Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

  
Το μονόπρακτο «ΔΙΝΑ»
(ΔΙΝΑ: Θεατρική απόδοση του πρώτου αιματηρού επεισοδίου του Μεσανατολικού Ζητήματος, (του σφαγιασμού των Συχεμιτών της Χαναάν από τα παιδιά του Ιακώβ), όπως αυτό περιγράφεται στην Παλαιά Διαθήκη  (ΓΕΝΕΣΗ, κεφάλαια ΧΧΧΙΙΙ18 έως και  ΧΧΧΙV)




ΔΙΝΑ
(ή ΔΕΙΝΑ)

ΧΡΟΝΟΣ:
Βιβλικός

ΤΟΠΟΙ:
Κατασκήνωση Ιακώβ
Παλάτι Συχέμ
Χωράφια
Εξοχή

ΠΡΟΣΩΠΑ:
ΙΑΚΩΒ, ο πατέρας της Δίνας
 ΖΕΛΦΑ, υπηρέτρια  
ΛΕΙΑ, γυναίκα του Ιακώβ
ΑΡΑΧΕΜ Επιστάτης
ΡΟΝΙ-υπηρέτρια
ΔΙΝΑ (ή ΔΕΙΝΑ)-κόρη του Ιακώβ
ΕΜΜΩΡ άεχοντας του ΣΥΧΕΜ
ΣΥΧΕΜ γιος του.
ΣΥΜΕΩΝ, ΛΕΥΊ, ΡΟΥΒΊΝ, ΙΟΥΔΑΣ, ΙΣΣΑΧΑΡ, ΔΑΝ, ΖΑΒΟΥΛΏΝ, ΝΕΦΘΑΛΕΙΜ, ΓΑΔ, ΑΣΉΡ.-γιοί του Ιακώβ
ΥΠΗΡΕΤΡΙΕΣ
ΝΟΙΚΟΚΥΡA ΣΥΧΕΜΙΤΙΣΣΑ
Α΄ ΓΕΙΤOΝΙΣΣΑ,
Β’ ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ
ΑΝΤΡΑΣ ΣΥΧΕΜΙΤΗΣ
ΒΑΛΛΆ δούλα του Ιακώβ





ΣΚΗΝΉ ΠΡΩΤΗ

Τόπος:
Βασίλειο του Συχέμ της Χαναάν. Μονοπάτι  στην εξοχή, μακριά από την κατασκήνωση του Ιακώβ.

Πρόσωπα:
ΡΟΝΙ-υπηρέτρια
ΔΙΝΑ-κόρη του Ιακώβ
ΣΥΧΕΜ και ΑΚΟΛΟΥΘΟΙ  ΤΟΥ.



ΡΟΝΙ
Δίνα ας γυρίσουμε. Η μητέρα σου εμένα θα μαλώσει αν αργήσουμε.

ΔΙΝΑ
Έλα Ρόνι, μη  θέλεις να χαλάσεις αυτό το όμορφο περπάτημα.  Πώς μπορείς να συλλογίζεσαι  το    γυρισμό  μια τέτοιαν ώρα; Μόνο το αεράκι αυτό που κατεβαίνει από τό βουνό απέναντι και μας δροσίζει    ως  μέσα την  ψυχή, αυτό και  μόνο θα ήταν αρκετό για να με κρατήσει εδώ. Μα είναι και  τα λουλούδια. Κοίτα. Κοίτα τους κρόκους! Τους αγριονάρκισσους! Τους υάκινθους! Μακρύναμε από το πατρικό μας σπίτι αλλά βρεθήκαμε σ’ ένα ωραίο μέρος.

ΡΟΝΙ      
Μ’ αρέσουνε και μένα όλα αυτά Δίνα. Όμως ποτέ δεν απομακρυνθήκαμε τόσο από το σπίτι. Το ξέρεις πως ο άρχοντας περνάει απ’ αυτό το δρόμο με τ’ αμάξι του;

ΔΙΝΑ
Που να το ξέρω… Και ούτε με νοιάζει για τον άρχοντα.

ΡΟΝΙ
Κι αν  τόνε νοιάζει    αυτόν;

ΔΙΝΑ
Τί θα μας κάνει Ρόνι, θα μας φάει;

ΡΟΝΙ
Τόσο μακριά δεν πήγαμε άλλοτε Δίνα.

ΔΙΝΑ
Ούτε άλλοτε ήταν τόσο όμορφα. Κοίτα ένα χρυσοκίτρινο πουλί! Ω! Να μπορούσα να τ’ αγγίσω! Να το κλείσω στα χέρια μου! Να το χαϊδέψω, να το φιλήσω…
(πλησιάζει το πουλί, αυτό φεύγει.)
Γιατί φοβούνται τα πουλιά Ρόνι;
(βλέπει τη Ρόνι που είναι σκεπτική)
Έλα Ρόνι, Χάρου και συ μαζί μου. Αν όλα τ’ άλλα δεν μπορούν να σε κάνουν να ξεχάσεις το σπίτι και τη μητέρα μου, τουλάχιστον αυτό σκέψου: Είμαστε σ’ ένα μέρος που πρώτη φορά το βλέπουμε. Μια καινούργια πόλη. Ποιός ξέρει πόσα ωραία πράγματα θα ’χει μέσα της… Ας τη δούμε κι ας είναι από μακριά. Δε θα ’θελες να δεις κι άλλη μια πόλη εκτός απ’ τή Χαρράν;

ΡΟΝΙ
Θέλω. Μα βλέπεις  εκείνο το δέντρο  εκεί  πέρα; Όταν φτάσουμε εκεί  θα γυρίσουμε. Ναι;

ΔΙΝΑ
Ω! Εσύ είσαι χειρότερη από τη μητέρα μου.

ΡΟΝΙ
Γι αυτό και μ’ έχουνε για συντροφιά σου-γιατί είμαι μεγαλύτερη και ξέρω πράγματα περισσότερα. Όλοι  με  μένα θα τα  βάλουνε που αργήσαμε.

ΔΙΝΑ
Κουτή! Και τι μπορεί να γίνει;
(κοιτάζει γύρω της)
Τι ομορφιά! Εκείνο το βουνό εκεί πέρα δε μοιάζει σα να το’ βαλαν εκεί οι άγγελοι του θεού του πατέρα μου, γεμάτο έτσι με δέντρα ολάνθιστα και με ό,τι αγριολούλουδο φανταστείς, μόνο και μόνο για μας;

ΡΟΝΙ
Το βουνό αυτό το λένε Εβάλ και τ’ αντικρυνό του Γε
ζερίμ.
Ακουσα τον πατέρα σου που τόλεγε όταν ερχόμασταν.

ΔΙΝΑ
Ω: Δε με νοιάζει πως το λένε, αρκεί που είναι όμορφο.

ΡΟΝΙ
Και δεν είναι μόνον ο πατέρας σου. Θα μου φωνάζουν και τ’ αδέρφια σου.

ΔΙΝΑ
Ουφ! Άσε με πιά! Αν θέλεις φύγε. Θα προχωρήσω μόνη μου…

ΡΟΝΙ
Οχι. Δε φεύγω.

ΔΙΝΑ
Τότε σταμάτα. Να, φτάνουμε στο δέντρο, θα γυρίσουμε, μην κάνεις έτσι.
(τη βλέπει)
Πώς το μπορείς να πας και να κλειστείς μέσα σε μια σκοτεινή σκηνή μια λαμπρή μέρα σαν και τούτη; Όμως είσαι κουτή. Τ’ αδέρφια μου ότι και να κάνω δε θα με μαλώσουν. Έντεκα αγόρια θα μαλώσουνε μιαν αδερφούλα; Έτσι και με δούνε λίγο λυπημένη θα μου συχωρέσουνε την πιο μεγάλη μου αταξία.
(Σιωπή)
Ξέρεις πως τον παλιό καιρό παντρεύονταν αδέρφια με αδέρφια; Ξέρεις ποιον θα ’παιρνα εγώ; Τον Συμεών.

ΡΟΝΙ
Λες και δεν το έχουμε καταλάβει! Ξέρεις, στην Αίγυπτο παντρεύονται αδέρφια με αδέρφια.

ΔΙΝΑ
Ξέρω. Εσύ ποιον θα διάλεγες αν τ’ αδέρφια μου ήταν αδέρφια σου;

ΡΟΝΙ
Τον Λευί.

ΔΙΝΑ (Γελάει)
Εσύ ψηλή ψηλή κι αυτός κοντούτσικος ωραίο ζευγάρι θα κάνατε…

ΡΟΝΙ
Είναι δουλευτής. Μια μέρα θα γίνει πλούσιος σαν τον πατέρα του. Τίποτα δε θα του λείπει.

ΔΙΝΑ
Τα πλούτη κοιτάζεις καημένη κι όχι την αγάπη;

ΡΟΝΙ
Τα πλούτη που δεν έχω. Αν είχα κι εγώ πλούσιο πατέρα, τότε θα σκεφτόμουν κι εγώ τις αγάπες.
(Δυο άμαξες εμφανίζονται στη στροφή του δρόμου. Φοβισμένα)
Κάποιοι έρχονται. Πάμε να φύγουμε!

ΔΙΝΑ
Άνθρωποι είναι. Θα περάσουνε.

ΡΌΝΙ
Μπορεί να ’ναι ο άρχοντας. Πάμε να φύγουμε.

ΔΙΝΑ
Όποιοι και να ’ναι δεν κρύβομαι. Είμαι η κόρη του Ιακώβ. Κι έχω έντεκα αδέρφια. Κάτσε εδώ. Άρματα είναι, θα περάσουν.

(Μεριάζουν κάνοντας τόπο στις άμαξες. Οι άμαξες σταματάνε δίπλα τους. Κατεβαίνει ο Συχέμ)

ΣΤΧΕΜ
Χαιρετίζω τα όμορφα κορίτσια.

ΔΙΝΑ
Και  μεις σε χαιρετίζουμε.

ΣΥΧΕΜ
(Κάνει μια γύρα γύρω από τα κορίτσια. Στέκεται  μπροστά στη Δίνα)
Πώς και δε σ’ έχω ξαναδεί στα μέρη μου; Ξένη είσαι;

ΔΙΝΑ
Πριν δυο φεγγάρια ήρθα εδώ με την οικογένεια μου. Αγόρασε ο πατέρας  μου γης από τον άρχοντα της χώρας και μένουμε. Ιακώβ τόνε λένε τον πατέρα μου.

ΣΥΧΕΜ
Κάτι άκουσα για κάτι ξένους από τον πατέρα μου. Τον έχεις δει τον άρχοντα;

ΔΙΝΑ
Δεν έχω καμιά δουλειά εγώ με τον άρχοντα. Εγώ μένω στο σπίτι. Βγήκα με τη φίλη μου για μια βόλτα. Κι είναι η ώρα μου να γυρίσω.
(κάνει να φύγει. Ο Συχέμ της κλείνει το δρόμο).

ΣΥΧΕΜ
Αφού δεν ξέρεις τον άρχοντα δε θα ξέρεις και μένα-είμαι ο γιος του ο Συχέμ, που τ’ όνομά μου έχει η χώρα που μέσα της μένεις. Και είμαι ο πρωτότοκος, και είμαι ο κληρονόμος της χώρας τούτης μ' ότι και μ' όποιον έχει μέσα της.

ΔΙΝΑ
Δεν έτυχε να σ’ έχω ακουστά. Κι εγώ είμαι η κόρη του Ιακώβ με τα χιλιάδες ζώα και τις κατοσταριές τους δούλους. Και τώρα πρέπει να γυρίσω γιατί θα με ψάχνει.

ΣΥΧΕΜ
Τέτοια κορμοστασιά σαν της γαζέλας των βουνών και δυο τέτοια μαύρα μάτια μεγάλα το καθένα σαν τη νύχτα και γλυκά σαν το μέλι του Ελάμ, δεν έχω ξαναδεί σ’ όλη τη χώρα.

ΔΙΝΑ
Καλά τα λόγια σου, όμως με περιμένουν οι δικοί μου.

ΣΥΧΕΜ
(Μη δίνοντας σημασία σ’ ότι λέει η Δίνα)
Όταν, πρωί, έρθεις εδώ, θα δεις ομίχλη να σκεπάζει τον κάμπο πέρα πέρα. Τ’ αγριολούλουδα τότε και τα δέντρα φαντάζουν ομορφότερα καθώς μισοκρύβονται μέσα στην πάχνη. Έτσι και συ με το βέλο να σκεπάζει το πρόσωπό σου γίνεσαι ομορφότερη.
Βγαλ’ το. Ίσως δω κάποιαν ασχήμια πάνω του, και τότε θα σ’ αφήσω να πας στο σπίτι σου.

ΔΙΝΑ
Το βέλο του κορίτσι από σπίτι δεν το βγάζει.

ΣΥΧΕΜ
Κορίτσι από σπίτι δεν τριγυρίζει  μονάχο του στις ερημιές.

ΡΟΝΙ
(Προσκυνάει ως το χώμα)
Άρχοντά μου, χίλια να είναι τα χρόνια σου και όλους τους εχθρούς σου να νικάς. Άκου και με τη δούλη σου. Όσα είπε η κυρά μου είναι αλήθεια. Για έναν περίπατο βγήκαμε. Και μ’ έστειλαν μαζί της για να την προσέχω σα μεγαλύτερη που είμαι. Οι  ομορφιές του τόπου μάς μάγεψαν κι αργήσαμε λιγάκι. Κύριέ μου, θα με σκοτώσουνε αν πειραχτεί μια τρίχα μόνον από τα μαλλιά της. Άφησέ μας να γυρίσουμε στο σπίτι μας και ο κύριός μου θα σου στείλει δώρο πενήντα πρόβατα. Εγώ θα του το πω.

ΣΪΧΕΜ (Κάνει νόημα σε δυο άντρες που είναι στ’ αμάξια κι αυτοί παίρνουν από μπροστά του τη Ρόνι. Στη Δίνα) Ανέβα στ’ αμάξι μου!

ΔΙΝΑ
Οχι. Κι άσε με να φύγω γιατί έχω έντεκα αδέρφια και θα μ’ αναζητάνε.

ΣΙΧΕΜ
Ο πόθος που μου άναψες δε σβήνει ούτε με τα παρακάλια της δούλας σου ούτε με τις δικές σου απειλές. Κι αν ένας άρχοντας δεν κάνει ό,τι θέλει μέσα στη χώρα του, τότε άρχοντας δεν είναι. Έλα μαζί μου κι αύριο σε πηγαίνω όπου θέλεις.

ΔΙΝΑ
Δεν έχω μάθει να με διατάζουν. Κι ούτε είμαι δούλα σου. Δούλα είμαι στον πατέρα και στ’ αδέρφια μου. Κι ούτε που με θαμπώνουν τα πλούτη. Μες στο ασήμι και στο χρυσάφι μεγάλωσα.

ΣΙΧΕΜ
Μάρτυρα τον Βεδ βάζω πως δεν μπορώ να κάνω αλλιώς παρά να σε πάρω μαζί μου με το ζόρι. Μαρτυρά μου το θεό τον Ήλιο βάζω πως και η κόρη του Φαραώ να ήσουνα η ίδια, πάλι θα σ’ έπαιρνα μαζί μου. Κι αν ήξερα ακόμα πως θα πληρώσω με τη ζωή μου την αγκαλιά σου, πάλι δεν θα έκανα πίσω.

ΔΙΝΑ
Άρχοντα άσε με να φύγω.
(Ο Συχέμ την αρπάζει και τη βάζει πάνω στο άρμα του ενώ η Δίνα προσπαθεί να του ξεφύγει)

Τέλος της πρώτης σκηνής






ΣΚΗΝΉ ΔΕΎΤΕΡΗ
Σκηνή του Ιακώβ.

Πρόσωπα:
ΙΑΚΩΒ, ο πατέρας της Δίνας
 ΖΕΛΦΑ, υπηρέτρια  
ΛΕΙΑ, γυναίκα του Ιακώβ
ΑΡΑΧΕΜ Επιστάτης


ΖΕΛΦΑ
Ρώτησα μια γυναίκα της πόλης. Μου είπε πως υπάρχει στην πόλη μια γριά που ξεγεννάει.

ΙΑΚΩΒ
Να την πάρουμε όταν έρθει η ώρα. Η Ραχήλ είναι αδύνατη. Θα χρειαστεί  βοήθεια.


ΖΕΛΦΑ
Όταν ξαναπεράσει η γυναίκα θα της  το πω. Με το ζόρι  την κατάφερα να μου  μιλήσει.  Δε  στέκονται…

ΛΕΙΑ
(Γνέθοντας)
Μας αποφεύγουν οι  ντόπιοι.

ΙΑΚΩΒ
Είναι  νωρίς ακόμα. Πρέπει να μας μάθουν, να δουν πως είμαστε καλοί και νοικοκυραίοι άνθρωποι κι ύστερα θα ξανοιχτούνε.

ΛΕΙΑ
Ήρθε ο Φαρέν από τα κοπάδια. Τρεις αγελάδες γεννήσανε σήμερα.

ΙΑΚΩΒ
Δοξασμένο να είναι το όνομα του Κυρίου. Όλα καλά μας τα κάνει. Αν βρούμε και νερό στα καινούργια πηγάδια, τότε θα ’μαστε καλλίτερα.
(Στη Ζελφά)
Φώναξε μου τον Αραχέμ.
(Η Ζελφά βγαίνει).

ΛΕΙΑ
Η Δίνα άργησε. Στείλε κάποιον να δει.

ΙΑΚΩΒ
Μόνη της πήγε;

ΛΕΙΑ
Με  τη  Ρόνι.

ΙΑΚΩΒ    
Είναι  μεγάλη και μυαλωμένη κοπέλα. Όταν είναι  αυτή  μαζί  με τη Δίνα μη φοβάσαι.

ΛΕΙΑ
Είναι πολλή ώρα που φύγανε. Βγήκα έξω να δω και δεν τις πήρε το μάτι μου.

ΙΑΚΩΒ
Ο ήλιος είναι ψηλά ακόμα.

ΛΕΙΑ
Αν αργούσε ο Ιωσήφ θα ’χες στείλει δέκα ανθρώπους να τον βρούνε…

ΙΑΚΩΒ
Ο Ιωσήφ είναι  μικρός ακόμα. Μη με κακοπαίρνεις Λεία. Όλα τα παιδιά μου  τ’ αγαπάω.

ΛΕΙΑ
Αυτό που σου λέω εγώ.

ΙΑΚΩΒ
Καλά, θα πω του Αραχέμ να στείλει κάποιον. Ησύχασε .
(Μπαίνει ο Αραχέμ και προσκυνάει)

ΑΡΑΧΈΜ
Προσκυνώ αφέντη.

ΙΑΚΩΒ
Πώς  τα βλέπεις τα πηγάδια Αραχέμ; Θα δώσουνε νερό;

ΑΡΑΧΕΜ
Πρέπει αφέντη. Ο γείτονας στην Ανατολή έχει τρία γεμάτα. Ο βορεινός τα ίδια. Φαίνεται πως η περιοχή έχει νερό. Κι ο γερο-Ιωβήλ αυτό λέει.

ΙΑΚΩΒ
Ο Φαρέν λέει γεννήσανε τρεις αγελάδες. Τις είδες;

ΑΡΑΧΕΜ
Ναι αφέντη. Καλά είναι τα ζώα. Η μία δυσκολεύτηκε, είπαμε δε θα το βγάλει ζωντανό όμως τα κατάφερε.

ΙΑΚΩΒ
Ας είναι δοξασμένο το όνομα του Κυρίου. Κι ας δώσει να γεννήσει καλά και η Ραχήλ. Τράβα να ησυχάσεις Αραχέμ. Προτού, στείλε κάποιον να φέρει τη Δίνα.

ΑΡΑΧΈΜ
Πάω αφέντη. Μόνο ένα πράγμα να σου πω για να το ξέρεις. Δεν είναι σπουδαίο, αλλά μη σου κάνει κανείς τίποτα παράπονα…

ΙΑΚΩΒ
Τι;

ΑΡΑΧΕΜ
Να, αρπαχτήκανε οι προβατάδες μας με τους ντόπιους για δυό ζώα.

ΙΑΚΩΒ
Δε σας είπα να μην πιανόσαστε-να προσέχετε; Είμαστε ξένοι εδώ Αραχέμ!

ΑΡΑΧΕΜ
Δεν προχώρησε το πράγμα αφεντικό. Μπροστά στους ξένους μάλωσα τους δικούς μας. Ησύχασαν τα πράγματα. Μόνο για να το ξέρεις στο είπα.
(Απέξω ακούγεται θόρυβος και κλάματα γυναικεία.)

ΛΕΊΑ
Τι να συμβαίνει; (Αφήνει το γνέσιμο και βγαίνει)

ΙΑΚΩΒ
Θα τσακώθηκαν τίποτα γυναίκες.
(Περιμένει να δει τι έγινε. Μπαίνει η Λεία. Από πίσω της έρχεται η Μελχά σπρώχνοντας μπροστά της τη Ρόνι, που για προστασία έχει κολλήσει πάνω της.)

ΛΕΙΑ
(θρηνώντας)
Πάει  το παιδί  μου! Πάει  το κορίτσι μου! Μου  το πήρανε. Πάει το μοναχοκόριτσό  μου!

ΙΑΚΩΒ
Τ’ είναι αυτά που λες; Τι Θα πει… Ποιός το πήρε;
(Στη Μελχά)
Τι έγινε;

ΜΕΛΧΑ
Ο γιος του Εμμώρ άρπαξε τη Δίνα.

ΙΑΚΩΒ
Ο γιος του άρχοντα-ποιος; Ο Συχέμ;
(Η Μελχά κοιτάζει ερωτηματικά τη Ρόνι. Εκείνη γνέφει ναι).
Πώς έγινε; Πότε; Πες μου.

ΛΕΊΑ
Πάει το κορίτσι μου. Το ’λεγα εγώ.
(Στη Ρόνι)
Και συ που είχες τα μυαλά σου; Ω! Δυστυχία μου!

ΙΑΚΩΒ
(Βάζει τη Λεία να καθίσει)
Σώπασε να δούμε τι έγινε.
(Στη Ρόνι)
Λέγε επιτέλους κορίτσι, τί έγινε;
(Η Ρόνι κλαίγοντας πέφτει μπροστά στα πόδια του Ιακώβ. Δυνατά)
Σταμάτα τα κλάματα και μίλα.

ΡΟΝΙ
Εγώ της  έλεγα να γυρίσουμε αφέντη. Δε  μ’ άκουγε.

ΑΡΑΧΕΜ
(Πλησιάζει,  τη Ρόνι)
Μη φοβάσαι. Άσε τα κλάματα και  μίλα.  Λέγε.

ΡΌΝΙ
Εκεί που περπατούσαμε ήρθανε δύο άρματα. Στο ένα ήτανε ο Συχέμ ο άρχοντας. Κατέβηκε και μας μίλησε .Είπε της Δίνας να πάει μαζί του. Εκείνη δεν πήγαινε και την άρπαξε ο ίδιος. Την έβαλε στο άρμα του και φύγανε.

ΛΕΙΑ
(κλαίγοντας)
Κορίτσι μου!

ΙΑΚΩΒ
(στον εαυτό του)
Δε μπορώ να το πιστέψω. Ο Εμμώρ να το κάνει αυτό σε μένα;..
(στην Ρόνι)
Ήξερε ποια είναι η Δίνα;

ΡΟΝΙ
Του το είπε. Του είπε για τ’ αδέρφια της, του είπε και για σένα αφέντη, τίποτα εκείνος. Την πήρε. Του μίλησα κι εγώ αφέντη. Έπεσα στα πόδια του. Τον παρακάλεσα. Μ’ έκανε πέρα. Δε φταίω κυρά μου... της έλεγα να γυρίσουμε.., δε μ’ άκουγε. Τί να ’κανα;

ΙΑΚΩΒ (στη Ρόνι)
Πήγαινε.
(Η Ρόνι οπισθοχωρεί κλαίγοντας και προσκυνώντας και βγαίνει. Η Ζελφά βγαίνει πίσω της)
Το παλιόσκυλο!

ΛΕΙΑ
Σαν τα μάτια μου τη φύλαγα. Σα λουλουδάκι τη μεγάλωνα. Γιατί; Για να τη χαρεί ένας αγριάνθρωπος
(Κλαίγοντας κρύβει το κεφάλι στις παλάμες της)

ΑΡΑΧΕΜ
Αφεντικό, να ετοιμάσω τους άντρες; Θα ’χουμε φασαρίες;

ΙΑΚΩΒ
Όχι. Αυτό όχι. Πήγαινε για την ώρα Αραχέμ. Και να μην πείτε σε κανέναν τίποτα.
(Ο Αραχέμ βγαίνει).

ΛΕΙΑ
Στείλε να το μηνύσεις στ’ αδέρφια της μήπως αυτά κάτι κάνουν. Γιατί να μ’ ακούσεις θεέ μου και να μου το δώσεις κορίτσι το παιδί αυτό; Στο ζήτησα για να μην είναι αγόρι πάλι και ζηλεύει η αδερφή μου, και συ μ’ άκουσες. Ας μη μιλούσα καθόλου. Τώρα δε θα μ’ έβρισκε τούτο το κακό.

ΙΑΚΩΒ
Δεν το ’ξερα αυτό.

ΛΕΙΑ
Το ξέρεις τώρα. Και τι αλλάζει; Ω! Δυστυχία!

ΙΑΚΩΒ
Έτσι ήθελε ο Κύριος έτσι έγινε. Μην κριματίζεις. Μόνο μπορούσα πες να την είχα δώσει του Ησαύ. Για χάρη σου όμως δεν το ’κανα -δε θα περνούσε καλά το κορίτσι μαζί του.

ΛΕΙΑ
Θα στείλω να το μηνύσω στα παιδιά. Αυτά κάτι θα κάνουν.

ΙΑΚΩΒ
Κοίταξε πώς θα τους το πεις. Είναι αψοί και θα παραφερθούνε. Μην τους αγριέψεις. Και να μην κάνουν τίποτα αν πρώτα δε μιλήσουν μαζί μου.
(Η Λεία βγαίνει)

ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΣΚΗΝΗΣ



ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ
Χωράφια του Ιακώβ.
ΣΥΜΕΩΝ, ΛΕΥΊ, ΡΟΥΒΊΝ, ΙΟΥΔΑΣ, ΙΣΣΑΧΑΡ, ΔΑΝ, ΖΑΒΟΥΛΏΝ, ΝΕΦΘΑΛΕΙΜ,
ΓΑΔ, ΑΣΉΡ.-γιοί του Ιακώβ


ΣΥΜΕΩΝ
Τ’ ακούσατε  όλοι  αδέρφια. Ο Συχέμ ατίμασε  την αδερφή  μας. Θ’ αφήσουμε ανεκδίκητη  την  τιμή  της; Και πώς  θ’ αντικρύσουμε αύριο  τον κόσμο που θα λέει «τι  τα ’θελε τόσα αδέρφια αφού άφησαν το Συχέμ να τους αρπάξει την αδερφή τους;»

ΛΕΥΙ
Και τί να κάνουμε; Ο Συχέμ είναι ο άρχοντας της χώρας. Έχει άντρες και όπλα. Εμείς τί έχουμε;

ΣΥΜΕΩΝ
Έχουμε τα σπαθιά μας. Κι  έχουμε κι  εμείς άντρες. Κι η Δίνα είναι αδερφή  μας. Μην περιμένετε απ’ τον πατέρα μας  να δράσει. Εκείνος όλα τα θέλει να γίνουν ήσυχα. Ησυχία ησυχία, να τώρα που ο Συχέμ ατίμασε την αδερφή  μας. Σα να ήτανε  μια πόρνη  της  φέρθηκε. Είμαστε όλοι αδέρφια της εδώ. Μα εμείς  οι έξη είμαστε αδέρφια της κι απ’ την  ίδια κοιλιά. Λοιπόν  τι λες αδέρφι Ρουβήν;

ΡΟΥΒΗΝ
Λέω να βρούμε ένα τρόπο να πάρουμε πίσω τη Δίνα χωρίς να χυθεί αίμα. Γιατί θα χυθεί το δικό μας αίμα.

ΣΥΜΕΩΝ
Αδερφέ μου σε σέβομαι γιατί είσαι μεγαλύτερος. Όμως-και να με συμπαθάς, κι αν μας δώσει μόνος του πίσω το κορίτσι φεύγει και η ντροπή;

ΡΟΥΒΙΝ
Είναι  πολλοί οι Συχεμίτες.

ΣΥΜΕΩΝ
Είναι  πολλοί αλλά μας ατίμασαν.

ΡΟΥΒΗΝ
Και  τι λες να κάνουμε Συμεών;  Ορίστε, πες μας  το σχέδιο σου.

ΣΥΜΕΩΝ
Το σχέδιο μου είναι να πάρουμε πίσω την τιμή μας. Δεν ξέρω ακόμα πώς. Και σας ρωτάω: θα με βοηθήσετε σ’ αυτόν το σκοπό; Είμαστε άντρες πια. Μπορούμε και πιάνουμε όπλα στα χέρια μας. Στύβουμε την πέτρα και βγάζει νερό.

ΙΟΎΔΑΣ
Όλοι θέλουμε να βοηθήσουμε. Όλοι λυπούμαστε και πονάμε για την αδερφή μας. Πρέπει να μάθουμε σ’ αυτόν τον χυδαίο ότι μπορεί να είναι άρχοντας, μα πρέπει να μας σέβεται. Αυτό πρέπει να ’ναι το μάθημά του. Και να ’ναι σκληρό μάθημα.

ΣΥΜΕΩΝ
Ισσάχαρ;..

ΙΣΣΑΧΑΡ
Ότι αποφασίστε εσείς κι εγώ μαζί σας.

ΣΥΜΕΩΝ
Εσύ Ζαβουλών είσαι μικρός κι εσύ όμως θα βοηθήσεις από κοντά. Εσείς οι άλλοι αδέρφια τί λέτε;

ΔΑΝ
Κι αν η Δίνα δεν είναι αδερφή μας από κοιλιά, όμως σε όλους έγινε η προσβολή. Ένας άπιστος να κλέψει την αδερφή μας… την κόρη του Ιακώβ... Αδέρφια, ξέρω μια κρυψώνα δίπλα στο δρόμο που περνάει ο Συχέμ. Αν μ’ αφήστε, αύριο κιόλας ο Συχέμ θα ’ναι νεκρός. Θα λουφάξω εκεί, κι όταν πλησιάσει το άρμα του, θα πεταχτώ και όπως δαγκώνει το φίδι, έτσι θα τον χτυπήσω. Και θα σπαρταράει σαν σφαγμένο πρόβατο στο χώμα πάνω.

ΣΥΜΕΩΝ
Δαν αδέρφι, κράτα το θυμό σου για την ώρα που θα χρειαστεί. Αδέρφια, ακούστε με καλά. Ήρθαμε από έναν τόπο όπου ήμασταν ξένοι σ’ άλλον τόπο, όπου κι εδώ είμαστε ξένοι. Όπως ήταν κι ο πατέρας μας κι ο παππούς μας κι ο προπάππος μας. Και ξέρετε-γιατί να σας τα λέω-τη δυστυχία που τραβάει ο ξένος. Ως πότε αδέρφια; Ο θεός του πατέρα μας, είπε σ’ αυτόν πως θα του δώσει αυτή τη γη δική του και στους απογόνους του-σε σας και σε μένα. Το ίδιο είπε και στον Ισαάκ, το ίδιο είπε και στον Αβραάμ. Αυτά μας λέει και μας ξαναλέει ο πατέρας μας για χρόνια τώρα. Ο θεός όμως δε θα διώξει έτσι ξαφνικά όλους τους Χαναναίους για να μας δώσει έτοιμη τη γη να την κάνουμε δική μας. Πρέπει να δουλέψουμε κι εμείς γι αυτό. Εγώ, αυτό που έγινε με τη Δίνα, το βλέπω σαν μια ευκαιρία να γίνουν αληθινά τα λόγια του θεού τώρα, από μας, για μας. Ας αρχίσουμε από τους Συχεμίτες αδέρφια.
(σιωπή)

ΓΑΔ
Εγώ είμαι πρώτος γι αυτό. Όμως πρώτα θέλω να μάθω τί ακριβώς έγινε. Η Δίνα είναι αδερφή σας και την ξέρετε καλλίτερα από εμάς -δεν μπορεί να της άρεσε ο Συχέμ και να πήγε θέλοντας μαζί του;

ΣΥΜΕΩΝ
Στην αδερφή μας ν’ αρέσει ένας αλλόπιστος; Γαδ αδερφέ μου ούτε να το σκεφτείς πάλι αυτό. Ποτέ δε θα ’κανε η Δίνα κάτι τέτοιο.

ΓΑΔ
Παίρνω πίσω το λόγο μου αδέρφι. Και ξέρω πως εσύ πονάς περισσότερο απ’ όλους μας γιατί είσαι ο αγαπημένος της αδερφός. Γι αυτό δε δευτερώνω την κουβέντα μου. Είμαστε και μεις οι άλλοι μαζί σας. Όμως χρειάζεται περίσκεψη.

ΝΕΦΘΑΛΕΙΜ
Άκουσα ότι ο Εμμώρ έχει κοντά του πάντοτε τρακόσους άντρες. Και ότι μπορεί να μαζέψει τρεις χιλιάδες μέσα σε μια μέρα.

ΔΑΝ
Κι έχουνε όπλα και χάλκινα σπαθιά. Πρέπει να τους πιάσουμε στον ύπνο.

ΑΣΗΡ
Αν  ζητήσουμε  να μας   βοηθήσει και ο  θείος  μας  ο Ησαύ;

ΣΥΜΕΩΝ
Οχι. Αυτός θα τα θέλει όλα δικά του. Θα τα καταφέρουμε μόνοι μας. Ας πάμε τώρα στην κατασκήνωση να δώσουμε θάρρος στις γυναίκες. Και κουβέντα στον πατέρα μας για τα σχέδια μας. Και να μη μάθει τίποτα ο Ιωσήφ γιατί θα του το προλάβει αμέσως. (Βγαίνουν όλοι ένας ένας και μένουν στο τέλος ο Συμεών με τον Λευί)

ΛΕΥΊ
Λες αδέρφι να ήρθε η ώρα να κάνουμε δική μας τη Χαναάν;

ΣΥΜΕΩΝ
Δεν ξέρω. Όμως αν δεν προσπαθήσουμε ποτέ δεν θα μάθουμε.
(Βγαίνουν)

ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΤΡΙΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ



ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
Παλάτι του Εμμώρ.
ΣΥΧΕΜ, ΔΙΝΑ, ΥΠΗΡΈΤΡΙΕΣ

ΣΥΧΕΜ
(Τελειώνει το ντύσιμό του. Η Δίνα στο κρεβάτι καθιστή)
Πενήντα στρατιώτες είναι πάντα έτοιμοι δίπλα μου να με προστατεύουν και να με υπηρετούν. Η χώρα μου είναι πλούσια. Ότι πεις, το δίνει το χώμα της. Με τους γείτονες μου καλά τα πάω. Όλοι μέσα στη χώρα με φοβούνται και με υπολογίζουν. ‘Όλα όσα έχω θα γίνουνε δικά σου. Θα είσαι η πρώτη ανάμεσα στις γυναίκες μου. Και τ’ αδέρφια κι ο πατέρας σου θα ’χουν ότι θέλουν. Μόνο να γίνεις γυναίκα μου. Θα στείλω τον πατέρα μου να σε ζητήσει από τον δικό σου.
(Την πλησιάζει)
Είσαι το ομορφότερο λουλούδι της χώρας μου. Μπροστά σου δε βάζω όλες τις παλλακίδες μου μαζί. Όταν γίνω άρχοντας εγώ στη θέση του πατέρα μου, εσύ θα είσαι η δεύτερη στη χώρα μετά από μένα.

ΔΙΝΑ
Αν με είχες ζητήσει από τον πατέρα μου, τότε όλα θα ήταν αλλιώς.  Τώρα είναι εχθρός σου. Εσύ τον έκανες κλέβοντάς με.

ΣΥΧΕΜ
Ο πατέρας σου δε θα πει όχι. Μου το είπε ο πατέρας μου. Τον έχει καταλάβει καλά. Φοβάται. Σ’ έκλεψα γιατί είμαι ο άρχοντας. Όποια γυναίκα θέλω, το ’χει τιμή να έρθει στο κρεβάτι μου.
(Χτυπάει ένα χάλκινο ηχείο κου βρίσκεται κρεμασμένο στον τοίχο. Εμφανίζεται ένας υπηρέτης που υποκλίνεται)
Φέρε τα φορέματα για τη βασίλισσα. Και να φωνάξεις τις καλλίτερες δούλες να τη ντύσουν
(ο υπηρέτης υποκλίνεται και βγαίνει)
Θα σού φέρουν τα καλλίτερα φορέματα που υπάρχουν στη χώρα, φερμένα από την Ασσυρία, από τη Χαλδαία, από την Αίγυπτο. Θα διαλέξεις όποια κι όσα θέλεις. Και θα διατάζεις τις κοπέλες αυτές-είναι δούλες σου. Θα πάω να βρω τον πατέρα μου να πάει να σε ζητήσει από τον δικό σου.

ΔΙΝΑ
Ανάποδα το έκανες. Πρώτα ζητάνε κι ύστερα παίρνουν.

ΣΥΧΕΜ
Είμαι ο άρχοντας.

ΔΙΝΑ
Και μένα δε με ρωτάς; Δεν είπα το ναι ακόμα.

ΕΥΧΙΜ
Σου αρέσω. Κι αφού σου αρέσω θα το πεις.
(Βγαίνει)

ΔΙΝΑ
(Σηκώνεται από το κρεβάτι. Μόνη)
Έπεσες στην παγίδα μου Συχέμ. Στην ώρα σου πέρασες από το μέρος όπου μ’ ήβρες. Και δεν μπόρεσες ν’ αντισταθείς στα κάλλη του κορμιού μου-και ποιος θ’ αντιστεκότανε σε τούτο το κορμί... Κι αν βγάλω όχι το βέλο μου μόνο, αλλά κι όλα τα ρούχα που το σκεπάζουν, ψεγάδι ουτ’ ένα δε θα βρεις στα τόξα του,. Όμως μακριά από μένα ο πόθος σου Συχέμ. Αν αλλόπιστος δεν ήσουνα κι αν άλλονε δεν αγαπούσα, τότε μπορεί και να γινόμουνα γυναίκα σου. Γιατί βλέπω πώς κάτω από την αγριάδα σου κρύβεται ένας ανόητος που θα μπορούσα να τον κάνω ότι θέλω. Όταν το κεφάλι σου θα πέφτει κάτω από το σπαθί του αγαπημένου μου, τότε θα δούμε πόσο είσαι άρχοντας. Πήγαινε φέρνε δούλους να με υπηρετούνε. Φέρνε δούλες να με συντροφεύουνε. Ντύσε με, φκιασίδωσέ με. Μ' αν τα κρατούσα ολ’ αυτά με αντίτιμο την προδοσία της φυλής μου, άξια θα ήμουνα για την πιο μεγάλη περιφρόνηση. Όμως είμαι έξυπνη. Θα κρατήσω και τα πλούτη σου και την τιμή μου.
(Μπαίνουν οι υπηρέτριες).

Α' ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ    
Κυρά μου προσκυνώ. Εγώ και οι τρεις συντρόφισσές μου είμαστε οι δούλες σου. Μας έστειλε ο άρχοντας για να σου φέρουμε φουστάνια. Διάλεξε όποιο θέλεις κυρά μου. Μα θαρρώ θα τα κρατήσεις όλα-στην ομορφιά σου ταιριάζει κάθε ρούχο.

ΔιΝΑ
Σ’ ευχαριστώ καλή μου και για τα καλά σου λόγια και για τα φορέματα. Βοήθησέ με να φορέσω αυτό.

Β΄ ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ    
Αυτό κυρά μου είναι πράγματι ωραίο. Με σχέδια καμωμένα απ' τον καλλίτερο Φερεζαίο τεχνίτη. Κοίτα το πουλί αυτό που σκύβει για να τσιμπήσει κάτι. Δεν είναι σαν ζωντανό;

Γ' ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ    
Κι όταν θα το φορέσεις κυρά, θα ’ναι σα να βοσκάει στου στήθους σου το περιβόλι.

ΔΙΝΑ
θα βάλω κι αυτή  τη ζώνη  μαζί.  Πολύ  μου αρέσει.

Δ΄ ΥΠΗΡΈΤΡΙΑ    ,
Και  το βέλο τούτο κυρά-μαζί πάνε. Και τα σαντάλια. Πάλι  μπορείς να δοκιμάσεις και  τούτα…

ΔΙΝΑ
(Διαλέγει)
Θα κρατήσω αυτό. Κι  αυτά. Μη φύγετε όμως ακόμα. Καθίστε καλές μου, θέλω συντροφιά. Μου λείπουν  οι  δικοί  μου.

Α΄ ΥΠΗΡΈΤΡΙΑ    
Κυρά μου έτσι είναι στην αρχή. Μα συνηθίζεται. Και πολύ γρηγορότερα  σαν είσαι κυρά κι όχι δούλα όπως εμείς.

ΔΙΝΑ
Μετά  από δω θέλω να βγω μαζί σας  μια βόλτα. Θέλω να μου  μάθετε το παλάτι, τον κήπο του και τα γύρω. Κι αν είσαστε καλές μαζί  μου δε θα έχετε να φοβηθείτε  τίποτα. Ο άρχοντας θα κάνει  για σας ό, τι του πω.

Α΄ ΥΠΗΡΈΤΡΙΑ
Κυρά μου, καμιά μας δε  θα σου πει  όχι σε ότι  ζητήσεις. Μόνο πες το και  θα γίνει.

ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ



ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ
ΙΑΚΩΒ, ΛΕΥΊ, ΣΥΜΕΩΝ, ΡΟΥΒΗΝ, ΑΡΑΧΈΜ, ΕΜΩΡ.
Σκηνή του Ιακώβ στην Κατασκήνωση.

ΙΑΚΩΒ    
Έρχεται ο Εμμώρ για να με δει. Δε θα του φερθούμε άσχημα. Είμαστε ξένοι!

ΛΕΥΙ
Ο γιός του δε φέρθηκε άσχημα στην αδερφή μας;

ΙΑΚΩΒ    
Έρχεται να μας δει. Ας δούμε τι θέλει.

ΣΥΜΕΩΝ
Ο, τι και  να πει και  ό τι και  να κάνει, μπορεί  να ξεπλύνει τέτοια προσβολή;

ΙΑΚΩΒ
Λοιπόν τι; Θα πρέπει να καταστραφούμε όλοι επειδή της Δίνας της αρέσει ο περίπατος; Τί θέλετε; Να πολεμήσουμε τον Αμώρ; Δεν έχουμε τις δυνάμεις. Βέβαια θα κάνουμε τον Αμμώρ να καταλάβει πως αυτό που έκανε ο γιος του είναι άνομο. Κι ύστερα ανάλογα τι θα πει ο άρχοντας.

ΡΟΥΒΗΝ
(στα αδέρφια του)
Πάντοτε σέβομαι τη γνώμη του πατέρα. Και προχωρώ και δίνω κι ένα δίκιο στον Συχέμ. Είδε μπροστά του ένα όμορφο κορίτσι, άρχοντας είναι, το πήρε-ξέρουμε όλοι πως αυτά συνηθίζονται από τους άρχοντες. Και είμαστε άντρες και μεις και ξέρουμε τι σημαίνει να σ’ αρέσει μια γυναίκα και να μη μπορείς να την έχεις. Κι έπρεπε και μεις να κρατούμε το κορίτσι στο σπίτι αν δε θέλαμε να της συμβεί κάτι τέτοιο. Αυτά που λέω δε θα τα πω βέβαια μπροστά στον Αμώρ. Ούτε τον δικαιολογώ. Είναι φταίχτης απεναντί μας. Εκείνο που πρέπει νομίζω είναι, όπως λέει κι ο πατέρας, να περιμένουμε να δούμε τι θα πει ο Εμμώρ-με τι διαθέσεις έρχεται-και ανάλογα να πράξουμε.

ΣΥΜΕΩΝ
Με τι διαθέσεις  μπορεί  να έρχεται αδερφέ; Κι ακόμα κι αν  έπεφτε γονατιστός και ζήταγε συγνώμη , εμείς  θα τόνε συγχωρούσαμε;

ΡΟΥΒΗΝ
Όχι αδκρφέ, μα τί  να κάνουμε, πες.

ΣΥΜΕΩΝ
Δεν ξέρω, ότι μας φωτίσει ο θεός του πατέρα μας.

ΙΑΚΩΒ
Τώρα μίλησες σωστά παιδί μου. Ο θεός μου ποτέ δεν με άφησε ξεκρέμαστον. Πάντοτε με βοηθούσε στις δύσκολες ώρες. θα με βοηθήσει και τώρα.

ΡΟΥΒΉΝ
Πατέρα, ο θεός σου είναι και θεός μας. Κι αφού σε βοηθάει όλοι μας τον αγαπούμε. Είπες ότι σου είπε για τη Χαναάν πως θα γίνει δικιά μας. Μήπως ήρθε η ώρα πατέρα;

ΙΑΚΩΒ
Όταν έρθει η ευλογημένη αυτή ώρα ο θεός θα μου το φανερώσει.
(Μπαίνει ο Αραχέμ)

ΑΡΑΧΕΜ  
Αφέντη έρχεται ο Εμμώρ.
(βγαίνει)

ΙΑΚΩΒ
Καλώς να έρθει. Τον περιμένουμε.  
 (Σηκώνονται  όλοι  ορθοί. Μπαίνει  ο Εμμώρ με δύο φρουρούς)

ΕΜΩΡ
Ιακώβ σε χαιρετάω και σένα και  τη συντροφιά σου.

ΙΑΚΩΒ   (υποκλινόμενος)
Κι εγώ σε χαιρετώ άρχοντα Εμμώρ. Κι αυτά είναι  τρία από τα παιδιά μου.
Ο Ρουβήν, ο  Συμεών, ο Λευί.
(τα παιδιά υποκλίνονται)

ΕΜΩΡ
Εύχομαι ο θεός να δίνει σε σένα και στα παιδιά σου όλα τα καλά. Ιακώβ, Έρχομαι για να αλλάξω ένα κακό σε καλό. Ο γιός μου ο Συχέμ είναι νέος. Και τα ξέρεις τα νιάτα. Βράζει το αίμα τους. Και βέβαια ξέρεις πως η κόρη σου η Δίνα είναι μαζί του. Την άρπαξε. Ξέρω πόσο λυπάσαι κι ας μη το δείχνεις. Λυπάμαι κι εγώ μαζί σου. Είμαι πατέρας κι εγώ. Στενοχωριέμαι και σαν άρχοντας της χώρας και σαν γείτονας σας. Θα ήθελα να είμαστε καλοί γειτόνοι κι όχι να βλέπει ο ένας τον άλλο με μισό μάτι. Και θέλω όσοι μένουνε στη χώρα μου να μη με φοβούνται ούτε να με αποφεύγουν σα να ήμουνα εχθρός τους. Γι αυτό έχω να σας πω αυτά τα λόγια. Και σας λέω από πριν πως με ότι πω συμφωνεί κι ο γιός μου ο Συχέμ-αυτός μ’ έστειλε. Ο γιος μου έδωσε την καρδιά του στη θυγατέρα σου. Και δε θέλει να την κρατάει στο παλάτι χωρίς την έγκρισή σας. Θέλει να την παντρευτεί. Και θα την έχει πρώτη στη σειρά απ’ όλες τις γυναίκες του. Και όχι μόνον ο Συχέμ κι η  Δίνα, αλλά σου προτείνω να αρχίσουνε να συμπεθερεύουνε οι Συχεμίτες με σας. Γη πολλή έχουμε. Χωράμε κι εμείς κι εσείς κι άλλοι τόσοι. Και αν γίνει αυτό τότε θα είσαστε ισότιμοι με μας. Θα έχετε την άδεια να πηγαίνετε σε όποιο μέρος της Χαναάν θέλετε και θα εμπορεύεστε ελεύθερα. Κι αν συμφωνήσεις και δώσεις την κόρη σου στο γιό μου, για προίκα εγώ θα σου δώσω κι όσα κι ό,τι ζητήσεις. Μόνο πες το και θα γίνει. Ήρθα ο ίδιος εδώ γιατί και σένα σκέφτηκα και την ευτυχία του γιου μου. Αποφάσισε και πες μου Ιακώβ.

ΙΑΚΩΒ
Άρχοντα Εμμώρ τι ν’ αποφασίσω και τι να πω. Ο γιός σου άρπαξε το κορίτσι μου. Πρόσβαλε και μένα και τη φυλή μου. Εκτιμάω που ήρθες εδώ εσύ ο ίδιος για να μας ζητήσεις το κορίτσι μας, όμως καλλίτερα θα ήταν αν ερχόσουν πριν ο γιός σου αρπάξει τη θυγατέρα μου. Τώρα τα πράγματα δεν είναι εύκολα. Γιατί δεν είναι εσύ κι εγώ που μιλάμε. Τώρα έχουν λόγο και τα παιδιά μου. Είναι άντρες πια κι ας μιλήσουν. Κι ύστερα σου λέω κι εγώ το δικό μου λόγο.

ΡΟΥΒΗΝ
Άρχοντα, έτσι το ’χετε σεις εδώ; Ν’ αρπάζετε τα κορίτσια του κόσμου; Θα σου πω τούτο κι ας με μαλώσει ο πατέρας μου γι αυτή μου την ασέβεια. Άλλη φορά να εξετάζει πρώτα ο γιός σου ποια είναι η κοπέλα που αρπάζει προτού την αρπάξει. Όσο για τώρα, δεν ξέρω τι να πω. Θέλω πρώτα να ξαστερώσει το μυαλό μου κι υστέρα θα κουβεντιάσω με τ’ αδέρφια μου και θα σου πούμε.

ΣΥΜΕΩΝ
Άρχοντα, έχουμε όλο το δίκιο. Αυτό είναι το ένα. Το άλλο είναι πως ότι έγινε δεν ξεγίνεται. Πραγματικά δε βλέπω τι άλλο εκτός από το γάμο θα μπορούσε να γίνει. Ο γάμος αυτός κι εμάς θα μας ικανοποιήσει, έστω εκ των υστέρων, και το γιό σου, αφού αγάπησε την αδερφή μας. Ένα είναι όμως το μεγάλο εμπόδιο γι αυτό το γάμο. Πως εμείς όλοι έχουμε κάνει περιτομή και σεις είσαστε απερίτμητοι. Η περιτομή είναι βασικό στοιχείο της λατρείας μας και ποτέ μέχρι τώρα δε δώσαμε δικό μας κορίτσι σε άντρα που έρχεται από απερίτμητη φυλή. Μπορούνε να ταιριάξουνε τα πράγματα αν και της δικής σου φυλής οι άντρες κάνουνε περιτομή. Έτσι θα δείξετε πως δεν είσαστε εχθροί μας και  τότε  δεν  θα υπάρχει  εμπόδιο για  το γάμο. Αν  όμως  δεν κάνετε περιτομή, θα πάρουμε πίσω την αδερφή  μας  και  θα φύγουμε. Τί λέτε αδέρφια;

ΛΕΥI
Μόνο έτσι μπορούμε να δεχτούμε το γάμο.

ΕΜΩΡ
Εσύ τι λες Ιακώβ;

ΙΑΚΩΒ
Σωστή κουβέντα.

ΕΜΩΡ
Είναι  σωστή η  γνώμη  σας. Και  σας ομολογώ πως  ταιριάζει και  με τη  δική  μου γνώμη. Θα το  δεχτεί και ο Συχέμ γιατί  αγαπάει  τη Δίνα. Σας ευχαριστώ για την καλή λύση που δώσατε στο πρόβλημα μας. Και  τώρα να φύγω.

ΙΑΚΩΒ
Άρχοντα, το ’χουμε συνήθειο να φιλεύουμε τον ξένο που μπήκε στο σπίτι   μας. Κάτσε να φάμε.

ΕΜΩΡ
Θα πάω να πω τα χαρούμενα νέα στον Συχέμ. Θα φάμε και θα πιούμε όλοι  μαζί στο γάμο. Σας χαιρετώ.
(βγαίνουν)

ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΕΜΠΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ




ΣΚΗΝΗ ΈΚΤΗ    

Το σπίτι  ενός Συχεμίτη.

ΝΟΙΚΟΚΥΡA, Β' ΓΕΙΤOΝΙΣΣΑ, ΑΝΤΡΑΣ ΣΥΧΕΜΙΤΗΣ

ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ    (Κοπανίζοντας  στάρι  σ’ ένα γουδί)
 Και  θα την παντρευτεί;

Β' ΓΕΙΤΌΝΙΣΣΑ
Θα την  παντρευτεί . Πήγε ο  ίδιος ο άρχοντας στον πατέρα της και τη ζήτησε.

ΝΟΙΚ.
Είναι άρχοντας κι αυτός;

Β' Γ.
Λένε πως έχει πολλά ζώα και πολύν πλουτο. Άρχοντας όμως δεν είναι.

ΝΟΙΚ.
Ακούω πως είναι άπιστοι. Δεν πιστεύουν στον Μαρντάκ. Πώς θα πάρει ο γιός του άρχοντα γυναίκα άπιστη;

Β'Γ.
Ναι. Είναι άπιστοι. Κάνουνε  θυσίες σε δικό τους, ξένο  θεό.

ΝΟΙΚ. Ποιον;  

Β'Γ.
Δεν ξέρω. Και  δεν  του φτιάχνουν αγάλματα ούτε ζωγραφιές λέει.

ΝΟΙΚ.
Τότε πού πιστεύουν; Στον αέρα; Άλλο και τούτο…

Β'Γ.
Ο θεός τους παρουσιάζεται ο ίδιος λέει μπροστά τους.

ΝΟΙΚ.
Και με τέτοιους ανθρώπους κάνει συμπεθεριό ο άρχοντας;

Β'Γ.
Μη στενοχωριέσαι συ. Για να δέχτηκε τέτοιο πράγμα ο άρχοντας θα πει πως έχει ψωμί η υπόθεση. Θα κερδίσει πολλά.

ΝΟΙΚ.
Μακάρι  γιατί κάτι  θα μείνει και  για μας.

Β'Γ.
Ο θεός να δώσει. Σήμερα λέει θα τους εμίλαγε ο άρχοντας στην πύλη. Πήγε ο άντρας σου;

ΝΟΙΚ.
Πήγε.

Β' Γ.
Να δούμε τι νέα θα σου φέρει.
(Ακούγονται βήματα)

ΝΟΙΚ.
Αυτός είναι. Κατά φωνή.


Β' Γ.   (Βιαστικά)
Φεύγω φεύγω…
(Βγαίνει. Μπαίνει  ο άντρας  Συχεμίτης).

ΝΟΙΚ.
Καλώς τον. Σας μίλησε ο άρχοντας;

ΑΝΤΡΑΣ ΣΥΧΕΜΙΤΗΣ
Μας μίλησε.

ΝΟΙΚ.        
Και τί σας είπε;

Α.Σ.
Μας είπε να κάνουμε περιτομή. Να τι μας είπε. Γιατί, λέει, έτσι θα κάνουμε φίλους τους τσοπάνηδες και θα ’χουμε δικά μας τα πρόβατά τους.

ΝΟΙΚ.
Πώς  θα τα ’χουμε δικά μας;

Α. Σ.
Δεν είπε. Θα τους σκοτώσει και θα τα πάρει. Πώς αλλιώς;  Ζωντανός άνθρωπος αφήνει να του πάρουνε τα ζώα του; Άκου  περιτομή! Σε λίγο θα μας πει και να μην έχουμε είδωλα των θεών μας. Και θα μας πει να πιστεύουμε σε ένα θεό μόνο, αρκεί να βρει κι άλλη ευκαιρία για πλιάτσικο.

ΝΟΙΚ
Άντρα μου, αν το πει, άρχοντας είναι, τι να κάνουμε;

Α.Σ.
Μα βρε γυναίκα, βάλε λίγο το μυαλό σου να δουλέψει. Εγώ μόνος μου μπορώ να κάνω παιδιά αν δεν είχα εσένα; Πώς ένας θεός μονάχα θα μπορούσε να γεννήσει όλους τους άλλους θεούς που βλέπουμε; Τον ήλιο, τη σελήνη, τη γη, τ’ αστέρια... Φαντάσου τον Αμσού-
μεγάλη η χάρη του-χωρίς την Τιαμά. Πώς θα μπορούσε να κάνει όλα όσα έκανε;

ΝΟΙΚ.
Δίκιο έχεις άντρα μου.

Α.Σ.
Έχω μα πού να το βρω…

ΝΟΙΚ
Και θα κάνεις περιτομή κι εσύ;

Α.Σ.    
Ξέρω κι εγώ τι θα κάνω; Πονάει κιόλας λένε. Και πρέπει για πέντε μέρες να μείνουμε στο σπίτι με θέρμη, μακριά από τις δουλειές μας.

ΝΟΙΚ.
Αφού το λέει ο άρχοντας κάνε το άντρα μου, ας μη του πάμε κόντρα.

Α.Σ.
Θα δω τι θα κάνω. Βάλε κάτι να φάω και να κοιμηθώ γιατί αύριο έχω χωράφι.

ΝΟΙΚ.
Πάω άντρα μου.
(βγαίνει)

Α.Σ.
(μόνος)
Άκου περιτομή! Αλλά και πάλι πώς να πας κόντρα στον άρχοντα;Ύστερα τόσες φυλές κάνουν περιτομή, γιατί όχι κι εμείς; Μα να την κάνουμε για το χατίρι του Συχέμ... Τέλος. Ας ξημερώσει και θα το σκεφτώ πάλι. Άκου περιτομή…

ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΚΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ




ΣΚΗΝΗ  ΕΒΔΟΜΗ
Παλάτι του Εμμώρ. Κήπος.  βράδυ.
ΔΙΝΑ, ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ, ΣΥΜΕΩΝ

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Κυρά μου δυο μήνες είσαι μαζί μας κι είναι σα να σε ξέρουμε χρόνια.  Είσαι  καλή κι απλή σαν κι εμάς κι ας είσαι αρχόντισσα.

ΔΙΝΑ
Δεν είμαι ακόμα αρχόντισσα. Πρόσεξε μήπως όταν γίνει ο γάμος αλλάξω.
(Γελάει)
Όχι καλή μου. Πάντοτε θα είμαι όπως τώρα. Με τους καλούς είμαι καλή.

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Το φόρεμα του γάμου κυρά μου δε φαίνεται από τα διαμάντια και το χρυσάφι που έχει πάνω του.

ΔΙΝΑ
Ναι, μου αρέσει και μένα. Ο άρχοντας γύρισε;

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Ναι κυρά. Κουβεντιάζει με τον πατέρα του.

ΔΙΝΑ
Πήγαινε να του πεις πως είμαι εδώ και πως θ’ ανέβω σε λίγο να τον δω.

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Κυρά μου είναι βράδυ. Πώς θα κάτσεις μόνη σου στον κήπο;

ΔΙΝΑ
Δεν είμαι μικρό παιδί να φοβάμαι . Θα έρθω σε λίγο. Πήγαινε.

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Μάλιστα κυρά.
(Υποκλίνεται, βγαίνει)

ΔΙΝΑ
(Πηγαίνει προς την πόρτα του κήπου. Με προφύλαξη, σιγά)
Συμεών! Συμεών!
(Εμφανίζεται πίσω από την μάντρα του κήπου ο Συμεών. Πηδάει την μάντρα και μπαίνει. Αγκαλιάζει τη Δίνα. Φιλιούνται)

ΣΥΜΕΩΝ
Ω! Πόσο μου λείπεις αγαπημένη μου…

ΔΙΝΑ    .    
Κι εσύ αγαπημένε μου μου λείπεις. Δεν μπορώ άλλο εδώ μέσα.

ΣΥΜΕΩΝ    
Κάνε κουράγιο. Σε πέντε μέρες θα κάνουν περιτομή οι Συχεμίτες. Την δεύτερη μέρα μετά την περιτομή θα τελειώσουν τα βάσανα σου. Το βράδυ της ημέρας εκείνης να ’χεις κοντά σου τον Συχέμ.
Θα μπούμε στην πόλη με τους υπηρέτες μας οπλισμένους όλους, κι έτσι ανήμποροι που θα ’ναι όλοι στα σπίτια τους, θα τους κατασφάξουμε.Έφτασε η ώρα να γίνω εγώ άρχοντας κι εσύ δίπλα μου αρχόντισσα τιμημένη. Έχεις άλλο τίποτα καινούργιο να μου πεις; Έμαθες τίποτε άλλο;

ΔΙΝΑ
Όχι κάτι συγκεκριμένο. Όμως να προσέχετε.
 Δυο φορές τις τελευταίες μέρες που μιλούσε με τον πατέρα του, όταν πλησίασα έκοψαν άξαφνα την κουβέντα τους. Να προσέχετε.

ΣΤΜΕΩΝ
Μήπως κατάλαβε τίποτα και  θέλει να μας προλάβει;

ΔΙΝΑ
Δεν νομίζω. Θα σε ειδοποιήσω αν μάθω κάτι…

ΣΥΜΕΩΝ
Προσέχουμε αγαπημένη μου, προσέχουμε. Μήπως έφερε κι άλλους άντρες στο παλάτι;

ΔΙΝΑ
Οχι. Οι ίδιοι είναι. Εσείς είσαστε σύμφωνοι όλοι ή μήπως κανείς φέρνει αντιρρήσεις;

ΣΥΜΕΩΝ
Όλοι σύμφωνοι είναι. Όμως την αρχή θα την κάνω με το Λευί. Ύστερα θ’ ακολουθήσουν οι άλλοι.

ΔΙΝΑ
Με το Λευί; Ποτέ δεν τα πηγαίνατε καλά οι δυο, τώρα είναι  μαζί  σου;

ΣΥΜΕΩΝ
Είναι γιατί μυρίζεται ψητό.

ΔΙΝΑ
Κατάλαβε κανείς ότι τα είχαμε σχεδιάσει όλα;

ΣΥΜΕΩΝ
Οχι. Η Ρόνι με την περιγραφή της αρπαγής σου τους έπεισε όλους τελείως.
(Τη φιλάει)
Αγαπημένη μου να προσέχεις κι εσύ.
Δε μ’ άρεσαν αυτά που μου είπες για τον Συχέμ και τον πατέρα του. 

Και πρέπει να φύγω γιατί με περιμένει.
(φιλιούνται)
Γεια σου

ΣΥΜΕΩΝ
Γεια σου.




ΣΚΗΝΗ ΟΓΔΟΗ
(λίγες ημέρες μετά. Σκηνή του Ιακώβ)

ΙΑΚΩΒ, ΑΡΑΧΕΜ, ΛΕΙΑ, ΒΑΛΛΑ, ΜΕΛΧΑ, ΡΟΥΒΙΝ, ΛΕΥΙ, ΙΟΥΔΑΣ, ΔΑΝ.


ΙΑΚΩΒ

(έξαλλος)
Παιδιά μεγάλωσα εγώ ή φίδια; Ω! Πώς πονάει η πληγή  που  μου άνοιξαν… Άμυαλοι. Με  το μαχαίρι  νομίζουνε πως  θα λύσουνε το πρόβλημά τους. Ανόητοι. Κι  η συμφωνία που κάναμε με  τον Αμώρ; Δεν τη λογάριασαν; Και είσαι  σίγουρος πως σκότωσαν και τους αρχόντους;

ΑΡΑΧΈΜ
Όλους! Ναι αφέντη. Και τον Εμμώρ και τον Συχέμ και τη φρουρά τους. Κι όλους τους άντρες της πόλης. Εκμεταλλεύτηκαν που οι Συχεμίτες κάνανε περιτομή και δεν ήτανε ικανοί για αντίσταση.

ΙΑΚΩΒ
Ω! Συφορά! Και  δεν  τους  έφτανε αυτό  μα λεηλάτησαν και  τα σπίτια τους…

ΑΡΑΧΕΜ
Και πήραν τις γυναίκες τους και τα ζωντανά τους κι ότι πολύτιμο είχαν στα σπίτια τους οι ανθρώποι.

ΙΑΚΩΒ
Καλά , εγώ είμαι γέρος, εμένα με κορόιδεψαν. Εσύ δεν κατάλαβες τίποτα;

ΑΡΑΧΈΜ
Ούτε εγώ ούτε κανένας από τους άντρες μου αφέντη μου. Κρυφό το κράτησαν από μένα τα παιδιά σου. Πήραν τους βοσκούς και τους δούλους και μ’ αυτούς παρέα κάνανε ό,τι κάνανε.

ΙΑΚΩΒ
Πού  είναι  τώρα;

ΑΡΑΧΕΜ
Ο Συμεών έμεινε εκεί, οι άλλοι κάπου εδώ τριγυρίζουν.

ΙΑΚΩΒ
Τι άλλο έχει στο μυαλό του ο Συμεών άραγε; Και τι σχεδία έχουν κι οι άλλοι; Φώναξε μου όποιον βρεις από δαύτους! Αμέσως. Τώρα!

(ο Αραχέμ βγαίνει.  Ο Ιακώβ δυνατά)

Λεία! Δάλλα! Μελχά!

(Προβαίνουν μία μία οι γυναίκες)
Τα μάθατε τα κατορθώματα των γιων σας; Μάθατε τις ντροπές που ρίξαν στο κεφάλι μου; Μάθατε τις έγνοιες που μου βάλανε; Φίδια μου γεννήσατε, όχι παιδιά. Να ’τοιμαστείτε για φευγιό. Δε γίνεται άλλο να σταθούμε εδώ. Θα μας ρημάξουν. Τι συφορά! Πάνω που είπαμε να ριζώσουμε δω χάμου, να ’μαστε πάλι για δρόμο!  Να μην πείτε τίποτα στη Ραχήλ. Θα της τα πω εγώ τα νέα όπως πρέπει. Αντέστε. Φύγετε. Συφορά μου!
(οι γυναίκες βγαίνουν)
Θεέ μου τί να κάνω; Εσύ στις δύσκολες στιγμές μου πάντοτε με βόηθησες. Βοήθα με και τώρα. Μου υποσχέθηκες να δώσεις σε μένα και στους απογόνους μου τη γη Χαναάν. Μην πάρεις πίσω το λόγο σου Κύριε για την απρέπεια των παιδιών μου. Και φανερώσου μου και πες μου τι να κάμω στις δύσκολες ώρες που περνώ.
(Μπαίνουν Ρουβήν, Ιούδας, Λευί, Δαν)
Πού είναι τα μαχαίρια σας; Φέρτε τα και σκοτώστε κι εμένα!..

ΡΌΥΒΙΝ
Πατέρα…

ΙΑΚΩΒ
..Αλλά μήπως δε μ’ έχετε κιόλας  σκοτώσει; Αθώους ανθρώπους εσκοτώσατε. Γιατί;

ΡΟΥΒΙΝ
Πατέρα, ατιμάσανε την αδερφή μας!

ΙΑΚΩΒ
Όλοι  την ατιμάσανε; Εσείς  ρημάζατε  την  πόλη  όλη. Εμένα δε με σκεφτήκατε; Όλος ο κόσμος τώρα θα έρθει ενάντια μας…

ΛΕΥΙ
Πατέρα, όλο μας λες πως τη Χαναάν θα μας τη δώσει δική μας ο θεός. Πώς θα μας τη δώσει αν δεν πολεμήσουμε; Έπρεπε να βοηθήσουμε τη θέληση του θεού.

ΙΑΚΩΒ
Ωραία τη  βοηθήσατε. Σκοτώνοντας αθώους ανθρώπους. Θαρρείτε ανόητοι πως έτσι παίρνονται οι Χαναάν; Τώρα ξέρετε τι θα γίνει; Οι Χαναναίοι και  οι Φερεζαίοι  θα ξεσηκωθούν και θα μας λιώσουν. Θα χάσουμε  ό,τι έχουμε και  δεν έχουμε. Αν κανένας από μας γλιτώσει θα είναι τυχερός. Πού είναι ο Συμεών;

ΛΕΥΙ
Έμεινε στην πόλη.

ΙΑΚΩΒ
Η Δίνα;

ΛΕΥΙ
Κι αυτή μαζί.

ΙΑΚΩΒ
Γιατί έμεινε εκεί ο Ιακώβ;

ΛΕΥΙ
Θέλει να γίνει άρχοντας εκεί λέει…

ΙΑΚΩΒ
Ω.' Τον ανόητο. Μήπως θέλει να πάρει και την Αίγυπτο; Ω! Τον ανόητο! Μα τι περίμενα απ’ αυτόνε  κι από σένα που για να διασκεδάσετε κόβατε τα νεύρα από τα πόδια των ταύρων και τους βλέπατε να σπαρταράνε και γελούσατε; Αφού για το γέλιο σας κάνατε τέτοια, τι δε θα κάνατε στο θυμό σας πάνω…

ΡΟΥΒΗΝ
Πατέρα δίκια είσαι θυμωμένος. Μα με τους Συχεμίτες δε θα μπορούσαμε μετά από ότι έγινε-την αρπαγή της αδερφής μας-να είμαστε φίλοι. Θα ήμασταν εχθροί. Κι οι Συχεμίτες ήσαν δυνατότεροι. Έτσι πάντοτε θα κάναμε ότι εκείνοι ήθελαν. Μόνο με δόλο μπορούσαμε να τους εξοντώσουμε. Πρέπει  να κοιτάξουμε το μέλλον μας. Αν το χειριστούμε το ζήτημα καλά, μπορούμε να ριζώσουμε στην χώρα του Συχέμ. Κι αυτή θα είναι μια καλή αρχή για να εκπληρωθεί η υπόσχεση του θεού σου-του θεού μας-να πάρουμε τη Χαναάν.

ΙΑΚΩΒ
Άδικα αίματα δε θέλει ο θεός μου. Φύγετε. Και τραβάτε πέστε σ’ αυτό τον ελαφρόμυαλο ναρθεί εδώ προτού πέσουν απάνω του οι Φερεζαίοι και τότε δεν θα ξέρει πού να κρυφτεί. Τραβάτε. Και στείλτε μου τον Ιωσήφ. Θέλω να ημερέψω λίγο την ψυχή  μου.

                                      ΑΥΛΑΙΑ




Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

 ΕΦΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΝΕΚΡΑ ΣΤΗ ΡΟΥΜΑΝΙΑ

……Εφτά…………………
…………………………….
……………….παι…………
..Εφτά…………….……….
Εφτά παι………………….
……..Εφτά π……………….
…………………………….

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

 ΔΕ ΘΕΛΟΥΜΕ ΠΟΙΗΤΕΣ!

-Πώς λέγεται ο πελάτης σας;
-Ιησούς.
-Κι ο τόπος του καταγωγής;
-Η Ναζαρέτ.
-Τ' όνομα του πατέρα του;
-Ιωσήφ.
-Και επαγγέλλεται;
-Ποιητής.

-Κύριε Ιησού λυπούμαι-θα σας διώξουμε.
Δε θέλουμε ποιητές.
Έχουνε τόσο διάφορες συνήθειες από μας...
Καλά είμαστε τακτοποιημένοι
με τα εργοστάσια...
με τα όπλα...
με τις μηχανές μας...

Κύριε Ιησού λυπούμαι-θα σας διώξουμε.
Δε θέλουμε ποιητές.
Έχετε τόσα εναντίον σας...
Θέλετε ν' αγαπάει ένας τον άλλο.
Πώς θ' αγαπήσω κάποιον
που θέλει να μου πάρει τα λεφτά-
αλήθεια επισκεφτήκατε ποτέ σας ψυχολόγο;
Ακόμα λέτε... για να δω...
Α! Ναι! Μακάριοι οι πτωχοί...
…με συγχωρείτε που γελώ,
συνήθως ξέρετε είμαστε ευγενέστατοι εδώ…

Κύριε Ιησού λυπούμαι-θα σας διώξουμε.
Δε θέλουμε ποιητές.

Πάρτε τον!

Ο στρατιώτης
θα σας διαβάσει τα δικαιώματά σας.
Σε μας
και οι φυλακισμένοι έχουν, κύριε, δικαιώματα.

Πηγαίνετε.
Περνώντας από τη Γεθσημανή μπορείτε αν θέλετε
να κάνετε ένα τηλεφώνημα.

Δε θέλουμε ποιητές.

 ΚΟΡΟΝΟΪΟΣ


ΤΟΠΟΣ: Γαλαξίας, Βραχίονας του Ωρίωνα.
ΧΡΟΝΟΣ: 2019 μ. Χ.
ΠΡΟΣΩΠΑ
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ: Γαλαξιακός Υπεύθυνος.
ΤΟΠΑΡΧΗΣ ΔΕΛΤΑ: Διοικητής του Βραχίονα του Ωρίωνα, στον οποίο ανήκει και η γη.
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ: Υπασπιστής του Υπέρτατου.

Τεράστιο γραφείο με αστέρια στην οροφή και χάρτες διαστημικούς στους τοίχους. Ο Υπέρτατος όρθιος και θυμωμένος. Μιλάει δυνατά και το βλέμμα του είναι αγριεμένο.

ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
Να καταστραφούν!
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ
(σιγά, κατευναστικά)
Υπέρτατε…
ΥΠΕΡ
…Όλα! Να μη μείνει κανένα τους! Ούτε η στάχτη τους. Αυτό τους αξίζει.
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ
Υπέρτατε επιτρέψτε μου…
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
Τι θέλεις να μου πεις; Μήπως θέλεις να μου τα δικαιολογήσεις;  Μήπως υπάρχουν ελαφρυντικά για τη συμπεριφορά τους κι εγώ δεν τα ξέρω; Δεν δέχομαι τίποτα. Είπα: να καταστραφούν. Τίποτα να μη μείνει από τον πλανήτη τους και από δαύτα.
(ξαφνικά)
Και γιατί δεν ήρθε ο ίδιος ο Τοπάρχης να μου τα πει; Δεν είχε μούτρα βέβαια. Τράβα να τα ξεκάνεις. Ούτε ένα να μη μείνει. Και ο πλανήτης ο ίδιος έχει μολυνθεί. Να καταστραφεί κι αυτός.
(μετανιώνοντας)
Όχι! Να μην πας εσύ. Να πας να μου φέρεις τον υπεύθυνο. Τον Τοπάρχη. Αυτός  φταίει για ότι έγινε.  Αυτός θα διορθώσει την κατάσταση καταστρέφοντας το βδελυρό έργο που βλάστησε στον Τομέα του. Πες του να έρθει!
(Ο Υπασπιστής κάνει κάτι να πει, βλέποντας το αγριεμένο πρόσωπο του Υπέρτατου μετανιώνει και βγαίνει. Ο Υπέρτατος μόνος)
Αχρείε! Θα σε λιώσω! Θα σε αφανίσω!... Κατάντια… Ο Γαλαξίας μου μολυσμένος!... Ανάξιε!... Αυτός φταίει για όλα. Μπορώ εγώ να τα κάνω όλα μόνος μου; Όχι. Αυτός είναι ο υπεύθυνος και κανένας άλλος.
(Μπαίνει ο Υπασπιστής με τον Τοπάρχη. Στον Τοπάρχη)
Γιατί κρύφτηκες ; Γιατί δεν ήρθες ο ίδιος να μου μιλήσεις για το πρόβλημα;
ΤΟΠΑΡΧΗΣ
(σιγά και φοβισμένα)
Φοβήθηκα την οργή σας Υπέρτατε.
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
Αν φοβόσουν θα έπρεπε να προλάβεις να μην γεννηθεί αυτό το τέρας στη Περιοχή Ευθύνης σου.
ΤΟΠΑΡΧΗΣ
Όλη μέρα τρέχω Υπέρτατε. Δεν στέκω άπρακτος. Καμιά φορά κάποιος πλανήτης πάει να ξεφύγει αλλά τον επαναφέρω αμέσως στην τάξη. Αυτός ξέφυγε. Ξέρω, δεν υπάρχει δικαιολογία.  Θα κάνω ό,τι μπορώ για να επανέλθουν τα πράγματα στο κανονικό. Θα αφιερώσω σ’ αυτό κάθε μου προσπάθεια.
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
Ώστε νομίζεις ότι υπάρχει σωτηρία; Ότι θα μπορέσεις να αλλάξεις τόσα μυαλά που άφησες να πάρουν τόσον αέρα μέχρι τώρα; Τόσα ξέρεις τόσα λες… Με αυτά έχει χαλάσει ολόκληρος ο πλανήτης. Να πας να τα χαλάσεις κι αυτά κι εκείνον.
ΤΟΠΑΡΧΗΣ
Αν χαλαστεί ολόκληρος ο πλανήτης αυτή θα είναι και η δική μου καταστροφή Υπέρτατε. Μετά από κάτι τέτοιο ούτε εγώ δεν θα μπορώ να σταθώ.
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
Και λοιπόν; Ας το σκεφτόσουν αυτό πιο πριν. Ας μάθουν όλοι ότι στον Γαλαξία μας υπάρχει και
ένας ανεύθυνος, ένας ανεπρόκοπος, ένας ανίκανος Υπεύθυνος.
ΤΟΠΑΡΧΗΣ
Δεν είμαι ούτε ανεύθυνος ούτε ανίκανος Υπέρτατε. Ούτε αμελής καν.  Έχω όμως τόσους πλανήτες να εποπτεύω. Πρώτη φορά έγινε αυτό.
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
Ώστε έχεις πολλή δουλειά; Αυτό μου λες; Μήπως θέλεις να σε απαλλάξω; Θέλεις να γίνεις ένας παρίας των Συμπάντων; Με μεγάλη μου χαρά να σε κάνω.
ΤΟΠΑΡΧΗΣ
Όχι Υπέρτατε. Δεν ήθελα να πω αυτό…
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
Λοιπόν πήγαινε να χαλάσεις όλα τα όντα του και τον πλανήτη τους μαζί. Αύριο πρωί αυτή να είναι η πρώτη σου δουλειά. Να αφανιστεί αυτό το έκτρωμα, αυτό το βδέλυγμα των Ουρανών, αυτή η ντροπή των Συμπάντων που βλάστησε και ανδρώθηκε κάτω από τα μάτια σου.   
ΤΟΠΑΡΧΗΣ
Με όλον το σεβασμό Υπέρτατε, όλα αυτά για τον πλανήτη για μια μικρή παρεκτροπή των ζώων του;  
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
(εξαγριωμένος)
Μικρή; Για δες!
(δυνατά)
Και τα όπλα τι είναι;  Μικρή παρεκτροπή; Δεν είναι μόνον αυτό λόγος για την καταστροφή του πλανήτη;  Όπλα! Μα πως άφησες να συμβεί αυτό; Ή μήπως έγινε με την ανοχή σου; Αν εγώ το ήθελα δεν θα το είχα φτιάξει λες;  Θα περίμενα τα όντα εκείνα να το φτιάξουν και σένα να το ανεχτείς;
ΤΟΠΑΡΧΗΣ
Υπέρτατε όλα γίνανε μετά την επιθεώρησή μου στον πλανήτη  Γη που έκανα  πριν ένα εκατομμύριο χρόνια.  Στο διάστημα ανάμεσα στις δυο επιθεωρήσεις μου-την τότε και τη χτεσινή- έγινε ότι έγινε.
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
(συνεχίζοντας σαν να μη τον άκουσε)
Και καλά εσύ!  Οι Παρατηρητές σου δεν σου αναφέρανε ποτέ τίποτα; Ή μήπως κατάργησες και τους Παρατηρητές;
(Ο Τοπάρχης δεν μιλάει)
Όπλα! Δεν τους έφταναν όσα είχε αποφασίσει η Αρχή για όλους τους πλανήτες: νύχια, δόντια, δηλητήριο, μύες;… Για να μην συνεχίσω και με τα άλλα κατορθώματά σου: τη γλώσσα τους, το χωρισμό σε κράτη, την πορνεία… Τόσοι άλλοι πλανήτες με τόσα πλάσματα πάνω τους κανένα δεν έφτιαξε τόσο βδελυρά, τόσο αποκρουστικά, τόσο σιχαμερά, τόσο ολέθρια κατασκευάσματα.
Χαλασμός! Χαλασμός τέτοιος που ούτε η στάχτη του πλανήτη και των ζώων του να μη μείνει. Αυτή θα είναι η τιμωρία τους. Όσο για τη δική σου θα αποφασίσω αργότερα.
(δυνατά)
Χαλασμός! Δεν ξέρω πώς θα το κάνεις. Ρίξε τη γη αν θέλεις πάνω σε κάποιον ήλιο, ανατίναξέ την, πέτα την μέσα σε κάποια μαύρη τρύπα, όμως ότι κάνεις να το κάνεις γρήγορα. Αύριο πρωί κιόλας.  Αυτή είναι η απόφασή μου. Αμ το άλλο; Το χρήμα;! Τι ήτανε πάλι αυτό; Πώς άφησες να γίνει κάτι τέτοιο; Ούτε εγώ δεν θα μπορούσα να το φανταστώ. Άκου χρήμα!..   Προσπάθησε ο Υπασπιστής μου να μου εξηγήσει τι είναι αυτό, μα πάλι δεν το κατάλαβα. Τι ψεύτικη δύναμη είναι αυτή! Τι παρά φύσιν κατάσταση! Φύγε! Φύγε και αύριο να μου δώσεις αναφορά της καταστροφής των γελοίων σου έργων και του απ’ αυτά μολυσμένου πλανήτη σου. Φύγε!
(Ο Τοπάρχης βγαίνει)
Να τελειώνει πια κι αυτό. Υπομονή ως αύριο. Μα ο νους μου θα ησυχάσει μόνον όταν αφανιστεί αυτό το τερατούργημα.
(Στον Υπασπιστή, ηρεμότερος)
Μα καλά, εσύ είσαι πιο κοντά με αυτόν απ’ όσο εγώ-δεν είδες τίποτα; Τίποτα δεν άκουσες που να σε υποψιάσει;..
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ
Έχετε δίκιο σε ότι λέτε. Κι εγώ αν ήμουν στη θέση σας το ίδιο θα έκανα.  Μα κι εγώ τότε θα είχα όπως εσείς έναν Υπασπιστή να κουβεντιάζω μαζί του τα προβλήματα του Σύμπαντός μας.
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
Λοιπόν; Κι εγώ έχω εσένα. Κουβεντιάσαμε. Τι μ’ αυτό; Τι να μου πεις κι εσύ… αυτά τα προβλήματα δεν λύνονται με λόγια…
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ
Δε θέλω να λύσω το πρόβλημα. Αυτό Υπέρτατε είναι δική σας ευθύνη και απόφαση. Θα ήθελα όμως να θέσω υπ’ όψιν σας μερικές παραμέτρους του ζητήματος.
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
Ακούω.
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ
Καταλαβαίνω την οργή σας, και η καταστροφή των όντων που δημιούργησαν ένα τέτοιο εξάμβλωμα είναι ένα δίκαιο μέτρο. Ταξίδια στις θάλασσες με πλεούμενα… φώτα που κάνουν μέρα τη νύχτα… άσκοπες ενέργειες με πάθος που σκοπό τους έχουν την αναζήτηση χαράς… Χαρά… τι βαρβαρότητα…
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
(επιδοκιμαστικά)
Χμμ…
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ
…ρούφηγμα του λίπους της γης τους από τα υπόγεια βύθη του…
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
Και η γλώσσα;!... Γλώσσα! Και γιατί; Για να μπορούν να λένε ψέματα το ένα στον άλλο…
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ
Αλήθεια, η γλώσσα… Και ξέρετε, μάλλον από αυτήν άρχισαν όλα…  
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
Είμαι σίγουρος γι αυτό!
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ
Δίκαια η τιμωρία τους!
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
Τίποτα λιγότερο δεν τους άξιζε…
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ
(διστακτικά και σαν να σκέφτηκε κάτι τώρα)
Σκέπτομαι όμως Υπέρτατε…
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ  
Τι; Υπάρχει τίποτα χειρότερο από ότι διάταξα να γίνει. Βρήκες κάτι άλλο;
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ
Όχι Υπέρτατε. Σκέπτομαι εμάς και το Σύμπαν μας, όχι έναν απαίσιον όπως αυτός  πλανήτη.
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
Τι σκέφτεσαι;  
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ
Μήπως η τιμωρία τους είναι υπερβολική και…
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
Και;…
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ
Όχι γι αυτά Υπέρτατε. Για μας, για τον Γαλαξία μας.
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
Δηλαδή τι;
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ
Να Υπέρτατε… πώς να το πω…
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
Μίλα, τι εννοείς;
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ
Φοβάμαι μήπως το γεγονός έχει κάποιον αντίκτυπο σε μας. Δηλαδή να: Δε λέω, αυτό τους άξιζε, όμως πώς θα φανεί στην Αρχή η καταστροφή ενός πλανήτη;
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
Είναι στη δικαιοδοσία μου  κάτι τέτοιο.
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ
Πώς θα το δικαιολογήσουμε όμως όταν μαθευτεί; Γιατί θα μαθευτεί. Και αν εμείς το κρύβαμε οι καλοθελητές δε θα δίσταζαν να το μηνύσουν στην Αρχή.
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
Θα καταλάβουν. Κάποτε θα έτυχε και σ’ αυτούς κάτι τέτοιο όταν ήτανε στη θέση μας.  
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ
Μπορεί, όμως δεν μπορούμε να στηριχτούμε σ’ αυτό.  Ύστερα οι μεγάλοι ξεχνάνε τα δικά τους άσχημα και έχουν μάτια μόνο για τα ξένα. Θυμάστε Υπέρτατε όταν ένας πλανήτης της Ανδρομέδας τέσσερα είχε εκδιωχτεί λίγο μόνο πιο μακριά από τον Ήλιο του, τι σούσουρο είχε γίνει; Και ο Τοπάρχης της Περιοχής εκείνης διώχτηκε, αλλά και ο Υπεύθυνος της Ανδρομέδας άκουσε τα εξ αμάξης από την Αρχή.
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
(συνοφρυώνεται)
Πού το θυμήθηκες;..
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ
Γι αυτό σας λέω. Και τα τετράποδα του πλανήτη εκείνου δεν είχαν φτάσει στον ξεπεσμό της Γης-μόλις που είχαν αρχίσει να στέκονται δειλά στα δυο τους πόδια.  
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
Θυμάμαι… Και η Αρχή τα επανάφερε στα παλιά τους.
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ
Βλέπετε η δημιουργία ζωής σε κάθε πλανήτη δεν είναι εύκολο πράγμα. Παίρνει δισεκατομμύρια χρόνια. Και όσο να ’ναι η Αρχή υπολογίζει σ’ αυτήν.
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
Μα εδώ κάνανε τα χείριστα. Τέτοια τιμωρία δεν αξίζει σε ζώα που κάνουν τέτοια αποτρόπαια πράγματα;
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ
Βέβαια τους αξίζει Υπέρτατε, όμως πώς θα δικαιολογήσουμε το γεγονός πως τα είχαμε αφήσει να φτάσουν εκεί που είχαν φτάσει-σε όλα αυτά τα φοβερά που έκαναν; Τι θα πούμε; Πως έχουμε βάλει σαν Διοικητή του Βραχίονα του Ωρίονα έναν που  κάθε ένα εκατομμύριο χρόνια θυμάται να κάνει επιθεωρήσεις στην Περιοχή της δικαιοδοσίας του-έναν ανίκανο;
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
Αυτό δεν το είχα σκεφτεί…
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ
…Γιατί υπερίσχυσε μέσα σας η δίκαια οργή για το τρομερό που έγινε, και ήσασταν όλος δοσμένος στην δίκαια τιμωρία των ζώων του πλανήτη αυτού. Γι αυτό δεν το είχατε σκεφτεί. Τη δίκαια τιμωρία να προσθέσω εγώ. Όμως ποια η δικαιολογία μας στην Αρχή; Η καταστροφή ενός πλανήτη είναι μεγάλο τόλμημα Υπέρτατε, όσο δίκαιο κι αν είναι.
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
Όμως πιστεύω πως ούτε η Αρχή θα ήθελε να έχει στο Σύμπαν της έναν τέτοιο πλανήτη.  
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ
Όχι, αλλά φαντάζομαι ότι δεν θα ήθελε κατ’ αρχήν να έχει έναν τέτοιο Τοπάρχη στον Γαλαξία της.
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
(σκέπτεται)
Και τι να κάνω; Να αφήσω ατιμώρητους τους φταίχτες;  
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ
Κοιτάτε, έχω μια ιδέα. Δε σας την είπα νωρίτερα γιατί ήσασταν πολύ θυμωμένος.
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
Τι ιδέα; Να τα αφήσω στα χάλια που βρέθηκαν και να συνεχίσουν να μολύνουν τον πλανήτη τους; Και ποιος ξέρει αν αυτό δεν θα είναι ένα κακό παράδειγμα και αρχίσουν να ξεφυτρώνουν κι αλλού τέτοια μορφώματα;
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ
Όχι Υπέρτατε. Ποιος θα το ήθελε αυτό;
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
Τότε τι;
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ
Να τι σκέφτηκα. Όλοι κάνουν λάθη. Θέλεις αυτός ο αστείος Τοπάρχης, θέλεις εγώ που δεν είχα το νου μου σε δαύτον, το κακό έγινε.  Όλοι κάνουν λάθη. Μα καμιά φορά η αξία κάποιου κρίνεται από το αν είναι άξιος να διορθώσει ένα λάθος του. Η πρότασή μου είναι λοιπόν να μην καταστρέψετε τον πλανήτη αλλά μόνον τα όντα του. Να επαναφέρουμε δηλαδή στην τάξη αυτά που τόλμησαν να παραστρατήσουν.
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
Τι εννοείς; Και πώς;..
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ
Καταρχήν πώς βρίσκετε την ιδέα μου;
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
Η ιδέα να μην τιμωρηθεί κάποιος για ένα τέτοιο σφάλμα δεν με βρίσκει σύμφωνο.
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ
Λέτε για τον Τοπάρχη;
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
Πρώτα γι αυτόν. Αλλά και για όποιο ον τόλμησε τέτοιες ολέθριες πρωτοβουλίες.
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ
Τον Τοπάρχη τιμωρήστε τον με μια ποινή που να μην είναι τόσο βαριά που να τραβήξει την προσοχή της Αρχής στο παράπτωμά του. Ως για τα εγκληματικά όντα,  να τα γυρίσουμε στην πρωτινή τους σειρά σιγά σιγά. Χωρίς βιαστικές ενέργειες που θα αποκάλυπταν τι πράγματι ζητάμε να καλύψουμε . Έχουμε αρκετόν καιρό μπροστά μας. Και ο τρόπος που θα τα φέρουμε στο κανονικό τους επίπεδο δεν θα είναι βέβαια διασκεδαστικός γι αυτά. Θα διαλέξουμε μεθόδους που να πονάνε. Μα και όποιον τρόπο διαλέξουμε, πόνος θα είναι γι αυτά αφού θα τα γυρίσει πίσω.  
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
Σαν να έχεις δίκιο.
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ
Σκεφτείτε Υπέρτατε, η Αρχή ούτε που θα καταλάβει τι έγινε. Και αν μάθει κάτι, ε τότε, ναι, θα πούμε, πήγαν να παραστρατήσουν κάποια όντα του τάδε πλανήτη, αλλά εμείς, όντας καλοί επόπτες και καλοί φύλακες των κανόνων της Αρχής, δεν αφήσαμε την κατάσταση να προχωρήσει. Τι λέτε;
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
Λέω πως εσύ έχεις στο μυαλό σου όλο το σχέδιο ως την τελευταία του λεπτομέρεια. Έλα, λέγε…
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ
Όχι όλο το σχέδιο Υπέρτατε. Την αρχή του ναι.
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
Ενεργοποίηση ηφαιστείων;
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ
Όχι…
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
Μετεωρίτης;
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ
Όχι.
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
Κατακλυσμός… παγετώνες;…
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ
Όχι. Το πρώτο στάδιο θα είναι ένας κορονοϊός.  
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
Εξηγήσου.
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ
Να! Στον Μ22 που ήμουν πριν έρθω εδώ, έχουν αρχίσει μόλις τώρα να εμφανίζονται τα πρώτα κύτταρα. Μαζί με αυτά υπάρχουν όπως ξέρετε και οι ιοί. Ένας ιός από αυτούς, ο κορονοϊός, θα είναι το πρώτο μας όπλο.
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
Τι διαφορά έχει αυτός από τους άλλους ιούς-ιοί υπάρχουν σε όλους τους πλανήτες μας με ζωή.  
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ
Οι άλλοι ιοί δεν σκοτώνουν. Αυτός σκοτώνει.  Και πηγαίνει από ζώο σε ζώο όπως οι χρυσόμυγες στα κόπρανα, τόσο εύκολα. Θα μείνουν τα μισά. Και όσα μείνουν θα κλειστούν στα καβούκια τους. Τέρμα τα ταξίδια και οι κρουαζιέρες, τέρμα ο πλούτος-το χρήμα…
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
(με χαρά)
Αλήθεια; Τέρμα στο χρήμα;
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ
Μόνον το χρήμα; Πάνε τα όπλα, διαλύονται τα κράτη, τα αεροπλάνα και όλα τους τα μεταφορικά μέσα εξουδετερώνονται. Όσα ζήσουν θα ψάχνουν για φαί και δεν θα βρίσκουν.  Καταλαβαίνετε ότι από εκεί και μετά δε θα θέλουν πολύ για να γυρίσουν πάλι στα δέντρα και το πολύ σε καμιά σπηλιά.. Και έτσι βρίσκουν πάλι την ευτυχία. Και από δω και πέρα θα έχουμε τα μάτια μας δέκα τέσσερα να μην ξανακάνουν τίποτα τέτοιο.
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
Και μετά από αυτό ίσως να μην χρειαστεί καμία άλλη δική μας προσπάθεια. Ίσως βάλουν μυαλό τα εκεί ζώα από όσα πάθουν, και μόνα τους ξαναγυρίσουν στα πρωτινά τους.
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ
Μόνοι τους αποκλείεται. Τα παραβατικά ζώα Υπέρτατε, την επόμενη μέρα της κρίσης που θα τα έβρει θα αρχίσουν να σχεδιάζουν νέες  βρωμερές πράξεις και καταστάσεις. Φιατί όποιος θέλει να ξεχάσει κάτι, δεν έχει καν μνήμη…
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
Κακό δικό τους.
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ
Ακριβώς. Γι αυτό θα τα προσέχουμε πάντοτε. Μόνο λέω, με την άδειά σας, να πάω εγώ ο ίδιος εκεί πέρα να τα κανονίσω, γιατί αυτός ο ανεπρόκοπος μπορεί να τα θαλασσώσει πάλι.
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
Εντάξει. Πήγαινε και τακτοποίησέ τα όλα. Και αύριο πρωί πρωί σε περιμένω.
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ
Όλα θα γίνουν όπως είπαμε. Χαιρετώ Υπέρτατε.
(βγαίνει)
ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ
(Μόνος. Πηγαίνει στο παράθυρο και κοιτάζει τα αστέρια. Ύστερα κάθεται στην καρέκλα του)
Δουλειά κι αυτή η δική μου…
                                               
                                      ΑΥΛΑΙΑ


Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

  ΉΛΙΟΣ ΜΕ ΧΙΟΝΙ

(Καφενείο φτηνό και μισοσκότεινo. Μπαίνει μέσα ο Πελάτης. Κάθεται. Πλησιάζει η Γκαρσόνα)
Πελάτης
Ήρθα μέσα στη βροχή.
Γκαρσόνα
Νι αυτό έχουμε αναμμένη τη σόμπα-για να στεγνώσεις.
Πελάτης
Γυρίζω νια βρω το καφενείο που μου ταιριάζει.
Είναι το τελευταίο καφενείο της πόλης που έρχομαι.
Γκαρσόνα
Αυτό είναι το καφενείο για σένα.
Πελάτης
Με βρίζουν ποιητή.
Γκαρσόνα
Ναι.
Πελάτης
Αιστάνεσαι προφυλαγμένη πίσω από τα τζάμια του καφενείου σου τη νύχτα;
Γκαρσόνα
Φοβάμαι μόνο όταν βρέχει.
Πελάτης
Μπορεί φεύγοντας να σου αφήνω δέκα νομίσματα
ρεγάλο. Πώς θα σου φανεί;
Γκαρσόνα
Παράξενο. Ένα νόμισμα κάνει το ποτό.
Πελάτης
Τα εννιά είναι για να μη με διώξεις από δω μέσα.
Γκαρσόνα
Ποια γκαρσόνα διώχνει πελάτες;
Πελάτης
Είμαι παράξενος πελάτης. Δε μιλάω μα θέλω να μου μιλάνε. Θα έρχομαι εδώ με το πρόσωπο της νύχτας και θα σε κοιτάζω με μάτια εχθρικά.
Γκαρσόνα
Αυτό θα πει ότι σου αρέσω σα γυναίκα.
Πελάτης
Όλες oi γυναίκες μου αρέσουν.
Γκαρσόνα
Και μένα όλοι οι άντρες.
Πελάτης
Η πόλη με διώχνει. Μα θέλω να κρατηθώ εδώ. Είναι
η τελευταία πόλη που μου μένει.
Γκαρσόνα
Γιατί από παντού σε διώχνουν;
Πελάτης
Με βρίζουν ποιητή. Δε θέλουν ποιητές.
Γκαρσόνα
Δεν έπρεπε να τους δείχνεις τα ποιήματά σου.
Πελάτης
Δε γράφω ποιήματα.
Γκαρσόνα
Τότε τι λογής ποιητής είσαι;
Πελάτης
Δεν είμαι ποιητής. Μισώ τους ποιητές. Μα εκείνοι μου λένε πως είμαι ποιητής. Πώς μπορεί να είμαι κάτι που μισώ;
Γκαρσόνα
Καθένας μισεί τον εαυτό του. Κι εγώ μισώ τον εαυτό μου. Τόνε στολίζω με κανένα λουλουδάκι αν βρω ή με αρώματα νια να τον ανέχομαι. Πρέπει να ζήσω μαζί του.
Πελάτης
Μου αρέσει που μιλάς μαζί μου. Θα σου μάθω να μην μπορείς να υποφέρεις τον εαυτό σου ούτε με λουλούδια και με αρώματα.
Γκαρσόνα
Θα είναι σκληρό από μέρους σου.
Πελάτης
Είναι υποχρεωσή μου.
Γκαρσόνα
Τώρα καταλαβαίνω γιατί σε βρίζουν ποιητή. Τα θέλεις όλα όπως πρέπει να είναι.
Πελάτης
Μου αρέσει που μιλάς μαζί μου.
Γκαρσόνα
Είναι που δεν έχω δουλειά ακόμα.
Πελάτης
Ποιες ώρες έχεις δουλειά;
Γκαρσόνα
To μεσημέρι και το βράδυ.
Πελάτης
Περνώντας νια να σερβίρεις τους πελάτες θα μπορείς να μου ρίχνεις ένα βλέμμα συμπάθειας κάθε φορά;
Γκαρσόνα
Με δέκα νομίσματα ρεγάλο ναι.
Πελάτης
Δε σε νοιάζει που με λένε ποιητή;
Γκαρσόνα
Και να ήσουνα δε θα μ' ένοιαζε. Με δέκα νομίσματα κι έναν μουσικό θα καλοδεχόμουνα.
Πελάτης
Έχω πολλούς εχθρούς στην πόλη. Ζω μόνος μου. Εδώ και είκοσι χρόνια δεν άγγιξα γυναίκα. Μπορείς κάποτε κάποτε να μου αγγίζεις το χέρι μου όταν περνάς από κοντά μου;
Γκαρσόνα
To τελευταίο που μπορώ να κάνω με δέκα νομίσματα ρεγάλο.
Πελάτης
Μπορώ να σε μάθω τις φωνές των πουλιών. Μπορώ να σε μάθω τι λένε μουρμουρίζοντας τα ρυάκια. Και ξέρω να διαβάζω τ' άστρα.
Γκαρσόνα
Ναι.
Πελάτης
Ξέρω τι λέει τις νύχτες ο αέρας στις κορφές των
βουνών και στα φύλλα των δεντρώνε. Μπορώ να σου πω τι λέει το λουλούδι που κόβεις νια να στολίσεις τα μαλλιά σου. Κι ακούω τις φωνές των σιωπηλών πραγμάτων μέσα σε ένα δωμάτιο όταν όλα ησυχάζουν.
Γκαρσόνα
Είσαι αλήθεια παράξενος.
Πελάτης
Δε θα με διώξεις...
Γκαρσόνα
Είπαμε-με δέκα νομίσματα ρεγάλο όχι.
Πελάτης
Μερικές φορές θέλω να μιλήσω σε κάποιαν. Αν σου δώσω πενήντα νομίσματα την ώρα θα δεχόσουν;
Γκαρσόνα
Με πενήντα νομίσματα ναι. Αλήθεια μου λες;
Πελάτης
Αλήθεια σου λέω. Δεν έχω κανέναν να μιλήσω.
Γκαρσόνα
Λέω για τα πενήντα νομίσματα. Αλήθεια πενήντα
νομίσματα την ώρα;
Πελάτης
Έχω λεφτά. θα μπορούσα να σου δώσω και περισσότερα.
Γκαρσόνα
Για τι θα μιλάμε;
Πελάτης
Για το θάνατο. Είσαι παντρεμένη;
Γκαρσόνα
Όχι. Θα πείραζε;
Πελάτης
Ναι, όλα αυτά προϋποθέτουν ελεύθερη θέληση.
Γκαρσόνα
Είμαι ελεύθερη.
Πελάτης
Μικρός έμενα σ' αυτή την πόλη. Όλα ήταν ίδια όπως τώρα. Η πόλη αυτή δεν άλλαξε καθόλου.
Γκαρσόνα
Μπορεί να μην άλλαξες εσύ,
Πελάτης
Μερικά σπίτια παραπάνω. Μερικοί αυτό το λένε αλλαγή. Οι άνθρωποι δεν άλλαξαν. Αυτή θα ήτανε αλλαγή.
Γκαρσόνα
Ποτέ δεν άλλαξαν οι άνθρωποι και ούτε θ' αλλάξουν ποτέ. Τίποτα δεν αλλάζει στον κόσμο μας.
Πελάτης
Άλλαξε κάτι απόψε. Βρήκα μια γυναίκα να μιλάω μαζί της.
Γκαρσόνα
Είχες δώσει και σε άλλες πενήντα νομίσματα την ώρα για να μιλάνε και δεν το δεχτηκαν;
Πελάτης
Mε άλλες δεν είχα το θάρρος να το κάνω.
Γκαρσόνα
Γιατί με μένα το βρήκες;
Πελάτης
Σου είπα-είσαι το τελευταίο μαγαζί της τελευταίας μου πόλης.
Γκαρσόνα
Έχασες τόσα χρόνια επειδή δεν αποφάσιζες να μιλήσεις σε μια γυναίκα λοιπόν. Δεν ήξερες ότι θα δέχονταν;
Πελάτης
Περίμενα να έρθουν να μου μιλήσουν αυτές χωρίς λεφτά.
Γκαρσόνα
Καλά σε λένε ποιητή.
Και ποιο το κέρδος σου από ό,τι θα κάνουμε μαζί;
Ποιητής
Θα ελπίσω. Που θα πει θα ζήσω.
Γκαρσόνα
Είσαι πεθαμένος;
Ποιητής
Ναι.
Γκαρσόνα
Ένας πεθαμένος πώς μπορεί να νιώθει;
Πελάτης
Όπως όλοι μας. Όλοι πεθαμένοι είμαστε. Η ζωή είναι ο θάνατος. Μόνο πολλοί δεν το ξέρουν και φέρονται σαν να ζουν.
Γκαρσόνα
Και τα σπίτια μας είναι τάφοι;
Πελάτης
Δεν έχουμε τόσο ευρύχωρους τάφους. Τάφος είναι το δέρμα μας.
Γκαρσόνα
Είναι φοβερό να είναι έτσι.
Πελάτης
Έτσι είναι.
(Σιωπή)
Γκαρσόνα
Θα πάρεις κάτι;
Πελάτης
Όταν θα μου φέρνεις κάτι δε θα το πίνω κι ας το φέρνεις. Μα θα σου αφήνω τα δέκα νομίσματα. Τα σημερινά είναι η πληρωμή για τη σημερινή μας κουβέντα.
Γκαρσόνα
Το δέχομαι. Και συμφωνώ και για την κουβέντα.
Όποτε θέλεις να έρχεσαι.
Πελάτης
(σηκώνεται}
Σ' ευχαριστώ για την κατανόηση. Φαίνεται ότι θα
μείνω επιτέλους σε μια πόλη.
Γκαρσόνα
Θέλεις να κάνεις έρωτα μαζί μου;
Πελάτης
Για τι άλλο θα ερχόμουν να σε βρω;
Γκαρσόνα
Στις οχτώ τελειώνω. Έλα να με πάρεις. Και ο έρωτας κερασμένος για πάντοτε από μένα.
Πελάτης
Γεια σου.
Γκαρσόνα
Στις οχτώ
(ο Πελάτης βγαίνει)

                                      -----

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

 «ΑΝΗΚΟΜΕΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΔΥΣΙΝ»

Καθώς στην Κόλαση που βρίσκομαι τριγυρνώ ανάμεσα σε πεθαμένους, συναντώ διάφορους γνωστούς. Γιατί οι πεθαμένοι, μη έχοντας σπίτι και μέρος να μείνουν, τριγυρίζουν ολοένα. Και βρίσκει κανείς έναν έναν ή πολλούς μαζί να βολτάρουνε ή να έχουν ανοίξει πηγαδάκια και να αναμασάνε τα ίδια και τα ίδια τους.
Μια νύχτα λοιπόν είδα μια παρεούλα που είχε για θέμα της τον Καραμανλή-τον θείο. Ανάμεσα στους ίσκιους η μητέρα και ένας από τους δασκάλους του Kαραμανλή.
Πλησίασα και αφού μπήκα στη συζήτηση, ρώτησα τη μητέρα του:
-Κυρα Φωτεινούλα για πες μου, τι θυμάσαι πιο πολύ από τον Κώστα;
-Πιο πολύ θυμάμαι παιδάκι μου την ημέρα που τόνε γέννησα, γιατί η γέννα του πολύ με παίδεψε.
-Γιατί σε παίδεψε κυρα-Φωτεινή;
-Παιδάκι μου δεν έβγαινε το παιδί. Δεν έβγαινε με τίποτα. Και δεν έβγαινε γιατί ο σατανάς με είχε καβαλημένηνε-γι αυτό! Και αυτό το είπε και η μαμή που ήρθε να με ξεγεννήσει.
-Μπορείς να μου πεις τα πράγματα με πιο λεπτομέρειες σε παρακαλώ κυρα-Φωτεινή;
-Να στα πω παιδάκι μου. Εμείς εμέναμε δίπλα στην εκκλησία του χωριού. Και εγώ απάνου στο κρεβάτι μου εκοιμόμουνα με το κεφάλι μου κατά το ιερό της εκκλησίας, για να με φυλάει ο Κύριος που έτσι θα τον είχα πιο κοντά μου. Αμ δε μου λες, που να το ’ξερα εγώ η κακομοίρα πως δεν έπρεπε να κοιμάμαι με το κεφάλι κατά κει και πως γι αυτό δεν έβγαινε το παιδί… αγράμματη γυναίκα ήμουνα, έλεγα πως ήτανε καλλίτερα να έχω το ιερό της εκκλησίας κοντά μου να σκέπει την κεφαλή μου. Ε, ήρθε η ώρα να γεννήσω κι έπεσα στο κρεβάτι να γεννήσω μόνη μου, γιατί η μαμή ξεγένναγε αλλού και θ’ αργούσε να ’ρθει. Τότες μαθές δεν είχαμε κλινικές και νοσοκομεία. Εσφίχτηκα λοιπόν, είχα και τα πανιά κοντά μου να σκουπιστώ κι εγώ και να ντύσω και το παιδί, πού παιδί… εκείνο όχι δεν έβγαινε, αλλά ανέβαινε αντί να κατεβαίνει, λες και ήθελε να βγει από το στόμα μου-κοίτα, ανατριχιάζω που το λέω… Χριστός και Παναγιά, κάνω. Ξανασφίγγομαι, ξεφούσκωσε πάλι η κοιλιά μου και φούσκωσε το στήθος μου, γιατί το παιδί επήγαινε πάλι προς τα πάνω, προς το λαιμό μου. Τρόμαξα αλλά δεν τα έχασα. Ζούπηξα το στήθος μου, ξαναγέμισε η κοιλιά μου και ξεφούσκωσε το στήθος μου, γιατί δεν μπορούσα ούτε αναπνοή να πάρω και η καρδιά μου επήγαινε να σταματήσει από το παιδί που δεν την άφηνε να δουλέψει. Βάζω τις φωνές έρχεται μια γειτόνισσα της λέω πήγαινε να φωνάξεις το Γιώργη από το μαγαζί γιατί το και το, το παιδί πάει να βγει από το στόμα. Ώσπου να ’ρθει ο Γιώργης ο άντρας μου-Γιώργη τονε λέγανε, εγώ όλο και εσφιγγόμουνα. Αλλά όχι και δυνατά για να μη με πνίξει το παιδί. Όμως όταν έβλεπα σε κάθε σφίξιμο να τραβάει προς τα πάνω, σταμάταγα. Το τι τράβηξα εκείνη την ημέρα δε λέγεται.
Έρχονται και οι γειτόνισσες, βλέπουνε τι εγινότανε κι αρχίσανε να σταυροκοπιούνται. Και κει απάνου ευτυχώς μπήκε η μαμή, θάνατο να ’χει, και με λεφτέρωσε.
-Πώς;
-Μπαίνει κι όταν έμαθε τι έγινε, άρχισε να φωνάζει: Μωρή ζουρλές τι σταυροκοπιούσαστε; Τη γυναίκα την έχει καβαλικέψει ο σατανάς, και, ο τρισκατάρατος, δεν φεύγει με σταυροκοπήματα. Την έχει καβαλικέψει γιατί εξάπλωσε με το κεφάλι κατά το ιερό, κατά τη Δύση! Οι Καραμανλούδες γεννάνε πάντοτε με το κεφάλι κατά την Ανατολή-ζουρλές είσαστε; Γύρνα μωρή Φώτω, μού κάνει. Και με πιάνει παιδάκι μου και με γυρίζει ανάποδα, με το κεφάλι στο μέρος που είχα τα πόδια μου και με τα πόδια εκεί που ήτανε πρώτα το κεφάλι μου. Ε παιδάκι μου, αυτό ήτανε. Ο τρισκαταραμένος εβγήκε αμέσως από μέσα μου και από κοντά εβγήκε και το παιδί από τον κανονικό δρόμο του. «Είσαι πρωτάρα», μου λέει η μαμή, «στις άλλες τις γέννες σου να ξέρεις να ξαπλώνεις με το κεφάλι κατά την Ανατολή, έτσι που το παιδί να μπορεί να βγει γιατί θα τραβάει κατά τη Δύση. Αφού ο τρισκατάρατος έχει βάλει βουλή να χαλάσει τους ανθρώπους, εμείς, φτωχές γυναίκες θα τόνε σταματήσουμε;»
Και παιδάκι μου όλα μου τα κατοπινά παιδιά τα εγέννησα με ευκολία γιατί έκανα εκείνο που είπε η μαμή. Και τον Αχιλλέα μου έτσι τόνε γέννησα.
Γιατί εγώ πού να ήξερα τότες από Ανατολή και από Δύση, αργότερα τα ’μαθα, όταν ο Κώστας μου έγινε πρωθυπουργός. Τότε όλο αυτή τη λέξη έλεγε. Όλο Δύση και Δύση το πήγαινε. Και το μυαλό του γεμάτο από αυτή τη λέξη ήτανε μόνο. Αφού όταν ερχότανε καμιά φορά να με δει στο χωριό, όταν τον αφήνανε οι δουλειές του, «γεια σου μάννα» δε μου ’πε ποτές. «Ανήκομεν εις την Δύσιν», έτσι με χαιρέταγε. Και μου είχε μάθει να του απαντάω «αληθώς ανήκομεν», όπως καλή ώρα λέγαμε «αληθώς ανέστη» για τον Κύριο που αναστήθηκε.
Και τόσο την αγάπαγε αυτή τη λέξη παιδάκι μου, που και μέσα στο δωμάτιό του την είχε. Και μάλιστα την είχε γραμμένη όπως τη λένε στα αμερικάνικα. Είχε ένα μεγάλο πανί με ’φασμένα πάνω του τέσσερα γράμματα. Το πρώτο ήτανε ένα ανάποδο μου. Τα άλλα τρία ήτανε ελληνικά-τα ήξερα κι εγώ. Ήτανε ένα Ε, μετά ένα σου που το βάνουνε στο τέλος και ύστερα το του. Και μού έλεγε να τη μάθω κι εγώ αυτή τη λέξη την ξένη, γιατί μ’ αυτήν, έλεγε, λύνεις όλα σου τα προβλήματα σαν να ήτανε μαγική. Μου ’λεγε «πες το και συ μάννα-Γοέστ! Γοέστ!» Και τον άκουγε ο Αχιλλέας μου και του ’λεγε: «Γουέστ μωρέ Κώστα, Γουέστ…» και του απάνταγε ο Κώστας μου «Ε, κι εγώ τι λέω; Γοέστ…»
Αλλά εγώ παιδάκι μου δεν μπόρεσα ποτέ να μάθω αυτή τη λέξη όσο ζούσα. Εδώ την έμαθα, γιατί αυτό είναι το Γουέστ, εδώ που είμαστε τώρα.
Δεν είχε τελειώσει καλά καλά τα λόγια της η κυρα-Φωτεινή, πετιέται η Κλωθώ.
-Εμείς να ’βλεπες τι τραβήξαμε ώσπου να βρούμε πού ήτανε το παιδί για να το μοιράνουμε… Περιμέναμε να το βρούμε στην κούνια του όπως όλα τα μωράκια, αλλά πού… Αυτό είχε πάρει δρόμο δυτικά και το προφτάσαμε στις στήλες του Ηρακλή-στο Γιβλαρτάρ αν έχεις το Δία σου…
Ύστερα,  ο δάσκαλος που είχε τον Καραμανλή μαθητή στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, γυρίζει και μου λέει:
-Αγαπητέ μοι, θα επεθύμουν να είπω καγώ λέξεις τινάς σχετικάς προς την δυτικοφιλίαν του μεγάλου αυτού τέκνου της Αμερικής…
-Της Ελλάδας δάσκαλε, του λέω.
-Συγχωρήσατε την παραδρομήν της γλώσσης μου, της Ελλάδος ήθελον να είπω. Μοι δίδετε την άδειαν προς τούτο;
-Πες κάτι κι εσύ δάσκαλε, όμως στα γρήγορα.
-Εγώ θα τα είπω εις υμάς και ουχί εις τα γρήγορα. Και σας υπισχνούμαι ότι δεν θα μακρηγορήσω. Ενθυμούμαι ουκούν τας περιπτώσεις καθ’ ας ηναγκαζόμεθα, ελλείψει δευτέρου διδασκάλου εις την Πρώτην, να απασχολούμεν τα παιδία και κατά τας εσπερινάς ώρας της ημέρας. Κατά τας ημέρας ταύτας και ότε, ενώ ο ήλιος έδυεν, ευρισκόμεθα εντός της αιθούσης διδασκαλίας, ο Γκας ηγείρετο του αναλογίου του…
-Ο Κώστας δάσκαλε, τον διόρθωσα.
-Μάλιστα, ο Κώστας. Συγχωρήσατέ μοι και την παραδρομήν ταύτην. Ο Κώστας ουκούν εγκατέλειπεν το αναλόγιόν του και κατηθύνετο προς το παράθυρον το προς Εσπερίαν, εκεί δε ίστατο ακίνητος, προσβλέπων περιδεής την δύσιν του ηλίου, ήτις επλήρωνε τον ουρανόν της Πρώτης πέπλων ερυθρών ως αιματοβάπτων, και ήτις υπέβαλεν εις τον νουν του ανθρώπου την ιδέαν των τελευταίων στιγμών της Δημιουργίας, την εν μέσω φλογών, αίτινες κατά τας Γραφάς θα την καταφάγωσιν ώσπερ άχυρον φλοξ πυρκαϊάς αγροτικής καλύβης. Και ήτο τόσον απορροφημένος εκ του θεάματος εκείνου, ώστε δεν ηδύνατο να ακούσει τας προτροπάς μου περί επανόδου του εις το αναλόγιόν του. Ήτο ως να μη υπήρχεν τας στιγμάς εκείνας.
Ίνα δώσω εν πέρας εις την απαράδεκτον δια σχολείον κατάστασιν ταύτην, απεφάσισα να μεταβάλω την θέσιν του αναλογίου του Γκας…
-Του Κώστα δάσκαλε.
-Του Κώστα, συγχωρήσατέ μοι και την παραδρομήν ταύτην. Ηναγκάσθην ουκούν να μεταβάλω την θέσιν του αναλογίου του Κώστα. Το ετοποθέτησα παραπλεύρως του παραθύρου, ώστε μα μη απαιτείται η εγκατάλειψις του αναλογίου του υπ’ αυτού κατά τας ώρας εκείνας. Τοιουτοτρόπως τουλάχιστον δεν ίστατο αλλά εκάθητο. Εκεί ήτο μονίμως πλέον «εις τα νερά του», καθώς λέγει ο χύδην όχλος.
-Δάσκαλε, δεν προσπάθησες να του κόψεις τη συνήθειά του αυτή;
-Να σας είπω… Ενθυμούμαι ότι άπαξ τον επέπληξα δριμέως. Πριν ή δυνηθώ όμως να αρθρώσω τας πρώτας λέξεις της επιπλήξεως, ούτος, οργίλως προσβλέπων με, μοι αντέλεξε με σταντορείαν φωνήν: «Κάτσε κάτου ρε!». Ήτο τόσον επιτακτική η εντολή του ώστε εκάθησα και έκτοτε δεν απετόλμησα πλέον να τον παρατηρήσω πάλιν δια την συνήθειάν του αυτήν. Και εκ των υστέρων απεδείχθη ότι καλώς εποίησα. Καθόσον απώλεσε μεν ο Γκας ολίγας…
-Ο Κώστας δάσκαλε
-Ο Κώστας, μάλιστα. Συγχωρήσατέ μοι και την νέαν ταύτην παραδρομήν. Απώλεσεν μεν ο Κώστας ολίγας ώρας παραδόσεως, όμως η Αμερική εκέρδισε ένα μεγάλον άνδρα.
Δεν τον διόρθωσα πάλι. Γιατί να μας πειράζει η αλήθεια;
          

 ΣΜΥΡΝΗ

-Γλυκέ, μαυρόντυτε, πικρέ πατέρα-
δεντρί με κούρβουλο κάθε κλωνί σου,
ακόμα ποιο ακριβό θρηνείς παιδί σου;
-Τη Σμύρνη-την τρανή μου θυγατέρα!

-Πατέρα φτάνει. Σκούπισε το δάκρυ.
Θεός τα παίρνει όλα και τα δίνει.
Κι αν ίσως έχασες της γης μιαν άκρη,
μα της ζωής δε στέρεψεν η κρήνη.

-Δεν ήταν γης μα ολάργυρο φεγγάρι.
Χρυσάμαξα που αγγέλοι τηνε σύραν.
Κι ήταν διαμάντι και μαργαριτάρι.
Και δεν την πηρ’ ο Θεός: Τουρκοί την πήραν!