Γι αυτό να μη φοβόσαστε. Και αν αργήσω να ’ρθω
Σεις για καλό και για κακό καθόλου μην ξεχνάτε
Την προστασία των βωμών. Θάρρος. Και την ημέρα
Την ορισμένη, ο υβριστής των θείων θα πληρώσει.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Φοβάμαι πατέρα πολύ τα γοργόφτερα πλοία
Που ό,που να ’ναι φτάνουνε. Ο χρόνος είναι λίγος
Που απομένει ώσπου αυτό που ’ναι γραφτό να γίνει.
Να τρέμω ο φόβος μ' έκανε -πραγματικά το λέω-
Μήπως ο δρόμος της φυγής ο τόσος που ’χω κάνει
Αδικα πήγε-χάνομαι πατέρα από το φόβο.
ΔΑΝΑΟΣ
Παιδιά μου, αφού απόφαση οριστική οι Αργείοι
Πήρανε, θάρρος να ’χετε. Με σιγουριά το λέω:
Θα πολεμήσουνε για σας.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Οι γιοί του Αιγύπτου είναι
Ξεδιάντροποι, ακόλαστοι κι αχόρταγοι για μάχη.
Το λέω σε σένα που και συ πολύ καλά τους ξέρεις.
αντιστροφή α'
Με καράβια μαυρόπρωρα και γερά καμωμένα
Και με την τύχη για βοηθό στην άνομη οργή τους
Εχουνε πλεύσει ως εδώ με πολύ στρατό μαύρο.
ΔΑΝΑΟΣ
Μα θάβρουνε πολλούς εδώ και καλογυμνασμένους.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Μη με αφήνεις μόνη μου πατέρα, σε ικετεύω.
Μία γυναίκα μόνη της τίποτα δε φελάει.
Και ούτε είναι δυνατό ποτέ να πολεμήσει.
Καρδιές εκείνοι έχουνε βρώμικες, δολοπλόκες.
Πανούργες. Και δε σέβονται βωμούς. Είναι γεράκια.
ΔΑΝΑΟΣ
Α! Τι καλά που θάτανε σεις όπως τους μισείτε
Να τους μισούνε κι οι θεοί..
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Τα χέρια τους απάνω μας θ' απλώσουνε πατέρα
Χωρίς βωμούς ή τρίαινες να φοβηθούνε διόλου.
Περήφανοι κι αδιάντροποι είναι και μανιασμένοι
Και δε λογιάζουνε θεούς.
ΔΑΝΑΟΣ
Μα λέει φήμη κάποια
Οι λύκοι δυνατότεροι πως είναι από τους σκύλους.
Κι ούτε μπορεί ο πάπυρος το στάχυ να νικήσει.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Με τέτοια πούχουν ένστικτα ξεδιάντροπα κι ανόσια
Να φυλαχτούμε πρέπει εμείς από τη δύναμή τους.
ΔΑΝΑΟΣ
Δεν είναι τόσο γρήγορες του στόλου οι κινήσεις.
Ούτε και τ' άραγμα, μιας και τα παλαμάρια πρέπει
Να δέσουν πρώτα στη στεριά για να κρατάν τα πλοία.
Μα κι όταν ρίξουν άγκυρα και τότε οι κυβερνήτες
Αμέσως δε θαρρεύουνε, ιδίως αν έχουν φτάσει
Σε αλίμενη μία ξηρά, κι όταν το βράδυ πέφτει.
Στο γνωστικό τον πλοίαρχο η νύχτα έγνοιες φέρνει.
Ετσι δε θα ’ν’ η απόβαση εύκολη του στρατού τους
Προτού το πλοίο ασφαλιστεί σ' ήρεμο αραξοβόλι.
Ομως αφού παρ' ολ' αυτά ο φόβος σε κατέχει
Μη σταματήσεις στους Θεούς να κάνεις παρακάλια
Γιατί βοήθεια θα σου βρω. Θα εισακούσει η πόλη Αγγελιαφόρο γέροντα όταν σωστά μιλάει.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
ΤΡΙΤΟ ΣΤΑΣΙΜΟ
Ω! Χώρα συ λοφόσπαρτη, που αξίζεις κάθε σέβας!
Αραγε τι θα πάθουμε ; Στης γης ποιο της Απίας
Υπάρχει τόσο σκοτεινό μέρος για να χωθούμε ;
Αχ! Ας γινόμουνα καπνός μαύρος, να γειτονεύω
Με του Δία τα σύννεφα. Ή άφαντη ας γινόμουν
Τελείως, και ας πέταγα, χωρίς φτερά, σα σκόνη.
Η ψυχή μου το τρέμουλο νιώθει τώρα της φρίκης.
Μες σε φόβου σκοτείνιασμα η καρδιά μου χτυπάει.
Βαθιά με συνταράξανε όσα είδε ο πατέρας.
Πεθαίνω απ' το φόβο μου. Προτιμώ της κρεμάλας
Το σκοινί να με τύλιγε προτού ζυγώσει άντρας
Που τόσο τον σιχαίνομαι , σε τούτο το κορμί μου.
Τόχω καλλίτερα νεκρή κι αφέντης μου ο Αδης.
Πώς θα μπορούσε να βρεθεί ένας θρόνος στον αέρα
Τόσο ψηλός που το νερό που κουβαλούν τα νέφη
Χιόνι εκεί να γίνεται. Ή νάταν ένας βράχος
Απότομος και γλιστερός, μετέωρος και παντέρμος,
Που η κορφή του άφαντη νάναι σ' ανθρώπου μάτι,
Ιδιος του γύπα μια φωλιά, που νάναι μαρτυράς μου
Στο που θα κάνω ένα βαθύ πέσιμο, προτού γάμο
Που μου ματώνει την ψυχή αναγκαστώ να κάνω.
Στους σκύλους έπειτα τροφή και στα εντόπια όρνια
Όχι, δε θα με πείραζε να γίνω, γιατί φέρνει
Τη λύτρωση ο θάνατος απ' τα κακά κι απ' όσες
Λύπες αυτά και βάσανα φέρνουνε στους ανθρώπους.
Ας μ' έβρισκε προτού βρεθώ στου γάμου το κρεββάτι.
Γιατί άλλο μέσο ποιό θα βρω εγώ για να ξεφύγω
Από το γάμο; Σ' άλλη ποια καταφυγή να ελπίσω;
Θρηνητική προς τους Θεούς σκούξε φωνή ικεσίας
Που ν' ακουστεί ως τον ουρανό γιά νάβρουν οι ευχές μου Τέλος καλό, και να σωθώ, ας είναι και με μάχη.
Εσύ που όλα δίκαια τα βλέπεις, κοίτα τώρα
Τη βία με βλέμμα εχθρικό. Και στους δικούς σου ικέτες
Δείξε όλη την αγάπη σου.
Γιατί του Αιγύπτου τα παιδιά, τα κακομαθημένα,
Με την αντρίκια τόλμη τους κραυγές λαγνείας βγάζουν
Και τρέχουνε ξοπίσω μου και θέλουν να μ' αρπάξουν.
Εμένα, που με γρήγορο τρέξιμο έχω φύγει.
Μα ίδια ειν' η ζυγαριά για όλους η δική σου-
Και τι μπορεί για τους θνητούς να γίνει αν συ δε θέλεις;
ΤΕΤΑΡΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Βγήκε απ' το πλοίο στη στεριά ο αρπαχτής μας. Νάτος:
Α! Που να ψόφαγες προτού, άρπαγα, μας αγγίξεις…
Βγάζω φωνή σπαραχτική. Βλέπω πως τούτα θάναι
Αρχή βασάνων φοβερών. Βογκάω, ξεφωνίζω.
Αά… αά.. Εμπρός λοιπόν: Τρέξε μήπως γλιτώσεις… Πρωτόγονοι, κομπαστικοί κι απέχθεια προκαλούνε
Ή σε καράβια πλέουνε, ή σε στεριά πατούνε.
ΚΗΡΥΚΑΣ
Εμπρός! Στο πλοίο γρήγορα! Εμπρός! Πάρτε τα πόδια!
Και μην ακούσω όχι,γιατί…γιατί θα σας μαδήσω
Τρίχα με τρίχα το μαλλί. Και θα σας σημαδέψω.
Και γιατί μες στο αίμα σας, κομμένο πέρα ως πέρα
Θα πέσει το κεφάλι σας. Γρήγορα! Εμπρός! Τρεχάτε!
Εμπρός στο πλοίο γρήγορα, χαμένες και χαμένες.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Στην αρμυρή τη θάλασσα την πολυκυματούσα
Με το γοργό καράβι σας ας ήταν να χαθήτε
Και συ, και ο αφέντης σου, κι η ασεβή του γνώμη.
ΚΗΡΥΚΑΣ
Κολυμπώντας στο αίμα σου θα σε πάω στο πλοίο.
Μην είσαι ξεροκέφαλη.Τα "θέλω" και "δε θέλω"
Αστα στην πάντα. Και αυτές τις έδρες ασ’ τες τώρα
Και για το πλοίο πήγαινε. Σέβας δε θα σου δείξω
Γιατί και χώρα πρόδωσες, κι άλλους θεούς πιστεύεις.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Το βοΐδοτρόφο ας μη δω πάλι νερό του Νείλου
Που όποιος το πιεί παίρνει ζωή κι αξαίνει του το αίμα.
ΚΗΡΥΚΑΣ
Εμπρός! Στο πλοίο γρήγορα! Στο πλοίο θες δε θέλεις.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Αλί μου! Αλί! Πώς θάθελα στης θάλασσας τα μάκρη
Να ’χες αγύριστα χαθεί, εκεί, στο Σαρπηδόνα…
Πώς απ’ ομίχλη κι ισχυρό άνεμο πλανημένος
Τάφος να σου γινότανε το αμμουδερό του χώμα!..
ΚΗΡΥΚΑΣ
Σκούζε και κάλειε τους θεούς. Ξεφώνιζε όσο θέλεις.
Μα ν' αποφύγεις δεν μπορείς το Αιγύπτιο το πλοίο,
Ακόμα κι αν πικρότερα φωνάζεις κι απ’ τη θλίψη.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Αλι! Αλί στη συμφορά που βρίσκεται μπροστά μου,
Και που εσύ γαυγίζοντας γι αυτήνε καμαρώνεις.
Μα ο μεγάλος εύχομαι Νείλος, έτσι που βλέπει
Τίποτα να μη σέβεσαι, αυτή σου την ασέβεια
Να σου την κάνει ανίσχυρη ώστε να μη μας βλάψεις.
ΚΗΡΥΚΑΣ
Αοιπόν στο καμπυλόγραμμο να πάτε το καράβι
Γρήγορα! Και καμμία σας να μην αργεί-αμέσως!
Αλλιώς τραβώ σας τα μαλλιά και σας τα ξερριζώνω.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Πατέρα μου αλίμονο. Τ' αγάλματα με βλάψαν.
Φάντασμα, μαύρο φάντασμα, με σέρνει σαν αράχνη
Κι αργά αργά μα σίγουρα στη θάλασσα με πάει.
Αλί! Αλί! Αλί! Αλί! Γη μάννα μου! Γη μάννα!
Μακριά μας στείλτον! Διώξ’ τονε αυτόν που οι φωνές του Τρόμο μας φέρνουν. Ω! Της Γης παιδί: Πατέρα Δία!
ΚΗΡΥΚΑΣ
Δεν τους φοβάμαι τους θεούς αυτούς. Γιατί ούτε νέον
Ούτε μ' ανάθρεψαν αυτοί μέχρι που να γεράσω.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Λυσσώντας δίπλα μου ορμά το δίποδο το φίδι.
Αλί! Αλί! Αλί! Αλί! Γη μάννα μου! Γη μάννα!
Μακριά μας στείλτον! Διώξ’ τονε αυτόν που οι φωνές του
Τρόμο μας φέρνουν! Ω! Της Γης παιδί! Πατέρα Δία!
ΚΗΡΥΚΑΣ
Κι αν κάποια δεν ακούσει αυτά που είπα και δεν έμπει
Μες στο καράβι, τοτε εγώ, τα καλοϋφασμένα
Ρούχα της δε θα λυπηθώ κουρέλια να τα κάνω.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Αχ! Κυβερνήτες κι άρχοντες της πόλης! Μας αρπάζουν!..
ΚΗΡΥΚΑΣ
Όρεξη μόνο νάχετε κι αφέντες αν ζητάτε
Τους γιους θάχετε του Αίγυπτου και γρήγορα. Οι αφέντες
Διόλου δε θα σας λείψουνε.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Βάσανα βασιλιά μου ανήκουστα υποφέρουμε. Μας έχουν αφανίσει.
ΚΗΡΥΚΑΣ
Θα σε τραβήξω απ' τα μαλλιά λοιπόν, αφού ό,τι είπα
Δεν το ακούς με το καλό.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Ε, συ εκεί.Τι κάνεις;
Με ποια προσβάλλεις πρόφαση των Πελασγών τη χώρα; Μήπως σε πόλη γυναικών θαρρείς πως έχεις έρθει;
Και ασεβείς στους Ελληνες, βάρβαρος ενώ είσαι,
Και ούτε φαίνεσαι γι αυτό διόλου να μετανιώνεις.
ΚΗΡΥΚΑΣ
Και ποιο είναι το άδικο το σφάλμα πούχω κάνει;
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Σαν ξένος πούσαι να φερθείς δεν ξέρεις πρώτα πρώτα.
ΚΗΡΥΚΑΣ
Γιατί; Αυτό που έχασα το βρήκα και το παίρνω.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Αφού εζήτησες πιο πριν από ποιον ντόπιο άδεια;
ΚΗΡΥΚΑΣ
Απ' τον Ερμή, προστάτη αυτών που ψάχνουν ό,τ ι εχάσαν.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Για τους Θεούς μιλάς, αλλά, σέβας γι αυτούς δεν έχεις.
ΚΗΡΥΚΑΣ
Εγώ κρατώ το σέβας μου για τους Θεούς του Νείλου.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Κι απ' ό,τι ακούω τους εδώ διόλου δε λογαριάζεις…
ΚΗΡΥΚΑΣ
Αν δε θα μ’ εμποδίσετε τις παίρνω τώρα κιόλας.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Αν τις αγγίξεις, γρήγορα πολύ πικρά θα κλάψεις.
ΚΗΡΥΚΑΣ
Διόλου αυτά φιλόξενα που είπες μόλις τώρα…
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Γιατί τους ιερόσυλους δεν τους μετρώ σαν ξένους.
ΚΗΡΥΚΑΣ
Αυτά που μου ’πες στα παιδιά θε να τα πω του Αιγύπτου.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Εμένα δε μου καίγεται καρφί. Πες τα όπου θέλεις.
ΚΗΡΥΚΑΣ
Μα για να ξέρω και να πω με όση πρέπει ακρίβεια-
γιατί ο κήρυκας σωστά θα πρέπει ν’ αναφέρει-
Τι να τους πω πως γίνηκε και πήγα πίσω δίχως
Να φέρω τις ξαδέρφες τους-να πω ποιός δε μ' αφήκε;
Γιατί με μάρτυρες αυτά δεν τα δικάζει ο Αρης
Και ούτε τέτοιες διαφορές τις λύνει με το ασήμι.
Εδώ κορμιά θα πέσουνε-ζωές θε να χαθούνε.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Ανάγκη ποια για όνομα; Οταν η ώρα θα ’ρθει
Θε να το μάθετε καλά κι εσύ κι οι σύντροφοί σου.
Όσο γι αυτές, αν θέλουνε με όλη την καρδιά τους
Μαζί σου νάρθουν, πάρε τες, μιλώντας αν τις πείσεις
Αλλά μ’ επιχειρήματα ευσέβεια γεμάτα.
Γιατί αυτή 'ν' η απόφαση η οριστική που πήρε
Με μιας της πόλης ο λαός. Τη σύναξη ετούτη
Των γυναικών, να μη ποτέ τη δώσει με τη βία.
Κι άσειστα έχει σφηνωθεί στην ψήφο μέσα ετούτη
Και τη στεριώνει το καρφί. Κι αυτά που ακούς δεν είναι
Σε πλάκες πάνω χαραχτά, ούτε και σφραγισμένα
Με του παπύρου τις πτυχές, αλλά τα λέει στόμα
Που με μια γλώσσα ελεύθερη μιλάει. Τράβα τώρα,
Χάσου απ' τα μάτια μου μπροστά.
ΚΗΡΥΚΑΣ
Πόλεμο ξεσηκώνεις
Και μάλιστα άγριο. Ας ειν' η νίκη με τους άντρες.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Βεβαίως εδώ και θα ’βρετε άντρες σ' αυτή τη χώρα
Που-νάσαι σίγουρος-κρασί δεν πίνουν κριθαρίσιο.
Και τώρα πάρτε θάρρος σεις, και με τις συνοδούς σας
Τις τόσο αγαπημένες σας, τραβήξτε για την πόλη
Που τηνε προστατεύουνε πύργοι ψηλοί και κάστρα. Υπάρχουν σπίτια εκεί πολλά, όπου μπορείτε μ' άλλους Πολλούς να κατοικήσετε. Μ' αν πάλι σας αρέσει
Μπορείτε σε μοναχικά να κατοικήστε σπίτια.
Ο,τι σας είναι πιό καλό κι ευχάριστο διαλέξτε.
Δική σας ειν' η εκλογή. Εγώ θάμαι Προστάτης,
Δικός σας όπως άλλωστε και οι πολίτες όλοι,
Που όλα τούτα γίνονται με τη δική τους ψήφο.
Και μεγαλύτερο από μας κύρος ποιοί άλλοι θάχαν;
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Αλλά εσύ, ω! βασιλιά των Πελασγών σεβάσμιε,
Για ό,τι καλό μας έκανες χίλια καλά να έβρεις.
Και μες στην καλωσύνη σου στείλε μας τον γενναίο
Πατέρα μας, τον Δαναό, που ’ναι για μας η πρόνοια
Κι η θέληση. Γιατί αυτουνού πρώτα φροντίδα είναι
Σε σπίτια ποια να μείνουμε, πρέπει, κι αυτός το μέρος
Το πιο καλόδεχτο θα βρει. Γιατί όλοι τους τον ψόγο
Στους ξένους είναι οι άνθρωποι έτοιμοι να τον ρίξουν.
Ας γίνει το καλλίτερο. Και σεις καλές μου δούλες
Πάρτε τη θέση που σε σας έχει με κλήρο ορίσει
Σαν προίκα ο πατέρας μας Δαναός, την κάθε μια μας
Να υπηρετείτε. Για να μη για μας μιλάει με κάκια
του τόπου αυτού εδώ ο λαός, και φήμη τ' όνομα μας
Ν' αφήσει ευυπόληπτη.
ΔΑΝΑΟΣ
Παιδιά μου τους Αργείτες
Να τους τιμάτε με σπονδές πρέπει και με θυσίες,
Και προσευχές να κάνετε σ' αυτούς θεοί σα νάταν
Ολύμπιοι. Γιατί γίνανε σωτήρες μας με δίχως
Κανείς τους μιαν αντίρρηση στο θέμα αυτό να φέρει.
Κι άκουσαν μ' αγανάχτηση, τα όσα να τους λέω
Σ' αγαπητούς τους συγγενείς πούχουν το ίδιο αίμα
Τι έκαναν τα ξαδέρφια σας. Κι αυτούς τους οπλισμένους
Σαν ακολούθους μου όρισαν, και σαν τιμής προνόμιο,
Μα και για να μη μ' έβρουνε πεσμένονε μια μέρα
Κρυφά και απροσδόκητα με δόρυ χτυπημένον.
Γιατί αιώνιο θα ’τανε βάρος αυτό στη χώρα.
Κι αφού καλά μας κάνανε τέτοια, κι εμείς θα πρέπει
Και σέβας να τους έχουμε, αλλά κι ευγνωμοσύνη
Που τους τιμάει πιο πολύ. Στις πατρικές μου όμως
Τις συμβουλές τις φρόνιμες που έχετε γραμμένες,
Τώρα προσθέστε και αυτές: πως μια ομάδα ξένων
Ανθρώπων, δοκιμάζεται με τον καιρό μονάχα.
Και πως καθένας έτοιμη έχει τη γλώσσα πάντα
Για ξένο, κι είναι κι εύκολο βρωμιές να πει για κείνον. Λοιπόν αυτή τη συμβουλή εγώ σας δίνω τώρα.
Μη με ντροπιάστε. Είσαστε όλες σας πάνω στ' άνθος
Της ηλικίας που τραβά το βλέμμα των ανθρώπων.
Και δεν μπορείς τον τρυφερό καρπό να προστατέψεις.
Τον δρέπουνε και άνθρωποι και ζώα-έτσι δεν είναι;-
Και στον αέρα όσα πετούν κι όσα στη γη πατάνε.
Η Κύπρις λέει πως οι καρποί εκείνοι ώριμοι είναι
Χυμό που στάζουν. Και γι αυτούς τον Ερωτα φωνάζει
Να τους τρυγήσει. Όμοια κι αν τα πλούσια των παρθένων καθείς τα δώρα συναντά, ματιές γεμάτες ρίχνει
Με γοητεία, απ' τον γλυκό τον πόθο λιγωμένος.
Γι αυτό το νου σας να ’χετε μήπως μας βρούνε όσα
Για ν' αποφύγουμε πολύν έχουμε κάνει κόπο
Και τόσηνε οργώσαμε θάλασσα με το πλοίο.
Προσέχτε να μην κάνουμε ό,τ ι θα μας ντροπιάσει
Και απερίγραπτή χαρά θα δώσει στους εχθρούς μας.
Σπίτια για μας υπάρχουνε και μάλιστα περσεύουν.
Αυτά που δίνει ο Πελασγός κι αυτά που δίνει η πόλη.
Και δωρεάν να μείνουμε μπορούμε σ' όλα τούτα.
Εύκολα είναι όλα για μας. Μονάχα να φυλάτε
Τις οδηγίες τις πατρικές πάντοτε στο μυαλό σας.
Γιατί η τιμή περσότερο κι απ’ τη ζωή αξίζει.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Είθε να δώσουν οι Θεοί του Ολύμπου ευτυχία
Να βρούμε σ’ όλα τ' άλλα μας. Ως για της νιότης τ' άνθος
Που έχω εγώ πατέρα μου, καθόλου μη φοβάσαι.
Γιατί αν δεν έχουν οι Θεοί κάτι κακό σχεδιάσει
Δε θα ξεφύγω διόλου εγώ απ' τα παλιά μου αχνάρια.
ΕΞΟΔΟΣ
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
στροφή α'
Ελάτε, ας δοξάσουμε τους θεούς τους μακαρίους
Που την πόλη ορίζουνε, τους πολιούχους της, κι όσους
Στου Ερασίνου κατοικούν τ' αρχαίο γύρω ρέμα.
Και ν' αντιψάλλετε κι εσείς στον ύμνο τον δικό μας Ακόλουθές μου. Και γι αυτή την πόλη να μιλάει
Ο ύμνος μας, που Πελασγοί την κατοικούν. Και ούτε
Πάλι ποτέ να υμνήσουμε τις εκβολές του Νείλου,
Μα τα ποτάμια να τιμούμε εμείς που μες στη χώρα
Ησυχα τα πολύκλαδα χύνουνε τα νερά τους,
Το χώμα μαλακώνοντας κι εύφορο κάνοντας το.
Μα η παρθένα η Αρτεμη, τη σύναξη ετούτη
Ας λυπηθεί, και σπλαχνικό σ' αυτήν ας ρίξει βλέμμα.
Και όσο ζουμε εμείς, ποτέ να μη μας αναγκάσει
Στου γάμου, η Κυθέρεια, τη φυλακή να μπούμε.
Θανάσιμη θα ήτανε για μας τέτοια της νίκη.
ΘΕΡΑΠΑΙΝΙΔΕΣ
Μα δεν ξεχνά ο καλόβουλος ο ύμνος μας ετούτος
Την Κύπριδα. Γιατί κοντά στο Δία και την Ηρα
Μεγάλη έχει δύναμη. Για τ' άγια της τα έργα
Και για την ξύπνια σκέψη της οι θεοί την αγαπάνε.
Και δίπλα στην αγαπητή στέκουνε τη μητέρα
Μαζί, ο Πόθος κι η Πειθώ η γλυκειά, όπου ποτέ της
Την άρνηση δε γνώρισε. Μα και στην Αρμονία
Εχει δοθεί απ' τη Θεά Αφροδίτη μια μερίδα:
Τα ψέμματα που λέγονται απ' τους ερωτευμένους.
Μα με κάνει ο φόβος μου φοβερές να μαντεύω
Πως θαρθούν στις εξόριστες συφορές. Ότι μπόρες
Θα τις βρουν, κι αιματόβαφους θα γνωρίσουν πολέμους.
Για τι άλλο τον άνεμο είχαν ούριο οι εχθροί μας
Στο γοργό μας κυνήγημα;.. Ότι γράφει θα γίνει.
Γιατί είναι του Δία οι βουλές απαράβατες
Οσο ειν' κι αδιαπέραστες. Σαν τις άλλες γυναίκες
Τις πολλές που παντρεύτηκαν από σένα πιο πρώτα
Δε θα μου ήταν παράξενο αν κι εσύ παντρευόσουν.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Ας διώξει από μένανε μακριά ο μέγας Δίας
Γάμο με τους Αιγύπτιους.
ΘΕΡΑΙ1ΑΙΝΙΔΕΣ
Αυτό καλό θα ήταν.
Μα να ’φευγες το άφευγο εσύ πώς θα μπορούσες;
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Δεν ξέρεις το μέλλον εσύ.
ΘΕΡΑΠΑΙΝΙΔΕΣ
Σωστά. Πώς να γνωρίζω
Του Δία την απύθμενη τη σκέψη; Έλα τώρα,
Μια μετρημένη πες ευχή.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Ποιό χρήσιμο μου δίνουν
Οι συμβουλές σου μάθημα;
ΘΕΡΑΠΑΙΝΙΔΕΣ
Πολλά να μη ζητάνε
Οι προσευχές σου απ' τους θεούς.
ΧΟΡΟΣ ΔΑΝΑΪΔΩΝ
Αλλά με άντρα μισητό, γάμο ας μη μου δώσει
Ο Δίας, αυτός που την Ιώ γλίτωσε από τα πάθη
Με τρόπο τόσο εύκολο, πάνω της ακουμπώντας
Το χέρι, του γιατρέματος την τέχνη που κατέχει,
Τη δύναμη του αλλάζοντας ώστε καλό να κάνει.
Τη νίκη εύχομαι αυτός να δώσει στις γυναίκες.
Δέχομαι ό,τι απ' το κακό κάτι καλλίτερο έρθει.
Ακόμα στέργω δυο καλά κι ένα κακό μαζί τους.
Και κάνω ευχή ολόψυχη, στις δίκες, αποφάσεις
Πάντα να βγαίνουν δίκαιες, και σ' όσους υποφέρουν
Με τη βοήθεια του Θεού το λυτρωμό να φέρνουν.
ΤΕΛΟΣ