Κι άλλα δεκατεσσεροφλεβαριάτικα για χρήση από τους φίλους του σάιτ μου
ΑΡΡΩΣΤΗ
Έχετε δει αηδονάκι βραχνιασμένο;
Άγγελο ίσως με πυρετό;
Φεγγάρι σε κουβέρτες διπλωμένο;
Ήλιο με τάση για εμετό;
Έχετε δει δυο μαύρα καρβουνάκια
ενώ γελάνε μαζί να κλαιν;
Δυο του γιαλού ροζ κοχυλάκια
κόκκινα να 'ναι και να καιν;
Α! Η αγάπη μου είναι κρυωμένη!
Ό,τι μου έδινε ρίγος ριγεί.
Και θα υποφέρει για πολύ η καημένη
γιατ' η ανάρρωση θα 'ν' αργή:
ένα μικρόβιο μέσα της εμπήκε
με το γνωστό του σφρίγος κι ορμή
και πώς θα φύγει τώρα που εβρήκε
τέτοια αγκαλίτσα-τέτιο κορμί..
ΣΤΟΝ ΜΙΚΡΟ ΚΑΝΑΠΕ
Στο μικρό καναπέ καθισμένη
σαν φλογίτσα μικρή αναμμένη
και τρεμίζανε τ' άσπρα της κρέατα
από το κρύφιο καρτέρεμα του έρωτα.
Στο μικρό καναπέ ξαπλωμένη
πυρκαγιά τρομερή φουντωμένη-
πόδια, μάγουλα, στήθη της έκαιγαν
και τα χείλια δεν ήξεραν τι έλεγαν.
Στο μικρό καναπέ κοιμισμένη
σαν φωτιά που 'ναι μόλις σβυσμένη.
Που και που κάτι σπίθες τινάζονται
και τα κρέατα τ' άσπρα τραντάζονται.
ΝΑ ΜΟΥ ΧΑΡΙΣΕΙΣ
Κι αν μου στύψεις το κεφάλι
την ψυχή κι αν θα μου γδάρεις
ουτ' ευχή δε θα 'βρει πάλι
από μένανε να πάρεις.
Λες και πάντα ήταν για μένα
δεκατέσσερες Φλεβάρη
σου τα εχω όλα δοσμένα
και μου τα 'χεις όλα πάρει.
Έτσι αν θέλεις του εθίμου
τη σειρά να συνεχίσεις
πρέπει του άγιου Βαλεντίνου
κάτι εσύ να μου χαρίσεις.
ΚΑΙ ΔΙΚΗ ΜΟΥ
Στου καναπέ την απλωσιά-στο μαλακό του χνούδι
των πρωινών της παιχνιδιών τ' ανυποψίαστο γέρας
σαν πεταλούδα, σαν ανθός, σα φως, σαν αγγελούδι
η αγάπη μου κοιμήθηκε μες στην καρδιά της μέρας.
Πόθοι μου τις φτερούγες σας τώρα κλειστές κρατάτε'
Χρόνε μου κύλα αθόρυβα' πάτα λαφριά σιγή μου
και καρδιοχτύπια μου τρελά μη μου τηνε ξυπνάτε-
έτσι ως δεν είναι κανενός, λίγο είναι και δική μου.
ΤΗΣ ΑΜΜΟΥ
Τάχα του Χρόνου την κλεψύδρα ποιος κρατεί
και να 'ρθεις γρήγορα κοντά μου δε σ' αφήνει-
ποιος τάχα τον ισθμό της τονε κλείνει
κι ο χρόνος δεν πετά μα περπατεί…
Κι ήθελα να 'ξερα ποιος σπάζει το γυαλί
της αμμοδόχου όταν βρίσκεσαι κοντά μου
κι οι κόκκοι δραπετεύουνε της άμμου
κι εγώ δε σου χορταίνω το φιλί…
ΣΕ ΛΙΓΟ
Μου 'ρθε στο νου να μη μετρώ
με μέρες τη ζωή σου
αλλά με όσα όνειρα
που βλέπω είμαι μαζί σου.
Μ' άλλαξα γνώμη στη στιγμή
μικρούλα μου γλυκούλα
γιατί έτσι θα γινόσουνα
σε λίγο μια γριούλα.
ΠΕΘΑΙΝΩ
Το ρόδο που εκράταγες στα χέρια σου είχε λάμψη
και ομορφιά πρωτόφαντη. Τα κόκκινά του φύλλα
μοιάζαν σαν αίμα ζωντανό βαθιά να τα 'χει βάψει
που ακόμα μες στις φλέβες τους χαρούμενο εκύλα.
Όταν για λίγο τ' άφησες το χρώμα του έχει σβήσει
η ευωδιά του εχάθηκε και στέκει μαραμένο.
Μες στο χεράκι σου τ' αβρό κλείστο να ξαναζήσει…
ένα φιλί σου δώσε μου-μαραίνομαι..πεθαίνω…
ΕΣΥ..
Μου' παν πως ήρθες τι μ' αυτό;.. για με είσαι πάντα εδώ.
Ανάγκη με τα μάτια μου δεν έχω να σε δω
με το καθένα κύτταρο σε νιώθω του κορμιού
με κάθε σκέψη του σ' εσέ δοσμένου μου του νου.
Στα δυο σου χέρια με κρατείς και πάνω τους πατώ
σε κόσμο έναν από σε γεμάτον περπατώ
έχω από σένα ποτιστεί τόσο βαθιά πολύ
που ζω σαν να 'μαι πάντοτε μαζί σου σε φιλί.
Με μια υπερκόσμια με κρατάς αιχμάλωτον ισχύ
όλη μου μια νικήτρα σου η ζήση ειν' ιαχή
σαν κάποιο άρωμα βαρύ έχεις εντός μου μπει
με καταυγάζεις σα διαρκής φωτός αναλαμπή.
Εσύ ' σαι η μόνη αιτία μου κι ο μόνος μου σκοπός
στη δημοσιά σου οδηγεί κάθε μου ατραπός
είσ' η πνοή που δίχως της η ζωή μου σταματά
για μένα είσαι συ το πριν, το τώρα, το μετά.
Σαν μια ιδέα με δονείς-σαν πυρκαγιά με καις
το όραμά μου η όψη σου είναι το διαρκές
εσύ με χάνεις και με ζεις, με κλαις και με γελάς
συ κόσμους χτίζεις μέσα μου, εσύ και τους χαλάς.
Εσύ κυλάς στις φλέβες μου σαν δυνατό κρασί'
εσύ οδηγείς τη σκέψη μου-τη θέλησή μου εσύ!
συ μέσα μου παθιάζεσαι όταν εγώ ριγώ-
εσύ-εσύ-εσύ-εσύ-εσύ είμαι εγώ!..
Μου' παν πως ήρθες κι έχασα που έλειπα από κει.
Απ' τους εαυτούς τους κρίνοντας νομίζουν μερικοί
με του κορμιού τα μάτια μου πως πρέπει να σε δω-
πού να 'ξεραν πως πάντοτε για μένα εισαι εδώ…
ΣΚΛΗΡΟΤΗ
Μέσα κι ανάμεσα σε δυο φωτολουσμένους λόφους
και κείνη μέσα στ' άφωτα-και κείνη μες στους ζόφους
μέσα κι ανάμεσα η καρδιά στα δυο της τα στηθάκια
κι ούτε το πάθος πήρε τους ούτε και τα μεράκια.
Καίγονται αυτά, λιγώνονται, παίζουν, γλυκά γελούνε
στους χτύπους της πασίχαρα-τρελά χοροπηδούνε
αλλά εκείνη αν και κοντά-και δίπλα τους βαλμένη
πάντοτε μένει αδειανή και πάντα παγωμένη.
Νιώθουν εκείνα. φλέγονται και τα δονούν οι πόθοι
κι εκείνη μέσα-δίπλα τους και τίποτα δε νιώθει.
Α! Στα στηθάκια της τα δυο-στην καυτερή τους μέση
μία καρδιά ολόκρυα η φύση έχει δέσει.
Δεκάξι χρόνων συντροφιά καθόλου δε μετράει.
Ό,τι εκείνα είχαν κρατούν κι ό,τ' είχε αυτή κρατάει
μόνο-και μη γνωρίζοντας ποιο την κατείχε πρώτη
το ένα δώρο έκανε στο άλλο τη σκληρότη.
Η ΓΑΤΟΥΛΑ
Θα ήθελα να έχω μια γατούλα
μ' ασπρόμαυρο κεφάλι και κορμί
και μια καφέ στο μάτι βούλα-
θα ήθελα να έχω μια γατούλα.
Το λάστιχο το σώμα να λυγίζει
και δίχως μιαν αιτία ή αφορμή
ναζιάρικα πολύ να νιαουρίζει-
το λάστιχο το σώμα να λυγίζει
Τα νύχια της να ξύνει στο πανέρι
και όπως μόνο εκείνη το μπορεί
επάνω μου να τρίβεται όπως ξέρει-
τα νύχια της να ξύνει στο πανέρι.
Τα μάτια της να λάμπουν στο σκοτάδι
και θάματα το φως τους να ιστορεί
ποτέ της να μη λέει όχι στο χάδι-
τα μάτια της να λάμπουν στο σκοτάδι.
Τα βράδια μπρος στο τζάκι να κυλιέται
αργόσυρτη, υγρή, νωχελική
και σ' άσεμνη μια στάση να κοιμιέται-
τα βράδια μπρος στο τζάκι να κυλιέται.
Θα ήθελα να έχω μια γατούλα
κι απ' όλους να την έχω μυστική'
με μια καφέ στο μάτι βούλα
θα ήθελα να έχω μια γατούλα.
ΚΑΜΙΑ
Μπροστά μου όπως καθόσουνα με τα μαλλιά λυμένα
έβλεπα τους εβένινους που εκείνα στρώναν δρόμους
και η ψυχή μου εγέμιζε χίλιες χιλιάδες τρόμους:
καμία από τις στράτες τους δεν ήτανε για μένα.
Ο ΛΟΓΟΣ
Εχ' ορκιστεί να μην το πω
το τρυφερό το σ' αγαπώ
το λόγο θα κρατήσω
και δε θα τον πατήσω.
Σιγμ' άλφα γάμμ' άλφα ξανά
κι αχ! η καρδιά δε σε ξεχνά'
πι και στερνά ωμέγα
κι αχ! έχω πόνο μέγα.
Αλλά το λόγο μου κρατώ
ποτέ-ποτέ δεν τον πατώ
το σ' αγαπώ τ' ωραίο
εγώ δε σου το λέω.
ΜΑΡΤΥΡΙΟ
Τόσο κοντά σου να 'μαι και να μην μπορώ
λίγο ν' αγγίξω μια σου τρίχα-ένα ρούχο…
τόσο κοντά σου να 'μαι και να μην μπορώ
λίγο να δείξω από τον έρωτα που σου 'χω…
ΤΟΣΑ ΧΑΔΙΑ
Το σώμα της γλιστράει στο φουστάνι;..
Το φουστανάκι της πάνω στο σώμα;..
Κι εκείνο έτσι ρόδινη την κάνει
ή αυτή το τέτοιο ροζ του δίνει χρώμα;
Κινείται κι ερωτεύεται μαζί της
ανάλαφρα το σώμα της χαϊδεύει
στήθη, κοιλίτσα της, γοφοί, μηροί της
παιδεύουν το κι εκείνο τα παιδεύει.
Και άλλοτε την καίει και τη φλογίζει
άλλοτε σαν νεράκι αργοκυλάει
και παλι η απορία με ζαλίζει
αυτή 'ναι ή εκείνο που μιλάει;
Α! ποια της το εκέντησε νεράϊδα
κι έτσι το σώμα της αιθέρια ντύνει
που μέσα του φτερώνουν τόσα χάδια
και τόσα εκεί φωλιάζουν πόθων σμήνη;
Α! Δυάδα μαγική! Φόρεμα! Σώμα!
Α! Που όταν μες στα χέρια μου σας κλείσω
όπως και τώρα δα και τότε ακόμα
τι πρώτο δε θα ξέρω να φιλήσω.
ΚΑΜΜΕΝΟ
Μέρα φέρνει άλλη μέρα
νύχτα φέρνει άλλη νυχτιά
κι όλες φέρνουνε αέρα
κι όλες σύννεφα σταχτιά.
Απ' τη μέρα που την είδα
δεν εχάρηκα ζωή
δεν ξανάδα ήλιου αχτίδα
δεν ξανάζησα πρωί.
Θλίψη φέρνει άλλη θλίψη
και χαμός άλλο χαμό
και χαρά δεν έχω κρύψει
και δε βρίσκω αναπαμό.
Κι αν ειπώ να την ξεχάσω
κι αν ποτέ την αρνηθώ
σαν καμένο θα 'μαι δάσο
σα βαρκούλα στο βυθό.
ΕΛΑΤΕ
Στους χόουμλες όσο κι αν παρακαλούσανε
δεν έδινα το κουόρι που μου ζητούσανε
α! έλεγα, όλο πίνουν και μεθούνε'
και τα λεφτά τα θέλουν για να πιούνε.
Αλλιώς το ίδιο πράγμα όμως σκέφτηκα
αφότου-αλίμονό μου-την ερωτεύτηκα
κι έχω της άφταστής της γίνει χάρης
ένας ζητιάνος-ένας διακονιάρης.
Όπως εκείνοι δε ζητούν ποσά υπέρογκα
κι εγώ από κείνην δε γυρεύω τον έρωτα
δεν της ζητώ τα μάτια τα όμορφά της
μονάχα που ζητώ μία ματιά της.
Και ούτε που ζητάω τη γλωσσούλα της
ν' ακούσω θέλω μόνο μια λεξούλα της'
ούτε στην αγκαλιά μου να την κλείσω-
μονάχα μία τρίχα της ν' αγγίσω.
Ω! άστεγοι ζητιάνοι μου κακόμοιροι!
κι οι δυο στο ίδιο πάθος είμαστ' όμηροι-
σας τυραννά η ζωή με την ορμή της-
με λιώνει-με πεθαίνει το κορμί της.
Κι οι δυο ζητάμε κάτι που παρήγορα
το χρόνο μας θα έσπρωχνε πιο γρήγορα.
Ζητάτε στο πιοτό την ευτυχία
στα ψίχουλα ζητώ την ευωχία.
Σε κείνους που πονούν όταν δεν πίνουνε
τα χέρια μου από τώρα όλο θα δίνουνε
α! χόουμλες! ελάτε όπου κι αν είστε
κουόρια ευτελή να μου ζητείστε.
ΣΑΝ ΚΟΙΜΗΘΩ ΑΞΥΠΝΗΤΑ
Σαν κοιμηθώ αξύπνητα δεν είναι που θα σβήσω
απ' τις στρατιές των ζωντανών-δεν είναι που θ' αφήσω
ατέλειωτα ή ανάρχιστα όσα ήθελα να κάνω'
είναι που όταν θα χαθώ για πάντοτε τη χάνω.
Δεν είναι που μια έρημη σκιά θα βολοδέρνω
στα χάη και αναίτια το φάσμα μου θα σέρνω
σ' άλλες ανάμεσα σκιές που ίδια όπως εμένα
θα προχωρούν με βήματα βαριά και κουρασμένα.
Είναι που θα 'μαι μακριά από τα γλυκά της χείλη
είναι που πια δε θα μπορεί να μου είναι ούτε "φίλη"'
είναι που την οδύνη μου καμιά δε θ' αλαφραίνει
φωνή' καμιά τον πόνο μου ματιά δε θα γλυκαίνει.
Είναι που οι πόθοι που κερνά η θεία της η κνήμη
ούτε ιδέα δε θα 'ναι πια μες στη νεκρή μου μνήμη
είναι που χώματα βαριά τα μάτια θα σκεπάζουν
και κείνα πια δε θα μπορούν κρυφά να την κοιτάζουν.
Η ΠΕΤΡΑ ΣΟΥ
Αν μια καινούργια Εξέταση σαν κείνην Ιερά
το κολασμένο σώμα σου έριχνε στην πυρά
οι εργάτες που θα πήγαιναν αύριο να σκουπίσουν
θα 'βλεπαν ένα θέαμα δύσκολο να εξηγήσουν.
Πάνω στο χώμα το τεφρό το ακόμα πυρωμένο
που ολονυχτίς το σώμα σου κράταε το μαγεμένο-
πάνω στο χώμα, απ' της φωτιάς την κάπνα μαυρισμένη
κι εν τούτοις κρύα μια πέτρα εκεί θα βρίσκανε πεσμένη.
Παράξενα θα κοίταζαν και φοβισμένοι θα 'ταν
και ιστορίες αλλόκοτες πολλές αφού θα πλάθαν
"Κι αυτό", θα καταλήγανε, "παιχνίδι είναι δικό της
το τελευταίο ήτανε το έργο το μαγικό της".
Μόνο εγώ απ' όληνε ξέρω την ανθρωπότη
και πλήρωσα το μάθημα με τη ζωή μου, ότι
το σώμα σου κι αν καίγονταν το τέλειο απ' τη φωτιά
θα 'μενε άκαυτη η σκληρή-η πέτρα σου καρδιά.
Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026
ΠΡΟΜΗΘΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΑΦΙΟΥ ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΥ
Αν ήμουνα βασιλιάς θα έδινα το θρόνο μου για
το συμπαθητικό κοίταγμα ενός ωραίου κοριτσιού.
Κι αν ήμουνα θεός, θα έδινα τη θεότητά μου για ένα του φιλί.
ΒΙΚΤΩΡ ΟΥΓΚΩ
Η ζωή είναι μία διαρκής συνουσία.
ΕΛΥΤΗΣ
Οι μεν ιππήων στρότον
οι δε πέσδων οι δε νάων
φαις’ επί γαν μέλαιναν
έμμεναι κάλλιστον
εγώ δε κην' όττω τις έρραται.
ΣΑΠΦΩ
ΕΝΟΣ ΓΥΜΝΟΥ
Η λερή επιφάνεια του τραπεζιού
θυμίζει
πως κάποτε τρώγαν πάνω του.
Διακρίνω τον κύκλο του ποτηριού
τον κύκλο του ζεστού καρβελιού
και τον κύκλο ενός γυμνού κορμιού.
Πρέπει να είναι της εξαδέλφης
που πήγαινε τα Σαββατοκύριακα.
-----
ΣΤΟΝ ΜΙΚΡΟ ΚΑΝΑΠΕ
Στοn μικρό καναπέ καθισμένη
σαν φλογίτσα μικρή αναμμένη
και τρεμίζανε τ' άσπρα της κρέατα
από το κρύφιο καρτέρεμα του έρωτα.
Στο μικρό καναπέ ξαπλωμένη
πυρκαγιά τρομερή φουντωμένη-
πόδια, μάγουλα, στήθη της έκαιγαν
και τα χείλια δεν ήξεραν τι έλεγαν.
Στο μικρό καναπέ κοιμισμένη
σαν φωτιά που 'ναι μόλις σβησμένη.
Που και που κάτι σπίθες τινάζονται
και τα κρέατα τ' άσπρα τραντάζονται.
ΚΑΙ ΤΟΤΕ ΑΚΟΜΑ
Θα 'ρθει ο καιρός τα χέρια του
να 'ναι άσαρκα και κρύα.
Αυτή θα είναι τότε μια
πολύ γριά κυρία,
και με τη μνήμη οδηγό
γυρνώντας πάλι πίσω
θα λέει "πώς έτσι έγινε
να μη τον αγαπήσω;"
Θα 'ρθει ο καιρός το στόμα του
να 'ναι γεμάτο χώμα
αλλά γι αυτόν δε θα πονά
ούτε και τότε ακόμα.
ΣΕ ΛΙΓΟ
Μου 'ρθε στο νου να μη μετρώ
με μέρες τη ζωή σου
αλλά με όσα όνειρα
που βλέπω είμαι μαζί σου.
Μ' άλλαξα γνώμη στη στιγμή
μικρούλα μου γλυκούλα
γιατί έτσι θα γινόσουνα
σε λίγο μια γριούλα.
ΝΑ ΞΕΡΕΙΣ
Από τον πόνο το βαθύ
κι απ' τα πολλά σου πάθη
τ' άθλιο κορμί μου θα χαθεί
για τη δική σου αγάπη.
Όμως τα λόγια σου καλά
θα πρέπει να προσέχεις
όταν να με-δεις για φορά
στερνή στον τάφο μου έρθεις.
Μετάνοιας λέξεις μην εβγούν
απ' τα γλυκά σου χείλη-
μη να γυρίσω μου ζητάν
απ' όπου μ' έχουν στείλει.
Μην τώρα πεις ότι πονάς
και θέλεις να 'ρθω πίσω
γιατί σα δω πως με ζητάς,
να ξέρεις: θ' αναστήσω!..
ΑΛΛΟΙ
Εκείνοι που βαφτίζουνε ή γάμο έχουν κανένα
φτωχούς να βρούνε τίποτε τραγουδιστές κοιτάνε
κι από 'να ξεροκόμματο πετώντας στον καθένα
ολη τη μέρα πίνουνε, χορεύουν και γλεντάνε.
Ένας φτωχός τραγουδιστής είμαι στο πανηγύρι
που στη γιορτή τους έστησαν τ' ανείπωτά σου κάλλη,
μα σ' ένα πιάτο ανάμεσα κι εν' αδειανό ποτήρι
ό,τι εγώ τραγούδησα θα το χαρούνε άλλοι.
ΣΑ ΝΑ 'ΧΑ
Πήγε και του 'πε: "πώς εσύ
νιώθεις μελαγχολία
με τέτoια μια ηλιοφάνεια
και μια φωτομαγεία;
Και πώς στη νύχτα συ να ζεις -
πώς σκότος σε διπλώνει
αφού η μέρα ξεκινά
κι η φύση ξανανιώνει;"
Τι να της έλεγε αυτός;
Πως κλείνει μες στα στήθια
καημό για την αγάπη της;
Λέγεται τέτοια αλήθεια;
Κάτι σιγομουρμούρισε
και από κει και πέρα
για να μη νιώσει, φέρθηκε
κι εγώ σα να 'χε μέρα.
ΚΑΜΕΝΟ
Μέρα φέρνει άλλη μέρα
νύχτα φέρνει άλλη νυχτιά
κι όλες φέρνουνε αέρα
κι όλες σύννεφα σταχτιά.
Απ' τη μέρα που την είδα
δεν εχάρηκα ζωή
δεν ξανάδα ήλιου αχτίδα
δεν ξανάζησα πρωί.
Θλίψη φέρνει άλλη θλίψη
και χαμός άλλο χαμό
και χαρά δεν έχω κρύψει
και δε βρίσκω αναπαμό.
Κι αν ειπώ να την ξεχάσω
κι αν ποτέ την αρνηθώ
σαν καμένο θα 'μαι δάσο
σα βαρκούλα στο βυθό.
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ…
Δεν είναι που δε σ' έφεραν οι κάμποι
τα πέλαγα κι η άμμος της ερήμου.
Δεν είναι που η χάρη σου για να 'μπει
εγκρέμισα τους τοίχους της ζωής μου.
Δεν είναι που προσμένοντας εσένα
δε γνώρισα χαρά καμίαν άλλη
ούτε είναι που ακλουθώντας με η πέννα
για σένα μόνο εβάλθηκε να ψάλλει.
Μα είναι που του Χρόνου το ατλάζι
καθώς θα δειλοστέκεις αποπίσω
παχύπλεχτο κι αδρό θα σε σκεπάζει
και πια, Αγάπη, δεν θα σε γνωρίσω.
ΤΟΥ ΚΡΕΒΒΑΤΙΟΥ ΤΟ ΒΗΤΑ
Πάντοτε με διορθώνουν-
οι ανόητοι-
πως το κρεββάτι μ’ ένα βήτα γράφεται.
Δεν είναι βέβαια ποιητές.
Αν ήταν, θα ’ξεραν
πως άδειο το κρεββάτι μ’ ένα βήτα είναι,
όπως με μόνο αυτούς επάνω του.
Το δεύτερο το βήτα ειν’ η γυναίκα.
ΤΑ ΔΡΥΙΝΑ
Απίθωσαν τον δρύινο κάδο
πάνω στο παλιό δρύινο βαρέλι
το γλυκό κρασί γεμάτο
και κοιμήθηκαν.
Το πρωί
στο μέρος όπου ήταν αφημένα
είχε φυτρώσει μια μικρή
περήφανη και πεταχτούλα-
μια μικρή βαλανιδιά γαλανομάτα.
ΑΓΑΠΗ
«Τ’ ειν’ η ζωή;», ερώτησα το βιαστικό αγέρι.
«Εγώ όλο τρέχω, εγώ φυσώ, εγώ περνάω μόνο,
ρημάζω, καίω, καίγομαι, γκρεμίζω, ξεριζώνω,
και τα πετούμενα κρατώ μες στ’ απαλό μου χέρι.»
Ερώτησα τη θάλασσα τ’ ειν’ η ζωή να μάθω.
«Εγώ τα γοργοτάξιδα καράβια σου βυθίζω,
εγώ ανταριάζω και χτυπώ, θυμώνω και αφρίζω,
και το νερό ζυμώνοντας ψάρια και φύκια πλάθω.»
Στο χώμα που στη ράχη του όλα γερά κρατάει
στράφηκα και απόκριση ζητώ στο ρώτημά μου.
« Η απάντηση δε βρίσκεται στα χείλη τα δικά μου.
Μα ρώτησε τον Πλάστη μας που όλα τ’ απαντάει.»
Και στράφηκα τριγύρω μου: «Όπου κι αν είσαι πες μου
Πλάστη, τι είναι η ζωή που μου όρισες να ζήσω-
δώσε μου την απάντηση που μόνος μου δε βρίσκω
και που κρατάει μέσα της τις χάρες τις κρυφές μου.»
Αμέσως, κάθε θόρυβος, κάθε φωνή, εστάθη.
Και στη σιωπή που άφησε το τέλος της μιλιάς μου,
μού αποκριθήκαν απαλά οι χτύποι της καρδιάς μου:
«Αγάπη είναι η ζωή. Αγάπη... Αγάπη... Αγάπη...»
ΑΥΤΟ ΛΟΙΠΟΝ…
Αυτό λοιπόν είναι η αγάπη!
Ρίζα που τρώει τη ρίζα της!
Φωτιά που τρέφεται απ’ τις φλόγες της!
Αυτό λοιπόν είναι η αγάπη!
Η μάχη με τον εαυτό της!
Γι αυτό και νικητή δεν έχει ή νικημένο!
Αυτή και αγώνας και αντίπαλος ονειρικός!
Και πώς θα μπόρηγε να μετρηθεί με κάποιον
Αφού άλλο τίποτα απ’ αυτήνε δεν υπάρχει!
Και η αγαπημένη ακόμα
Αφού τη σπίθα έδωσε,
Εχάθηκε στα βάθη μέσα
Η ίδια αυτή που γέννησε.
Στα βάθη όπου μέσα τους εσαεί
Ρίζες και φλόγες δαπανώνται
Μη αναλισκόμενες.
Αυτό αγάπη είναι λοιπόν:
Να μην υπάρχεις!
Ω! ΚΙ ΕΓΩ!
Μ' αγαπάει-και το ξέρω-ο καλός μου.
Το διαβάζω στη ματιά του τη θολή
όταν όμορφος σαν ζώο στέκει μπρος μου
λίγο πριν μου ξεριζώσει το φιλί,
Μ' αγαπάει ο καλός μου-και το ξέρω-
το διαβάζω στου κορμιού του τη φωτιά
σα με κόβει σαν το στάχυ μες στο θέρο
σα με καίει όπως κλαδάκι η πυρκαγιά.
Μ΄ αγαπάει ο καλός μου δίχως άλλο'
αν σηκώσω τη φουστίτσα μου ψηλά
κάτι ανάμεσα στα πόδια του μεγάλο
με ορμή το παντελόνι του ζουλά.
Κι αν το μπούστο μου λιγάκι ξεκουμπώσω
πρέπει πρώτα δυο φορές να το σκεφτώ
αν δε θέλω πριν την κίνηση τελειώσω
από κάτω απ' τον καλό μου να βρεθώ.
Σας το είπα-ο καλός μου μ' αγαπάει'
μα κι εμένα-και ας ειμ' εγώ μικρό
α! κι εμένα ίδιο νέκταρ με μεθάει
ω! κι εγώ ίδια πολύ τον αγαπώ.
ΓΥΝΑΙΚΑ
Απ' τη στιγμή που βάθυνε η ανάρηχη ματιά σου
απ' τη στιγμή το παιδικό που έπαψε τραγούδι
απ' τη στιγμή που πλάτυνε-που θέριεψε η άγνοιά σου
απ' τη στιγμή που ξάνθινε το βελουδένιο χνούδι…
απ' τη στιγμή που αρώτητα δηλώνεις: "έχω φίλο!"
ενώ ουτ' ανάσασμα αντρικό δε σ' έχει ακόμ' αγγίξει
απ' τη στιγμή που τον Αδάμ ταυτίζεις με το μήλο
το φόβο με το σκίρτημα, τον πόθο με την πλήξη…
απ' τη στιγμή που όταν κανείς τ' ωραίο σου κορμάκι
κοιτάξει μ' ένα νόημα ως τότε άγνωστό σου
εσύ μετέωρη στέκεσαι κι αμήχανη λιγάκι
πριν όλο ανίσχυρο θυμό κλειστείς στο δωμάτιό σου…
απ' τη στιγμή που έξαφνα το σπίτι μεγαλώνει
κι η μάνα είναι βαρετή και ξένος ο πατέρας…
απ' τη στιγμή που θα σκεφτείς το στήθος που αβγαταίνει
ότι δεν είναι κτήμα σου μα της αγάπης γέρας,
απ' τη στιγμή που προσμετράς γυμνή τα θέλγητρά σου
κι ενώ είναι είκοσι εσύ τα βρίσκεις μόνο δέκα,
αντίο τότε πες μικρή σ' όλα τα παιδικά σου
και σ' όλη την αξία σου-πια έγινες γυναίκα.
Ο ΛΟΓΟΣ
Έχω ορκιστεί να μην το πω
το τρυφερό το σ' αγαπώ.
Το λόγο θα κρατήσω
και δε θα τον πατήσω.
Σιγμ' άλφα γαμμ' , άλφα ξανά
κι αχ! η καρδιά δε σε ξεχνά.
Πι και στερνά ωμέγα
κι αχ! έχω πόνο μέγα.
Αλλά το λόγο μου κρατώ
ποτέ-ποτέ δεν τον πατώ-
το σ' αγαπώ τ' ωραίο
εγώ δε σου το λέω.
ΆΧΑΡΕΣ
Α! Τίποτα δε χάρηκα μέσα σ' αυτή τη ζήση!
Α! Τίποτα δεν έζησα που να 'τανε καλό!
Και δίχως μιαν αναλαμπή ο λύχνος μου θα σβήσει
κι ως τότε άχαρες, ψυχρές, τις μέρες θα περνώ.
Έτσι ως θρηνούσε κάθοντας μονάχος στο σκοτάδι
μια θύμηση ήρθε ξαφνικά στο νου του ριγηλή
και του 'πε: «Ξέχασες λοιπόν αχάριστε, το βράδυ
που ένα Εκείνη σου 'δωσε στο μάγουλο φιλί;..»
ΠΟΝΗΡΟΥΛΑ
Είσαι καλή κι είσαι γλυκιά κι είσαι κομψή κι ωραία
έχεις χαρές αρίθμητες και ομορφάδες πλήθος.
Είσαι σεμνή κιεργατική, καλοφτιαγμένη, νέα
κι η ίδια του Έρωτα η θεά σου έπλασε το στήθος.
Όμως αν ήσουν φαγητό, όπως σ' έχω περιγράψει,
ανάλατη θα ήσουνα-θα 'φερνες αναγούλα.
Μα όχι-θεός ή διάβολος, όποιος κι αν σ' έχει πλάσει
σου έβαλε το αλάτι σου: λίγο είσαι πονηρούλα.
ΠΕΘΑΙΝΩ
Το ρόδο που εκράταγες στα χέρια σου είχε λάμψη
και ομορφιά πρωτόφαντη. Τα κόκκινά του φύλλα
μοιάζαν σαν αίμα ζωντανό βαθιά να τα 'χει βάψει
που ακόμα μες στις φλέβες τους χαρούμενο εκύλα.
Όταν για λίγο τ' άφησες το χρώμα του έχει σβήσει,
η ευωδιά του εχάθηκε και στέκει μαραμένο.
Μες στο χεράκι σου τ' αβρό κλείστο να ξαναζήσει…
ένα φιλί σου δώσε μου-μαραίνομαι..πεθαίνω…
Η ΠΕΤΡΑ ΣΟΥ
Αν μια καινούργια Εξέταση σαν κείνην Ιερά
το κολασμένο σώμα σου έριχνε στην πυρά
οι εργάτες που θα πήγαιναν αύριο να σκουπίσουν
θα 'βλεπαν ένα θέαμα δύσκολο να εξηγήσουν.
Πάνω στο χώμα το τεφρό το ακόμα πυρωμένο
που ολονυχτίς το σώμα σου κράταε το μαγεμένο-
πάνω στο χώμα, απ' της φωτιάς την κάπνα μαυρισμένη
κι εν τούτοις κρύα μια πέτρα εκεί θα βρίσκανε πεσμένη.
Παράξενα θα κοίταζαν και φοβισμένοι θα 'ταν
και ιστορίες αλλόκοτες πολλές αφού θα πλάθαν
"Κι αυτό", θα καταλήγανε, "παιχνίδι είναι δικό της
το τελευταίο ήταν αυτό το έργο το μαγικό της".
Μόνο εγώ απ' όληνε ξέρω την ανθρωπότη
και πλήρωσα το μάθημα με τη ζωή μου, ότι,
το σώμα σου κι αν καίγονταν το τέλειο απ' τη φωτιά
θα 'μενε άκαυτη η σκληρή-η πέτρα σου καρδιά.
ΤΗΣ ΑΜΜΟΥ
Τάχα του Χρόνου την κλεψύδρα ποιος κρατεί
και να 'ρθεις γρήγορα κοντά μου δε σ' αφήνει-
ποιος τάχα τον ισθμό της τονε κλείνει
κι ο χρόνος δεν πετά μα περπατεί;..
Κι ήθελα να 'ξερα ποιος σπάζει το γυαλί
της αμμοδόχου όταν βρίσκεσαι κοντά μου
κι οι κόκκοι δραπετεύουνε της άμμου
κι εγώ δε σου χορταίνω το φιλί…
ΤΑ ΠΟΥΛΑΚΙΑ
Πουλιά γλυκά-πουλιά μικρά-πουλιά μου αγαπημένα
πουλιά μου γλυκολάλητα κι ακριβοθωρημένα
πουλάκια μου απαλόφτερα, συντρόφια μου πουλάκια
εσείς που ομορφαίνετε των δέντρων τα κλαδάκια
γλυκά πολια-πικρά πουλιά-πώς να σας πώ-
σταθείτε και ακούσετε μια λέξη:αγαπώ.
ΚΑΜΙΑ
Μπροστά μου όπως καθόσουνα με τα μαλλιά λυμένα
έβλεπα τους εβένινους που εκείνα στρώναν δρόμους
και η ψυχή μου εγέμιζε χίλιες χιλιάδες τρόμους:
καμία από τις στράτες τους δεν ήτανε για μένα.
ΜΑΡΤΥΡΙΟ
Τόσο κοντά σου να 'μαι και να μην μπορώ
λίγο ν' αγγίξω μια σου τρίχα-ένα ρούχο…
τόσο κοντά σου να 'μαι και να μην μπορώ
λίγο να δείξω από τον έρωτα που σου 'χω…
ΦΕΓΓΑΡΙ…
Φεγγάρι μια μπλούζα της δώσε μου μόνο
Να βάλω μέσα τις γροθιές μου
Να τις δαγκώνω ως να ματώσουν.
ΚΑΙ ΔΙΚΗ ΜΟΥ
Στου καναπέ την απλωσιά-στο μαλακό του χνούδι
της πρωινής της τής δουλειάς τ' ανυποψίαστο γέρας,
σαν πεταλούδα, σαν ανθός, σα φως, σαν αγγελούδι
η αγάπη μου κοιμήθηκε μες στην καρδιά της μέρας.
Πόθοι μου τις φτερούγες σας τώρα κλειστές κρατάτε!
Χρόνε μου κύλα αθόρυβα! Πάτα λαφριά σιγή μου!
Και καρδιοχτύπια μου τρελά μη μου τήνε ξυπνάτε:
έτσι ως δεν είναι κανενός, λίγο είναι και δική μου.
ΩΣ ΤΟΝ ΑΔΗ
Οι τόσοι, πόνοι που με πότισες…
Οι που μου δίνεις τόσες λύπες…
Οι τόσοι πούχεις βάλει γύπες
Να τρων το σκότι μου που άρρωστησες…
Το εισιτήριό μου θάναι το άσφαλτο
Μες στον Παράδεισο για νάμπω
Ενώ στης Κόλασης τον κάμπο
Συ σε καυτή θα ψήνεσαι άσφαλτο.
Μα η Αγάπη μου αγάπη μου
θα μ’ ακλουθήσει ως τον Αδη.
Και-μη φοβάσαι-κάθε βράδυ
Θα σε δροσίζω με το χάδι μου.
TO ΦΙΛΙ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ
Ένα φιλί κι ένα μαχαίρι
κρατεί στα χέρια η Ζωή.
Στριφογυρνώντας κάθε χέρι
μέσα στα πλήθη προχωρεί.
Ζωή, μαχαίρι εμένα δος μου
-αχ- δος μου δυο αν σε βολεί
αλλά, Βασίλισσα του Κόσμου
δώσε σ’ Εκείνηνε φιλί.
ΓΙΑ ΝΑ ΜΕ ΒΑΣΑΝΙΣΕΙΣ
Γιατί το σώμα της Θεέ να κάνεις έτσι τέλειο
Που όταν μπροστά μου το θωρώ να χάνομαι-να σβήνω..
Δε σ’ έφτανε το άγιο, σοφό σου Ευαγγέλιο
Επρεπε την τελειότητα να δώσεις και σε κείνο;
Και, Θε, γιατί της έβαλες μέσα στο μυαλουδάκι
Την τάση την ολέθρια να ντύνεται με γούστο
Και μ' ένα ψεύτικο μπλουζί, μ' ένα παντελονάκι
Εδέμ να κάνει τους γλουτούς και Κόλαση το μπούστο;
Κι ωραία΄ την έπλασες΄ γιατί οι δρόμοι μας να σμίξουν;
Γιατί η βουλή Σου ήτανε να μου τηνε γνωρίσεις;
Τα χείλη σου γι απόκριση το ξέρω δε θ' ανοίξουν. ΄
Θα σου το πω λοιπόν εγώ! για να με βασανίσεις!
ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ
Όταν σε έπλασε ο Θεός
Στάθηκε λίγο σκεφτικός
«Η ομορφιά που έχω δέσει
Σε ποιάν ασχήμια θα χωρέσει;
Να τήνε στείλω στους διαβόλους
Θα τους κολάσει πάλι όλους
Να τήνε στείλω στους αγγέλους
Θαν ’ η αρχή αυτή του τέλους".
Κι αφού παιδεύτηκε πολύ
Μιά κάποια λύση για να βρει
Κι αφού απέρριψε πλανήτες
Και Γαλαξίες και Μαύρες Τρύπες,
Κι αφού κατάλληλη καμία
Για σε δε βρήκε κατοικία
Σ’ όλης της Πλάσης Του τους τόπους,
Είπε "Ας πάει στους ανθρώπους".
Και από τότε τυραννούν
Όποιον τα μάτια σου κοιτούν
Και διπλοκαίν και τσιγαρίζουν
Όποιον τα χέρια σου αγγίζουν.
Όποιον τα χείλια σου φιλούνε
Φαρμάκια χίλια τον κερνούνε,
Κι όποιος κοιτάξει το κορμί σου
"Αντίο" λέει του Παραδείσου.
ΒΓΕΣ
Βγες να σε δει ο Αυγερινός
μικρή μου περιστέρα.
Βγες νάβγει ο ήλιος ο λαμπρός
Και ν’ αρχινίσει η μέρα.
Βγες και προσμένει το πουλί
Πάλι να κελαδήσει.
Βγες πάλι η Γη μ’ ένα φιλί
Γλυκό σου να γυρίσει.
ΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΩ
Να τραγουδήσω τ’ άνθος και τη θάλασσα
Θα μου θυμώσει ο ήλιος.
Να τραγουδήσω το φως και τα πουλιά
Θα μου θυμώσει η Άνοιξη.
Κι αν τραγουδήσω τα χείλια και τα χέρια σου
Όλο παράπονο τα μάτια σου θα κλαίνε.
ΣΟΥ ΑΠΑΓΟΡΕΥΩ
Σου απαγορεύω νάρχεσαι σαν Ανοιξη
Και να σκορπίζεις γύρω μου λουλούδια
Και να μοιράζεις ευωδιές και χρώματα
Και τιτιβίσματα πουλιών.
Σου απαγορεύω της ζωής μου τα σκοτάδια
Με των ματιών σου τις ανταύγειες να φωτίζεις
Σου απαγορεύω αυστηρά κάθε μου λύπη
Να τήνε κάνεις ονειρόπλαστη χαρά.
Σου απαγορεύω ακουμπώντας μου το χέρι
Σαν φύλλο να με κάνεις να ριγώ
Σου απαγορεύω σα Θεό να σε λατρεύω-
Σου απαγορεύω νά σ’ αγαπώ.
ΜΙΚΡΑ ΜΙΚΡΑ
Αγαπώ κάθε τι που ειν’ δικό μου:
Το παλτό, το σκυλί, το στυλό μου.
Μα εσένα… και πώς να το πω…..
Να… Εσένα γιατί σ’ αγαπώ;..
*
Την όποια του αξία καθορίζουν
Σ’ έναν ηθμό οι τρύπες.
Με καίνε, με πονούν, με βασανίζουν
Τα λόγια που δεν είπες.
*
Σήμερα που όλα ισορροπούν και που έτσι λες ταιριάζουν-
η αγάπη μου, οι κουβέντες σου, οι θύμησες που σφάζουν- σκέφτηκα πως θα έχανα μοναδική ευκαιρία
αν δεν κατέγραφα εδώ αυτή τηΝ συγκυρία.
*
Όταν κοντά σου ήμουνα έλιωνα από τον πόνο
Που δεν δυνόμουνα παρά να σε κοιτάζω μόνο.
Μακριά σου έφυγα, αλλά, πάλι δεν ησυχάζω-
Τώρα πονώ που δεν μπορώ ούτε να σε κοιτάζω.
*
Τόσο κοντά σου να ’μαι και να μην μπορώ
Λίγο ν’ αγγίσω μια σου τρίχα, ένα ρούχο…
Τόσο κοντά σου να μια και να μην μπορώ
Λίγον να δείξω από τον έρωτα που σου ’χω…
*
Έτσι που κάθε μέρα με σκοτώνεις
με το φιλί σου απαγορευμένο,
του θάνατου ένα βάσανο γλιτώνεις:
όταν θα ρθεί, θα μ’ έβρει πεθαμένον.
*
Ωραία. Με βαρέθηκες. Είναι δικαίωμά σου
Και σ’ άλλους την πολύδοτη να δώσεις την καρδιά σου.
Όμως να φύγεις ξέρε το, ποτέ δεν θα σ’ αφήσω
αν τα φιλιά που σου ’δωσα δεν μου τα δώσεις πίσω.
*
Πες μου πού βρήκες το κορμί, το πρόσωπο, τα μέλη,
που τόση γλύκα γύρω τους σκορπάνε κι ευωδιά.
Πες μου να πάω κι εγώ εκεί για να φορτώσω μέλι,
και θα σου πω σ’ αντάλλαγμα πού θα ’βρεις και καρδιά.
*
Πήγα στον ύπνο μου να σε φιλήσω
Κι εσύ το στόμα σου το ’κανες πίσω!
Μεγαλοπιάστρα και πεισματούσα
Όνειρο ήτανε κι ας σε φιλούσα…
*
Κάθε επαφή μαζί σου κι ένας χαμός.
Ικέτης σου έρχομαι και φεύγω πίσω
Πιο ρημαγμένος, πιο φτωχός.
Τίποτα πάλι δε θα σου ζητήσω.
*
Μια θάλασσα ακύμαντη. Ένας γλάρος.
Μια ασάλευτη βαρκούλα. Ένα κοχύλι.
Κι εγώ ν’ αργοζυγιάζομαι σαν γλάρος
Επάνω απ’ τα μελένια σου τα χείλη.
*
Μπροστά μου όπως καθόσουνα με τα μαλλιά λυμένα
έβλεπα τους εβένινους που εκείνα στρώναν δρόμους
και η ψυχή μου εγέμιζε χίλιες χιλιάδες τρόμους:
καμία από τις στράτες τους δεν ήτανε για μένα.
*
Αγάπη αγάπη αγάπη μου-
αγάπη αγάπη φως μου
μαζί σου να 'μαι κι ας βρεθώ
στα πέρατα του κόσμου.
Και ας μην ήμουνα παρά
μόριο ένα μόνο σκόνης
πάνω στο παπουτσάκι σου
σε βήμα όταν τ' απλώνεις.
*
Με το λίγο κρασί σ’ αγαπάω
Με πολύ σε ξεχνώ.
Μα όταν πιω γιατί πίνω ξεχνάω
Και… ξανά σ’ αγαπώ!..
*
Παρέλαση φιλιών.
To δικό σου πρώτο-σημαιοφόρος.
*
Αδιάσπαστη ενότητα συνθέτουν
η άρνησή σου και η υποταγή μου.
Κανένα από τα δύο δεν γίνεται να ήταν αλλιώς.
Τη σωστή μόνο δόση να συντηρήσουμε.
*
Όταν χωρίσουμε ας είναι αυγή
προτού ο ήλιος να έχει βγει.
Έτσι και πάλι θα καρτερώ
κάτι ωραίο και φλογερό.
*
Γερή από έιτζ να 'ναι σα μαθαίνω
ο ανήσυχός μου ησυχάζει ο νους.
Όχι απ' αγάπη πως γι αυτήν πεθαίνω,
μα πέρσι ανταλλάξαμε ιούς…
Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026
ΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ
Χρόνος: Εκατομμύρια χρόνια πριν.
Τόπος: Κάπου στον Γαλαξία μας.
Πρόσωπα:
ΖΩΗ
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΤΗΣ
ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
ΒΟΗΘΟΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ
ΧΑΡΩΝΑΣ
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
ΑΘΑΝΑΣΙΑ (ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ)
ΤΟ ΣΚΥΛΑΚΙ ΤΗΣ
ΑΝΑΓΚΗ (ΙΔΙΟΚΤΗΤΡΙΑ)
Ένα γραφείο. Όπως βλέπουν οι θεατές, δεξιά ένα έπιπλο-γραφείο, ογκώδες, με σκαλιστή καρέκλα. Όποιος κάθεται σ’ αυτήν έχει αριστερά του τους θεατές. Αριστερά
και στο βάθος ένα μικρότερο γραφείο με
καρέκλα. Δίπλα στο γραφείο η πόρτα. Κάποιο παράθυρο. Ακόμα στο δωμάτιο τραπεζάκι με δύο καρέκλες, βιβλιοθήκη. Στους τοίχους φωτογραφίες ζώων και φυτών και ανατομικοί πίνακες. Πάνω στο μεγάλο
γραφείο υδρόγειος σφαίρα με διαφοροποιημένα όρια ξηράς και θάλασσας. Το μεγάλο γραφείο
είναι της Ζωής. Το μικρό του Χάρωνα. Όταν
ανοίγει η αυλαία στη σκηνή βρίσκεται η
Ζωή. Νέα, αδύνατη, συμπαθητική. Φοράει
ζωηρόχρωμα ρούχα. Περπατάει νευρικά.
Πηγαίνει στο παράθυρο. Σηκώνει την
κουρτίνα. Βλέπει έξω. Περπατάει. Κοιτάζει το
ρολόϊ της. Ανοίγει η πόρτα και μπαίνει η
Γραμματέας κρατώντας χαρτιά στα χέρια της.
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(με σεβασμό)
Τα εισερχόμενα.
ΖΩΗ
(πλησιάζει στο γραφείο της)
Τι έχουμε σήμερα;
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(αφήνει το πρώτο χαρτί επάνω στο γραφείο)
Απειλητική αύξηση των μυρμηγκιών.
(περιμένει σχόλιο για να προχωρήσει στο επόμενο
χαρτί)
ΖΩΗ
Προχώρα.
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(αφήνοντας ένα ένα τα χαρτιά)
Αίτηση από το Τμήμα Θαλάσσης για την ενίσχυση των μέσων άμυνας των χταποδιών... η Μηνιαία Στατιστική του Πεδινού Τμήματος... πρόταση της Γραμματείας Φυτών για τη σμίκρυνση των πεύκων... η μελέτη του Γραφείου Ερήμων για την επίδραση της πτώσεως της θερμοκρασίας στην ομοιόσταση των αρθροπόδων... δύο αιτήσεις αδείας.
ΖΩΗ
Καλά. Άφησέ τα. Θα τα δω αργότερα. Φάνηκε ο Παρατηρητής;
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Όχι ακόμα.
ΖΩΗ
Όταν έρθει να τον δω αμέσως.
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μάλιστα!
(πηγαίνει προς την πόρτα)
ΖΩΗ
Έτοιμη για την επιθεώρηση;
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Όλα εντάξει.
(βγαίνει)
ΖΩΗ
(Κοιτάζει το ρολόϊ της. Βηματίζει. Πηγαίνει στο
παράθυρο. Σηκώνει την κουρτίνα. Την ίδια στιγμή χτύποι στην πόρτα. Αφήνει την κουρτίνα να πέσει.)
Εμπρός!
(μπαίνει ο Παρατηρητής)
ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
(Κουρασμένος)
Ουφ!..
ΖΩΗ
Λέγε!
ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
(πειραγμένος από το απότομο της Ζωής)
Να κάτσω πρώτα;
ΖΩΗ
Κάτσε αλλά λέγε.
ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
(Κάθεται).
Οι πληροφορίες είναι όλες σωστές. Στο Τμήμα Σχεδιασμών είναι κοινό μυστικό. Κανείς δε μιλάει γι αυτό, όμως όλοι το ξέρουν. Ο μηχανικός έχει σχεδιάσει κάτι και πιστεύει πως τα σχέδιά του θα πετύχουν.
ΖΩΗ
Τι ακριβώς σχεδιάζει; Έμαθες; Τι ακριβώς επιδιώκει;
ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
Δεν μπορώ να ξέρω ακριβώς. Μίλησα με δυο τρεις φίλους από το Τμήμα του. Αλλά ξέρεις, αυτά τα πράγματα θέλουν ώρα. Δεν πας και ρωτάς: "κρύβει κα ’να μυστικό το αφεντικό σου;" Πας, κάθεσαι, μιλάς για τον καιρό, για την οικονομική κατάσταση, για τα προσωπικά σου, κάνεις τον άλλο να σιγουρευτεί ότι πήγες εκεί μόνο και μόνο για να τον δεις ή επειδή ήθελες να συζητήσεις απλά μαζί του. Και όταν αυτό γίνει αρχίζεις με τρόπο να μπαίνεις στο θέμα που σε ενδιαφέρει. Ρωτάς τάχα αδιάφορα για κάτι που έγινε…
ΖΩΗ
(Τον διακόπτει)
Δε θέλω να μάθω πώς δουλεύεις. Θέλω να μου πεις τι έμαθες.
ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
Πρώτα επιβεβαίωσα όλες τις πληροφορίες που είχες μέχρι
τώρα. Έμαθα ότι κάτι μεγάλο σκαρώνεται, ότι αυτό το κάτι είναι έτοιμο στα χαρτιά, ότι έχει αρχίσει να μπαίνει σε πράξη και ότι αφορά αποκλειστικά στους πιθήκους. Μέσα σε μιαν ώρα πολλά είναι κι αυτά που έμαθα. Αν μου δώσεις χρόνο θα σου φέρω ως και τα σχέδια που έχει στο συρτάρι του.
ΖΩΗ
(Με αδημονία)
Χρόνο… Χρόνο…
(καταβάλλει προσπάθεια να ηρεμήσει)
Έχεις δίκιο. Ξέρω πως σου ζητάω πολλά. Όμως το πράγμα επείγει. Μην ξεχνάς πως σήμερα έχουμε επιθεώρηση. Πρέπει το θέμα να ξεκαθαρίσει σήμερα. Είναι ευκαιρία. Με την αλληλογραφία η διευθέτησή του θα καθυστερήσει με φοβερές συνέπειες. Έστειλες κάτω για αποδείξεις;
ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
Έστειλα τον ικανότερο βοηθό μου. Είναι εκεί από πρωί
πρωί. Όπου να ’ναι έρχεται. Θα σε ενημερώσω αμέσως όταν φτάσει.
(ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο Χάρωνας)
ZΩΗ
(στον Παρατηρητή)
Να έρθει ο ίδιος σε μένα.
ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
Ναι.
ΧΑΡΩΝΑΣ
Καλημέρα.
ΖΩΗ
Καλημέρα
ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
(απρόθυμα)
Καλημέρα.
(σηκώνεται)
ΧΑΡΩΝΑΣ
(Με ύφος ειρωνικό)
Μήπως διακόπτω καμία ενδιαφέρουσα συζήτηση;
ΖΩΗ
Τελειώσαμε Χάρωνα. Ο Παρατηρητής έφευγε.
(στον Παρατηρητή)
Να ’ρθει αμέσως ο ίδιος εδώ-ναι;
ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
Εντάξει.
(απαξιωτικό βλέμμα στο Χάρωνα. Στη Ζωή)
Αντίο
(βγαίνει)
ΧΑΡΩΝΑΣ
(Κάθεται)
Απορώ πώς αντέχεις αυτόν τον σπιούνο.
ΖΩΗ
(Μιλώντας περισσότερο στον εαυτό της)
Αν "αυτόν το σπιούνο" τον είχα χρησιμοποιήσει νωρίτερα, θα είχα μάθει πρωτύτερα τι συμβαίνει και δε θα είχα βρεθεί προ απροόπτου.
ΧΑΡΩΝΑΣ
Ποιο είναι το απρόοπτο; Συμβαίνει τίποτα;
ΖΩΗ
Δεν είναι κάτι που αφορά εσένα άμεσα. Ίσως και να μη σε αφορά ούτε έμμεσα.
ΧΑΡΩΝΑΣ
Ξέρω, είμαι μικρός και δεν έχω δικαίωμα να μάθω… Όμως είμαι υφιστάμενός σου μόνο γιατί ακόμα δεν δημιουργήθηκε η Διεύθυνση Αποσύρσεως. Το ξέρεις πως έχω κάνει αίτηση με πλήρη δικαιολόγηση του αιτήματος και ότι είναι ζήτημα χρόνου η δημιουργία της νέας Διεύθυνσης. Τότε θα ’χω δικό μου γραφείο όπως εσύ και σε βεβαιώνω (ρίχνει μια ματιά γύρω του) πως θα είναι καλλίτερο από αυτό.
ΖΩΗ
Δε θ' ασχοληθούν καθόλου με το αίτημά σου. Ως εκεί έχουν μυαλό. Όλοι ξέρουν πως η δουλειά σου δεν χρειάζεται ιδιαίτερες ικανότητες κι ακόμα περισσότερο ιδιαίτερο γραφείο. Όλο που έχεις να κάνεις είναι να κουβαλάς νεκρές κούκλες.
ΧΑΡΩΝΑΣ
(Μιμείται τη φωνή της)
"Όλο που έχεις να κάνεις είναι να κουβαλάς νεκρές κούκλες"... Πόσες φορές το ’χω ακούσει αυτό... Έτσι νομίζετε όλοι, πως είναι απλή δουλειά. Ξέρεις τι συντονισμός οχημάτων χρειάζεται για να μεταφερθούν τόσα πτώματα κάθε μέρα στο εργοστάσιο; Ξέρεις τι προεργασία απαιτείται για να μη γίνει λάθος και μπερδευτούν νεκροί με ζωντανούς; Και για πήγαινε συ να κουβαλήσεις έναν ελέφαντα! Η φόρτωση παίρνει περισσότερο χρόνο από τη μεταφορά. Τις περισσότερες φορές πρέπει να τον διαλύσω για να τον μεταφέρω. Εσύ που βλέπεις πόσο κοπιάζω για να γίνουν αυτά στην εντέλεια, δεν έπρεπε να πεις αυτά που είπες.
ΖΩΗ
(ειρωνικά)
Ναι, πολύ κοπιάζεις.
(αποφασιστικά)
Ότι και να λες, η Διεύθυνσή σου και αν ποτέ γίνει, θα έχει
είκοσι φορές λιγότερη δουλειά από τη δική μου.
ΧΑΡΩΝΑΣ
Μπράβο υπολογισμός! Πώς το μέτρησες; Εκείνο που θα ’πρεπε να πεις είναι ότι άλλη η δουλειά η δική σου και άλλη η δική μου. Τότε θα μιλούσες σωστά. Δεν μπορούν να συγκριθούν δυο ανόμοια πράγματα.
ΖΩΗ
Νομίζω ότι μπορούν στην περίπτωσή μας: εγώ δημιουργώ κι εσύ είσαι ένας μεταφορέας.
ΧΑΡΩΝΑΣ
Με συγχωρείς. Αλλά εγώ κουβαλάω πίσω στο εργοστάσιο
όσα δημιουργήματά σου καταστρέφονται κι εγώ δεν ξέρω από ποιαν αιτία. Σίγουρο είναι ότι δεν καταστρέφονται όλα από την πολυκαιρία, αλλά και σε πολύ μικρότερο χρόνο και από διάφορες αιτίες. Και αυτή η πρόωρη καταστροφή έχει βέβαια να κάνει με την ποιότητα της δουλειάς που γίνεται στη Διεύθυνσή σου…
ΖΩΗ
(Εκνευρισμένη αλλά και με διάθεση να δώσει τέλος στη
συζήτηση)
Δεν είσαι εσύ ικανός ούτε και αρμόδιος να κρίνεις τη
Διεύθυνσή μου. Αλλά, Χάρωνα, ας μη συνεχίσουμε τον καυγά. Με περιμένει μια δύσκολη μέρα. Και ας μην ξεχνάμε την επιθεώρηση. Συγνώμη αν σου μίλησα άσχημα.
ΧΑΡΩΝΑΣ
Α! Ναι! Η επιθεώρηση! Μα εμένα όλη σχεδόν η δουλειά γίνεται έξω από το εργοστάσιο.
(Ταχτοποιεί τα χαρτιά του πάνω στο γραφείο του)
Τα χαρτιά μου είναι έτοιμα. Εσύ έχεις ετοιμαστεί;
ΖΩΗ
Και ναι και όχι. Έχω ετοιμαστεί σε ό,τι θα μπορούσα να
ετοιμαστώ. Αλλά αυτή η επιθεώρηση δε μ' ενδιαφέρει όπως οι άλλες. Το ενδιαφέρον της βρίσκεται αλλού.
ΧΑΡΩΝΑΣ
Τι εννοείς;
ΖΩΗ
Χάρωνα έχω μπλεξίματα. Ο Λογοθέτης κάνει του κεφαλιού του.
ΧΑΡΩΝΑΣ
Εμένα μου το λες; Δεν το ξέρω; Προχτές έστειλε δικούς του και μάζεψαν όλες τις αντιλόπες πριν πάμε εμείς. Ο επικεφαλής του συνεργείου μου μού είπε πως δεν υπάρχουν αντιλόπες. Ενώ ξέραμε πως ήταν εκατόν τριανταπέντε. Όλη τη μέρα σκεφτόμασταν τι μπορεί να ’γινε. Και την επομένη τυχαία ανακάλυψα ότι τις είχε μαζέψει ο Λογοθέτης, γιατί τις χρειαζόταν, λέει, για τα πειράματά του. Καλά, του λέω, γιατί δε μου το ’λεγες ότι θα τις μαζέψεις;
Νομίζεις ότι μου απάντησε; Γελούσε σαν χαζός.
(Χτυπάει η πόρτα)
Εμπρός!
(Μπαίνουν ο Βοηθός Παρατηρητή και ο Παρατηρητής)
ΒΟΗΘΟΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ
Καλημέρα.
ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
(Στο βοηθό του)
Πες στην κυρία προϊσταμένη τι είδες.
ΒΟΗΘΟΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ
Είδα κάτι που ούτε έχω ακούσει ούτε έχω ξαναδεί. Είδα
πράματα που με τρόμαξαν. Είδα πιθήκους να περπατάνε σχεδόν όρθιοι. Άλλους να ’ναι μαζεμένοι γύρω από φωτιά και να ζεσταίνονται. Όταν πλησίασα μου πέταξαν πέτρες. Τις κρατούσαν μέσα στα χέρια τους όπως εμείς... Να, έτσι!.
(Δείχνει τη γροθιά του)
ΖΩΗ
(Κάνει μια κίνηση απογνώσεως. Αμέσως μετά με συγκρατημένα ήρεμο ύφος)
Εντάξει. Αρκετά. Πες στη γραμματέα μου πού θα βρίσκεσαι γιατί ίσως σε χρειαστώ αργότερα.
(Στον Παρατηρητή)
Ευχαριστώ. Μπορείτε να πηγαίνετε.
(Βγαίνουν ο Παρατηρητής και ο βοηθός του. Η Ζωή πατάει ένα κουμπί στη συσκευή τηλεφώνου που βρίσκεται πάνω στο γραφείο της)
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(από το τηλέφωνο)
Μάλιστα!
ΖΩΗ
Να έρθει αμέσως ο Λογοθέτης. Είναι επείγον.
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(απέξω)
Μάλιστα!
ΧΑΡΩΝΑΣ
Μα τι συμβαίνει;
ΖΩΗ
Συμβαίνει ότι ο Λογοθέτης ενεργεί χωρίς την έγκρισή μου. Προχτές το βράδυ είχα στο σπίτι μου τον Επόπτη Εργασίας. Μου είπε πως κάτι ψιθυρίζεται στο Τμήμα Μηχανικού Σχεδιασμού για μια καινούργια ιδέα του μηχανικού, που άρχισε κιόλας να την εφαρμόζει στους πιθήκους. Δεν ήξερε κάτι συγκεκριμένο. Αμέσως ειδοποίησα τον Παρατηρητή να μάθει και να με ενημερώσει το συντομότερο. Ταυτόχρονα του είπα να στείλει κάτω κάποιον να δει τι γίνεται. Τα νέα τα άκουσες μόνος σου. Όμως θέλω ν’ ακούσω από τον ίδιο τι προσπαθεί να κάνει και πού έχει φτάσει το πράγμα. Μα προ παντός θέλω να τον σταματήσω. Όλα δείχνουν ότι πρόκειται για κάτι φοβερό. Θα ’θελα να μην ήταν έτσι, όμως όσα άκουσα εκεί οδηγούν.
ΧΑΡΩΝΑΣ
Έχω τα ίδια αισθήματα με σένα για το Λογοθέτη. Μα τώρα δεν βλέπω τι φοβερό μπορεί να συμβαίνει. Μη χαρακτηρίζεις από πριν άσχημο ότι κάνει. Μπορεί να πρόκειται για κάτι αθώο.
ΖΩΗ
Αν ήταν αθώο δε θα κρατιόταν μυστικό. Ούτε ήταν αθώα όσα ακούστηκαν πριν λίγο εδώ μέσα.
ΧΑΡΩΝΑΣ
Εγώ απ' ότι άκουσα συμπέρανα πως ο Λογοθέτης προσπαθεί να βελτιώσει τη δουλειά του. Και επειδή εδώ μέσα πρόκειται να δοθεί μάχη όταν αυτός έρθει, εγώ θα φύγω. Ύστερα έχω να ελέγξω τις σημερινές αφίξεις. Αφού έχουμε επιθεώρηση πρέπει να είναι όλα εντάξει. Τι ώρα αλήθεια αρχίζει η επιθεώρηση;
ΖΩΗ
(Παίρνει και συμβουλεύεται ένα χαρτί από το γραφείο της)
Το πρόγραμμα λέει στις δέκα. Όμως πότε ακολουθήθηκε το πρόγραμμα; Γι αυτό ας είμαστε έτοιμοι νωρίτερα.
ΧΑΡΩΝΑΣ
Αν με ζητήσουν θα είμαι στο Τμήμα Παραλαβών.
(Τεντώνεται στην καρέκλα του)
Σήμερα δεν αισθάνομαι καλά. Θα κρύωσα το βράδυ.
(Χτύποι στην πόρτα. Ο Χάρωνας σηκώνεται)
Αυτός θα ’ναι. Εγώ φεύγω.
ΖΩΗ
Εμπρός!
(Μπαίνει ο Λογοθέτης)
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(Στο Χάρωνα)
Γεια σου Χάρωνα.
ΧΑΡΩΝΑΣ
(Στο Λογοθέτη)
Γεια σου. Εγώ έφευγα. Πέρνα.
(Στη Ζωή)
Γεια.
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(Κλείνει την πόρτα. Είναι γελαστός μα και ανήσυχος)
Καλημέρα.
ΖΩΗ
Καλημέρα. Κάτσε.
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(Κάθεται)
Η γραμματέας σου μου είπε πως είναι επείγον.
ΖΩΗ
Ναι Λογοθέτη, πρόκειται για κάτι επείγον και σοβαρό. Τι
συμβαίνει με τους πιθήκους;
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(σοβαρεύεται)
Ώστε αυτό ήταν... Αυτό ήθελε ο Παρατηρητής πρωί πρωί στο Τμήμα μου...
ΖΩΗ
Λογοθέτη, είμαι η προϊσταμένη της Διεθύνσεως Παραγωγής και είναι μέσα στα καθήκοντά μου να γνωρίζω τι γίνεται μέσα στη Διεύθυνσή μου. Έμαθα λοιπόν πως κάνεις κάτι κρυφά από μένα. Πώς το έμαθα δεν ενδιαφέρει. Σημασία έχει πως εσύ δε με ενημέρωσες σχετικά. Απαιτώ να μάθω από σένα τι ακριβώς συμβαίνει. Ακούω.
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Τα λόγια σου και το ύφος σου δείχνουν πως με αντιμετωπίζεις σαν να έκανα κανένα έγκλημα. Το πράγμα είναι απλό και δεν βλέπω γιατί το αντιμετωπίζεις έτσι. Σαν επιστήμονας που είμαι, προσπαθώ να βελτιώσω τη δουλειά μου. Μελετώ, πειραματίζομαι, παρατηρώ…
ΖΩΗ
Αυτό είναι υποχρέωσή σου. Για να πειραματιστείς όμως στις κούκλες μας πρέπει να έχεις την έγκρισή μου. Εκτός από επιστήμονας είσαι και υπάλληλος. Και έχεις προϊστάμενο που συμβαίνει να είμαι εγώ.
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Οτιδήποτε κρίνω ότι χρειάζεται να τεθεί υπόψη σου, θα σου το αναφέρω αμέσως. Και αν χρειαστεί να κάνω κάποια σοβαρή αλλαγή θα ζητήσω οπωσδήποτε την έγκρισή σου.
ΖΩΗ
Μιας κι είσαι λοιπόν εδώ ενημέρωσέ με για ότι σκοπεύεις να κάνεις, αλλά κύρια για ότι έκανες ως τώρα. Και εννοώ ό,τι καινούργιο εφάρμοσες στις κούκλες μας. Γιατί σαν προϊσταμένη της Διευθύνσεως μόνο αυτό με ενδιαφέρει: τι έκανες στις κούκλες μας. Στις κούκλες του εργοστασίου μας.
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Δεν ξέρω τι σου είπαν. Η αλήθεια είναι ότι ασχολούμαι από καιρό πειραματικά με την οικογένεια των πιθήκων. Παρατήρησα ότι πολλαπλασιάζοντας τις συνάψεις των εγκεφαλικών κυττάρων μεταξύ τους, είχα αποτελέσματα ικανοποιητικότερα παρά αν τα εφάρμοζα στις άλλες κούκλες. Οι πίθηκοι ανταποκρίνονται γρηγορότερα και πιο αποτελεσματικά στις μεταβολές αυτές. Η πρόσληψη των παραστάσεων δεν είναι προσωρινή, αλλά κατά κάποιον τρόπο εντυπώνεται και παραμένει μέσα στα εγκεφαλικά κύτταρα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά σε μερικές περιπτώσεις επανέρχεται σαν ένα είδος ανάμνησης όταν οι εξωτερικές συνθήκες και τα ερεθίσματα που δέχεται ο πίθηκος είναι παρόμοια με εκείνα που του δημιούργησαν την πρώτη εντύπωση. Αυτό είναι ένα σημαντικό στοιχείο και προσπαθώ να το αξιοποιήσω όσο γίνεται.
ΖΩΗ
Συνέχισε.
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Αυτό είναι όλο το θέμα. Πήρα την πρωτοβουλία και στις δύο τελευταίες αποστολές πιθήκων εφάρμοσα αυτές τις αλλαγές.
ΖΩΗ
Αυτό είναι το όλο θέμα λοιπόν! Και το θεωρείς μικρό!
Πίθηκοι ανάβουν φωτιά και ζεσταίνονται. Πίθηκοι χρησιμοποιούν πέτρες για όπλο. Πίθηκοι περπατούν όρθιοι. Βλέπεις ότι ξέρω.
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Δε θα σου ’κρυβα τίποτα. Πράγματι συμβαίνουν όλα αυτά, όχι σε μεγάλη κλίμακα όμως ακόμα. Όσον αφορά στις πέτρες που πιάνουν, η βελτίωση αυτή είναι συνέπεια της πρώτης που σου ανέφερα.
Παρατήρησαν ότι ο εχθρός έτσι φοβάται και φεύγει. Μια μικρή μετατόπιση του αντίχειρα έτσι ώστε να είναι τοποθετημένος αντίθετα στ’ άλλα δάχτυλα, διευκόλυνε το κράτημα της πέτρας. Όσο για την σχεδόν όρθια στάση, απλά έδωσα μεγαλύτερη ελαστικότητα στους συνδέσμους μεταξύ των σπονδύλων. Νομίζω πως όλα αυτά είναι μια πρόοδος-και όποια πρόοδος βγαίνει από τη Διεύθυνσή μας, τιμά όλο το Τμήμα.
ΖΩΗ
Λογοθέτη, έχεις αθώο ύφος χωρίς να είσαι αθώος. Η δουλειά σου σ’ αυτό το εργοστάσιο είναι η παραγωγή αντιτύπων από πρότυπα που σου έχουν δοθεί, και η σωστή κατανομή των ενστίκτων σ' αυτά. Είναι μια σοβαρή δουλειά. Κι αν περιοριζόσουν σ' αυτήν, τώρα δε θα βρισκόσουν σ’ αυτή τη δυσάρεστη θέση. Οτιδήποτε πέρα απ’ αυτά τα καθήκοντά σου είναι κάτι που δεν θα το αποφασίσεις εσύ αλλά εγώ. Σου δίνω την προφορική εντολή που σήμερα κιόλας θα την πάρεις και γραπτή, να πάψεις να εφαρμόζεις τις ιδέες σου στις κούκλες μας. Και να επαναφέρεις στην προηγούμενη κατάσταση τους πιθήκους. Αν είναι δύσκολο να επαναφέρεις τους ήδη
αλλαγμένους, να επαναφέρεις τα παλιά χαρακτηριστικά στις επόμενες αποστολές. Αυτό θα βοηθήσει να κριθείς επιεικώς για την απειθαρχία σου.
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Σωστά είπα πως είμαι κατηγορούμενος λοιπόν. Βέβαια, έπρεπε να σε ενημερώσω. Δεν το ’κανα έγκαιρα. Το ’μαθες από αλλού. Όμως πρόκειται για κάτι καλό. Για μια πρόοδο…
ΖΩΗ
(έντονα)
Καλό; Πρόοδο; Πραγματικά το πιστεύεις αυτό; Άκουσα καλά; Πρόοδο;
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Ναι, καλά άκουσες. Πιστεύω ότι καθήκον κάθε εργαζόμενου και ιδιαίτερα κάθε επιστήμονα είναι η κατά τον καλλίτερο τρόπο αξιοποίηση των ικανοτήτων του ώστε να προσθέσει ένα λιθαράκι κι αυτός στο οικοδόμημα της επιστήμης του. Αυτό έκανα κι εγώ. Δε σε ενημέρωσα εγκαίρως. Σε ενημερώνω τώρα. Νομίζω δεν είναι αργά.
ΖΩΗ
(στον εαυτό της)
Ελπίζω κι εγώ να μην είναι αργά.
(στον μηχανικό)
Λογοθέτη, να επαναφέρεις τα πράγματα στην κανονική τους σειρά. Πράγματι αυτό είναι το καθήκον κάθε εργαζόμενου, όμως στην περίπτωσή μας κάθε πρόοδος της επιστήμης πρέπει να αξιοποιείται στα πλαίσια των απαιτήσεων του εργοστασίου και εν πάσει περιπτώσει όχι χωρίς την έγκριση των υπευθύνων. Και στη δική μας περίπτωση όχι χωρίς τη δική μου έγκριση. Να επαναφέρεις τους πιθήκους στην προηγούμενη κατάστασή τους.
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Μα Ζωή… για σκέψου... Είμαστε ένα εργοστάσιο πρωτοπόρο στον τομέα μας. Από το μηδέν φτάσαμε να δημιουργήσουμε μια στρατιά όντων. Από ένα μικρό κύτταρο φτάσαμε στους δεινόσαυρους και στα τεράστια φυτά. Από τον πρωτογονισμό της αμοιβάδας φτάσαμε στο νευρικό σύστημα των σπονδυλωτών. Από τα πρώτα ψευδοπόδια προχωρήσαμε στη δημιουργία ποικίλου τύπου μετακινήσεων. Οι κούκλες μας σήμερα βαδίζουν, πετούν, κολυμπάνε. Κι όλα αυτά τα κάναμε μαζί εμείς όλοι, μέσα σ' αυτό το εργοστάσιο. Με μόχθο και έχοντας να πολεμήσουμε με αντίξοες κάθε φορά συνθήκες. Και σ’ όλα βγήκαμε νικητές γιατί παλέψαμε αδερφωμένοι χέρι χέρι. Και επειδή τολμούσαμε να εφαρμόζουμε κάθε φορά καινούργιες ιδέες και ανακαλύψεις. Και είσαι συ που πρωτοστατούσες στην όποια καινοτομία για τη βελτίωση της δουλειάς μας-πρέπει να το παραδεχτώ αυτό. Και φτάσαμε τώρα στο εντελώς αντίθετο σημείο, εμείς οι ίδιοι, εσύ προϊσταμένη, να βάζεις φραγμό στην εξέλιξη που μέχρι τώρα μόνον οφέλη στις κούκλες μας έφερνε και φήμη στο εργοστάσιό μας. Βέβαια πολλές φορές είχαμε διαφωνίες, πολλές φορές είχαμε διαφορές απόψεων-θυμήσου μόνο την υπόθεση των δελφινιών-όμως εκείνος που υπερίσχυε πάντοτε δεν ήμουν εγώ ή εσύ αλλά η επιστήμη και η πρόοδος.
Πιστεύω ότι και τώρα το ίδιο θα γίνει. Σε παρακαλώ ν' αφήσεις κατά μέρος τις τυπικότητες και να δεις την ουσία. Παρατύπησα. Δεν στο είπα. Μα η ουσία παραμένει. Και είναι αυτή ένα βήμα ακόμα εμπρός. Και τώρα συ μου λες αντί εμπρός να πάω πίσω. Ε, λοιπόν όχι. Αρνούμαι να υπακούσω όποιες κι αν θα είναι οι συνέπειες.
ΖΩΗ
(θλιμμένα)
Είναι λυπηρό να φτάνει η συζήτηση μεταξύ μας σε τέτοιο
σημείο. Είναι λυπηρό να σου δίνω μια εντολή και συ ν' αρνείσαι να την εκτελέσεις. Χειρότερο όμως είναι που αποκαλείς πρόοδο αυτά σου τα επιτεύγματα. Έχεις δίκιο, πολλά περάσαμε, πολλά καταφέραμε.
(αποφασιστικά)
Αυτό όμως όχι! Αυτό δεν είναι πρόοδος. Αυτό πρέπει να
ξαναγυρίσει εκεί που ήταν. Και να ξεχάσεις τις ανακαλύψεις σου πάνω στο θέμα. Να κάψεις τις σημειώσεις σου.
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(Σηκώνεται. Οπισθοχωρεί)
Να κάψω τις σημειώσεις μου; Να ξεχάσω ό,τι έκανα ως τώρα πάνω σ’ αυτό;
(στέκει για λίγο σαν άνθρωπος που δεν πιστεύει ό,τι άκουσε)
Τουλάχιστον ας είχα μια πειστική αιτία για να το κάνω.
(βλέπει προς τη Ζωή ερωτηματικά)
ΖΩΗ
(Σκύβοντας προς το μέρος του και κοιτάζοντάς τον στα
μάτια. Σιγά) Δεν καταλαβαίνεις λοιπόν; (με φωνή που τρέμει)
Έτσι αρχίσαμε κι εμείς.
(ο μηχανικός στέκει για λίγο μετέωρος, σαν χαμένος. Η Ζωή συνεχίζει περπατώντας αργά)
Το χέρι που κράτησε την πέτρα... η φωτιά... η όρθια στάση... η νόηση... ύστερα η ομαδική ζωή, οι θρησκείες, οι πρώτες κοινωνίες, το χρήμα...
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(Ξαναβρίσκει την αυτοκυριαρχία του)
Δε θα σπρώξω εγώ σ’ όλα αυτά τις κούκλες μας. Εγώ θα τις εφοδιάσω με λογική. Εκείνες θ’ αποφασίζουν για ό,τι τις αφορά.
ΖΩΗ
(συνεχίζει σαν να μην άκουσε τον μηχανικό, ή σαν να μην είναι αυτός στο γραφείο)
...η φτώχεια, η αθλιότητα, η εκμετάλλευση, ο φόβος...
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Θα 'χουνε λογική. Θ' αποφασίζουν. Θα πάρουν τις τύχες τους στα χέρια τους, Θα ζήσουν όπως οι ίδιες διαλέξουν.
ΖΩΗ
(όπως πριν)
Η μοναξιά... η θλίψη... ο πόνος... και οι νύχτες! οι νύχτες
τους... γεμάτες ερημιά, φαντάσματα, γεμάτες ατέλειωτη οδύνη… γεμάτες αναίτια ενοχή που το δάκρυ δεν θα ξεπλένει (λέγοντας αυτά έχει φτάσει στο γραφείο της. Ξαναβρίσκει τον εαυτό της. Κοιτάζει τον μηχανικό. Κάθεται άτονα στην καρέκλα)
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Όλα αυτά τα βρίσκω υπερβολικά. Δεν βρίσκω τίποτα κακό να ζεσταίνονται οι πίθηκοι. Ούτε είναι άσχημο να διώχνουν με πέτρες εκείνον που θα ήθελε να τους κάνει κακό. Έχω κάνει πολλή δουλειά. Γι αυτό υπάρχω εδώ. Γι αυτό πληρώνομαι. Για να κάνω το καλλίτερο που μπορώ. Θέλω να δημιουργήσω κάτι. Να κάνω αισθητή την παρουσία μου. Τουλάχιστον προσπαθώ. Στο κάτω κάτω στη χειρότερη περίπτωση, οι πίθηκοι θα έχουν πολιτισμό, ανέσεις, διασκεδάσεις, θα καταπολεμούν τις αρρώστιες…
ΖΩΗ
(Λυπημένη και απογοητευμένη που δεν μπορεί να τον πείσει)
Όλα αυτά δε θα ’ναι παρά μια αποτυχημένη προσπάθεια να ξεφύγουν από τον πόνο. Ώσπου να δουν πως τίποτε δεν μπορεί να τους απαλλάξει απ’ αυτόν. Και τότε τον πόνο τους θα τον συντροφεύει και η αυτοπεριφρόνησή τους για ό,τι μηχανεύτηκαν μέσα στην απελπισία τους.
(μικρή παύση)
Βλέπω ότι είσαι αποφασισμένος να σπρώξεις στη δυστυχία το γένος των πιθήκων. Παραβλέπεις το γεγονός πως καμιά κούκλα μας δεν πόνεσε ποτέ μέχρι σήμερα τον πόνο που θα πονάνε οι πίθηκοι μετά τις παράνομες επεμβάσεις σου.
Το ένστικτο! Το ένστικτο! Σ’ αυτό μόνο έπρεπε να
περιοριστείς. Αυτό και μόνο έπρεπε να ’ναι η φροντίδα σου.
(Σηκώνεται. Ζωηρά)
Αλλά η υπεύθυνη της Διεύθυνσης είμαι εγώ. Δεν εγκρίνω αυτές τις ενέργειές σου κύριε Λογοθέτη και θα τις σταματήσω θέλεις δε θέλεις. Για το καλό του εργοστασίου μας, για το καλό των πιθήκων, για το καλό όλων μας, έστω κι αν εσύ δεν συμφωνείς ή δεν μπορείς να καταλάβεις.
Είναι λοιπόν αυτή η τελευταία σου λέξη;
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς.
ΖΩΗ
Τότε θα ζητήσω την επέμβαση της κυρίας Διευθύντριας... Και θα το κάνω πριν έρθει η κυρία ιδιοκτήτρια για επιθεώρηση, έτσι ώστε αν η κυρία Διευθύντρια δεν δώσει τη σωστή λύση, να θέσω το θέμα στην κυρία ιδιοκτήτρια.
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Θα υπερασπίσω τη θέση μου όπου χρειαστεί. Όσο για την
κυρία Διευθύντρια βέβαια και δε θα χρειαστεί, αυτό είναι βέβαιο…
(Μπαίνει η Διευθύντρια. Έχει ακούσει τα τελευταία λόγια του μηχανικού. Γριά απροσδιορίστου ηλικίας. Αναμαλλιασμένη, ντυμένη παρδαλά. Κρατάει στην αγκαλιά της ένα μηχανικό σκυλάκι που γαυγίζει όποτε το οριζοντιώνει. Χαδεύει συνεχώς το σκυλάκι)
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Άκουσα να λέτε για μένα. Θα σας μαλώσω πάλι. Σας είπα να με λέτε με τ’ όνομά μου: Αθανασία. Όχι "κυρία". Δε μου ταιριάζει
(γελάει)
Το λέει και το σκυλάκι μου. Τι λες σκυλάκι μου; Μου ταιριάζει;
(γέρνει το σκυλάκι και ακούγεται ένα "γαβ-γαβ")
Όχι, το λέει και το σκυλάκι μου. Όχι «Διευθύντρια». Αθανασία. Σκέτο Αθανασία.
(στη Ζωή)
Χρυσή μου τα μαλλάκια σου είναι θαύμα. Πώς σε λένε;
ΖΩΗ
Ζωή κυρία Διευθύντρια
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Όχι "κυρία Διευθύντρια". Αθανασία! Πες μου πάλι: "Ζωή Αθανασία"!
ΖΩΗ
Ζωή Αθανασία.
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Α! Ναι! Ζωή. Θυμάμαι. Σε τοποθέτησα εδώ για να φας ένα κομμάτι ψωμί.
(γελάει)
Περνάς καλά;
ΖΩΗ
Καλά κυρία Διευθύντρια.
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Όχι "κυρία Διευθύντρια". Πες μου: "Καλά Αθανασία!'
ΖΩΗ
...Καλά Αθανασία.
ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
Έτσι μπράβο. Και αυτό είναι το Τμήμα σου; Ποιο Τμήμα έχεις;
ΖΩΗ
Τη Διεύθυνση Παραγωγής Αθανασία.
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Μπράβο. Πολύ καλά. Όμως εγώ γιατί βρίσκομαι εδώ παιδί μου;
ΖΩΗ
Δεν ξέρω Αθανασία
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Βέβαια. Πώς να ξέρεις; Έξω από την πόρτα βρίσκεται μια
κοπέλα. Φώναξέ την. Αυτή ξέρει.
(στο σκυλάκι της)
Τι λες και συ σκυλάκι μου; Ξέρει;
(γέρνει το σκυλάκι της και ακούγεται "γαβ-γαβ". Θριαμβευτικά)
Ξέρει λέει το σκυλάκι μου.
(Η Ζωή πατάει ένα κουμπί στο τηλέφωνο)
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(από το τηλέφωνο)
Μάλιστα!
ΖΩΗ
Έλα σε παρακαλώ. (ανοίγει η πόρτα και εμφανίζεται η γραμματέας. Στέκει στο άνοιγμα της πόρτας)
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
(Στη γραμματέα)
Γιατί ήρθα εδώ παιδί μου; Πες στην κυρία.
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η Αθανασία είναι εδώ για να σας πει ότι η επιθεώρηση από την κυρία ιδιοκτήτρια άρχισε κιόλας και ότι το πρώτο Τμήμα που θα επιθεωρήσει θα είναι το δικό σας.
(χειρονομία πίσω από την πλάτη της Διευθύντριας. Βγαίνει)
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Μπράβο! Γι αυτό ήρθα!
(γυρίζει στο σκυλάκι της)
Γι αυτό δεν ήρθα σκυλάκι μου;
(γαύγισμα του σκυλιού όπως πριν. Στη Ζωή)
Το λέει και το σκυλάκι μου. Γι αυτό ήρθα.
(Γελάει. Στον Λογοθέτη που όλη αυτή την ώρα
καθόταν στην καρέκλα του Χάρωνα)
Εσύ ποιος είσαι;
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(χωρίς να σηκωθεί)
Ο Λογοθέτης Αθανασία.
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Α! Ο Λογοθέτης! Που παίζει με τα πιθηκάκια…
ΖΩΗ
Ώστε ξέρετε σχετικά Αθανασία;
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Πώς δεν ξέρω… Καλά κάνει το παιδί. Να παίζει... να
παίζει...(τσιμπάει το μάγουλο του Λογοθέτη) Να παίζει το παιδί. Καλά κάνει. Καλά δεν κάνει σκυλάκι μου;.. ναι λέει το σκυλάκι μου, καλά κάνει.
ΖΩΗ
Αθανασία μπορώ να σας μιλήσω για λίγο;
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Μα ναι παιδί μου, γιατί όχι;
(γελάει)
ΖΩΗ
Αθανασία το θέμα είναι σοβαρό.
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
(Το πρόσωπό της παίρνει μιαν έκφραση ψεύτικης προσποιητής σοβαρότητας)
Ω!
ΖΩΗ
Πολύ σοβαρό. Υπάρχει διάσταση απόψεων ανάμεσα σε μένα και στο Λογοθέτη για το ζήτημα των πιθήκων.
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
(Κοιτάζει αφηρημένα τον Λογοθέτη)
Να παίζει με τα πιθηκάκια…
ΖΩΗ
Αθανασία, μετά από μένα εσείς είστε εκείνη που πρέπει να λάβει γνώση και να δώσει λύση. Είστε η Διευθύντρια.
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Είμαι η Αθανασία.
ΖΩΗ
Είσαι η Αθανασία αλλά είσαι και η Διευθύντρια αυτού του εργοστασίου.
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
(Με σοβαροφάνεια)
Ναι.
ΖΩΗ
Σε παρακαλώ να με προσέξεις. Το παιχνίδι του Λογοθέτη με τους πιθήκους είναι πολύ επικίνδυνο.
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Να μην παίζει τότε το παιδί με τα πιθηκάκια. Μπορεί να πάθει κακό. Να μην παίζει.
ΖΩΗ
Δεν κατάλαβες τι θέλω να πω.
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
(Πειραγμένη)
Πώς δεν κατάλαβα... Δε θέλεις να παίζει το παιδί με τα
πιθηκάκια.
(με νάζι)
Τι με πέρασες να μην καταλαβαίνω;
ΖΩΗ
Δεν πρόκειται για παιχνίδι Αθανασία. Πρόκειται για ενέργειες που θα στοιχίσουν τη δυστυχία σε εκατομμύρια-σε δισεκατομμύρια πιθήκους.
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Παιχνίδι είναι, παιχνίδι.
(Στο μηχανικό)
Σ' αρέσει αυτό το παιχνίδι παιδί μου;
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(Που παρακολουθεί αδιάφορα όλη αυτή την ώρα, ξέροντας το άσκοπο των αιτήσεων της Ζωής στην Αθανασία)
Ναι Αθανασία.
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Ε, τότε παίζε παιδί μου.
(Στο σκυλάκι της)
Να παίζει; Πες κι εσύ σκυλάκι μου
(ακούγεται το μηχανικό γαύγισμα του σκυλιού. Θριαμβευτικά:) Να παίζει. Το λέει και το σκυλάκι μου.
(Στον Λογοθέτη:)
Παίζε παιδί μου.
(Γελάει. Στη Ζωή)
Τελείωσαν τα σοβαρά;
ΖΩΗ
(απελπισμένη)
Τελείωσαν Αθανασία.
(Μονολογεί;)
Κι όμως κάτι πρέπει να γίνει… κάτι πρέπει να γίνει…
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
(Γελάει)
Θα γίνει... θα γίνει...
(χαϊδεύει το σκυλάκι της)
ΖΩΗ
(Στον Λογοθέτη)
Θα θέσω το θέμα στην ιδιοκτήτρια.
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
(Θορυβημένη)
Πού είναι; Πού είναι;
ΖΩΗ
Δεν είναι εδώ Αθανασία.
(Η Αθανασία ησυχάζει)
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(στην Ζωή)
Το καλλίτερο που έχεις να κάνεις. Είναι η μόνη αρμόδια και ικανή να αποφασίσει.
ΖΩΗ
Το καλλίτερο θα ήτανε να υπακούς στις εντολές των προϊσταμένων σου. Είμαι σ΄ αυτή τη θέση επειδή έχω πείρα, ευαισθησία και ορθή κρίση
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Κι εγώ είμαι σ' αυτή τη θέση επειδή είμαι ικανός μηχανικός.
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Εγώ γιατί είμαι εδώ παιδί μου;
ΖΩΗ
Για την επιθεώρηση Αθανασία.
(Κάθεται απογοητευμένη)
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Και ποιος θα κάνει επιθεώρηση παιδί μου;
ΖΩΗ
Η κυρία Ιδιοκτήτρια.
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Ω!
(Συμμαζεύεται. Παύση)
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Αθανασία, κάθε μέρα ο Χάρωνας κουβαλάει σωρούς νεκρές κούκλες. Πώς η Αθανασία επιτρέπει να πεθαίνουνε κούκλες στην επικράτειά της;
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Να πεθαίνουνε; Ποιος είπε ότι πεθαίνουνε;
(Στο σκυλάκι της:)
Πεθαίνει τίποτα σκυλάκι μου;
(Ακούγεται το γαύγισμα του σκυλιού)
Όχι, τίποτα δεν πεθαίνει. Το λέει και το σκυλάκι μου.
(Απέξω ακούγονται βαριά χτυπήματα, σαν όπως χτυπάει κάτι βαρύ πάνω σε ξύλινο πάτωμα. Η Ζωή και ο Λογοθέτης σηκώνονται και διορθώνουν την εμφάνισή τους. Η Αθανασία προσπαθεί να καταλάβει τι γίνεται. Ανοίγει η πόρτα και η γραμματέας εμφανίζεται θορυβημένη. Με σιγανή, συνωμοτική φωνή:)
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έρχεται. Ανεβαίνει τις σκάλες.
(Βγαίνει και κλείνει την πόρτα πίσω της. Τα βαριά βήματα
πλησιάζουν. Κανείς δεν μιλάει. Σε λίγο η πόρτα ανοίγει και εμφανίζεται η Ανάγκη. Φοράει μια βαριά πανοπλία που αφήνει να φαίνονται μόνο δυο λαμπερά και σκληρά μάτια. Μπαίνει στο δωμάτιο με αργά, βαριά βήματα και στέκεται στη μέση ώστε να βλέπει και τους τρεις).
ΑΝΑΓΚΗ
Γεια σας.
ΖΩΗ
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
(Όλοι μαζί:)
Χαίρετε κυρία Ιδιοκτήτρια.
ΑΝΑΓΚΗ
(Στη Ζωή)
Όλα καλά;
ΖΩΗ
Υπάρχει ένα πρόβλημα κυρία ιδιοκτήτρια…
ΑΝΑΓΚΗ
(Χωρίς να δείχνει ότι άκουσε τι της είπε η Ζωή, στον μηχανικό)
Όλα καλά;
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Μάλιστα κυρία Ιδιοκτήτρια.
ΑΝΑΓΚΗ
(Στη Ζωή)
Ποιο είναι το πρόβλημα;
ΖΩΗ
...Θα καθίσετε;
ΑΝΑΓΚΗ
Και να το ’θελα, δεν μπορώ. Αλλά δεν υπάρχει λόγος. Είμαι άνετα εδώ μέσα. Ποιο είναι το πρόβλημα;
ΖΩΗ
Θα σας το θέσω με δυο λόγια. Πρόκειται για τους πιθήκους κυρία Ιδιοκτήτρια. Ο μηχανικός θέλει να τους δώσει εκτός από ένστικτο και λογική. Σαν υπεύθυνη της Διευθύνσεως Παραγωγής κρίνω ότι κάτι τέτοιο θα ήτανε πηγή δυστυχίας για τους πιθήκους. Σας παρακαλώ…
ΑΝΑΓΚΗ
(διακόπτοντας τη Ζωή)
Αρκετά. Να προχωρήσει ο μηχανικός.
ΖΩΗ
… Κυρία Ιδιοκτήτρια ξέρετε καλλίτερα από μένα τις φοβερές συνέπειες που θα είχε μια τέτοια ενέργεια. Ξέρετε καλλίτερα από μένα τα μειονεκτήματα μιας τέτοιας εξέλιξης, καθώς και την κακή φήμη που θα αποκτήσει το εργοστάσιό μας, αφού αυτό θα θεωρηθεί υπεύθυνο για τα τόσα δεινά που περιμένουν έτσι τους δυστυχείς πιθήκους…
(Η Ζωή λέει τα παραπάνω ακολουθώντας από πίσω την Ιδιοκτήτρια, η οποία με αργά, σταθερά και βροντερά βήματα κατευθύνεται προς το γραφείο της Ζωής. Η τελευταία λέξη της Ζωής εκφέρεται όταν η Ιδιοκτήτρια έχει σηκώσει το χέρι της πάνω από το γραφείο της Ζωής. Η Ζωή που καταλαβαίνει τι πρόκειται να επακολουθήσει παύει να μιλά και οπισθοχωρεί ένα βήμα. Όταν η Ιδιοκτήτρια φτάνει στο γραφείο, σηκώνει το δεξί της χέρι και το αφήνει να πέσει βαρύ πάνω στο γραφείο. Το γραφείο γίνεται κομμάτια και ό,τι βρίσκεται πάνω του σκορπίζεται στο πάτωμα.)
ΑΝΑΓΚΗ
(Αμέσως ύστερα από το χτύπημα στο γραφείο της Ζωής:)
Να προχωρήσει ο μηχανικός.
(Όλοι μένουν εμβρόντητοι. Η Ιδιοκτήτρια κάνει μεταβολή και κατευθύνεται προς την πόρτα. Πριν βγει στρέφει όσο της επιτρέπει η πανοπλία της και απευθύνεται στη Ζωή)
Και να πάρεις άλλο γραφείο.
(Βγαίνει).
ΑΥΛΑΙΑ
Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026
Κύριε Πρόεδρε Τραμπ
Περίμενα με πολύν ανυπομονησία την ανάδειξή σας σε Πρόεδρο της Αμερικής.
Οι ξεκάθαρες ιδέες σας, το να λέτε ό,τι σκέπτεστε χωρίς να το περνάτε πρώτα από τον ηθμό της παραποίησής του, με είχε συναρπάσει.
Και ό,τι έχετε κάνει μέχρι τώρα με βρίσκει σύμφωνον.
Δυο λόγια μόνο θέλω να σας πω.
Για το Ιράν.
Το Ιράν γνωρίζετε βέβαια ότι έχει ιστορία εννέα χιλιάδων χρόνων.
Είναι λαός που υπάρχει πριν από τους λαούς και της Αμερικής, αλλά και της Ελλάδας.
Και είναι η χώρα που πριν δυόμιση χιλιάδες χρόνια ήταν κοσμοκράτειρα.
Η αυτοκρατορία της περιελάμβανε την μισή τότε ανθρωπότητα.
Θα μου άρεσε να σας δω να της φερθείτε σαν σε μια προγιαγιά μας.
Να την αφήσετε δηλαδή να κάθεται στη γωνιά της και να τρώει το ψωμάκι της το βρεγμένο στο κρασί της.
Θα μου πείτε θέλει να φτιάξει πυρηνικά όπλα.
Πείσετέ την με κάποιον άλλο τρόπο να μην το κάνει.
Αλλά μην σκοτώσετε τους Ιρανούς.
Πριν από δυόμιση χιλιάδες χρόνια οι Ιρανοί (Πέρσες τότε), κίνησαν να πάρουν την Ελλάδα.
Οι έλληνες τους νίκησαν (και μάλιστα οι μάχες που έδωσαν οι δύο στρατοί διδάσκονται σήμερα στα Πανεπιστήμια).
Δεν τους κυνήγησαν όμως μέχρι την Περσία ώστε να τους εξολοθρεύσουν.
Τους άφησαν να πάνε και να κλάψουν τους νεκρούς τους.
Και εδώ φέρνω μπροστά σας τον Αισχύλο, που στους «ΠΕΡΣΕΣ» του, χαρακτηρίζει «απαλόθρηνες» τις Περσίδες που έκλαιγαν τους νεκρούς του πολέμου-άντρες, αδέρφια, παιδιά τους.
Απαλόθρηνες! Ποιες άλλες γυναίκες στη γη θα έκλαιγαν έτσι;
Συνήθως κατάρες μίσος και ύβρεις για τους εχθρούς ακούγονται στα τέτοια πένθη…
Εσείς κύριε Πρόεδρε, θα βρείτε τρόπο να γίνουν ακίνδυνοι οι Ιρανοί χωρίς σκοτωμούς.
Γιατί δεν θέλετε βέβαια να βλέπετε να θρηνούν «απαλά» τέτοιες όμορφες γυναίκες, που έρχονται μάλιστα από τα βάθη της πανθ’ ορώσας Ιστορίας, και για έναν πόνο μάλιστα που εσείς θα τους έχετε προξενήσει-είναι τόσο σπαραξικάρδιο…
Με εκτίμηση
Ένας φίλος σας.
Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026
Ο ΥΜΝΟΣ ΤΩΝ ΚΟΥΚΟΥΛΟΦΟΡΩΝ
(Γραμμένος τον καιρό του Σημίτη)
1 Με αητού ψυχή και θώρι
και μ’ απλή κι αγνή καρδιά
μόνον οι κουκουλοφόροι
βλέπουν πάντα καθαρά.
2 Κι ενώ οι άλλοι λεν τι «πρέπει»
και πια παύουν-και σιωπούν,
οι κουκουλοφόροι έπη
γράφουν, δίχως να μιλούν.
3 Όταν καίνε τις σημαίες
και του «Αγνώστου» τη σκοπιά
πλαστουργούν σκιερές αλέες
να βαδίσει η Ανθρωπιά.
4 Κι ας φωνάζουν οι αχρείοι
ελληνίδος όπου γης,
και καθείς ας επισείει
απειλές λογής λογής
5 για τους νέους, που «βεβηλώνουν»,
όπως όλοι λεν αυτοί
τα ιερά, όταν ξηλώνουν
ό,τι πρέπει να χαθεί.
6 Κι αν εκάη μια σημαία,
χίλιες καιν οι βουλευτές
βίλλα φτιάχνοντας μια νέα
με λεφτά από τις κλεψιές.
7 Κι άλλες χίλιες ο καθένας
υπουργός, πολιτευτής,
κομματόσκυλο, ή ένας
κρατικός αρχιληστής,
8 όταν κλέβει απ’ το Δημόσιο
τον φτωχό του κορβανά
ιερό δίχως και όσιο
κάτι να τον σταματά.
9 Κι όποιον κλέφτει, τόνε στέλνουν,
όχι για τη φυλακή,
μα στο σπίτι τον πηγαίνουν
να τα φάει ήσυχα ’κει.
10 Όμως όταν χαλαστούνε
μια καρέκλα, ένα σκαμνί,
οι ληστές αυτοί βοούνε
για την αβαρία αυτή,
11 Κι όλοι ενώ είναι πνιγμένοι
στα κλεμμένα τους λεφτά
στο ρεφραίν καθείς τους μένει:
«ποιος θα τα πληρώσει αυτά;»
12 Ω! Μιαροί! Ο κουκουλοφόρος
δεν μιαίνει τα ιερά:
μόνο σαν μαντατοφόρος
νέα σάς φέρνει τρομερά.
13 Ένα αγώνα φέρνει νέον
στην πανάθλιά σας γη
και σας λέει: «ξεχάστε πλέον
όσα κάνατε όλοι πριν».
14 Κι οι μολότωφ θε’ ν’ ανάψουν
μια τρανή τώρα φωτιά
και συθέμελα θα κάψουν
όσα σάπια και παλιά.
15 Οι κουκουλοφόροι δίνουν
σάρκα σ’ όνειρο κι οστά
κι όλα πίσω τους τ΄ αφήνουν
και τραβούν γοργά μπροστά.
16 Απ’ τα βάθη των αιώνων
οι ήρωές μας τους θωρούν
και θερμά μ’ ευχές τους ραίνουν
και μ’ ευλόγια όση μπορούν.
17 Κι αν εζούσανε και τώρα,
θα διαδήλωναν μαζί,
με κεινούς όπου η χώρα
θέλουν λεύτερα να ζει.
18 Κι αν υπήρχανε, οι ίδιοι
πρώτοι θα ’βαζαν φωτιά,
κι άλλη μια στις που ’χουν ήδη
έτσι παίρνοντας πρωτιά.
19 Ω! Αν ζούσαν οι καλοί μου
θα ’χανε ξεσηκωθεί
και οι άθλιοι του Μαξίμου
θα ’χανε όλοι τους χαθεί.
20 Δε σκοτώθηκαν εκείνοι
για να οργιάζει η διαφθορά
για ν’ ανθούν μαφιόζων κτήνη
και να καίει η αγορά΄
21 τα παιδιά μας για να βγαίνουν
κούτσουρα από τα σχολειά,
και πάντα άνεργα να μένουν
κι ας γυρεύουνε δουλειά,
22 οι εργάτες μες στους δρόμους
αρρωσταίνοντας να σβηούν,
να τους λένε παρανόμους
αν πεινώντας απεργούν,
23 ο αλλοπρόσαλλος ο «θείος»
δισεκατομμύρια να ’χει
ο λαός ενώ αισίως
για ευρώ ένα δίνει μάχη
24 και αβίωτος να ’ν’ ο βίος
σε παιδάκια τρυφερά
και να δυστυχεί αισίως
κάθε μια νοικοκυρά…
25 Φλόγα που τα βρώμια καίει
και τα σάπια καταλεί!,
ο εμπρηστής, όχι δε φταίει,
μα η πατρίδα τον φιλεί…
26 Όλοι οι ήρωες του «Αγνώστου»
άμοιροι ήσαν και φτωχοί
που καθέναν ο υπουργός του
έστελνε να σκοτωθεί
27 για να μένει εκείνος σώος
κι απ’ τις σάρκες τους να ζει
σαν αυτός να ’τανε αθώος
ή αυτοί να ’ταν χαζοί.
28 Για να βγαίνουν βουλευτήδες
Άκηδες βλητοκουτοί
και να πνίγουν Παπουτσήδες
τις Σαμίνες με κουπί.
29 Οι ήρωες –όχι!-δε χαθήκαν
για να κλέβει ο βουλευτής
κι ο υπουργός να ’χει για προίκα
θησαυρούς ολοζωής.
30 Και «αυτή ’ναι η Ελλάδα»
όποιος πει πρωθυπουργός,
δεν του πρέπει μες στη ΓΑΔΑ
και δοχείο ναν’ νυκτός;
31 Ω! Γενναίοι κουκουλοφόροι!
Η φιλτάτη μας πατρίς
της Βουλής δεν είναι οι χώροι,
μα όπου είστε, είναι, εσείς!
32 Από εσάς, αν είναι να ’λθει
θα ’λθει πάλι η λευτεριά
που ο Πολιτικός εβάλθη
ν’ ανταλλάξει με σκλαβιά.
33 Εις εσάς χτυπάει κλεισμένη
της πατρίδoς η καρδιά
κι από σας μόνο προσμένει
όπως τότε ελευθεριά.
34 Και ο Ευρωπαίος κοιτάει
τον αγώνα τον ιερό
τους δυνάστες σας ρωτάει:
«θε’ τε ν΄ αναλάβω εγώ;»
35 Απ’ τις μαύρες σας κουκούλες
πίσω εκρύφθη η λευθεριά
όπως μέσα σε σακκούλες
να μη σβηούνε τα κεριά.
36 Μα κεριού δεν είναι αχτίδα
ό,τι πίσω έχετ’ εκεί-
μόνον είναι θρυαλλίδα
βόμβας πλούτου φονική.
37 Κι ανυπόμονα το χέρι
που τήνε κρατεί κοιτά
καθώς βιάζεται να φέρει
εις στους σκλάβους τη χαρά.
38 Κάψτε πύργους, κάψτε κάστρα,
Βουλής κτίριο κάψτε αισχρής-
στείλτε μήνυμα προς τ’ άστρα
ότι υπάρχετε κι εσείς.
39 Ρίξτε πλούτια υψωμένα
ως της φτώχειας το λαιμό!
Ρίξτε ονόματα πρησμένα
από Χρήμα και Καιρό!
40 Σπάστε! Κάψετε! Ρημάξτε!
Κι ό,τι θε’ νε, όποιοι, ας πουν:
Σας τρομάζουνε; Τρομάξτε!
Σας ζημιώνουν; Να χαθούν!
41 Και μη σκέψη γεννηθεί σας
πως χαλάτε ξένο βιος:
όλη η πλάση είναι δική σας
μιας και βγήκατε στο φως.
42 Κάτω οι πατρίδες όπου
βλέπουν μόνο ένα παιδί
και κάθε άλλο, του ίδιου τόπου,
το αφήνουν να χαθεί.
43 Θάνατος στα έθνη εκείνα
τέκνα ανάξια όπου γεννούν
και ποδοπατούν τα κρίνα
και τσουκνίδες καλλιεργούν.
44 Κάτω ως ρίχτει ’λάφι λιόντας
ρίξτε κάστρα ανίερα
για του έθνους πολεμώντας
τα σεπτά και τα ιερά.
45 Τέτοιο κράτος ας πεθάνει
τέτοιο κράτος ας χαθεί
που η κακία δέκα κάνει
και ουδ’ ένα η αρετή.
46 Στους λαούς τους τέτοιους πρέπει
χαλασμός και συφορά,
χαλασμός αφού τους τέρπει
και φιλούν τη συφορά.
47 Δεν αξίζει για να ζήσει
ένα κράτος σαν αυτό
που ρεμούλα και μπαξίσι
παίζουν μέσα του κρυφτό.
48 Με μολότωφ και σφεντόνα
θα ’ρθει πάλι ξαστεριά-
με παιδιά που στον αγώνα
πολεμάνε σαν θεριά.
49 Και πατρίδα φκιάστε νέα
που η χαρά του καθενού
να ’ναι τ’ άλλου η παρέα
και των δυο τους τ’ ουρανού.
50 Και μια φτιάχτε νια πατρίδα
να ’ναι μάνα για ολουνούς,
καρπισμένη να ’ν’ η ελπίδα
και ανθός της να ’ναι ο νους.
51 Και «εκπρόσωποι» να λείψουν
με την πέτρινη ματιά
που κοιτούν κάθε να κρύψουν
των πατρώνων τους βρωμιά.
52 Από σας μόνο η Ελλάδα
θα ’δει πάλι προκοπή
απ’ των βουλευτών της πρώτα
την κλεψιά αν αποκοπεί....
53 «Άγνωστοι Άγνωστον εκάψαν@»
Δεν σας λέει αυτό, μιαροί,
φωτιά αυτοί πως δεν ανάψαν
μα μνημόσυνου κερί;
54 Υψηλό ό,τι συμβολίζει
του Αγνώστου το ιερό,
των νεαρών δεν το βρωμίζει
η ορμή, όσον καιρό.
55 Οι «Άγνωστοι» τις ευλογίες
παίρνουν των παλληκαριών
που τιμήσαν τις αξίες
των προγονικών γενιών.
56 Ω Σεμνοί κουκουλοφόροι!
Ω! Σεπτοί καταστροφείς!
Οδηγοί σεις πρωτοπόροι
για τα φώτα της Αυγής!
57 Που εκάψατε θυμώνουν
κάτι κάδους σκουπιδιών,
και ουρλιάζοντας ομώνουν
να σας κάνουν σκιες σκιων.
58 Μα οπλισμένοι με άγιο θάρρος
και με όπλα παιδικά
ο σοφός σεις είστε ο φάρος
που φωτίζει ιδανικά.
59 Κι αυτοί αξίζει να χαθούνε
απ’ το πρόσωπο της γης-
μες στη μαύρης γης να μπούνε
πάλι φως μη δουν αυγής.
60 Τώρα σεις αυτούς κρατάτε
με τα μάτια ολοκλειστά,
που δε θα ’χε γης να πάτε
αν τα είχανε ανοιχτά.
61 Ω! Απαίσιοι πρεπολόγοι!
Ω! Αχρείοι μαστροποί!
Σας αξίζουν τόσοι ψόγοι
όσοι αίνοι στην ντροπή!
62 Στων αγώνων τ’ ανηφόρι
που στην πρόοδο τραβά
οι έλληνες κουκουλοφόροι
βλέπουν πάντα μακριά.
63 Ω Σεμνοί κουκουλοφόροι!
Ω! Σεπτοί καταστροφείς!
Οδηγοί είστε πρωτοπόροι
για τα φώτα της Αυγής!
64 Οδηγείστε! Οδηγείστε!
Και σας ακλουθάμε εμείς!
Ιχνηλάτες άξιοι είστε
της Χαμένης Μας Τιμής!
65 Το αίμα σας, πυρρό που στάζει,
και γι Αυτήν έχει χυθεί,
η Παιδεία το κοιτάζει
απ΄ το βάθρο Της σβηστή.
66 Χάμου απ’ της Βουλής ριγμένη
την κερδόσκοπη βουλή,
την πνοή σας περιμένει
να πετάξει σαν πουλί.
67 Σας φωνάζουνε βεβήλους
για σκοπιά που ’χει καεί-
αλλ΄ αυτοί ρίχνουν στους σκύλους
άγια κι όσια για φαί.
68 Κι οι «σκοπιές» που εκείνοι χτίζουν
βεβηλώνουν συνεχώς
με το πλούσιο που σκορπίζουν
μαύρο κι άδικο ένα φως.
69 Κι αυτοί σήμερα φωνάζουν
για βεβήλωση ιερών,
που ανεμόμυλοι φαντάζουν
όλων να ’ναι των καιρών.
70 Κι ο πρωθυπουργός λυσσάει
απ την Εσπερία μακριά
και παλιά αναμασάει
και τη μέρα λέει νυχτιά.
71 Και η ίδια η Ευρώπη
δίνοντας λεφτά με ουρά:
«Φέουδό μου όλοι οι τόποι»
υλακτιάει με χαρά.
72 Α! Ευρώπη! Λίγα θα ΄ναι
και για σένα τα ψωμιά-
οι ασιάτες ξεκινάνε
να σε θάψουν με κορμιά!
73 Τρεις «μεγάλες» οικογένειες
που το χρήμα δεν ψηφούν
στου λαού πατούν τις έγνοιες
πιο «ψηλά» για ν΄ ανεβούν.
74 Και με οικογενειοκρατία,
και με μπράβων της τον κλοιό
της Βουλής η Αλητεία
το λαό τρομάζει πλιο.
75 Κι ως σε κάτοπτρο αντικρίζει
τη θωριά της την αισχρή,
’σάς αληταριό βαφτίζει
και φασίστες θεωρεί.
76 Και με τον κουκουλοφόρο
τα ’χουν οι πολιτικοί
που του κλέβουν μες στον ντόρο
και τα τρώνε παρεκεί.
77 Αλλ’ αυτός με μια σφεντόνα
τα όσα κτήνη αψηφά
και με αλύγιστο το γόνα
ν’ ανθρωπίσουν τους ζητά.
78 Και βοηθό έχει παρέκει
του λαού το αγνό λεφούσι
που αν κι ακόμα άπραγο στέκει
μα το τρέμουνε οι πλούσ’οι..
79 Οι χαφιέδες ενάντιά του
κοάζουνε των καναλιών,
αναμέσον με δεινά του
φορτωμένων κουταλών.
80 Και βοούν κοντυλοφόροι
με χρυσάφι πληρωτοί
τάχα οι κουκουλοφόροι
για τη χώρα ειν’ ντροπή.
81 Και συφέρο αυτοί που έχουν
να ’χει ο λαός ζυγό,
στα «παράθυρα» όλο τρέχουν
κι άλλα λεν απ΄ ό,τι εγώ.
82 Και ιμάτια ξεσκιούνε
για κουκούλες σαν ακούν,
χίλια ευρώ ενώ τσιμπούνε
κάθε λέξη που θα πουν.
83 Και αλήτες τους βαφτίζουν
και τους λεν φασισταριό
τους νεαρούς όπου λογχίζουν
της δουλείας το θεριό.
84 Και καλά γραβατωμένοι
και τα μάλα κορδωτοί
σκνίπα γίνονται-οι καημένοι!-
με ανοησίας πιοτί.
85 Μα τους προσπερνάς σύ όλους
και τα τέτοια τ’ αγνοείς-
συ μακριά είσαι από δόλους
και διαθέσεις χαμερπείς.
86 Τους σκυμμένους ξεντροπιάζεις,
τους δοτούς ταρακουνάς,
και τους κλέφτες ξεμπροστιάζεις
και τους δείχνεις και σε μας.
87 Κι αιστανόμαστε ευφροσύνη
σα σε βλέπουμε μπροστά
στον αγώνα που μας δίνει
όσα, όποιος μας χρωστά.
88 Για όσους ζουν αναγκεμένοι
στων μεγάλων την κλεψιά,
και στης ζήσης είναι ξένοι
τη γλυκάδα την αψιά,
89 για όσους είν’ πληγές γεμάτοι
στην καρδιά και στην ψυχή
και γι αυτούς να δει τους μάτι
δεν υπάρχει, ούτε ευχή-
90 για κεινούς που ούτε να δούνε
μέρα ελπίζουνε καλή
και συμπόνιας δεν τρυγούνε
ψεύτικο έστω ένα φιλί,
91 για όσους αίμα τους κι ιδρώτας
των πλουσίων είναι σοδειά
και παρά δεν ζουν μετρώντας
μα όλο αναπαραδιά,
92 για κεινούς που να δουλέψουν
θέλουν, κι άνεργοι όλο ζουν,
και που μόνο σα θα κλέψουν
την ημέρα τους περνούν,
93 είναι οι κουκουλοφόροι
γι αυτούς φίλοι κι αδερφοί
και σαν του ματιού έχουν κόρη
την αγνή τους τη μορφή.
94 Γι αυτούς οι κουκουλοφόροι
ειν’ μαχαίρι κοφτερό
κι είναι σάρισα και δόρυ
και πιοτί φαρμακερό,
95 όπου σφάζει και τρυπάει
και δλητήριο κερνά
και ο πλούσιος μαρτυράει
κι ό,τι έφαγε ξερνά.
96 Κι από κείνους καρτεράνε
οι φτωχοί το γδικιωμό
και των τόσων προσδοκάνε
των βασάνων τους σωσμό.
97 Ω! Γενναίοι κουκουλοφόροι!
Η φιλτάτη μας πατρίς
της Βουλής δεν είναι οι χώροι
μα όπου είστε, είναι, εσείς.
98 Και μη σκέψη γεννηθεί σας
πως χαλάτε ξένο βιος:
όλη η πλάση είναι δική σας
μιας και βγήκατε στο φως.
-----
(Η Μελόνι είπε ότι είναι Εχθροί της Ιταλίας όσοιδιαδηλώνουν κατά των Ολυμπιακών Αγώνων)
Μόνον της Ιταλίας; Εχθροί του κόσμου! Γιατί μπορεί κάποιος να πηδήξει δύο εκατοστά περισσότερο από το μέχρι τώρα ρεκόρ. Να χάσει τέτοιο σημάδι προόδου η ανθρωπότητα;
*
,Ο κύριος Παναγόπουλος λένε ότι πιάστηκε να κλέβει το Δημόσιο, διάβασα στις ειδήσεις.
Και ηρέμησα. Γιατί σιγουρεύτηκα ότι αφού ψάχουν εκτός Βουλής για κλέψιμο, εξυπακούεται ότι από τους εντός Βουλής κανένας δεν κλέβει,
Γιατί για να βγουν εκτός Βουλής, θα πει ότι έχουν ελέγξει τη Βουλή και όλα ήσαν εντάξει.
Και πια ησύχασα.
ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΙΚΡΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ
Όταν ήσουνα Χριστούλη
σαν και με παιδί μικρό
ζήταγες απ' τον μπαμπά σου
να σου πάρει παγωτό;
Ζήταγες απ’ τη μαμά σου
να σου πάρει καραμέλες;
Σ' άρεσε και Σε να παίζεις;
Σαν και μένα έκανες τρέλες;
Από κει ψηλά που είσαι
"ναι" Σ' ακούω να μου λες,
γιατί αφού Θεούλης ήσουν
δε γινότανε να κλαις.
Μα εμένα-δες Χριστέ μου,
τα ματάκια μου όλο κλαίνε
γιατί σ' ό,τι τους ζητήσω
"ναι" ποτέ τους δε μου λένε.
Αχ! Χριστούλη! Μίλησέ τους!
"Τα παιδάκια", να τους πεις,
"άλλες έχουν προτιμήσεις
απ' αυτές που 'χετε σεις.
Μη λοιπόν τα τυραννάτε,
κι όταν κάτι σας ζητούν
κάνετέ το-έτσι αθώα
δε λυπάστε να πονούν;"
Κι από τότε οι γονείς μας
σαν και Σε να σκέφτονται ίδια
κι η ζωή μας να κυλάει
με γλυκά και με παιχνίδια.
-----
ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΡΟ
-Πόσο οι φράουλές σου παν μικρή μου φραουλίτσα;
-Δεν τις πουλώ-τις έχω να τις βλέπεις να πονείς.
-Ένα λευκό σου πεταλάκι
σαν το φτερό φωτόλουστο της πεταλούδας
άσε να κλείσω μες στο χέρι μου.
-Όχι η ψυχή και η καρδιά μου λένε.
-Θεό εσύ δεν έχεις φραουλίτσα μου μικρή;
-Η Απονιά Θεός μου κι η Σκληρότη.
-Άδοτη αν απομείνεις φραουλίτσα μου
τότε γιατί γεννήθηκες στον κόσμο μέσα;
-Τον Πόνο να σου δίνω, που σκοπός
και μέτρο είναι της γήινης ζωής σου.
-----
ΔΕΝ ΕΠΡΕΠΕ
Δεν έπρεπε την "ΠΡΕΒΕΖΑ" να γράψεις Καρυωτάκη.
Λαγοκοιμόνταν μέσα μας οι σαρκοβόροι δράκοι:
η Απελπισιά, το Αδειανό, κι ο Φόβος ο Μεγάλος.
Νανούρισμα λες ήτανε ο εντός μας μέγας σάλος,
τους αποκοίμιζε. Κι εμείς ξεκλέβαμε τα χρόνια.
Οι κάργιες όμως ήρθανε στων δέντρων μας τα κλώνια,
κι ο σοβαρός ο δάσκαλος με την εφημερίδα
σκότωσε την που πρόβαλε απ' τα βιβλία ελπίδα.
Της Ανοχής και της Μικρής Ανάγκης το κουβάρι
αργά εξετυλίγονταν πριν ο άνεμος το πάρει
της Πρέβεζας, και άκλωνο στην άκρη το πετάξει-
στη θεωρία περιττό κι ανώφελο στην πράξη.
Μα τίποτα δεν έμεινε μέσα μας να 'ναι φίλιο
όταν στη δεύτερη στροφή θανάτωσες τον ήλιο.
Ξυπνήσαν τότε τα θεριά, ορθώσαν το κεφάλι
και τη νικήτρα ενάντια μας ορέχτηκαν την πάλη.
Κι όταν του όπλου σου η κραυγή μάτωσε τον αέρα,
επήγε και το πρόσχημα το τελευταίο πέρα:
οι δράκοι μας εσπάραξαν. Κι αφήσαν μόνον ράκη.
Δεν έπρεπε την "ΠΡΕΒΕΖΑ" να γράψεις Καρυωτάκη.
-----