ΑΠΟΡΗΜΑ
Το Πάσχα όταν έρχεται και μες στην εκκλησία
Του Λυτρωτή μας ξαναζώ τη Σταυρική θυσία,
Υπάρχει κάτι που όσο κι αν με πείσμα προσπαθήσω,
Δε με βοηθάει τ' όσο μυαλό έχω να εξηγήσω:
Πώς ένα δέντρο δέχτηκε το ξύλο του να δώσει
Που το Χριστό επάνω του ο εβραίος να σταύρωσει;
Πώς όταν το επλάνιζαν μακριά δεν ετινάχτη-
Πώς δεν εσάπισε μεμιάς-πώς δεν εγίνη στάχτη;
Δε σκέφτηκε-ό,ποιο ήτανε, ποιός έφτιαξε το χώμα
Που οι ρίζες του βυζαίνουνε με τ’ άπληστό τους στόμα;
Δε σκέφτηκε το σύννεφο ποιός τάχα το διατάζει
Και κείνο τη ζωφόρα του βροχή στη γη σταλάζει;
Δε σκέφτηκε τον αέρα ποιός στέλνει κι αυτός φυσάει
Και ως της γης τα πέρατα τους σπόρους του σκορπάει;
Και ποιος το σπόρο του αυτό, τον έχει έτσι πλάσει
Ωστε απ' το ’να το δεντρί γίνονται τόσα δάση;
Δε 'σκέφτη πως τον γήϊνο του Ιησού πατέρα
Ανάμεσα τον έβρισκε σε ξύλα η κάθε μέρα
Να πλάθει με τη σάρκα τους όχι Σταυρούς και λόγχες,
Παρά σαμάρια και σκαμνιά, πιάτα και σιτοδόχες;
Ούτε στον κύκλο του ήλιου ποιός, ζέστα και φως χαρίζει,
Που δίχως τους ούτε χαρά ούτε κλαδί ανθίζει;
Δε συλλογίστη του ήλιου αυτού, με μια του μόνο λέξη,
Ποιός με τη γη αχώριστα δεσμά του έχει πλέξει;
Δε ’σκέφτη εκτός από ζωή, ποιός κι ομορφιά του δίνει,
Οταν το χνώτο πάνω του της Ανοιξης ξεχύνει,
Και κείνη του Χειμώνα λυ’ τα κρουσταλλένια μάγια,
Και λάμπουν τα κλαδάκια του σαν θεϊκά-σαν άγια;
Πώς Κάποιου που την Υπαρξη την ίδια σου ’χει δώσει,
Δέχεσαι αυτή σου η ύπαρξη πόνο σ' Αυτόν να δώσει;
Πώς δέχτηκες θανάτου εσύ να γίνεις εργαλείο
Που της Αληθινής Ζωής να σβει το μεγαλείο;
Αυτά είναι που δε μπορώ καθόλου να εξηγήσω
Οσο κι αν με το λίγο μου μυαλό θα προσπαθήσω.
Κι αφού δασκάλοι και γιατροί πρωτεύυν στη μωρία,
Την ίδια θα ’χω πάλι εγώ του χρόνου απορία.
Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026
ΜΗΤΡΟΣ-ΓΙΑΝΝΟΣ
(Στου Ελ Εϊ ένα μαγαζί
συνήθεια ως έχουνε κοινή
Γιάννος και Μητρός συζητούν
Κι ελευθέρα σχολιάζουν,
Και της Γραικίας τον Πρόεδρο
ηλίθιο τόνε βγάζουν)
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ ΣΤΟΝ ΚΛΙΝΤΟΝ
-Ηξερες πως οι Ελληνες ηλίθιο Πρόεδρο έχουν;
-Οχι, ώσπου τον άκουσα μέσα στην εκκλησία.
-Επαραβρέθήκες λοιπόν κι εσύ στην κωμωδία
Που παίχτηκε στο θέατρο που λεν Αγια-Σοφία;
-Ναι. Δυστυχώς. Γιατί αλλιώς θάμενα μες στην άγνοια
Που θαταν πιο υποφερτή απ' τη γνώση πούχω τώρα.
Ακούς ηλίθιο Πρόεδρο οι Ελληνες να διαλέξουν...
θα πεις "και ποιόν να διάλεγαν"… Δεν ξέρω, όποιον άλλον
Ας ήταν κλέφτης, άτιμος ας ήτανε βρωμιάρης
(Σε τέτια ειμαστ' οι Ελληνες πλέον συνηθισμένοι)
Αλλά ηλίθιο... Δεν μπορώ να το χωνέψω ακόμα
ΠΩς έχει πει τόσες πολλές βλακείες μαζεμένες
Στα είκοσι που ο λόγος του λεφτά είχε διαρκέσει.
-Και όμως τα κατάφερε. Καλά, κανείς δεν τούπε
Πως όλα λέγοντας αυτά τα αηδή τα λόγια,
Γελοίος σ' όλους τους Ρωμηούς πως είναι φανερώνει;
-Κι από την άλλη έξυπνος ο Πρόεδρός μας ήταν:
Σε βλάκες αφού μίλαγε, βλακώδη λόγια είπε.
Σωστές φαίνεται ο άνθρωπος είχε πληροφορίες.
Στο κάτω κάτω της γραφής, πόσοι θαρρείς τον νιώσαν;
Ενας στους δέκα μοναχά κατάλαβε τι είπε.
-Κι όλοι ήταν απ' το λόγο του κατενθουσιασμένοι.
-Είδες που δίκιο έχω λοιπόν; Κι αυτοί ηλίθιοι είναι.
Μάλιστα ηλιθιότεροι από τον Πρόεδρο μας.
Εκτός αν ηλιθιότητα τόσο μεγάλη έχουν
Που τι είπε δεν κατάλαβαν, κι ας ξέρανε τη γλώσσα.
-Ουφ! Εζαλίστηκα μ' αυτά. Εγώ κρατώ μονάχα
Πως Πρόεδρο οι Ελληνες εβγάλανε ηλίθιο.
Στου σκάκι τα τετράγωνα, είπε, αν βάλεις στάρι
Δυο σπειριά στο ένα τους, διπλάσια στο άλλο,
στο άλλο τετραπλάσια, και ούτω καθεξής,
Δε θα σου είναι αρκετό το στάρι όλης της γης
Ολα του τα τετράγωνα αν θέλεις να σκεπάσεις.
Μωρέ σοφία! Ε, καλά, καθείς αυτό το ξέρει
Μα ήταν κάτι να ειπωθεί σε λόγο Προεδρικό;
Και νάταν τούτο μοναχά, μικρό ήταν το κακό.
Αλλά με στόμφο, δυνατά, και σοβαρό ένα ύφος
Μας είπε πως οι Ελληνες έχουν κοινούς προγόνους.
Αυτό ήταν πια κι αν ήτανε… έπρεπε απ' την Ελλάδα
να έρθει κάποιος να μας πει ότι τ' αδέρφια έχουν
Κοινούς γονιούς; Ελα Χριστέ και Παναγιά Παρθένα..
-Μα κι αλλά μάθαμε πολλά. Κι απ' όλα πιο σπουδαίο
Είπε, πως, Μήτρο μου, είμαστε όλοι αριστοκράτες…
Άγνοια κι εμείς τόσον καιρό είχαμε γεγονότος
Που αλλάζει όλων τη ζωή των ό,που γης Ελλήνων…
Δηλαδή τώρα Μήτρο μου, πρέπει τους άλλους όλους
-τουτέστι τους μη Ελληνες-λοξά να τους κοιτάμε
Και όχι με γυμνό οφθαλμό, αλλά με το μονόκλ;
Και σμόκια ν’ αγοράσουμε, και να μιλάμε αργά
Και όλους υπηρέτες μας να έχουμε τους ξένους;
Τι άλλο θ' ακούσουμε θεέ,.. Αμ τ' άλλο το θυμάσαι;
Μας είπε ότι ευτυχώς που βρέθηκε ο Σκούρας
Και την Ελλάδα έκανε πασίγνωστη στα ξένα!
Για σκέψου: ένας Πρόεδρος το χέρι του ν' απλώνει
Μες σ' ένα σάκκο με φλουριά χρυσά και ασημένια
Και να τραβάει μια κλωνά μονάχα απ' το σακί…
Αλλά και άσχετος μαζί με τ' άλλα όλα είναι.
Είπε πως πρώτοι ερχόμαστε μετά 'πο τους Εβραίους
Σε σύμπνοια αναμετάξυ μας και σε αλληλεγγύη.
Καλά, είναι Πρόεδρος θα πεις, νάλεγε την αλήθεια;
Μα κάλλιο να μην έλεγε τίποτα για το θέμα.
Μάτια δεν έχει για να δει τον κάθε πατριώτη
Να τριγυρνά μ' ένα μακρύ στο χέρι του πηρούνι
Και να γυρεύει με θυμό και μ' άγρια μανία
Το μάτι κάθε αλλουνού πατριώτη του να βγάλει;
-Αμ το άλλο; Λέει πάψανε οι Ελληνες της Ελλάδας
Να γίνονται από δυο χωριά για τα πολιτικά.
-Βρε μήπως λάθος κάνανε και στείλανε εδώ
Αντί για Πρόεδρο Ελληνα Πρόεδρο Γερμανό;
-Οχι. Το κακομοίρικο το ύφος του μιλάει
Πως πρόκειται για Ελληνα κι όχι κανέναν άλλο.
Κι ακόμα περισσότερο αυτό το αποδεικνύει
Το ρεζιλίκι πούπαθε στον Κλίντον όταν πήγε
Και που βεβαίως άμεσα σ' εμάς αντανακλά.
-Ναι; Τί; Δεν ξέρω τίποτα.
-Να σου το πω να μάθεις.
Οταν εμπήκε στ’ Ωοειδές Γραφείο του Προέδρου
Κι εκείνος τον πλησίασε για να τον χαιρετίσει,
Αυτός το χέρι του άπλωσε όχι με την παλάμη
Κάθετη, μα οριζόντια, και με τα δάχτυλα του
σε θέση ζητιανέματος-λιγάκι κεκαμμένα.
Ο Κλίντον είδε κι έπαθε το χέρι του να στρέψει
Και να το φέρει στη σωστή της χειραψίας θέση.
-Ή βιάστηκε ο άμοιρος ή απ' το τρακ θα ήταν.
-Τρακ ή ξετράκ, ρεζίλεψε όληνε την Ελλάδα.
-Αυτό δεν τόξερα. Αλλά, εγώ μένω στο λόγο
που στης Αγίας έβγαλε Σοφίας την εκκλησία.
Οι Ελληνες της Αμερικής, είπε,-βαστήξου- είναι
Ειλικρινείς και τίμιοι. Και οι Αμερικάνοι
Τους εκτιμούν πολύ γι αυτό.
-Βάρδα να μη δηλώσεις
Εδώ πως είσαι Ελληνας. Κουμπώνονται όλοι αμέσως.
Αν τόσο δρόμο έκανε ψέματα για να πει
Καλλίτερα θα ήτανε διόλου να μην ερθεί.
-Και είπε όλα τα νησιά στο Πέλαγο το Αιγαίο
Είναι ακραιφνώς Ελληνικά. Κι όχι μονάχα εκείνα,
Παρά και οι μικρότερες λέει, βραχονησίδες.
Καλά, ετώρα ξύπνησε; Και όταν ο Σημίτης
Τη γαλανή σημαία μας κατέβαζε απ’ τα Ίμια
Πού ήταν τάχατες αυτός; Και πώς αυτό το εδέχτη
Κι αμέσως δεν εσκόλασε, σαν Πρόεδρος, το Σημίτη;
Αλήθεια, σε είκοσι λεφτά, τι πράγματα δεν είπε....
Τι ψέματα! Τι αλλόκοτες γι αγρίους ιστορίες!
Κι άκουσες;: "Μη νομίσετε πως ήρθα να ζητήσω
Κάτι από τον Πρόεδρο των ΗΠΑ" -έτσι είπε.
Τότε γιατί ήρθε; Γιά να δει καναν παλιό του φίλο;
"Οχι", μας λέει, "δε ζήτησα, ηθέλησα μονάχα
Να νιώσει ο Κλίντον πως εμείς το έχουμε το δίκιο".
Κι αφού το νιώσει τάχα τί ο Κλίντον να το κάνει;
-Ωχου καημένε… Πρόεδρος Ελλήνων είν’ αυτός.
Αυτό σημαίνει αυτόματα πως Πρόεδρος τυγχάνει
Και της ψευτιάς και της κλεψιάς και της μαλαγανιάς τους.
Απλώς, πάρτο απόφαση, όπως κι εγώ το πήρα
Πως είμαστε ακέφαλοι σήμερα στην Ελλάδα. , : , Πρωθυπουργός ανύπαρκτος, Πρόεδρος αχυρένιος…
Τί άλλο θες; Ας πάψουμε να λέμε πια για δαύτον.
-Α! Δε μπορώ όταν αυτό θυμάμαι το ωραίο
Που είπε για τη γλώσσα μας-πως είναι λέει συνέχεια
Της παλαιάς Ελληνικής. Μόνο που έχει, λέει,
Μετά από χιλιετίες τρεις λίγο πολύ αλλάξει.
Ω! Θε μου, τι διαπίστωση! Πόσο να εσκέφτη τάχα
Ωστε να βγάλει τέτοιανε σοφία από το στόμα!
Λες κι όλες οι ταλαίπωρες κάθε λαού οι γλώσσες
Ίδια καθώς η Ελληνική εξέλιξη δεν είχαν…
«Και λέμε», είπε, «γη τη γη, και θάλασσα τη θάλασσα.
Όπως τη λέει κι ο Ομηρος.» Αλλιώς θα την ελέγαμε;..
-Ασε με μωρέ Μήτρακα. Πιάσε άλλο θέμα, μπούχτισα.
-Οχι και τούτο αν δεν πω, το τελευταίο ακόμα.
Και, Γιάννο, μάθε το και συ: Το δέντρο ούτε φύλλα
Ούτε και άνθη και καρπούς θα κάνε όταν-κρατήσου!-
Κάποιος το κόψει σύρριζα.
-Για δες μωρέ σοφία..
Γι αυτό κι έγινε Πρόεδρος. Σπάνιες γνώσεις έχει.
-Και κάτι λυπηρό πολύ-το μόνο σοβαρό του
Που το πιστεύει ο άθλιος, και χαίρει, λες, για κείνο.
Είπε πως η Αγια Σοφιά-μίλαγε για την Πόλη-
Ποτέ ξανά ελληνική αν θα γίνει δεν τον νοιάζει.
Λοιπόν η κυρα-Δέσποινα πρέπει ν' αρχίσει πάλι
Οπως και τότε να θρηνεί και να πολυδακρύζει.
Τους θρήνους της δεν πρέπει πια κανείς να σταματήσει
Λέγοντας "Σώπα Δέσποινα και μην πολυδακρύζεις.
Πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικιά μας θάναι"
-Οχι, γιατί έτσι ο Πρόεδρος το θέλει των Ελλήνων.
-Και-αλλα ζώα- οι Ελληνες οι εδώ ξενητεμένοι-
Σαν τη φρικτή, την τρομερή και την καταραμένη
Αυτή τη φράση άκουσαν,ότι ΠΟΤΕ της πάλι
δε θάρθει στης πατρίδας μας η Πόλη την αγκάλη,
Τότε κι αυτοί, της Προεδρικής αναλγησίας θύματα
Ξέσπασαν όλοι σε ζωηρά, θερμά χειροκροτήματα.
Πού φτάσαμε! Το όνειρο που τις ψυχές θερμαίνει
Των ο,που γης πατριωτών-των ό,που γης Ελλήνων
Τ' όνειρο που ξεκίνησε από ένα Κωνσταντίνον
Σε καποιανού τώρα Κωστή το στόμα να πεθαίνει…
Ευτύχημα είναι που αυτός ειν' ένας θεατρίνος
Που αναμασά ότι του λέει ο κάθε μανδαρίνος.
Ευτύχημα είναι που κανείς στα σοβαρά δεν παίρνει
Κάποιον που παραλόγιασμα τόσο βαρύ τον δέρνει.
-Μα αν ήτανε αξιοπρεπής κι ως πρέπει σοβαρός
Πρόεδρος θα γινότανε ρε Μήτρο;
- Ακριβώς.
-Για Κρήτη• είπε στο λόγο του. Ομως δεν έχει πάει.
Κι αν πήγε δεν εκάθησε. Κι αν κάθισε δεν είδε
Τους Κρητικούς που ολόμαυρα πουκάμισα φοράνε
Και ίδιου πάλι χρώματος στην κεφαλή σαρίκια
Που κρέμονται απ' το πλάϊ τους μαύρα σακάτου κρόσσια.
Αν πήγαινε, κι αν έβλεπε, κι αν ρώταγε κανέναν
θα τούλεγε ότι φορούν τα μαύρα, ώσπου η Πόλη
Να γίνει πάλι Ελληνική. Κι ότι τα μαύρα κρόσσια
Που απ’ το σαρίκι κρέμονται.είναι τα μαύρα δάκρυα
Που χύνει ο Ελληνισμός γιατί έχασε την Πόλη.
"Τσ' όντας τσε πάλι Ελληνιτσή η Πόλη μας θα γένει
Τότες τσε τούτον το σκουτί από πάνω μας θα έβγει".
Ετσι οι λεβεντόγεροι οι Κρητικοί μας λένε
Και έτσι δασκαλεύουνε παιδιά τους και αγγόνια.
Και ο καθείς γνωρίζει πως, Ελλάδα είναι η Κρήτη
Κι ο Κρητικός ο Ελληνας ο πιο Ελληνας απ' όλους.
-Ελα λοιπόν. Τελειώνουμε. Γεια σου Γιαννάκο. Πάω
Να σκίσω την Ελληνική σημαία πούχω σπίτι.
- Ιδέα μία καλλίτερη έχω -στείλτηνε κάτω
Ωστε μ’ αυτήν ο Πρόεδρος κι οι άλλοι να σκουπίζουν
Τα μάτια τους, που τρέχουνε γιατ' είμαστε μακριά τους,.
Αυτή δεν ήταν η ύστατη του Πρδεδρου κορώνα;
-Οχι αυτό. Οχι. Ποτέ. Δεν θα την στείλω κάτω.
Ελλάδα είναι από καιρό η Αμερική για μένα.
Γι αυτό σ’ αυτήν κι η Ελληνική ταιριάζει η σημαία:
Μόνο εδώ κάθε όνειρο σεπτό που εκείνη κλείνει
Εδώ πραγματικότητα μόνο μπορεί να γίνει.
(Και φύγαν. Και στο σπίτι του επήγε ο Μητρούσης
Και της νυκτός ολόκληρης εκείνης διαρκούσης
Στο ιερό πάνω πανί
τα μάτια του σαν δυο κρουνοί
Δάκρυα μαύρα έχυναν ώσπου να ξημέρωσει.
Και τη σημαία την άπλωσε μετά για να στεγνώσει)
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΕΜΠΤΗΣ ΕΤΟΥΣ 2015 ΒΟΗΘΕΙΑ ΜΑΣ
ΜΑΤΘ. 26.
Τότε ἔρχεται μετ᾿ αὐτῶν ὁ Χαζοχαρούμενος εἰς χωρίον λεγόμενον Αθήναι, καὶ λέγει τοῖς συντρόφοις· καθίσατε αὐτοῦ ἕως οὗ ἀπελθὼν διαπραγματευθώ ἐν Βρυξέλλαις. καὶ παραλαβὼν τὸν Στόμφον καὶ τον Κομπασμόν και την Μωροσοφίαν, ἤρξατο χαίρειν καὶ χαζοφέρεσθαι. τότε λέγει αὐτοῖς Χαζοχαρούμενος· χαρούμενη λίαν ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως τετάρτου Μνημονίου· μείνατε οι τρεις ὧδε καὶ γρηγορείτε μετ᾿ ἐμοῦ. καὶ προελθὼν εν Βρυλέλλαις ύψωσεν το πρόσωπον αὐτοῦ και απειλών είπεν· Μέρκελ άπαρε ἀπ᾿ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο· οὐχ ὡς σύ θέλεις , ἀλλ᾿ ὡς εγώ. καὶ ἔρχεται πρὸς τοὺς μαθητὰς καὶ εὑρίσκει αὐτοὺς κορυβαντιώντας, καὶ λέγει τῷ Κομπασμώ· εύγε σύντροφοι εμοί αντάξιοι οὕτως ἰσχύσατε μίαν όλην ὥραν γρηγορῆσαι μετ᾿ ἐμοῦ! χαίρεσθε και διασκεδάζετε, ἵνα εἰσέλθητε εἰς το πνεύμα της συριζιακής διπραγματεύσεως· τὸ μὲν πνεῦμα ανόητον, ἡ δὲ σὰρξ αλαζονική. πάλιν ἐκ δευτέρου ἀπελθὼν ηπείλησε λέγων· ω σύ Λαγκάρντ, εἰ οὐ δύναται τοῦτο τὸ ποτήριον της συριζιακης λαίλαπος τύχει αποδοχής υπό σού, εγκατάλειψον το Ταμείον, άλλως οδηγώ αυτό εις χρεωκοπίαν.
καὶ ἐλθὼν εὑρίσκει τους τρεις πάλιν χορεύοντας· ἦσαν γὰρ αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοὶ λαμπροί εκ του οίνου της μεγαλαυχίας.
καὶ ἀφεὶς αὐτοὺς ἀπελθὼν πάλιν ηπείλησεν Λαγκάρντ ἐκ τρίτου τὸν αὐτὸν λόγον εἰπών· τότε ἔρχεται πρὸς τοὺς τρεις συντρόφους αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτοῖς· άδετε λοιπόν και ευφραίνεσθε! ἰδοὺ ἤγγικεν ἡ ὥρα καὶ οι αμαρτωλοί παραδίδονται εἰς χεῖρας του Μεγάλου Διαπραγματευτού των Δεκα Επτά Ωρών. συνέλθετε ἄγωμεν· ἰδοὺ ἤγγικαν οι αμαρτωλοί ούς εγώ, ο Καλαμοκαβαλητής Ψευδολόγος, παραδώσω εις χείρας εκδικητών. καὶ ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἰδοὺ Κυριάκος εἷς τῶν ταραχοποιών ἦλθε, καὶ μετ᾿ αὐτοῦ ὄχλος πολὺς μετὰ μαχαιρῶν καὶ ξύλων ἀπὸ τῶν Δεξιών και Κεντρώων τοῦ λαοῦ. ὁ δὲ παραδιδοὺς αὐτόν όχλω, ἔδωκεν τοις συντρόφοις του σημεῖον λέγων· ὃν ἂν φιλήσω, αὐτός ἐστίν ο αρχηγός αυτών· κρατήσατε αὐτόν. καὶ εὐθέως προσελθὼν τῷ Χαζοχαρουμένω εἶπε· χαῖρε, Χαζοχαρούμενε!, καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. και Χαζοχαρούμενος εἶπεν αὐτῷ· ἑταῖρε, κακώς πάρει. τότε προσελθών όχλος ἐπέβαλον τὰς χεῖρας ἐπὶ τὸν Χαζοχαρούμενον καὶ ἐκράτησαν αὐτόν.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΕΤΟΥΣ 2015 ΒΟΗΘΕΙΑ ΜΑΣ
Ἐκ τοῦ κατά Ματθαῖον.
Κεφ. 26: 6-16
Τοῦ Χαζοχαρούμενου γενομένου ἐν Αθήναις, ἐν οἰκίᾳ Μαξίμου, προσῆλθεν αὐτῷ γυνὴ ονόματι Αναισχυντία, ἀλάβαστρον μύρου ἔχουσα ακριβού, καὶ κατέχεεν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ενώ αυτός εκάθητο. Ἰδόντες δὲ οἱ οπαδοί αὐτοῦ ἠγανάκτησαν, λέγοντες· Εἰς τί ἡ ἀπώλεια αὕτη; ἠδύνατο γὰρ τοῦτο τὸ μύρον πραθῆναι ολίγου έστω, καὶ δοθῆναι τοις δανεισταίς, ως επί πρωτογενούς πλεονάσματος. Γνοὺς δὲ ὁ Χαζοχαρούμενος, εἶπεν αὐτοῖς· Τί κόπους παρέχετε τῇ γυναικί; Αύτη γαρ εστίν σύντροφός μου έως θανάτου. ἔργον γὰρ καλὸν εἰργάσατο εἰς ἐμέ. Πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ᾿ ἑαυτῶν άπαντας τους έλληνας, λόγω Μνημονίου όπερ εγώ έφερα, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε πρωθυπουργόν. Βαλοῦσα γὰρ αὕτη τὸ μύρον τοῦτο ἐπὶ τοῦ σώματός μου, πρὸς τὸ μαυρίσαι με εν ταις εκλογαίς ἐποίησεν. Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅπου ἐὰν κηρυχθῇ ο λόγος ούτος ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ, λαληθήσεται και ότι Χαζοχαρούμενος με συνεργάτιδα την Αναισχυντίαν τα δέοντα εποίησε ώστε χαντακώσαι την Ελλάδα εις τους αιώνας των αιώνων αμήν. Τότε πορευθεὶς εἷς τῶν αγαπητών του οπαδών, ὁ λεγόμενος Βαρουφάκης Ιωάννης, πρὸς τοὺς Δεξιούς, εἶπε· Τί θέλετέ μοι δοῦναι, κἀγὼ ὑμῖν παραδώσω αὐτόν; Οἱ δὲ ἔστησαν αὐτῷ τρία εκατομμύρια ευραργύρια. Καὶ ἀπὸ τότε ἐζήτει εὐκαιρίαν, ἵνα αὐτὸν παραδῷ. Και καλώς έπραττεν.
ΕΥΑΓΓΈΛΙΟΝ ΤΗ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ ‘ΕΤΟΥΣ ΣΩΤΗΡΙΟΥ 2014
Ἐκ τοῦ κατά Ματθαῖον.
Κεφ. 21: 18-43
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐπανάγων ὁ Σαμαράς εἰς τὴν πόλιν, ἐπείνασε· καὶ ἰδὼν Βουλήν μίαν ἐπὶ τῆς ὁδοῦ, ἦλθεν ἐπ᾿ αὐτήν, καὶ Αναγκαστκικήν Πράξιν οὐκ εὗρεν ἐν αὐτῇ, εἰ μὴ Νομοσχέδια μόνον, καὶ λέγει αὐτῇ· Μηκέτι ἐκ σοῦ Νόμος γένηται εἰς τὸν αἰῶνα. Καὶ ἐξηράνθη παραχρῆμα ἡ Βουλή. Καὶ ἰδόντες οἱ Υπουργοί, ἐθαύμασαν λέγοντες· πῶς παραχρῆμα ἐξηράνθη η Βουλή; Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Σαμαράς, εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν, καὶ μὴ διακριθῆτε, οὐ μόνον τὸ τῆς Βουλής ποιήσετε, ἀλλὰ κἂν τη χώρα ταύτη εἴπητε· ἄρθητι, καὶ βλήθητι εἰς τὴν Μημονιακήν θάλασσαν, γενήσεται· καὶ πάντα ὅσα ἐὰν αἰτήσητε ἐν τω Φασισμώ, πιστεύοντες, λήψεσθε. Καὶ ἐλθόντι αὐτῷ εἰς τὸ ἱερὸν, προσῆλθον αὐτῷ διδάσκοντι οἱ Συριζαίοι καὶ οἱ Κουκουέδες τοῦ λαοῦ, λέγοντες· Ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιεῖς, καὶ τίς σοι ἔδωκε τὴν ἐξουσίαν ταύτην; Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Σαμαράς, εἶπεν αὐτοῖς· Ἐρωτήσω ὑμᾶς κἀγὼ λόγον ἕνα, ὃν ἐὰν εἴπητέ μοι, κἀγὼ ὑμῖν ἐρῶ, ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιῶ. Τὸ δαχτυλίδι του Γιωργάκη πόθεν ἦν, ἐκ λαού ή εκ Σημίτη; Οἱ δὲ διελογίζοντο παρ᾿ ἑαυτοῖς, λέγοντες· Ἐὰν εἴπωμεν, ἐκ λαού, ἐρεῖ ὴμῖν· Διατί οὖν οὐκ ἐπιστεύσατε αὐτῷ; ἐὰν δὲ εἴπωμεν, ἐκ Σημίτη· φοβούμεθα τὸν ὄχλον· πάντες γὰρ ἔχουσι τὸν Γιωργάκη ὡς δήθεν ικανόν. Καὶ ἀποκριθέντες τῷ Σαμαρά εἶπον· Οὐκ οἴδαμεν. Ἔφη αὐτοῖς καὶ αὐτός· Ουδέ εγώ λέγω ὑμῖν, ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιῶ.
ΥΜΝΟΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ
ΣΤΑΣΙΣ Γ΄
(μη ψαλλόμενη μετάφραση)
Οι άνθρωποι όλοι όπου γης
ύμνο Χριστέ μου ψάλλουν
για Σε, πάνω στον τάφο Σου.
Ο Αριμαθαίας απ' το Σταυρό
Αφού Σε κατεβάζει
Σε τάφο μέσα Σ' έβαλε.
Νικόδημος και Ιωσήφ
νεκρός σα να 'ταν, ’Κείνον
κηδεύουν που όλα έχτισε.
Η Πλάση μας ολόκληρη
ας πούμε μοιρολόγια-
Στου μέγα Χτίστη την ταφή.
Γιε του Θεού ,όλων βασιλιά,
Θε’ μου Εσύ και Πλάστη
τα πάθη πώς τα έστερξες;
Αυτοί που με το μάννα Εσύ
τους έθρεψες, χτυπήσαν
Εσέ, τον ευεργέτη τους.
Αυτοί που με το μάννα Εσύ
τους έθρεψες, Σωτήρα,
χολή και ξύδι Σου 'δωσαν.
Πικρή Σου δώσανε χολή
Ελεήμονα και ξύδι
και Συ την πίκρα εγλύκανες.
Σε ’βάλαν πάνω στο Σταυρό
’Σένα πoυ το λαό Σου
στο τίποτα τον στήριξες.
Ναι Θε’ μου, οι άμυαλοι αυτοί!
Αυτοί οι Χριστοφονιάδες
που τους προφήτες σκότωσαν!
Σαν υπηρέτης άμυαλος
έδωσε ο παντογνώστης
την τόση τη σοφία Του.
Μα αιχμάλωτος επιάστηκε
ο πονηρός Ιούδας
τον Λυτρωτή που πούλησε.
Και οι Δυνάμεις τ' Ουρανού
από το φόβο ετρέμαν
όταν νεκρό Σε είδανε.
Κι όταν σ' αντίκρισε νεκρόν
Πάνσοφε ,η που Σ' εγέννα,
θρήνο κι Αυτή αρχίνησε
και, η Παρθένος, που σπαθιά
τα σπλάχναΤης τρυπούσαν
δάκρυα θρήνου έχυνε.
«Ώ! Συ! Γλυκιά μου ΆνοιξηΙ
Μωρό Εσύ γλυκό μου!
Πού είναι η ομορφάδα Σου;
Ω! Των ματιών μου φως Εσύ!
Γλυκό μου αγοράκι!
Σε τάφο Συ πώς βρέθηκες;»
«Μην κλαις Μητέρα' τον Αδάμ
να σώσω και την Εύα:
γι αυτό ετούτα τα τραβώ.»
«Την τόση καλοσύνη σου
Παιδάκι μου, θαυμάζω
που να υποφέρεις απ' αυτήν».
Με δάκρυα να της τρέχουνε
ν' αναστηθείς η μάννα
ζητάει που Σε γέννησε.
Ν' αναστηθείς, ναι! μην αργείς.
Πάψε τη θλίψη Θε’ μου
Αυτής που, αγνή, Σε γέννησε.
Κι εμάς από τα βάραθρα
με την ανάστασή Σου
του Άδη, βγάλε μας στο φως.
Και λύτρωσε όλους 'κείνους που
μ' ελπίδα και με φόβο
τ' άγια τα πάθη Σου τιμούν.
Οι Μυροφόρες ήρθανε
στον τάφο Σου Σωτήρα
και μύρα Σου προσφέρανε.
Kαι μύρωσαν τον τάφο Σου
με μύρα οι Μυροφόρες
πρωί πρωί έχοντας ερθεί. (τρεις φορές)
Και μύρα και αρώματα
γυναίκες άξιες σ' αυτά
στον τάφο Σου προσφέρανε.
Κι ήταν γι αυτές το "χαίρετε"
που άκουσαν αμέσως
η αμοιβή των δώρων τους.
Σωτήρα κάνε με άξιον
σαν μύρα στην ταφή Σου
να Σου προσφέρω δάκρυα.
Στην Εκκλησία και στο λαό
με την Ανάστασή Σου
ειρήνη φέρε και σωσμό.
Κι ας θυμηθείς Σωτήρα μου
εμάς πoυ ανυμνούμε
τα Τίμια τα Πάθη Σου.
Kαι κείνους που πεθάνανε
Σωτήρα μην ξεχάσεις
όταν στη δόξα Σου θα ’ρθείς.
Καλόγνωμο το μάτι Σου
ας τους κοιτάξει όλους
στην Κρίση Σου πoυ έρχεται.
Και το κοπάδι φύλαγε
μαζί και το βοσκό του
Χριστέ μου Παντελέημονα.
Θε’ μου την πλάση ελέησε
Εσύ που 'σαι Πατέρας
Πνεύμα και Γιος-κι ένας και τρεις.
Να δούμε την Ανάσταση
Παρθένε, του Παιδιού Σου
αξίωσε τoυς δούλους Σου.
Οι άνθρωποι όλοι όπου γης
ύμνο Χριστέ μου ψάλλουν
για Σε, πάνω στον τάφο Σου.
ΥΜΝΟΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ
(ψαλλόμενη μετάφραση)
ΣΤΑΣΙΣ Α΄
Τη Ζωή-Εσένα-,
μες σε τάφο Σε κλειούν
κι οι στρατιές εκστατικές των Αγγέλων Σου
την ταπείνωσή Σου δόξαζαν Χριστέ.
Η Ζωή πεθαίνει;
Πώς σε τάφο έχεις μπει
και το θάνατο απ' το θρόνο του έριξες
και ανάστησες του Άδη τους νεκρούς;
Σε δοξολογούμε
και, τιμούμε Ιησού,
βασιλιά μας, την ταφή και τα πάθη Σου
που μ' αυτά μας έχεις σώσει απ' το Χαμό.
Συ τη γη έχεις φτιάξει,
τώρα όμως Εσέ
βασιλιά, σ' έναν μικρό τάφο σ' έβαλαν
κι απ' τα μνήματα ανασταίνεις τους νεκρούς.
Ο άρχοντας των πάντων
είναι μες στους νεκρούς
και Αυτός που πεθαμένους ανάστησε
σ' αναπάντεχο έναν τάφο έχει μπει.
Από τους ανθρώπους
ο πιο ωραίος κι αγνός
πεθαμένος λες, Αυτός! ότι κείτεται
που σε όλα έχει δώσει ομορφιά.
Θάνατος και Ζήση
θαύμα! Να! Συζητούν:
Πώς με θάνατο ακυρώνεται ο θάνατος
και πηγή γίνεται Ζωής ένας νεκρός;
Πνεύματα βοηθάνε
με μαζί τον Ιωσήφ
το Νικόδημο, Εσέ τον αχώρητο
μες σε μνήμα να χωρέσουνε μικρό.
Τον Αδάμ Συ έχεις
πλάσει από πηλό
και για κείνον έχεις Συ γίνει άνθρωπος
κι έχεις, θέλοντας, ανέβει στο Σταυρό.
Τον Αδάμ να σώσεις
κάτω 'δω έχεις ερθεί
και στη γη μη βρίσκοντάς τόνε Δέσποτα
μες στον Άδη έχεις κατέβει να τον βρεις.
Από φθόνο είχε
πάει στον Άδη ο Αδάμ
και στη ζωή τον ξαναδίνεις πεθαίνοντας
σαν να είσαι νέος ένας Συ Αδάμ.
'Σένα που δικάζεις
να δικάσουν ζητούν
που από δίκη όλους Σύ μας απάλλαξες
και αθάνατους μας έκανες κι εμάς.
Μια πλευρά Εσύ πήρες
κι είχε η Εύα πλαστεί
και πλευρά μία σε Σένα τρυπήσανε
κι έχει τρέξει Σωτηρία απ' την πληγή.
Ημερών τεσσάρων
φίλο Σου νεκρό
αναστήσει έχεις Χριστέ μου: το Λάζαρο'
τώρα Συ πώς μέρες τρεις μένεις νεκρός;
Τον νεκρό Σαββάτο
Αναστήσει είχες συ.
Πώς το Σάββατο Εσύ, τώρα Αθάνατε,
το γιορτάζεις σαν νεκρός μες στους νεκρούς;
Σαν θνητός, Σωτήρα,
πας στον τάφο νεκρός,
σαν Θεός όμως νεκρούς Συ ανάστησες
από τάφους αμαρτίας βαθιούς πολύ.
Άτρωτος της Τριάδας
Είσαι ο Ένας Εσύ
μα υπόφερες σαν έγινες άνθρωπος
για να κάνεις έτσι άτρωτους κι εμάς.
Και σε τάφο μπήκες
μα, από δίπλα Χριστέ,
’π’ τον Πατέρα Σου καθόλου δεν έφυγες,
πράγμα αλλόκοτο κι απίστευτο μαζί.
Σαν νεκρός στον τάφο,
με Πατέρα Θεός,
και στον Άδη σαν κυρίαρχος Δέσποτας
τους ανθρώπους έχεις σώσει απ' τη φθορά.
Κάτω από το χώμα
θέλοντας, αφού πας,
στα ουράνια από τη γη ξανανέβασες
όσους κάποτε είχαν πέσει από κει.
Σε καινούργιον τάφο
Συ εμπήκες Χριστέ
και του ανθρώπου την ουσία καινούργιωσες
όταν είχες σαν Θεός αναστηθεί.
Ουρανό έχεις θρόνο.
και τη γη πάτωμα
και τον τάφο Σου πώς να τον ελέγαμε;
Μάλλον: τόπο Αναστάσεως Χριστού.
Δακρυοθρηνώντας
η Μητέρα η αγνή
φώναζε καθώς με μύρα Σε ράντιζε:
«Πώς θα Σε κηδέψω εγώ παιδί μου-πώς;
Φώς Εσύ του Κόσμου,
των ματιών μου το φως,
Ιησού Εσύ πολυαγαπημένε μου! «
η Παρθένος κλαίοντας έκραζε πικρά.
Θεϊκέ Συ Λόγε!
Μόνη Εσύ μου χαρά!
Πώς θ' αντέξω την ταφή Σου την τριήμερη;
Αχ! τα σπλάχνα μου σπαράζουνε βαριά!
«Πού νερό θα έβρω;
Πού δακρύων πηγές;»
η Παρθένα η Θεοπάντρευτη φώναζε,
«για να κλάψω τον γλυκό μου τον Ιησού;
Σεις βουνά, φαράγγια,
σεις ανθρώπων φυλές,
κι όσα έφτιαξε ο Θεός μας, θρηνήστε Τον
σαν που η μάνα Του-εγώ-Τόνε θρηνώ.
Το σπαθί-αλί μου!-
της πικρής σου σφαγής
την καρδιά μου διαπερνά, ω! αιώνιε!
ω! Μυστήριο ακατανόητο! Γιε μου Εσύ!
Πότε το αιώνιο
φως Σωτήρα εγώ»-
η Παρθένος μες στους θρήνους Της έλεγε-
«την τρανή εγώ χαρά πότε θα δω;»
Με μελάνι το άγιο
το αίμα σου, όλα Εσύ
τα δικά μας έσβησες τ' αμαρτήματα
κι απ' τον τάφο Συ βραβεύεις τη ζωή.
Προσκυνώ τα Πάθη,
την ταφή Σου αινώ,
κι εξυμνώ τη δύναμή Σου φιλάνθρωπε,
γιατί αυτά μ' έχουν γλιτώσει απ' το Χαμό.
Κι όπως εθυμήθης
τον Ληστή στο Σταυρό
μα κι εμάς που σε υμνούμε θυμήσου μας
την ψυχή Σου λύτρα που έδωσες για μας.
Κι όσους επεθάναν
ευσεβείς Σου πιστούς
δώσε τους Σωτήρα μου δίκια ανάπαυση
και στο βασίλειό Σου βάλε τους να ζουν.
Τον Πατέρα υμνούμε
και μαζί Του κι Εσέ,
Θεέ των πάντων και το Άγιο το Πνεύμα Σου
και τη Θεια Σου ανυμνούμε την ταφή.
Σε καλοτυχίζου-
με Θεοτόκε Αγνή
και τιμούμε την ταφή την τριήμερη
του Παιδιού Σου που Θεός είναι για μας.
Τη Ζωή, Εσένα,
μες σε τάφο σε κλειούν
κι οι στρατιές εκστατικές των Αγγέλων Σου
την ταπείνωσή Σου δόξαζαν Χριστέ.