ΕΡΙΛΗ
Το μέλλον του κόσμου βρίσκεται μέσα σε δυο κοριτσίστικα στήθη.
ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ
Η ζωή είναι μία διαρκής συνουσία.
ΕΛΥΤΗΣ
ΧΡΟΝΟΣ: οποιοσδήποτε.
ΤΟΠΟΣ: οπουδήποτε.
ΠΡΟΣΩΠΑ: Ελβυτέρ, Εριλή, Μωηά.
ΔΥΟ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΕΣ (βουβά πρόσωπα)
(Δωμάτιο του Ελβυτέρ. Φτωχικό. Αριστερά για τους θεατές, πόρτα που οδηγεί στο χoλ. Ο Ελβυτέρ στέκεται όρθιος μπροστά στο μικρό τραπέζι που βρίσκεται στη μέση του δωματίου. Δίπλα του μία καρέκλα. Πάνω στο τραπέζι ένα ποτήρι μ' ένα κόκκινο υγρό μέσα και η φωτογραφία της Εριλή)
ΕΛΒΥΤΕΡ
Έρωτα παντοδύναμε, θεέ, όλων Πατέρα
γιατί χαράς δε μου 'δωσες να δω και γω μια μέρα;
Πέτρα την πέτρα το βουνό δένεις και δε χαλιέται.
Το κύμα κάνεις στο γιαλό άπαυτα να χτυπιέται.
Δένεις αέρα, γη, νερό, σε μία σφαίρα στέρια
τηνε κεντάς κι ανάμεσα από τ' άλλα σου τ' αστέρια
τρέχει αυτή ακράτηγη. Για τι; Για πού; Ποιος ξέρει
παρά το που την έπλασε αλύπητό σου χέρι…
Στου σπόρου μέσα το κορμί, χωμένο μες στο χώμα
συνάζεις μύρα, σχήματα, σταλάζεις φως και χρώμα
και κάθε χρόνο απα' στης γης τα μέρη τα σκορπίζεις'
τάχα για ποιον; τάχα για τι; Μόνον εσύ γνωρίζεις.
Μέσα στη θάλασσα οδηγάς και χύνεις τα ποτάμια,
τον πόθο για το ψήλωμα φυτεύεις στα καλάμια.
Δένεις τη μέρα με το φως, τη νύχτα με τα μάγια,
τη δυστυχιά με τη ζωή, τον πλούτο με τ' αρπάγια.
Το φλόγινο το κόκκινο ταιριάζεις με τη δύση
τον ερχομό της άνοιξης με το γλυκό μεθύσι
τη νοστιμιά του χταποδιού με του χελιού την πείνα
τη νύχτα με τ' αστέρια της και με τη λάμψη εκείνα,
τα ψάρια με τη θάλασσα, πουλιά με τον αέρα,
και με το μαύρο θάνατο της ερημιάς την ξέρα.
Τ' αρνί οδηγάς προς τη σφαγή, το φως προς το σκοτάδι,
τα ρόδα προς το μάραμα, τη ζήση προς τον Άδη.
Βαθιά ποτίζεις το χαρτί με δίψα για μελάνι
και του σωστού τ’ ακρόριζα ποτίζεις με την πλάνη.
Την πεταλούδα στη φωτιά ρίχνεις και το μικρούλι
σε τρομερό ένα θάνατο σπρώχνεις αγκαθοπούλι.
Τις αίστησες εγέννησες και κάνοντας να νιώθουν
τη δυστυχιά την ίδια τους τις έβαλες να κλώθουν.
Κι ό,τι εγέννας το 'στειλες μονάχο του να πάει
μες στα ψυχρά, παντέρημα και σκοτεινά σου χάη
και να ζητάει αιώνια χωρίς ποτέ του να 'βρει
το ταίρι του, που του 'κρυψε η βούλησή σου η μαύρη.
Έσμιξες, εξεχώρισες, σμίγεις κι ξεχωρίζεις
συγκλόνισες, ετάραξες, ταράζεις, συγκλονίζεις
και μέσα στην ασύγκριτη σύγχυση και τη βία-
και μέσα σ' όλων των στοιχειών τη φοβερή μανία
και μας μαζί μας στροβιλάς και μας μαζί μας δέρνεις
κι απ' το 'να γκρεμοτσάκισμα στ' άλλο γοργά μας φέρνεις.
Και στης ψυχής μας τ' άμετρα, τ' αβυσσαλέα βάθη
ολέθρια εφύτεψες και ψυχοφθόρα πάθη-
μικρά και μεγαλύτερα, μέγιστα και ακόμα
πάθη που αν είναι να τα πει δειλιάει κάθε στόμα.
Το πάθος για του ιππόδρομου έβαλες τ' αλογάκια,
το πάθος για τ' αλκολικό ποτό, για τα χαρτάκια,
για τα ταξίδια, τα όμορφα ρούχα και τα στολίδια,
την τέχνη, την κολύμβηση, τα δάση, τα βιβλία,
κι ακόμα πάθη χίλια δυο μπορώ να ονομάσω
χωρίς στο τέλος του μακριού κατάλογου να φτάσω.
Τόσο τα πάθη που σκορπάς πολλά και δίχως τέλος.
Τόσα. Και για καθένα τους ένα μικρό σου βέλος.
Κι οι άνθρωποι τα πάθη τους υπηρετούν. Και όλοι
άλλος πιο λίγο, άλλος πολύ, κάθε αργία και σκόλη
την αφιερώνουν δουλικά στο πάθος που τους πάει
και με το πάθος του καθείς στον κόσμο αυτόν μεθάει.
Μα ένα πάθος διάφορο υπάρχει από τ' άλλα
που πιο μεγάλο είναι μαζί απ' όλα τα μεγάλα:
για το γυναίκειο το κορμί το ακοίμητο το πάθος
που πλάτος έχει άσωστο κι αμέτρητο έχει βάθος.
Ποιος που δεν είναι ανόητος μπορεί να θεωρήσει
πως με το χρόνο αυτό εδώ το πάθος θα ξεφτίσει;
Ποιος η ύστερή του η πνοή προτού το σώμα αφήσει
του πάθους τούτου η ορμή πως θα γνωρίσει δύση-
πως από μέσα του η ορμή αυτού του πάθους φεύγει
προτού η στερνή του η πνοή απ' το κορμί του έβγει;
Ποιος θα τολμούσε να 'λεγε Κόλαση πως υπάρχει
που απ' το γυναίκειο το κορμί αιτίαν άλλη να 'χει;
Ποιος ότι τάχα μια φωτιά υπάρχει πιο φλογάτη
από τη φλόγα που σκορπάει το γυναικείο μάτι;
Ποιος πως βασανιστήριο πιο μέγα έχει γίνει
παρά να μη τον αγαπά-να μη τον θέλει Εκείνη;
Όμως οι άθλιοι άνθρωποι με κάτι ξεγελιούνται
όταν Αυτή δεν τους κοιτά-κάπως παρηγοριούνται.
Τη μια με κάποιο γέλιο Της, άλλη με μια ματιά Της
και άλλοτε μ' εν' άγγιγμα 'π' τα χέρια τ΄ακριβά Της.
Για όλους μες στη δυστυχιά υπάρχει μια ελπίδα-
για όλους έχει μι αστραπή μέσα στην καταιγίδα.
Ένα λογάκι, μιας μικρής υπόσχεσης η σπίθα
λαφρώνει το πλεούμενο που αλλιώτικα θα εβύθα.
Για όλους πλην για μένανε. Κλειστοί για μένα είναι
οι δρόμοι όλοι. Ανοιχτός μονάχα μ' απομένει
και ολορθάνοιχτος, αυτός του οριστικού χαμού μου-
χαμού κορμιού που ακολουθά εκείνονε του νου μου.
Η καθ' ελπίδα είναι για με ολότελα σβησμένη.
Κάθε χαρά ερωτική πριν γεννηθεί πεθαίνει.
Και τι ελπίδα, τι χαρά μπορώ να περιμένω
αφού η αγάπη μου γι αυτήν της είναι κάτι ξένο…
αφού δεν ξέρει τίποτα-και πώς μπορεί να ξέρει
αφού της είναι αφάνταστο πως αγαπούν κι οι γέροι..
Αφού τα δίχτυα αν μέριαζα για μια στιγμή του τρόμου
και αν Της εφανέρωνα μια μέρα τον καημό μου,
ξέρω, το γέλιο θ’ άρχιζε και δε θα σταματούσε
παρά μονάχα επειδή απ΄το γέλιο θα πονούσε.
Ναι! Είμαι γέρος! Και λοιπόν; Τι κι αν παλιά η βάρκα
σαν ταξιδεύει μέσα της μια μεθυσμένη σάρκα;
Τι κι αν τοιχώματα σκληρά φτιάχνουνε την κυψέλη
αφού πλαντάζει μέσα της η γλύκα από το μέλι;
Τι κι αν μεγάλο το δεντρί αφού κλωνάρια απλώνει
χλωρά, κάθε που Άνοιξη την ξέρα του ζυγώνει;
Και το κρασί γλυκύτερο γίνεται όσο παλιώνει.
Κι αν πάγοι σκέπουνε τη γη, ολάκερη πυρώνει.
Ίδια σοφία το παλιό βιβλίο εντός του κλείνει,
ίδια τη μάθηση σκορπά, ίδια τη γνώση δίνει.
Κι έχει ο γερο-πλάτανος μυριάριθμα κλαδάκια
όπου απαλότερ' από δυο χαϊδεύουνε χεράκια.
Πολύ καλά συ Έρωτα ξέρεις γιατί μιλάω
όσο καλά ξέρω κι εγώ πως άπαυτα πονάω.
Μάρτυρες άλλους δε ζητώ σ' αυτήν τη συφορά μου'
δω έχουμε να κάνουμε 'γω, συ και η Κυρά μου.
Εσύ όπου με λάβωσες, Αυτή που με σκοτώνει
και γω που η πληγίτσα Της τώρα με ξεματώνει.
Γιατί καιρός μ' απόμεινε λίγος για πόνο ακόμα.
’Τι θα δεχτεί τον πόνο μου το άπονο το χώμα.
Τι να Της ζήταγα λοιπόν; Ούτε αυτή τη χάρη
έχω, ενός όχι Της σκληρού να μ' έκοφταν οι χάροι.
Στέκομαι μόνο αδύναμος, πιασμένος μες στο δίχτυ
που μέσα του η λατρεία Της δεμένονε με ρίχτει.
Γέρος. Και με ποια πρόφαση μπορώ να Την αγγίξω;
Πάνω Της ούτε θαυμασμού βλέμμα μπορώ να ρίξω
Στο νου δεν το 'χει-αμήχανα κι αφύσικα θα νιώσει.
Πάλι μπορεί να προσβληθεί κι ίσως και να θυμώσει
που τέτοια μια, γέρος εγώ, έχω τολμήσει τόλμη.
Μπορεί και να το έλεγε στους γύρω Της ακόμη.
Έτσι αδιάφορο πολύ το βλέμμα πρέπει να 'χω
σαν, σπάνια, συναντιόμαστε. Και μια ευκαιρία να ψάχω
θα πρέπει για πολύν καιρό μέχρι να καταφέρω
χωρίς αυτή να με θωρεί-εμένανε, το γέρο-
να Τηνε κλείσω μες σε μιας ματιάς μου την απόχη-
και πάλι γρήγορη ματιά, ρηχή, σαν πρωτοβρόχι.
Και μήπως τάχατε συχνά Τη βλέπω; συ το ξέρεις:
όποτε πλάϊ μου θα 'θελες τυχαία να Τη φέρεις.
Κι ίσως καλλίτερο ειν' αυτό γιατί βαθιά πληγώνει
να μου μιλάει σαν να 'πλεκε, να ράβει η να ζυμώνει.
Γιατί μου είναι αβάσταγο ψυχρά να με κοιτάνε
τα μάτια Εκείνης που 'πρεπε δική μου όλη να 'ναι.
Την τελευταία τη φορά θυμάμαι που Την είδα.
Πριν λίγες μέρες ήτανε. Στο σπίτι Της επήγα.
Μα ποιο το κέρδος; Σ' όποιο πριν να πάω ήμουνα χάλι
στο ίδιο και χειρότερο σαν έφυγα ήμουν πάλι.
(τα φώτα σβήνουν και ανάβουν πάλι. Σπίτι της Εριλή. Η Εριλή μισο- ξαπλωμένη στον καναπέ ακούει μοντέρνα τραγούδια από το ραδιόφωνο. Είναι ντυμένη με ακριβά ρούχα. Μπαίνει ο Ελβυτέρ ντυμένος φτωχικά και φορώντας αδιάβροχο)
ΕΡΙΛΗ
Γεια σου Ελβυτέρ.
ΕΛΒΥΤΕΡ
Γεια σου Εριλή.
ΕΡΙΛΗ
Σήμερα λεν θα βρέξει.
ΕΛΒΥΤΕΡ
Ναι. Στις ειδήσεις το είπανε που άκουσα στις έξη.
ΕΡΙΛΗ
Ω! Τη βροχή τηνε μισώ!.. με βρέχει… με λασπίζει…
ΕΛΒΥΤΕΡ
Μ’ αν δε θα βρέξει Εριλή το ρόδο δεν ανθίζει.
ΕΡΙΛΗ
Τότε ας βρέξει στους αγρούς. Γιατί κι εδώ στην πόλη;
ΕΛΒΥΤΕΡ
Και συ τι θα γινόσουνα που εν' άνθος είσαι όλη;
ΕΡΙΛΗ
Α! Ελβυτέρ! Δε λείπουνε απ' το στόμα σου τ' αστεία.
(ζωηρά)
Ξέρεις; Σχολείο αύριο δεν έχουμε-ειν' αργία.
Και θέλω να 'βγω. Κι ο μπαμπάς δε θέλει να μ' αφήσει.
Πες του δυο λόγια Ελβυτέρ. Ίσως αυτό τον πείσει.
ΕΛΒΥΤΕΡ
Αν θα μου πεις πού θες να πας, μπορεί να του μιλήσω.
ΕΡΙΛΗ
Θέλω να πάω στην Υλγώ. Για λίγο, δε θ' αργήσω.
ΕΛΒΥΤΕΡ
Καλά.
ΕΡΙΛΗ
Ωραία!... κάνε μου ακόμα μία χάρη…
ΕΛΒΥΤΕΡ
Ακούω.
ΕΡΙΛΗ
Το βιβλίο μου δώσε μου απ' το συρτάρι.
(Ο Ελβυτέρ σηκώνεται και της το δίνει. Η Εριλή ξαπλώνει στον καναπέ και αρχίζει το διάβασμα σαν να μην υπάρχει κανείς άλλος στο δωμάτιο. Τα φώτα σβήνουν και ξανανάβουν. Δωμάτιο του Ελβυτέρ όπως πριν)
ΕΛΒΥΤΕΡ
Από την άλλη πάλι αν δεν Την ιδώ για μέρες
απ' την ψυχή μου πιο χλωρές είναι οι έρμες ξέρες.
Αυτά τραβώ. Δεν ξέρω τι να πω ή τι να κάνω.
Ξέρω πως ένα μοναχά μου μένει: να πεθάνω.
Ξύπνιος Την έχω στο μυαλό. Κοιμάμαι; στ' όνειρό μου.
Δε θα τη δω μόνο ποτέ ο δόλιος στο πλευρό μου.
Κι όχι μονάχα αδιαφορεί αλλά κι ακόμα μοιάζει
και σαν πολύ να με μισεί ή σαν να μ' αηδιάζει.
Να… με τον κοριτσίστικον, αθώο Της αέρα
κάθε γιορτή, κάθε χαρά, μα και την κάθε μέρα
που ένας γνωστός στο σπίτι Της μετά 'πο μέρες πάει
αυθόρμητα, όταν τον δει, Εκείνη, τον φιλάει.
Δεν αξιώθηκα φιλί να πάρω απ' Αυτήνε.
Για μένα κι ένα τέτοιο Της φιλί, όνειρο είναι.
Κι ενώ για μένα έχουν πλαστεί τα δύο Της τα χείλια
τώρα στων άλλων τα φιλιά με κατακαίει η ζήλεια.
Ζήλεια για τι; Ζήλεια για ποιον; Τι έχει να ζηλέψει
αυτός π' ουτ' ένα λόγο Της γλυκόν δεν έχει γέψει;
Κι όμως με λιώνει, με πονά, με καίει, με πεθαίνει
η ζήλεια ως και για τον ψυχρόν αέρα που ανασαίνει.
Γι Αυτήν δε θα 'ταν τίποτα ένα φιλί ακόμα.
Για μένα όμως θα 'τανε το παν. Θεοί! Το στόμα
το λατρευτό θ' ακούμπαγε στο δέρμα μου επάνω…
Όλα μ' αυτό το φίλημα θα μπόρεια να τα κάνω.
Κι αν όχι όλα, μες σ' αυτήν που τώρα είμαι θέση
δε θα 'χα φτάσει-η ίδια μου η ζωή να μη μ' αρέσει.
(μικρή παύση. Χαμογελάει πικρά)
Μα είχα με το μέρος μου πάντα τη φαντασία.
Αυτή παρέα μου 'κανε αληθινά εξαισία.
Έζησα τις καλλίτερες στιγμές εγώ κι Εκείνη
(ένα μικρό κομμάτι τους αλήθεια μόνο αν γίνει
θα 'μαι ο ευτυχέστερος απ' τους ανθρώπους όλους).
Τους ωραιότερους μ' Αυτήν παρέα έπαιξα ρόλους.
Εκείνη την αγάπη μου μου έφερνε κοντά μου
και νύχτες έζησα μ' Αυτήν χιλιάδες πρώτες γάμου.
Φορές, ενώ εζούσαμε μια ζήση όπως τώρα
ξάφνου βαρύ θανατικό έπεφτε μες στη χώρα
Τι λέω στη χώρα; σ' όληνε τη γη-κι όλοι πεθαίναν
κι οι μόνοι οι δυο μας ήμασταν πάνω στη γη που μέναν.
Τότε Αυτή όχι χαίρονταν μονάχα, μα ευτυχούσε
το βήμα μου σαν άκουγε κοντά Της που ηχούσε
κι απρόσκλητη τοτ' έρχονταν και μου ζητούσε αγάπη
και με πολυεπρόσεχε πολύτιμο σαν κάτι.
Α! Δεν μπορώ να πω εδώ τα όσα Αυτή για μένα
πράγματα μόνη έκανε γλυκά κι ευτυχισμένα..
Άλλοτε ταξιδεύοντας μ' ένα μεγάλο πλοίο
ύστερ' από ναυάγιο σωζόμασταν οι δύο
πάνω σ' ένα έρημο νησί. Τη μέρα μακριά μου
την πρώτη εκαθότανε. Μα ζύγωνε κοντά μου
όταν η νύχτα έπιανε να πέφτει. Σαν Θεό Της
με είχε και μ' αγάπαγε κάλλιο κι απ' τον εαυτό Της.
Φορές πάλι άλλες γιορτινά η πόρτα μου εχτύπα
(πόσο πολλή στο χτύπημα εκείνο υπήρχε γλύκα!),
την άνοιγα και, ω! θεοί! ήταν στ' αλήθεια Εκείνη
με στριμωγμένα γύρω Της νυμφών, σατύρων σμήνη.
Και κάθονταν. Και όλη Της ξέχυνε την αγάπη
που ως τότε-άραγε γιατί;-κρυφήνε την εκράτει.
Κι έπεφτε μπρος στα πόδια μου στο δάκρυ βουτηγμένη
και να Της πω επρόσμενε ότι συχωρεμένη
ήταν για όσα μ' έκανε μαρτύρια να τραβήξω.
Εγώ κρατιόμουν την τρελή χαρά μου να μη δείξω.
Μα όταν καταλάβαινα τι αληθινά συμβαίνει
τίποτα πια δεν έκρυβα κι όλα τα μαρτυρούσα
κι απ' την πολλή μου τη χαρά επέθαινα-δε ζούσα.
Α! Το μικρό Της το κορμί το 'χω γνωρίσει τόσο
που αν γι αυτό κάτι θα πω θαρρώ θα το προδώσω.
Α! Το φιλί Της μ' έκαιγε τόσο πολύ, που φλόγα
θα έσπερνε το στόμα μου τη γλύκα του αν 'μολόγα.
Α! Το φιλί μου το πικρό Την εδονούσε τόσο
που άλλη φορά ενόμιζε πως δε θα Της το δώσω…
Και στο ζευγάρωμα είχαμε αναισθησία τόση
που αναρωτιόμαστε ύστερα: "έχουμε ζευγαρώσει;"
Και τα κορμιά ως έσμιγαν δε λέγαν να χωρίσουν
σαν να 'θελαν στο ένωμα εκείνο εκεί να σβήσουν.
Μα κάποτε-πότε;-αργά, εζούσαμε και πάλι
με δίχως νεύρο στο κορμί και νου μες στο κεφάλι-
τοσο άδειοι απ' όλα είμασταν ή τόσο γεμισμένοι
που ήτανε η πεθυμιά τότε για μας σαν ξένη.
Μα όσο κι αν μου φτέρωνε η φαντασιά τις ώρες
με τις πολλές που μου 'δινε της ομορφιάς Της γνώρες
τόσο η ζήση ώρθωνε στο διάβα μου εμπόδια
κι έλιωνε κάθε μου χαρά με τα βαριά της πόδια.
Όλα Της τότε μ' έκαιγαν κι όλα με τυραννούσαν-
όλα Της τότε σ' άβυσσο βαθιά μια με τραβούσαν:
Η απουσία Της. Το φιλί που δε μου είχε δώσει.
Η απονιά Της που σφιχτά με είχε περιζώσει
και που με σπάνια αγκάλιαζε τ' άθλιο κορμί μου ζέση
και μ' έσφιγγε και μου 'σπαζε πλευρά, λαγόνια, μέση.
Άπονη! Αν ήμουνα σκυλί θα είχα την ελπίδα
να με φωτίσει ενός χαδιού ζεστού Της η αχτίδα.
Αν ήμουνα η χτένα Της μία φορά τη μέρα
στη δροσερή Της των μαλλιών θα έμπαινα τη σέρα.
Αν ήμουν η γατούλα Της κι έλειπα για ημέρες
για να με βρει θα έμπαινε σε βάλτους και σε ξέρες.
Κι εμέ, βδομάδες να με δει ενώ έχει, κάποιο "γεια σου"
μου λέει, που στα έρμα μου τ' αυτιά ηχεί σαν "χάσου"
Τα τόσα, που, πολύτιμα Της έχω κάνει δώρα
σε ποια γωνιά να βρίσκονται παραριγμένα τώρα;
Τόσα διαμάντια και χρυσά. τόσα φωτολουσμένα
ποτέ Της δεν τα κοίταξε-τα παραπονεμένα.
Καθόλου τη μαρμάρινη δεν έχουνε καρδιά Της
αγγίξει τα δοσίματα που έχουν τ' όνομά Της.
Όση κι αν φλόγα έβαλα μέσα τους λες εχάθη-
καθόλου από την πύρα τους Εκείνη δε ζεστάθη.
Τέτοια μαρτύρια με κρατάν και τέτοιοι πόνοι μ' έχουν-
τέτοια τα μαύρα δάκρυα στα μάτια μου που τρέχουν.
Και η αιτία ειν' Αυτή που 'χω αποφασίσει
να φτάσω μ' ένα πήδημα στο σκοτεινή τη ζήση.
Τέλος θα βάλω στη ζωή που 'χει μαρτύριο γίνει.
Θα κλείσω αυτό το στόμα μου που όλο φαρμάκια πίνει.
Τα μάτια που όταν Τη θωρούν πονούν και που πονούνε
το ίδιο κι αν δε θα Τη δουν, πια δε θα ξαναδούνε.
Τα χέρια που την ηδονή τη μόνη τους-ν' απλώσουν
επάνω στ' άσπρα στήθη Της-δεν μπόρεσαν να νιώσουν
άσπρα θ' αφήσω κόκκαλα. Μαύρη θα κάνω στάχτη
του' το κορμί που απ' τον κρυφό τον πόνο Της 'ρημάχτη.
Άλλο δε μένει τίποτα. Χωρίς Αυτήν η ζήση
έρμο σκυλί 'ναι κι άμοιρο, που χάρη να ψοφήσει.
Είναι στολίδι άχρηστο και δώρο για κανένα.
Κορμιού είναι νεκροστόλισμα με ρόδα μαραμένα.
Ελπίδα μια να με κρατεί δεν έχω. Δε με δένει
πια τίποτε με τη ζωή που 'ναι απ' Αυτήν χαμένη.
Τέτοιο μαρτύριο δεν μπορώ άλλο να υποφέρω:
πως ειν' Αυτή στην ίδια γη πάνω με με να ξέρω
αλλά μακριά μου… πώς μπορεί-ο νους πώς να το βάλει
σε άλλο το κεφάλι Της να γέρνει προσκεφάλι;
πώς τα δυο χείλια Της μπορούν τα ζαχαρογραμμένα
που για τα δυο τα χείλια μου τα 'χει ο θεός πλασμένα
σε άλλους μόνο να μιλούν… σε άλλους να γελούνε
και-λυπηθείτε με θεοί-και άλλους να φιλούνε…
Τέτοιο μαρτύριο δεν μπορώ-δε φτάνω να τ' αντέξω'
να μην μπορώ μες στ' απαλά μαλλάκια Της να πλέξω,
μόνο αυτά να γίνονται φίδια και να με τρώνε
όταν τα χέρια τ' ακουμπούν ανθρώπων αλλωνώνε'
κι αντίς φιλάκια τρυφερά πάνω τους ν' αποθέτω
καθώς το κεφαλάκι Της θα γέρνει μου στο πέτο-
κι αντίς για ρίγη ηδονικά μύρια να τους χαρίζουν
τα δάχτυλά μου μέσα τους όταν θα λαχταρίζουν,
τώρα μια να 'ναι θάλασσα που στ' άφωτά της βύθη
των άμοιρων ελπίδων μου μαραίνονται τα πλήθη.
Τέτοιο μαρτύριο δεν μπορώ. Εκείνα τα χεράκια
όχι στου πόθου μου να καιν την εκκλησιά κεράκια
μ' αλλού αγκαλιές να δίνουνε και χάδια να σκορπάνε'
χάδια και δώρα κι αγκαλιές που όλα χαμένα πάνε...
Κι αυτά τα στήθη δεν μπορώ τη φλόγα τους να δίνουν
σ' άλλες χαρές. Δεν το μπορώ τη μέθη τους να πίνουν
άλλοι καιροί. Δεν το μπορώ-δεν το μπορώ να μένω
έξω απ' τ' αφροπανήγυρο αυτό το μαγεμένο.
Δεν το μπορώ τα πόδια Της μ' άλλα να σμίξουν πόδια.
Δεν το μπορώ η ροδίτσα μου αλλού να δώσει ρόδια.
Δεν το μπορώ η μέση Της μ' άλλη να σμίξει μέση.
Δεν το μπορώ γι άλλη καρδιά η καρδιά Της να πονέσει.
Δεν το μπορώ το θαμ' αυτό που γίνηκε για μένα
ούτε να το κοιτάζουνε βέβηλα μάτια ξένα.
Δεν το μπορώ η ανάσα Της άλλονε να ζεσταίνει.
Δεν το μπορώ απ' αλλουνού τον πόθο να χλωμαίνει.
Δεν το μπορώ-δεν το μπορώ με τη ζεστή μιλιά Της
να νανουρίζει άλλες μορφές μέσα στην αγκαλιά Της.
Ας φύγω! Τρις καλλίτερα! Του Άδη ας με ζώσουν
τα σκότη κι οι μεγάλες του φλόγες ας με πυρώσουν'
Πιο σκοτεινά τα μάτια Της. Πιο φλογερό το σώμα.
Πιο πυρωμένη μια πνοή απ' το δικό Της στόμα.
Θα φύγω. Να μην πνίγομαι στον πόνο Της. Θα φύγω.
Κάθε κακό μπροστά σ΄ αυτό που μ' ήβρε, είναι λίγο.
Ας φύγω, πια να μη θωρώ το βελουδένιο στόμα
και για το που το γεύεται να μη ζηλεύω πιόμα.
Να μη την εικονίτσα Της κοιτάζω κάθε τόσο
για να 'βρω δύναμη πιο κει το βήμα μου ν' απλώσω.
Να μη με τη φωνούλα Της ξεσχίζει την ψυχή μου
να μη με το γελάκι Της βραδιάζει την αυγή μου.
Να μη θωρώντας σαν ξυπνώ το μοναχό μου στρώμα
για μοναχήν ελπίδα μου να στρέφομαι στο χώμα.
Να μη το κάθε χτύπημα στην πόρτα μου με σφάζει
να μη κάθε περπάτημα σαν Εκεινής μου μοιάζει.
Να μη της ζήλειας τα φριχτά πλοκάμια με τυλίγουν
να μη τα χάδια τ' άδοτα ολημερίς με πνίγουν.
Να μη όλη μου την ύπαρξη το Άδειο να γεμίζει
να μη, δίπλα σε Κείνηνε, η μοναξιά ν’ ανθίζει.
Μα όμως κι ένας μυστικός φόβος το νου μου παίρνει:
τη λύτρωση ούτε ο θάνατος μήπως και δεν τη φέρνει.
Μ' ακόμα κι αν στο θάνατο πονούν όσοι αγαπάνε
κάθε άλλος πόνος απ' αυτόν, εδώ, πιο λίγος θα 'ναι.
Κι ακόμα ίσως ο θάνατος κοντά Της να με φέρει.
Πιο σπλαχνικό ίσως εκεινού να 'ναι μπορεί το χέρι.
Ίσως αγέρας γίνω εκεί κι η μ' όλα ταιριασμένη
μυτούλα Της μεθυστικά, πρωί, να μ' ανασαίνει.
Ίσως φωνή γινώ αηδονιού και τα χαριτωμένα
τ' αυτάκια Της προσέξουνε τότε λιγάκι εμένα.
Ή πάλι ένα εσώρουχο σφιχτούλια κολλημένο
σε ό,τι, τώρα απρόσιτο, με κάνει και πεθαίνω.
Ίσως σταυρός χρυσός γινώ με τέχνη σκαλιγμένος
και-γιατί όχι-να βρεθώ ανάμεσα σφιγμένος
στα δύο απερίγραπτα του στήθους Της λοφάκια
κι όλα μου μες στη γλύκα τους να σβήσουν τα φαρμάκια.
Ίσως αχτίδα φεγγαριού κι απ' το παράθυρό Της
να χαδοπεριπλέκωμαι στον όλασπρο λαιμό Της.
Ίσως και όνειρο γλυκό του ύπνου Της να γίνω
κι όταν κοιμάται όλες Της τις ομορφιές να πίνω.
Και πάλι ίσως μια αίστηση απ' τις γλυκές εκείνες
που μόνο στις νυχτέρινες ανθούν του πόθου κλίνες
και κάθε νύχτα μες στ' αβρό, καυτό, γλυκό Της βάζο
τις στάλες της ανείπωτης λατρείας μου να σταλάζω.
Ναι! Ίσως να 'βρω το φιλί στου θάνατου τα μέρη.
Δικό μου ίσως γίνει εκεί το λατρεμένο ταίρι.
Μπορεί. Μα ό,τι να σκεφτώ, ό,τι κι αν πω ή κάνω,
προτού απ' όλα ένα-αυτό!- μου μένει: να πεθάνω.
Έρωτα παντοδύναμε, θεέ, όλων Πατέρα,
καλή γιατί δεν έδωσες να δω κι εγώ μια μέρα;
Πάνω στη γη επέταξες τ' αθώα πλάσματά σου
και τ' άφησες να καίγονται στην άλυπη φωτιά σου.
Βαθιά βαθιά επότισες με πόθο το κορμί τους
κι απλήρωτη κι αδίκιωτη άφησες την ορμή τους.
Με του γυναίκειου του κορμιού την πεθυμιά ποτίζεις
τις ίνες του αδύναμου κορμιού που συ ορίζεις
και τους θωρείς να σπαρταρούν γυρεύοντας αγάπη
κι αχνογελάς σαδιστικά στων ουρανών τα μάκρη.
Βρωμοθεέ αναίσχυντε μας πέταξες στα σκότη
αφού έχεις βάλει μέσα μας το φως σκέψη μας πρώτη.
Μπροστά μας δρόμο διάπλατον και φωτεινόν απλώνεις
αλλά με άλυσες βαριές τα πόδια μας διπλώνεις.
Δέντρο μπροστά μας. Οι καρποί τις κλάρες του τις σπάνουν'
και διασκεδάζεις που τα δυο τα χέρια μας δε φτάνουν.
Δε σ' άρεσε που ήμασταν άπονα ύλης μόρια
μακριά 'πο κάθε πεθυμιά και κάθε ανημπόρια-
η βρωμερή σου η βούληση θέλησε να μας έχει
μέσα στον πόνο και πικρό το δάκρυ μας να τρέχει.
Μάτια και στήθη, στόματα, χέρια και ποδαράκια
γοφοί, γλουτοί, τσακίσματα, φωνούλες και γελάκια
περνοδιαβαίνουν δίπλα μας σ’ ατέλειωτη πορεία.
Και βλέπουνε τα μάτια μας με πόθο και λατρεία
κι ακούν τ' αυτιά κι οσμίζεται η μύτη τις οσμές τους
που ερωτικά σπιθοβολούν οι ερωτικές ορμές τους,
και μας, μας έχεις κραταιέ σ' ένα κλουβί κλεισμένους
σε όλα τούτα αμέτοχους και άχαρους και ξένους.
Όπως παιδί που τα φτερά τα δυο της μύγας κόβει
και το κορμί της ύστερα κεντά με το βελόνι
κι εκείνη στέκει ανήμπορη στον τρόμο βουτηγμένη
τέτοια μια μοίρα και για μας συ έχεις φυλαγμένη.
Ω! Συ θεέ μικρόπρεπε! Πάγκακε! Παμμισώντα!
Έτσι γιατί μας έπλασες δυστυχισμένα όντα;
Αφέντη των αστερισμών και των συμπάντων πλάστη
το πωρωμένο σου μυαλό τι πήγε κι εφαντάστη!
Από μιας σφαίρας άφωτης το κρύο και μαύρο χώμα
όντα να πλάσεις που ζητούν, που θέλουν, που ποθούνε
να σμίξουν μ' ό,τι όμορφο στο διάβα τους θα δούνε
αλλά την κάθε απόλαυση να διώχνεις μακριά τους
κι ακόρεστη και άσβεστη να 'χεις την πεθυμιά τους..
Ω! Τι τελειότητα θεέ το νου σου διακρίνει!
Τι άφατη αγαθότητα που η ύπαρξή σου κλείνει
και τι σοφία να ξόδεψες και πόσον τάχα χρόνο
τη θλίψη από το τίποτα να φτιάξεις και τον πόνο!..
Έρωτα, βρώμικε θεέ, αδιάντροπε, αχρείε,
τ' ανέραστά μας τα κορμιά σπάραζε, κέντα, σείε.
Αφού το θέλεις τα σφυριά χώριζε από τ' αμόνια
μα έχεις να πάρεις από με μονάχα καταφρόνια.
Κράτα μακριά 'πο τη φωτιά το δροσερό νεράκι
στέλνε να μας σπαράζουνε του μίσους σου οι δράκοι
και να 'ρχεται κάτι καλό σα δεις, διώχτο και κείνο
μα καταπρόσωπο εγώ θεέ φριχτέ σε φτύνω.
Εγώ ο μικρός, το πλάσμα σου, εγώ, δε θα σ' ανάψω
λιβάνια και στα μέρη σου κεριά δε θα σου κάψω.
Του 'το μυαλό που μου 'δωσες για να γελάς μαζί μου
μπορεί και σκέφτεται. Σωστά-παιδεύεις το κορμί μου
μα το μυαλό που μου 'δωσες θεέ δεν σε πιστεύει
και όπως το κοροϊδεψες, τώρα σε κοροϊδεύει.
Ένα μες στα πειθήνια τα όντα σου τα τόσα
κοίτα-σου βγάζει θαρρετά την ταπεινή του γλώσσα.
Πάρεξ αυτό που μου 'καμες τι θα μου κάμεις άλλο…
τίποτ' από το βάσανο ετούτο πιο μεγάλο-
σαν ψάρι μισοθάνατο να σπαρταρώ στο δίχτυ
κι ενώ σαν ήλιος λάμπω εγώ, γύρω μου μεσονύχτι.
Πάρε μακριά την Εριλή. Μη στέρξεις μ' ένα βλέμμα
να μ' ανταριάσει κάποτε το κόκκινό μου αίμα.
Διώχτηνε. Χάλασέ Τηνε. Φάτην. Χαντάκωσέ Την.
Μέσα σε κάστρο άφταστο για μένα κλείδωσέ Την
μα ξέρε: από σήμερα πάνω στη γην ετούτη
κάποιος της θεοσύνης σου ποδοπατεί τα πλούτη.
και μια σημαία μ' έμβλημα δικό του τώρα στήνει:
μάθε πως από σήμερα θεός Αυτή εγίνει.
Και η σημαία "ΕΡΙΛΗ" γράφει-ετούτο μόνο
κι ειν' υφασμένη απ' της πικρής αγάπης Της τον πόνο.
Κι αυτήν κρατώντας τώρα, να! μονάχος μου διαλέγω
κι από τη ζήση μου αυτή μονάχος μου να! φεύγω.
Ποτήρι μου, χωμάτινο είδωλο του έρωτά μου
φαρμακωμένο σαν κι αυτό στέκεις και συ κοντά μου.
Αγνό, μικρούλι, διάφανο του πόνου μου αηδόνι
μη μια κρυστάλλινη Εριλή και σένα σε σκοτώνει;
Και συ φαρμάκι μου πικρό έλα μαζί να πάμε
στα μέρη απ' όπου πια ποτέ στη ζήση δε γυρνάμε.
Γιατί γραμμένο είναι και συ μαζί με με να σβήσεις
αφού στου Άδη τα κρυφά παλάτια μ' οδηγήσεις.
Έλα, βαρκούλα μου αλαφριά να γίνεις και πανί μου.
Εμπρός αδέρφι μου ακριβό που μοιάζεις στην ψυχή μου,
να ξανοιχτούμε στ' άφωτα του θάνατου πελάγη
απ' της ζωής ελεύθεροι τη μισητήν αρπάγη.
Μετά 'πο Κείνη, μόνο συ, φαρμάκι, θα βυθίσεις
μέσα μου κι έτσι ως βαθιά όλον θα με ποτίσεις.
Κι αφού για το ταξίδι εκεί όλα τα ετοιμάσεις
σαν οδηγός έλα καλός το χέρι να μου πιάσεις
να πάμε αντάμα, πρώτο μου κι ύστατο εσύ συντρόφι
στον τόπο που μοιράζονται τα όνειρα κι οι ζόφοι.
Κι αφού σκοτώνοντάς με συ κι εγώ θα σε σκοτώσω
έναν ωραίο θάνατο τουλάχιστο ας σου δώσω.
Ας δούμε...να βυθίσουμε στις λίμνες των ματιών Της;
Στον όλασπρο να λιώσουμε τον μύλο των δοντιών Της;
Στα ροδαλά του λάρυγγά Της βάθη να χυθούμε;
Κάτω απ' το ποδαράκι Της τ’ αβρό να πατηθούμε;
Να γκρεμιστούμε απ' την ορθή του στήθους Της τη ρόγα;
Στου ηφαιστείου Της τ΄ανοιχτού να πέσουμε τη φλόγα;
Και ποια να έχουμε άραγε για ύστατή μας σκέψη
το παγωμένο δρέπανο πριν άσκεφτους μας δρέψει;
Ο λογισμός μας να γυρνά στο στόμα Της; Στο στήθος;
Α! Ιδεών μου εσεις καυτών το ατελείωτο πλήθος!
Α! Σ' ενα τέτοιο ολόγλυκον χαμό σαν το χαμό μου
θαρρώ πως όλα σας μαζί θα 'σαστε στο πλευρό μου.
Νάτο το τελευταίο μου εδώ λοιπόν φαρμάκι!
Το πίνω στην υγεία σου γλυκό μου κοριτσάκι.
Κι αφού και τώρα ως πάντοτε δε βρίσκεσαι κοντά μου
ας σφίξω την εικόνα σου μέσα στην αγκαλιά μου.
(με το δεξί του χέρι παίρνει τη
φωτογραφία της Εριλή και τη σφίγγει
πάνω στο στήθος του, ενώ με το
αριστερό υψώνει το ποτήρι και το
πλησιάζει στα χείλια το. Ξάφνω
ακούγονται δυνατοί χτύποι στην πόρτα
και ταυτόχρονα η απελπισμένη φωνή του Μωηά)
ΜΩΗΑ
(απ' έξω)
Παρακαλώ! Ανοίξτε μου! Με κυνηγούν... ανοίχτε!..
ΕΛΒΥΤΕΡ
(ξαφνιασμένος)
Ποιος είναι;
ΜΩΗΑ
Σας παρακαλώ… με σώζετε… ανοίξτε!..
ΕΛΒΥΤΕΡ
(ανοίγει την πόρτα. Ορμάει μέσα ο Μωηά που κλείνει την πόρτα)
Κάθισε-ποιος σε κυνηγά;
ΜΩΗΑ
Οι μπάτσοι. Απόψε βράδυ
μαχαιρωμένον βρήκανε κάποιον μες στο σκοτάδι.
Κάποιος τους είπε πως εγώ ήμουν σ' αυτό μπλεγμένος
και βρέθηκα απ' το τίποτα να 'μαι κυνηγημένος.
Ματοβαμμένο να κρατώ με είδε λέει μαχαίρι
δίπλα στο πτώμα του αντρός που άλλου κάποιου χέρι
πριν λίγο εμαχαίρωσε. Τυχαία εγώ περνούσα
κι ενώ ακόμα ζωντανός μην ήταν εκοιτούσα
οι μπάτσοι ανεξέταστα με πήρανε ξοπίσω.
Αθώος πώς θα γίνονταν πως είμαι να τους πείσω;
Έτρεξα. Μ' έχασαν. Θα 'ρθουν όμως κι εδώ σε λίγο.
(ακούγεται η σειρήνα αστυνομικού αυτοκινήτου)
Να! Όπου να 'ναι φτάνουνε! Μη φίλε με προδώσεις.
Αθώος είμαι .Σώσε με και δε θα μετανιώσεις.
(δυνατοί χτύποι στην πόρτα και άγρια φωνή αστυνομικού απ' έξω)
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ
Αστυνομία! Ανοίχτε μας!
ΕΛΒΥΤΕΡ
Αμέσως!
(οδηγεί τον Μωηά σε μια καταπακτή του
δωματίου που οδηγεί στο υπόγειο και ανοίγει την πόρτα' οι
αστυνομικοί μπαίνουν ορμητικά, ψάχνουν
όλο το σπίτι και βγαίνουν βαριά και
θυελλώδικα όπως μπήκαν. Ο Ελβυτέρ
ανοίγει την καταπακτή και βοηθάει
τον Μωηά να βγει από μέσα)
Έλα-φύγαν.
ΜΩΗΑ
Ελπίζω στον αγύριστο για τα καλά να πήγαν.
Σ' ευχαριστώ για το καλό που μου 'κανες. Σε λίγο
αυτοί σα βρίσκονται μακριά, τότε κι εγώ θα φύγω.
…Μα, πες μου, την επίστεψες την ιστορία που σου 'πα;
ΕΛΒΥΤΕΡ
Ναι. Όμως κι αν αμφέβαλα πάλι θα σε βοηθούσα.
Πάντοτε τον αδύνατο βοηθώ σαν αμφιβάλλω.
ΜΩΗΑ
Αυτή 'μικρή συνήθεια σου δείχνει μυαλό μεγάλο.
ΕΛΒΥΤΕΡ
Μικρό-μεγάλο αδιάφορο. Η απόφαση που πήρα
να 'ναι η τελευταία μου έχει γραφτό μου η μοίρα.
ΑΩΈΑ
Οι πεθαμένοι μοναχά δεν παίρνουν αποφάσεις.
ΕΛΒΥΤΕΡ
Τη σκέψη μου κατάφερες γρήγορα να διαβάσεις.
ΜΩΗΑ
Δύο θανάτους σήμερα να δω είναι γραμμένο;
ΕΛΒΥΤΕΡ
Πες πως τους είδες. Μέτρα με κι εμένα πεθαμένο.
ΜΩΗΑ
Ζωή εμένα μού 'δωσες, θάνατο εσύ θα λάβεις;
Πες μου τουλάχιστο γιατί.
ΕΛΒΥΤΕΡ
Δε θα με καταλάβεις.
ΜΩΗΑ
Από το δρόμο του χαμού εσύ μ' έφερες πίσω.
Πες μου τι σου 'τρεξε. Μπορεί κι εγώ να σε βοηθήσω.
Τι σ' έχει την απόφαση κάνει αυτή να πάρεις;
Άραγε μέσα στη ζωή όλα εσύ τα εχάρεις;
Δε μένει άλλο τίποτα να δεις-να κάνεις-πες μου-
άλλοτε τέτοιο κάτι τι δε μου 'τυχε ποτές μου
ΕΛΒΥΤΕΡ
Να με βοηθήσεις ναι, μπορείς, βοηθώντας να πεθάνω
μα μη γυρεύεις να σου πω γιατί αυτό το κάνω.
Είσαι μικρός. Και να στο πω, πάλι δε θα με νιώσεις
κι έτσι μια πίκρα στη ζωή ακόμα θα μου δώσεις.
ΜΩΗΑ
Είμαι από σε μικρότερος, αλλ' άκου τη ζωή μου'
Σαν νύχτα ολοσκότεινη πέρασε το πρωί μου.
Κάποιοι στη γη με σπείρανε που ποιοι είναι δεν τους ξέρω.
Κι ούτε με ξέρουνε-αλλά γι αυτό δεν υποφέρω.
Τα πρώτα χρόνια τα 'ζησα σε ορφανοτροφείο
μα όταν έγινα οχτώ το 'σκασα-είπα αντίο
σε μια ζωή που εύκολη πες πως ήτανε για μένα
μα που ένιωθα πως πήγαινε κει μέσα στα χαμένα.
Την πρώτη που 'πιασα δουλειά θυμάμαι: σ' ένα σπίτι
από αυτά που δέχονται τις νύχτες κάθε αλήτη.
Μπορείς αν θέλεις να το πεις μοτέλ ή πανδοχείο.
Σ' αυτή χωμένος τη δουλειά έμεινα χρόνια δύο.
Αξέχαστη μια γνώρισα εκεί της ζήσης όψη.
Άστραφτε μαχαιριών εκεί συχνά πυκνά η κόψη.
Παρανομίες, μαλώματα και βρώμικα μεθύσια
στην παιδική μου την ψυχή μπήκανε μέσα κι ίσια.
Για λίγα χρόνια εβρέθηκα μετά σε μια ταβέρνα.
Μέσα στα κρασοπιόματα, στα φέρε και στα κέρνα
έμεινα ως τα δεκάξι μου. Με πιάσανε να κλέβω
και σ' ένα πλοίο βρέθηκα μέσα να ταξιδεύω.
Εκεί έμαθα τις πιότερες απ' όλες μου ιστορίες
και να μην έχω έμαθα για τίποτε απορίες.
Πολλά μου έμαθε η ζωή' αλλά της έχω μάθει
κι εγώ άλλα τόσα. Στα θολά και τ' άγριά της βάθη
πολλές φορές εβρέθηκα' κι αυτή 'ταν η αιτία
για την που κάποτε άρχισα με μπάτσους ιστορία.
Μα πάντοτε τους ξέφευγα. Δώδεκα είχα μείνει
χρόνια στη θάλασσα-μετά, έφυγα κι από κείνη
κι είναι καιρός που 'χω βρεθεί τώρα εδώ τριγύρω
χωρίς ακόμα να 'χω βρει κονάκι για να γείρω.
Ένα χαμένο πες κορμί που διόλου δεν αξίζει
για τίποτα-που άσκοπα στον κόσμο τριγυρίζει.
(συλλογισμένος, σαν να μιλάει στον εαυτό του)
Μπορεί ναν' έτσι. Όμως καθώς πολλές φορές συμβαίνει,
και των ανθρώπων τη ζωή κάτι την ομορφαίνει,
και τη δική μου τη ζωή την έχει ομορφήνει
ένα ταλέντο που αξία και νόημα της δίνει-
ταλέντο που καλλίτερα ποτέ να μη δινόνταν-
ποτέ στον κόσμο αυτόν εδώ πάνω να μη φαινόνταν.
Να! Φτιάχνω με τα χέρια μου ωραία έργα τέχνης:
πύργο έναν μεγαλόπρεπο, μιαν εκκλησούλα αίφνης…
από το τίποτα' μπορώ με λίγη λάσπη μόνο
κάστρο να φτιάξω έμορφο κι αχάλαστο απ' το χρόνο.
Με ξύλα που ’ναι άχρηστα, στην άκρη πεταμένα
φτιάχνω πανέμορφο σκαρί με τα πανιά ανοιγμένα.
Όμως-και πρόσεξε, όλη εδώ βρίσκεται η δυστυχία-
τα δυο-κι η ικανότητα κι η δεξιοτεχνία-
μ' αφήνουν όταν βρίσκεται το έργο μου στη μέση.
Ας έχω ακμαία μέσα μου τη θέληση, τη ζέση
ν' αποτελειώσω ό,τι άρχισα. Τα χέρια μου αρνούνται
να υπακούσουν στο μυαλό και σ' άλλο έργο ωθούνται.
Κι ο πύργος μένει ο μισός, μισό και το καράβι.
Τ' άλλα μισά το αγέννητο στα βάθη του τα θάβει.
Έτσι όλα μου ατέλειωτα μένουν' κι όσοι θαυμάζουν
μετά, το έργο βλέποντας μισό, οι ίδιοι σαρκάζουν.
Ατέλειωτα τα σπίτια μου, οι επαύλεις μου, οι τόποι-
μισά τα έργα όλα μου: ζώα, φυτά κι ανθρώποι...
Να 'ξερες λύπη την καρδιά που μου τρυπά να βλέπω
άχρηστο αυτό που μ' άσβυστη φροντίδα ακόμη σκέπω…
Και είναι τόση μου η χαρά κι η απόλαψη που νιώθω
με τον δικό μου τ' άψυχα να εμψυχώνω πόθο-
τόση η ηδονή που ξεχειλάει μες στης ψυχής τα βάθη
όταν από το τίποτα κάτι το χέρι πλάθει
που, μεθυσμένος λες εγώ από νέκταρ περπατάω
ή σαν να μου εφύτρωσαν φτερά και λες πετάω.
Μα όταν τα έργα μου θωρώ τα μισοτελειωμένα
για το μισό το άλλο του να λιώνει το καθένα,
τέχνη και τάλαντο μισώ και πια φτερά δεν έχω
και μακριά 'π' τα έργα μου με πόδια τώρα τρέχω.
Αυτό 'ναι το ταλέντο μου, αυτή 'ναι η χαρά μου,
αυτή 'ν' η πιο μεγάλη μου κι η πιο πικρή σκλαβιά μου.
(στον Μωηά)
Με λίγα μόνο άκουσες ποιος είμαι. Κι ηλικία
μικρότερη από σένανε αν έχω, τα σχολεία
που μέσα τους εθήτεψα, μ' έχουνε μάθει όσα
φτάνουν να νιώσω ό,τι μου πεις κι ακόμα κι άλλα τόσα.
Φορές θαρρώ πως έζησα πριν η ζωή αρχίσει
κι ότι θα ζω ακόμα κι αν κάθε ζωή θα σβήσει.
Αν θες λοιπόν τη μαύρηνε άνοιξε την καρδιά σου
και σαν σε σε να τα 'λεγες πες μου τα βάσανά σου.
ΕΛΒΥΤΕΡ
(αποφασιστικά, πεισμένος από τα λόγια του Μωηά)
Με μια κοπέλα είμαι βαθιά πολύ ερωτευμένος
και κείνη ούτε να με δει-γι αυτήν είμαι σαν ξένος.
Νέα και πλούσια κι όμορφη-φτωχός, άσχημος, γέρος,
τέτοιο πώς ένα πάντρεμα να στέρξει και ο Έρως…
Ποτέ ζητώντας στη ζωή χέρι δεν έχω απλώσει.
Ετούτο της εζήτησα μονάχα να μου δώσει.
Μου το αρνείται. Τι μπορώ άλλο να κάνω πάρα
να σβήσω με το θάνατο ετούτη τη λαχτάρα;
ΜΩΗΑ
Και ειν' αδύνατο κανείς να σου αλλάξει γνώμη;
ΕΛΒΥΤΕΡ
Πόσα θα πρέπει να σου πω για να ‘νοιωθες ακόμη
ότι δεν ειν’ η γνώμη μου αυτή παρά η κλήρα
που απ' τα ψηλά τα στέκια της μου όρισεν η μοίρα;
Μη σου ’χουν πάρει τα μυαλά και σένα οι μωρίες
για βούληση ελεύθερη και τέτοιες φλυαρίες;
Φίλε μου, είναι από τα πριν όλα καθορισμένα-
πριν γεννηθεί ο άνθρωπος όλα του γεννημένα.
Κι αν με του νου το φάντασμα λιγάκι ξεγελιέται
ο άνθρωπος δε γίνεται φίλε μου, μα γεννιέται.
Καθένας με το πάθος του στη γη επάνω φτάνει
και τη ζωή του ολάκερη μαζί με κείνο φκιάνει.
Με κείνο κλαίει και γελά, παίζει και κοροϊδεύει,
εκείνο ,ξέροντάς το ή μη, πάντοτε τον παιδεύει.
Για κείνο εγεννήθηκε. Για κείνο και πεθαίνει.
Αυτό για να υπηρετεί πάνω στη γη ανεβαίνει.
Σαν το στρατό του ο στρατηγός, κι οι άνθρωποι τα πάθη
έτσι μαζί τους κουβαλούν. Κι ο πόλεμος που 'χάθη
μαζί τους δυο σε βάραθρο βαθύ τους σφεντονίζει.
Τώρα ο πόλεμος αυτός και μέναν αφανίζει
αφού το πάθος μου η καρδιά που έκρυβε βαθιά της
Αυτή το ποδοπάτησε με τ' άσπρα πέλματά Της.
Λοιπόν τί γνώμη ν' άλλαζα που ότι λέω και κάνω
χτισμένο στο μικρούλι Της κορμί το 'χω επάνω…
Αλλάζει γνώμη η θύελλα; Αλλάζει η καταιγίδα;
Αλλάζει ο λύκος κι αν πιαστεί σ' ατσάλινη παγίδα;
ΜΩΗΑ
Σ' ένιωσα. 'Ομως άκουσε-δεν ειν' αυτό το τέλος.
Το τελευταίο στη μάχη σου δεν το 'ριξες το βέλος.
Ακόμη δεν εκόπηκε του βίου σου το νήμα.
Όλα για πάντα χάνονται όταν θα μπεις στο μνήμα.
Μα είσ' ακόμα ζωντανός. Κι εγώ είμαι κοντά σου.
Και ζωντανά εγώ μπορώ να κάνω τα όνειρά σου.
Τη χάρη που μου έκανες για να σου ξεπληρώσω
την κόρη που ερωτεύτηκες εγώ θα σου τη δώσω.
ΕΛΒΥΤΕΡ
Άνθρωπε, που δεν ξέρω ποιο, ακόμα τ' όνομά σου,
συνέφερε. Τι έπαθες; Έλα στα συγκαλά σου.
ΜΩΗΑ
Είμαι καλά. Πολύ καλά. Και τι σου λέω ξέρω.
Να σε βοηθήσω εγώ μπορώ.
ΕΛΒΥΤΕΡ
Εμένα; Ένα γέρο;
ΜΩΗΑ
Ναι. Ειμ' εδώ για σένανε. Kαι σου το λέω πάλι
θα σε λυτρώσω απ' αυτήν που σε κρατεί τη ζάλη.
Ζωή μου έδωσες. Κανείς δε σκέφτονταν για μένα
σαν ό,τι ως τώρα έκανα να πήγε στα χαμένα.
Οι άνθρωποι με κυνηγούν-το 'δες-να μ' αφανίσουν.
Θέλουν από τον κόσμο τους αυτόν να μ' εξορίσουν.
Μ' έσωσες απ' τα νύχια τους χωρίς καν να διστάσεις
χωρίς ποιος είμαι κι από πού πρώτα να εξετάσεις.
Μέσα σ' αυτό σου το υγρό κι άφωτο καταφύγιο
μ' έκρυψες-με προστάτεψες-και βλέπω ακόμα ήλιο.
Α! δε θ' αφήσω απλήρωτη μια τέτoια ευεργεσία.
Με όση δύναμη κρατώ και μ' όποια κι αν θυσία
ό,τι πολύ επόθησες δικό σου θα το έχεις
και πια με λύπης δάκρυα το μάτι δε θα βρέχεις
αλλά με δάκρυα χαράς όταν θα δεις ν' αφήνει
μέσα στα χέρια σου τα δυο τα χέρια της εκείνη.
(επιτιμητικά)
Αγάπησες για πρώτηνε και τελευταία φορά σου
κι αφήνεις την αγάπη σου να στέκει μακριά σου;
Κακόμοιρε! Της το 'χεις πει;
ΕΛΒΥΤΕΡ
Πώς θα μπορούσα; Όχι.
ΜΩΗΑ
Ξέρω. Φοβάσαι μια άρνηση πως θα σου καταστρέψει
όσα τον κόπο μιας ζωής η ελπίδα έχει στέψει.
Φόβος! Φοβάσαι μη χαθεί ό,τι καλό έχεις φκιάσει.
Φοβάσαι μή το αιώνιο το σκότος τα σκεπάσει.
Φοβάσαι. Φόβος σε κρατεί μη την ευδαιμονία
μιας άρνησής της η τυφλή θα χάλαγε μανία.
ΕΛΒΥΤΕΡ
Ναι. Τ' όχι Της το βέβαιο στην τέτοια πρότασή μου
καλά το είπες, θα 'τανε για με η καταστροφή μου.
Και αν ακόμα στέκω ορθός είναι γιατί στο βάθος
του νου μου υπάρχει ελπίδα μια πως ίσως κάνω λάθος
και ότι ναι θα μου 'λεγε σε ό,τι Της ζητούσα.
(στρέφεται στον Μωηά. Ταραγμένος)
Πουθ' ήρθες; Και ποιος σ' έστειλε; Μου έφτανε και ζούσα
η σκέψη αυτή. Ποιος εισ' εσύ που ήρθες να μου δώσεις
το θάνατο-πριν σκοτωθώ εσύ να με σκοτώσεις;
Άσε με. Ακόμα είναι καιρός. Φύγε προτού μπορέσουν
με αλυσίδες άσπαστες όσα είπες να με δέσουν.
Φύγε προτού των ύστατων στιγμών μου το μαρτύριο
προίκα των λόγων σου αυτών να πάρει το μαστίγιο.
Φύγε. Ο λόγος δύναμη έχει πολύ μεγάλη
και να ξεράνει το δεντρί μπορεί που ακόμα θάλλει.
Φύγε πριν άλλο ένα χαμό με λόγια μου υφάνεις
Φύγε προτού τον θάνατο σαν τη ζωή τον κάνεις.
Ήτανε όλα όμορφα κι εσύ μου τ' ασχημαίνεις
Τι στέκεσαι και με θωρείς κι εδώ ακόμα μένεις;
(Ο Μωηά αακούει χωρίς ν' αντιδρά. Ο Ελβυτέρ συνεχίζει με χαμηλή τώρα φωνή)
Αλλ' αν δε μ' αγαπήσει Αυτή διπλά είμαι χαμένος.
Και μπρος και πίσω κόλαση. Έτσι κι αλλιώς χαμένος...
ΜΩΗΑ
Γι αυτό ειμ' εδώ. Εκλείστηκες μες σ' ένα δωματιάκι
και, γέρος άνθρωπος εσύ, σκέφτεσαι σαν παιδάκι.
ΕΛΒΥΤΕΡ
Και σαν παιδί θα σκέφτομαι όσω' χρονών και να 'μαι.
Παιδιά ειν' όσοι άνθρωποι άνθρωποι θέλουν να 'ναι.
(απελπισμένα)
Παιδί σε όλα μου εκτός μονάχα από το χρόνο.
ΜΩΗΑ
Και τ' ειν' ο χρόνος; Πώς μετρά; Πες μου ετούτο μόνο.
Μετράει, ναι, στην αγορά, στον τρύγο, στο λιοστάσι.
Μα στης αγάπης πώς μετρά ο χρόνος το γιορτάσι;
Άσχημο, νέο, γέρικο, δροσάτο ή ροζιασμένο
σ' έρωτα μένει το κορμί πάντα παραδομένο.
Μα 'ναι μικρός ο κόσμος μας και μέσα του η αγάπη
από μικρά σκεπάζεται και τιποτένια πάθη.
Όποιος αυτό θε να το δει, όποιος αυτό το νιώσει
κάθε στιγμή της ζήσης του σε κείνην θ' αφιερώσει.
Ο Έρως φίλε δεν ξοφλά ούτε σε χίλια χρόνια.
Το πιο δροσάτο άνθος του είναι που μένει αιώνια.
Όταν η φλόγα στην ψυχή μία φορά θ' ανάψει
όλης της γης τα γηρατειά μπορεί αυτή να κάψει.
Και μεσ' από τη στάχτη της ξαναγεννάει νιάτα-
όμορφα νιάτα, ροδαλά, στίλβοντα και φλογάτα.
Και στην ακράτηγην ορμή που αυτά εντός τους κλειούνε
όλων των νιάτων οι ορμές πλαντούν και ξεχειλούνε.
Γέροι και νέοι φρύγανα στου πόθου το καμίνι
που η φλόγα του μιας κι άναψε ποτέ της πια δε σβήνει.
Και ο Έρωτας ίδια και νιους και γέρους τους μετράει.
Το λέω εγώ' και μα τον ήλιο αυτόν που μας φωτάει
όπως το λέω ειν' εγώ. Και θα το εννοήσεις
στην αγκαλιά σου τη μικρή εκείνη όταν κλείσεις.
ΕΛΒΥΤΕΡ
Πώς το μπορείς; Ο Έρωτας μονάχα μ' ένα βέλος
στα βάσανά μου θα 'δινε αν ήθελε ένα τέλος
που στην καρδιά της Εριλή θα 'στελνε φλογισμένο
και μ' όλα της αγάπης μου τα δώρα στολισμένο.
Μόνο αν καίγονταν κι Αυτή σ' ίδια φωτιά με μένα-
μόνο αν Την έκοφταν κι Αυτήν μαχαίρια πυρωμένα
τότε θα μπόρειε να 'νιωθε και τον δικό μου πόνο
και τότε θα εμάθαινε πόσο για κείνην λιώνω.
Και συ, ένας αδύναμος, ένας κυνηγημένος,
πώς το μπορείς-της μοίρας συ πώς θ' άλλαζες το μένος;
ΜΩΗΑ
Φίλε μου, ψόφιο ένα σκυλί κανένας δεν κλωτσάει.
Αδύναμον κανένανε κανείς δεν κυνηγάει.
Όταν για να με ψάχνουνε τους κόπους δεν λυπούνται
θα πει μ' υπολογίζουνε-θα πει πως με φοβούνται.
Και τώρα δα μου έβαλες μια σκέψη στο μυαλό μου
που και σε σένανε καλό θα κάνει, και δικό μου.
Πρωτύτερα εμίλησες για φλόγες και για βέλη
κι είπες ο Έρωτας μπορεί, αρκεί και να το θέλει.
Λοιπόν και θέλει και μπορεί. Φλόγες λοιπόν θ' ανάψει
κι ό,τι εμπόδιο στέκεται στα σχέδια του, θα κάψει.
Και με μαχαίρι ένα αντίς για βέλος θα χτυπήσει,
που ανεξίτηλα κι αυτό σημάδια θε' ν' αφήσει.
Λοιπόν μαχαίρι και φωτιά! Βέλος κι ερωτοκάμα!
Αυτά είναι τα όπλα μου κι εμέ-φωτιά και λάμα.
Κι εδώ δε μου χρειάζεται να χτίσω κάτι νέο
που ατέλειωτο θα έμενε όσο κι αν ειν' ωραίο.
(πιάνει τον Ελβυτέρ από τους ώμους)
Γιατί εδώ να! το μισό! Εκείνο που θα φτιάξω
πάνω σε τούτο το μισό που 'χω θα το ταιριάξω.
Και να! Η ώρα έφτασε και πια δεν περιμένω.
Ποθώ ένα έργο μου κι εγώ να το 'δω τελειωμένο.
ΕΛΒΥΤΕΡ
Μα έλα φίλε, τι μπορείς εσύ να μου προσφέρεις;
Λες τέτοια πράγματα χωρίς ακόμα να την ξέρεις,
ΜΩΗΑ
Το μάθημα ειν' εύκολο αν συ μου το διαβάσεις.
Ποιο τ' όνομά της;
ΕΛΒΥΤΕΡ
Εριλή. Πού θες μ΄ αυτό να φτάσεις;
ΜΩΗΑ
Θέλω να μάθεις πως μπορώ σου 'πα να σε βοηθήσω.
Εμπόδιο τι σου στέκεται κι όλα τα πάει πίσω;
Η ομορφιά, τα πλούτη της, τα νιάτα της…
(στον εαυτό του περισσότερο)
…μα όμως
τα δύο πρώτα αν λείψουνε, μετά ανοιχτός ο δρόμος…
ΕΛΒΥΤΕΡ
Τι μουρμουρίζεις; Τι μου λες; Τι συ μπορείς να κάνεις;
ΜΩΗΑ
Αυτή σε σένανε ναρθεί κι εσύ να μην πεθάνεις.
ΕΛΒΥΤΕΡ
Παραλογίζεσαι. Και πώς;
ΜΩΗΑ
Πλούσια τη λες. Τι έχει;
ΕΛΒΥΤΕΡ
Χρυσάφι του πατέρα της το εργοστάσιο τρέχει.
ΜΩΗΑ
Τι εργοστάσιο;
ΕΛΒΥΤΕΡ
Πλαστικά.
ΜΩΗΑ
Τη νύχτα το φυλάνε;
ΕΛΒΥΤΕΡ
Τα λογικά σου φίλε μου κράτα τα-πού πετάνε;
ΜΩΗΑ
Αν το εργοστάσιο θα καεί τι άλλο απομένει;
ΕΛΒΥΤΕΡ
Τίποτα. Όλη η τύχη τους με κείνο είναι δεμένη.
ΜΩΗΑ
Το εργοστάσιο θα καεί!
ΕΛΒΥΤΕΡ
Μα τι-μιλάς αλήθεια;
ΜΩΗΑ
Φαίνομαι ν' αστειεύομαι; Πως λέω παραμύθια;
ΕΛΒΥΤΕΡ
Έτσι ο νους σου το κακό πάντοτε συλλογιέται;
ΜΩΗΑ
Κακό; Κακό; Είπες κακό; Τι θες να πεις με δαύτο;
Τ' είναι καλό; Τ΄ είναι κακό; Πες μου και με να μάθω.
Είναι καλό συ να χαθείς; Καλό είναι να πεθάνεις;
Είναι καλό να σ' εμποδάει ο πόθος ν' ανασάνεις;
Είναι καλό να καίγεσαι στη φλόγα του κορμιού της
κι είναι κακό ν' αφανιστεί το χτήμα του γονιού της;
Τ' είναι καλό; Τ' είναι κακό; Πες μου κι εμένα. Μίλα!
ΕΛΒΥΤΕΡ
Στη δυστυχία όλους τους η πράξη αυτή θα εκύλα.
ΜΩΗΑ
Και τη δική σου δυστυχιά δε τηνε συλλογάσαι;
Εκείνην που σε πέταξε μέσα σ΄αυτή λυπάσαι;
Αυτή 'ν' η πάλη. Πάλεψε για ό,τι θες δικό σου.
Αυτή 'ν' η πάλη. Πάλεψε να σώσεις τον εαυτό σου...
Από τον πόνο ήρθε κανείς εσέ να σε λυτρώσει;
ΕΛΒΥΤΕΡ
Κανείς δεν ξέρει πως πονώ.
ΜΩΗΑ
Γιατί όλοι έχουν δώσει
την προσοχή του ο καθείς στον εδικό του πόνο.
ΕΛΒΥΤΕΡ
Τότε ολ' οι άνθρωποι μου φταιν κι όχι Εκείνη μόνο;
ΜΩΗΑ
Αν μα μεγάλη έβρισκα λάμα, της ανθρωπότης
πέρα για πέρα θα 'κοβα τον άπονο λαιμό της.
ΕΛΒΥΤΕΡ
Μα τίποτε η Εριλή δεν ξέρει-έτσι δε φταίει.
ΜΩΗΑ
Ποτέ αγάπη αντρική γυναίκας δεν ξεφεύγει.
Το ξέρει, να 'σαι βέβαιος. Κι αυτή 'ναι η ηδονή της-
τα βάσανα που σε κερνά ειν' η απόλαψή της.
ΕΛΒΥΤΕΡ
Αν δυστυχής θα 'ναι αυτή, κι εγώ δυστυχισμένος.
ΜΩΗΑ
Λάθος. Στη δυστυχία της συ θασ' ευτυχισμένος.
ΕΛΒΥΤΕΡ
Μωρός δεν είσαι, αλλά λες πράγματα που δε στέκουν.
ΜΩΗΑ
Εσύ δε θέλεις να τα δεις. Αυτά ωραία μπλέκουν.
Συ τώρα είσαι δυστυχής γιατί ευτυχεί εκείνη.
Γιατί δε θες αντίθετα η πλάστιγγα να κλίνει;
Η δυστυχία του ενός η ευτυχία του άλλου.
Μάθε. Σε κάθενός δεσμού, μικρού είτε μεγάλου
αυτή 'ν' η σχέση. Του ενός η πλέρια δυστυχία
είναι που κάνει του αλλουνού την όποιαν ευτυχία.
Δούλοι κι ελεύθεροι παντού. Σκλάβοι και αφεντάδες.
Τους βλέπεις κι έναν ένανε γύρω σου και σ' ομάδες.
Έθνη, λαοί, οικογένειες, άτομα, με μανία
ο ένας τ' άλλου τη σκλαβιά ζητάνε-τη δουλεία.
Και μεγαλύτερη σκλαβιά 'π' τον έρωτα ποια είναι;
Άκου το φίλε μου κι εσύ. Και να μη φύγεις. Μείνε.
Κι απόλαψε ό,τι πάντοτε ποθούσες. Άκουσέ με.
Αν είναι τέτοια η ζωή εμείς σ' αυτό τι φταίμε;
Θυμίσου: πώς την έφερνες πάντα στα όνειρά σου;
Σκλάβα σου δεν την ήθελες να στέκεται κοντά σου;
Πάντοτε δεν την ήθελες ότι ήθελες να θέλει;
Το πιο γλυκό δε βρίσκεται σ' αυτό απ' όλα μέλι;
Μα δεν μπορούσες ολ' αυτά να κάνεις. Συλλογίσου:
η δύναμη σου έλειπε: είμαι η δύναμή σου.
ΕΛΒΥΤΕΡ
Η αγάπη μου για κείνηνε όλα τα συχωρνάει.
Πρέπει να σκέφτεται σωστά κανείς καθώς γερνάει.
Ο φωτεινός ο κόσμος μου που 'χω με πόνο χτίσει
χωρίς της, με το θάνατο, συντρίμμια θα γκρεμίσει.
Χωρίς της όλα χάνουνε το νόημα το βαθύ τους.
Οι νύχτες χάνουν τ' άστρα τους, οι μέρες την αυγή τους...
Ό,τι ο νους μου έπλασε για πάντα θα χανόνταν
το στόμα μου αν τ' ολόγλυκο φιλί Της δεν γευόνταν
Μ' αληθινή πρέπει χαρά τα όντα να ποτίσω
που έπλασα-με ξεγνιασιά χρωστώ να τα προικίσω.
Ύμνους ν' ακούν δοξστικούς κι όχι κατάρες πρέπει
τ' αυτιά που έδωσα ν' ακούν' το μάτι φως να βλέπει.
Καμιά θυσία αληθινά μεγάλη δε μετράει
όταν το δώρο της ζωής μες στ' όνειρο περνάει.
(στον Μωηά)
Νομίζεις αποτέλεσμα η πράξη αυτή θα φέρει;
ΜΩΗΑ
Ναι, αν και τ' άλλο σίγουρα το βάλουμε στο χέρι,
ΕΛΒΥΤΕΡ
Ποιο άλλο;
ΜΩΗΑ
Πλούσια ήτανε. Τώρα φτωχή θα μείνει.
Μ' αν ειν' και πάλι όμορφη, δική σου δε θα γίνει.
Η ομορφιά είναι δόλωμα που λάμπει και θαμπώνει
και ακριβά για χάρη της ο πλούσιος πληρώνει.
Πρέπει να γίνει κι άσχημη αν είναι για να πέσει
στην αγκαλιά σου-σ' άλλονε πρέπει να μην αρέσει.
ΕΛΒΥΤΕΡ
Πώς θα το κάνεις;
ΜΩΗΑ
(βγάζει ένα μαχαίρι από τη ζώνη του)
Έχω εδώ κρυμμένο το μαχαίρι
που φονικό το κράτησε πριν λίγο μου το χέρι.
Τώρα μπορώ να σου το πω-το χέρι το δικό μου
νεκρόν εκείνον ξάπλωσε στο πλάτωμα του δρόμου,
που 'θελε το κορίτσι μου να πάρει από μένα.
Σωστά με ψάχουν για φονιά. Το 'χα μελετημένα.
Ποτέ από μένανε κανείς γυναίκα δε θα πάρει.
Στον εαυτό μου μόνο εγώ θα δώσω αυτή τη χάρη.
Νόμισε θα τον άφηνα για να μου την αρπάξει…
(με ικανοποίηση)
Τώρα δεν έχει άλληνε φωλιά για να πετάξει.
Πρέπει κανείς ν' αγωνιστεί για ό,τι του ανήκει;
αγώνας, αίμα, θάνατος-άγώνας, αίμα, νίκη.
ΕΛΒΥΤΕΡ
Το πρόσωπο;
ΜΩΗΑ
Το πρόσωπο! Θ΄ αστράψ' η κρύα λάμα
και της αγάπης θα γενεί το μέγα κι άξιο θάμα.
ΕΛΒΥΤΕΡ
(κάνει δυο βήματα σκεπτικός.
Ύστερα σταθερά και με πάθος)
Μη λυπηθείς. Μ' αλάθευτο σημάδεψε σημάδι.
Κάνε τ' ωραίο Της πρόσωπο φριχτό ένα ρημάδι.
Ό,τι πιο ωραίο έπλασε στο διάβα της η φύση
απ' ομορφιά το χέρι σου γυμνό ας το αφήσει.
Κάντη φριχτή, αποκρουστική, κανείς να μη τη θέλει
Κρύψε τον ήλιο το λαμπρό με μαύρη μια νεφέλη.
Από μαγεία ερήμωστη. Γύμνωστην από κάλλη
κάθε γυναίκα, όμορφη να 'ναι κοντά της άλλη.
Έτσι διωγμένη από παντού δική μου μόνο θα 'ναι…
μπρος στη μεγάλη αγάπη μου κρίματα δε μετράνε…
Πότε θα γίνουν ολ' αυτά;
ΜΩΗΑ
Με πρώτη ευκαιρία.
Δώσε μου διεύθυνση, όνομα, του καθενός στοιχεία
κι όλα σε μένανε άφηστα.
ΕΛΒΥΤΕΡ
Γρήγορα να τα κάνεις.
ΜΩΗΑ
Αφού εγώ τ' ανάλαβα, έγνοια εσύ μη βάνεις.
(τα φώτα σβήνουν ώσπου να γίνουν
οι παρακάτω αλλαγές; στην καρέκλα
κοντά στο τραπέζι είναι καθισμένο
ένα ομοίωμα του Ελβυτέρ με τα χέρια
σηκωμένα σαν σε στάση ικεσίας ή
απόγνωσης. Ο Μωηά φοράει άλλα
ρούχα. Μισοσκόταδο)
ΜΩΗΑ
Εχτές τη νύχτα έγινε. Τάχα πελάτης μπήκα
κι όταν οι άλλοι φύγανε μαζί κι εγώ δε βγήκα.
Έμεινα αφέντης μέσα κει μόνος να τριγυρίζω.
Πετρέλαιο κουβάλησα, τριγύρω το σκορπίζω
και κάθε πότισα γωνιά. Βάζω φωτιά κατόπι
και άφησα όταν έφυγα πίσω μου φωτοκόπι.
Πέρασα σήμερα πρωί. Νερά ρίχναν ακόμη.
Στάχτες γεμάτοι και καπνούς οι γύρω ήταν οι δρόμοι.
Άκουσα πως ο γέρος της το σπίτι θα πουλήσει
ώστε την οικογένεια του με κείνο να τη ζήσει.
Μα ό,τι κι αν κάνει, σίγουρο ένα είναι πως θα γίνει:
πως όλη η οικογένεια στους δρόμους θ' απομείνει.
(σβήνουν τα φώτα και όταν ξαναγίνεται
μισοσκόταδο, στην ίδια με πριν καρέκλα
βρίσκεται το ίδιο ομοίωμα του Ελβυτέρ
με τις παλάμες στα γόνατα και το
κορμί σκυμμένο όπως σε απελπισία. Ο Μωηά
φοράει τα ίδια με πριν ρούχα, τώρα ματωμένα)
ΜΩΗΑ
Για μένα χτες η μέρα μου ήταν η πιο καλή μου.
Άδικα ό,τι έμαθα δεν πήγε στη ζωή μου.
Με μαεστρία, ταχύτητα κι άτρεμο ένα χέρι
την ομορφιά εχάλασα με τούτο το μαχαίρι
και στο χρυσό το θρόνο της με όλη της τη γύμνια
φριχτή και αποτρόπαια έβαλα την ασχήμια.
Ήτανε νύχτα. Μόνη της στο σπίτι εγυρνούσε.
Μον' η σελήνη και αυτή αχνά τηνε φωτούσε.
Μπροστά της επετάχτηκα, της έκοψα το δρόμο…
δεν πρόλαβε καλά καλά ούτε να νιώσει τρόμο.
Προτού να δει πώς, έξαφνα, εβρέθηκα κοντά της
κι η ακονισμένη λάμα μου έκανε τη δουλειά της.
Σαν αστραπές σε γαλανά ουράνια μέσα πλάτη
οι μαχαιριές μου εσκίσανε τη σάρκα τη δροσάτη.
Τα χέρια μου το ράντισαν οι στάλες απ' το αίμα
που από κάθε π' άνοιξα ξεπήδησε το ρέμα.
Όλα εγίναν γρήγορα που αυτή ένιωσε πόνο
όταν να τρέχω άρχισα εγώ μακριά της μόνο.
Κάθε καρδιά οι τρομερές σκουξιές της θα ξεσκίζαν.
Αλλά σε με που ήξερα, μόνο χαρά χαρίζαν.
Τώρα φτωχή και άσχημη εκείνον περιμένει
που ξέρει κάθε ασχημιά και φτώχεια να ομορφαίνει.
(τα φώτα σβήνουν και όταν ξανανάβουν
δείχνουν το δωμάτιο της Εριλή που
φωτίζεται λίγο από τα φώτα του δρόμου
μόνο. Εικόνα εγκατάλειψης. Η Εριλή μόνη,
μ' ένα βέλο να κρύβει το πρόσωπό της,
κάθεται στην καρέκλα σκυφτή, με τα
χέρια της ανάμεσα στα γόνατά της. Χτύποι
στην πόρτα. Η Εριλή σηκώνεται, ταχτοποιεί
καλλίτερα το βέλο της και μισοκρύβεται
πίσω από το άνοιγμα της πόρτας που
οδηγεί στο υπόλοιπο σπίτι)
ΕΡΙΛΗ
Εμπρός.
(η πόρτα ανοίγει και εμφανίζετι ο Ελβυτέρ στο άνοιγμά της)
Εσύ;
(αποτραβιέται κι άλλο και ασυναίσθητα σκεπάζει το πρόσωπο με τα χέρια της. Καταλαβαίνει όμως ότι αυτό δεν είναι απαραίτητο και κατεβάζει τα χέρια)
ΕΛΒΥΤΕΡ
Εγώ.
(μικρή σιωπή)
Να μπώ;
ΕΡΙΛΗ
Μπες. Και την πόρτα κλείσε.
ΕΛΒΥΤΕΡ
(μπαίνει, κλείνει την πόρτα και στέκει ακόμα εκεί)
Γιατί έτσι μες στα σκοτεινά, κρυμμένη σαν να είσαι;
ΕΡΙΛΗ
Δεν ξέρεις τι έτρεξε;
ΕΛΒΥΤΕΡ
Όλα, ναι.
ΕΡΙΛΗ
Λοιπόν μου πρέπουν φώτα;
Νομίζεις ύστερ' απ' αυτό πως είμαι όπως πρώτα;
ΕΛΒΥΤΕΡ
Για μένα όπως ήσουνα είσαι και τώρα.
ΕΡΙΛΗ Θε μου!
Αυτό δεν επερίμενα να τ' άκουγα ποτέ μου!
ΕΛΒΥΤΕΡ
Να περιμένεις να τ' ακούς πολλές φορές ακόμα.
Γι αυτό μου δόθηκε η φωνή-γι αυτό κρατώ το στόμα.
ΕΡΙΛΗ
Το ξέρω πως σου άρεσα. Το 'βλεπα στη ματιά σου.
ΕΛΒΥΤΕΡ
Και τώρα αν δε μου άρεσες θα 'ρχόμουνα κοντά σου;
ΕΡΙΛΗ
Τώρα ο οίκτος σ' έφερε κοντά μου. Θες λιγάκι
συμπόνια στ' άσχημο, φτωχό να δείξεις κοριτσάκι
που όλους από δίπλα του η ασχήμια του τους διώχνει.
ΕΛΒΥΤΕΡ
Δεν ειν' ασχήμια ή ομορφιά ό,τι σε σε με σπρώχνει.
ΕΡΙΛΗ
Τι τότε; Μη τα πλούτη μου; Η μοίρα η κακή μου;
ΕΛΒΥΤΕΡ
Όποια κι αν είναι η μοίρα σου μοίρα είναι και δική μου.
ΕΡΙΛΗ
Ούτε ο χειρότερος της γης ταίρι του δε με θέλει.
ΕΛΒΥΤΕΡ
Τη γλύκα του δε χάνει αν μπει σ΄ όποιο δοχείο το μέλι.
ΕΡΙΛΗ
Πριν να χαθώ εχάθηκα. Πριν σβήσω έχω σβήσει.
ΕΛΒΥΤΕΡ
Τ' άστρο που κλείνεις μέσα σου δε θα γνωρίσει δύση.
ΕΡΙΛΗ
Μιας άβυσσος τ΄ απέλπιδο το σκότος με κυκλώνει.
ΕΛΒΥΤΕΡ
Ελπιδοφόρο φως προς σε το χέρι μου απλώνει.
ΕΡΙΛΗ
Τάχα σπρωγμένο από τι; Χάνομαι… σβήνω… πάω…
ΕΛΒΥΤΕΡ
Δε χάνεσαι… Δε σβήνεσαι... Δεν πήγες… Σ' αγαπάω.
(με αργά βήματα πηγαίνει κοντά της ,την παίρνει από το χέρι και την οδηγεί στον καναπέ. Εκείνη κάθεται. Κάθεται κι εκείνος δίπλα της)
ΕΡΙΛΗ
Λες μ' αγαπάς. Θα ήθελα πολύ να το πιστέψω.
Τον εαυτό μου αν το 'κανα όμως θα κοροϊδέψω.
Πες μου λοιπόν τι εννοείς μ' αυτή τη λέξη που είπες-
τ' ειν' η αγάπη; Ποιες χαρές τη φτιάχνουνε-ποιες λύπες;
ΕΛΒΥΤΕΡ
Δεν ξέρω. Μη μου το ρωτάς.
ΕΡΙΛΗ
Α! Τις κρυφές να κρούσω
χορδές ποιας λύρας έπρεπε αυτό για να τ' ακούσω;
(σηκώνεται και κάθεται στο πάτωμα αγκαλιάζοντας τα πόδια του Ελβυτέρ και ακουμπώντας το κεφάλι στα γόνατά του)
Α! Η αγάπη! Ποιος μπορεί τ' είναι να πει-ποιος ξέρει..
κι ας λιώνει, και ας πνίγεται απ' το βαρύ της χέρι…
και θάρρος πόσο χρειάζεται σε κάποιον να τολμήσει
κάτι που σκέπουν του άγνωστου τα σκότη: ν' αγαπήσει…
Ζωή! Ζωή! Σ' ευχαριστώ!
ΕΛΒΥΤΕΡ
Γιατί άλλαξες θέση;
ΕΡΙΛΗ
Δεν ξέρω… είναι πι όμορφα-καλλίτερα μ' αρέσει…
Θα 'θελα εδώ να έμενα ώσπου να ξεψυχήσω.
ΕΛΒΥΤΕΡ
Βγάλε το βέλο...
(στρέφει το πρόσωπό της προς αυτόν αυτόν και βγάζει το βέλο)
..άναψ' το φως… θέλω να σε φιλήσω.
(η Εριλή ανάβει το φως δείχνοντας
έτσι ένα παραμορφωμένο πρόσωπο. Πηγαίνει
στον Ελβυτέρ και φιλιούνται)
ΑΥΛΑΙΑ
Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026
ΣΜΥΡΝΗ
ή
ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΑΣ
-Γλυκέ, μαυρόντυτε, πικρέ πατέρα-
δεντρί με κούρβουλο κάθε κλωνί σου,
ακόμα ποιο ακριβό θρηνείς παιδί σου;
-Τη Σμύρνη-την τρανή μου θυγατέρα!
-Πατέρα φτάνει. Σκούπισε το δάκρυ.
Θεός τα παίρνει όλα και τα δίνει.
Κι αν ίσως έχασες της γης μιαν άκρη,
μα της ζωής δε στέρεψεν η κρήνη.
-Δεν ήταν γης μα ολάργυρο φεγγάρι.
Χρυσάμαξα που αγγέλοι τηνε σύραν.
Κι ήταν διαμάντι και μαργαριτάρι.
Και δεν την πηρ’ ο Θεός: Τουρκοί την πήραν!
-----
Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026
«Ο ΠΡΩΗΝ ΜΟΥ»
(μονόπρακτο)
ΠΡΟΣΩΠΑ:
ΑΝΕΣΤΗΣ
ΘΑΝΑΣΗΣ (φίλος του)
ΜΑΡΙΝΑ (κοριτσάκι εννέα χρονών)
ΑΝΘΗ (σύντροφος του Θανάση)
ΒΙΒΗ (σύζυγος του Ανέστη)
ΦΩΝΕΣ γυναικών και αντρών
ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
Το σπίτι του Ανέστη.
Δωμάτιο με πόρτα που οδηγεί στο χολ και άλλη που οδηγεί στο υπόλοιπο σπίτι.
Ο Ανέστης τρώει στο τραπέζι. Χτύποι στην πόρτα.
Σηκώνεται και ανοίγει. Μπαίνει ο Θανάσης.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Καλώς τον. Έλα να φάμε. Κολατσίζω.
ΘΑΝΑΣΗΣ
Έχω φάει. Καλή σου όρεξη.
(κάθεται σε μια καρέκλα)
ΑΝΕΣΤΗΣ
Σχεδόν τελείωσα κι εγώ. Τι να φάω… Φαί κι αυτό… άμα τρως μόνος σου δεν έχεις και μεγάλη όρεξη…
(Βάζει την καρέκλα του απέναντι από του Θανάση)
ΘΑΝΑΣΗΣ
Δεν γύρισε ακόμα η Βιβή;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Μπα! Όταν πηγαίνει στη μητέρα της ξεχνιέται…
(Με ενδιαφέρον)
Τι έγινε;
ΘΑΝΑΣΗΣ
Τι να γίνει…
ΑΝΕΣΤΗΣ
Της μίλησες;
ΘΑΝΑΣΗΣ
Ναι.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Λοιπόν;
ΘΑΝΑΣΗΣ
Τα ίδια.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Δηλαδή;..
ΘΑΝΑΣΗΣ
Τι δηλαδή; Τίποτα. Δεν είναι ευχαριστημένη από τη ζωή της λέει.
(Σιωπή)
ΑΝΕΣΤΗΣ
Τη ρώτησες γιατί; Τι είπε;
ΘΑΝΑΣΗΣ
Δε με θέλει άλλο λέει. Δεν έχω λεφτά λέει, δεν της αγοράζω μηχανάκι που θέλει λέει, τελειώσαμε λέει.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Και έτσι πετάει ενός χρόνου σχέση-«τελειώσαμε»;
ΘΑΝΑΣΗΣ
Δεν μου το είπε, αλλά έμαθα ότι γνώρισε κάποιον άλλον, που έχει ένα μαγαζί που πουλάει ρούχα.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Ώστε ζήτημα χρημάτων;…
ΘΑΝΑΣΗΣ
Δεν ξέρω ρε Ανέστη. Δεν ξέρω τι να πω. Έχει και μια καινούργια φιλενάδα που ήρθε εδώ κι ένα μήνα στην πολυκατοικία. Μήπως κι αυτή της βάζει ιδέες… Της είπα μήπως θέλει να ζήσει κοντά στη μητέρα της να μετακομίσουμε, ούτε αυτό δεν της άρεσε. Τη μια μου λέει ότι δεν την ενδιαφέρει το χρήμα, την άλλη ότι θέλει να ζήσει τη ζωή της. Και μαζί μου δεν ζεις; της λέω. Δεν πηγαίνουμε σε ταβερνάκια; Δεν σε έχω πάει στην Θεσσαλονίκη; Δεν σου αγοράζω όποιο άρωμα μου ζητάς; Τι άλλο θέλεις, πες το μου και θα το κάνω. Θα δουλέψω διπλή βάρδια και θα το κάνω-ότι και να μου ζητήσεις.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Και τι λέει;
ΘΑΝΑΣΗΣ
Ώσπου να γίνουν όλα αυτά η ζωή της θα έχει φύγει, τέτοια. Άλλα λέγαμε όμως ρε Ανέστη τότε, όταν γνωριστήκαμε. Η αγάπη μας ήτανε μεγάλη και σταθερή για δέκα ολόκληρους μήνες.
Ξέρεις πόσο ταιριαστοί ήμασταν. Μαζί σας βρεθήκαμε πολλές φορές και έβλεπες και συ ότι όλα ήτανε καλά ανάμεσά μας. Και όταν βγαίναμε οι τέσσεροί μας, έδειξε ποτέ να μην της αρέσει κάτι;
Σου λέω Ανέστη, δεν χωρίζαμε παρά μόνον όταν πήγαινα στη δουλειά.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Θυμάμαι πόσο αλήθεια ήσασταν ταιριαστοί. Όταν της αγόρασες εκείνο το δαχτυλίδι ήταν πραγματικά ευτυχισμένη…
ΘΑΝΑΣΗΣ
Και την αγαπώ ρε Ανέστη. Όταν κάναμε όρκους αγάπης εγώ τους εννοούσα ρε Ανέστη. Αυτή ήταν και είναι η ζωή μου και η ευτυχία μου. Κι ήταν κι αυτή ευτυχισμένη. Το έδειχνε με όλους τους τρόπους. Και τώρα…
ΑΝΕΣΤΗΣ
Κι εγώ έβλεπα ότι κι αυτή σε αγαπάει. Το έδειχνε ακόμα και όταν ήμασταν οι τρεις μας-εγώ με την Βιβή κι εκείνη. Μα πες μου, είναι τόσο ρηχή που να πετάει μια τέτοιαν αγάπη για τι-για λίγα λεφτά πάρα πάνω όπως μου λες;
ΘΑΝΑΣΗΣ
Δεν ξέρω τι να πω κι εγώ ρε Ανέστη. Τι έχει μέσα στο μυαλό της πού να ξέρω…
ΑΝΕΣΤΗΣ
…Σου έχει κάνει λόγο για γάμο; Μήπως αυτό θέλει;
ΘΑΝΑΣΗΣ
Δεν έχει δείξει κάτι τέτοιο. Ούτε μου έχει πει κάτι σχετικά, που να δείχνει ότι το θέλει. Και όταν εγώ της μίλησα για γάμο μια φορά, δεν ενθουσιάστηκε. Αν θα το ήθελε, την άλλη Κυριακή θα πηγαίναμε στην εκκλησία … Μια τέτοια σχέση ποιος δεν θα ήθελε να κρατήσει μια ολόκληρη ζωή… Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτήν ρε Ανέστη… Στο λέω. Από τότε που την γνώρισα, μόνον κοντά της υπάρχω. Τις άλλες ώρες λες ότι δεν ζω…
ΑΝΕΣΤΗΣ
..Πού είναι τώρα; Στο σπίτι;
ΘΑΝΑΣΗΣ
Εκεί την άφησα. Δεν ξέρω τι να κάνω μαζί της. Κάποιες φορές μου έρχονται τρελές ιδέες στο μυαλό. Την αγαπώ ρε Ανέστη! Το καταλαβαίνεις;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Το ξέρω-δεν το ξέρω;
(Χτύποι στην πόρτα)
ΘΑΝΑΣΗΣ
(Ανοίγει. Πίσω της στέκει η Μαρίνα)
ΜΑΡΙΝΑ
Γεια σας.
(στον Ανέστη)
Πάω στην αγορά κύριε Ανέστη-θέλετε τίποτα από κει;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Όχι κοριτσάκι μου, σήμερα έχω απ’ όλα, ευχαριστώ.
ΜΑΡΙΝΑ
(κοιτάζοντας προς τον Θανάση)
Για τον κύριο Θανάση δε ρωτάω, η κυρία Ανθή δεν λείπει… Γεια σας…
(φεύγει τρέχοντας)
ΑΝΕΣΤΗΣ
Τρελοκόριτσο αλλά πάντα εξυπηρετικό το Μαρινάκι.. Καλλίτερη κι από ορντινάντσα στο στρατό…
ΘΑΝΑΣΗΣ
(επαναφέροντας τον Ανέστη στην προηγούμενη συζήτησή τους)
Μίλησέ της κι εσύ ρε Ανέστη. Καλά έχω καταλάβει ότι έχει βάλει στο μάτι άλλον, ή κάτι άλλο είναι που θέλει να τα χαλάσουμε; Εσύ τα ξέρεις όλα τα δικά μας.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Θα της μιλήσω.
ΘΑΝΑΣΗΣ
Τώρα. Σήμερα. Πάρτην στο τηλέφωνο, στο σπίτι την άφησα. Πες της να έρθει, βρες μια πρόφαση, ότι θέλεις παρέα ξέρω γω, και ρε Ανέστη, να είμαι στο διπλανό δωμάτιο εγώ, να ακούσω τι θα σου πει;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Δεν είναι σωστό...
ΘΑΝΑΣΗΣ
Γιατί; Να ακούσω τι θα πει κι αν θα πει τα ίδια και σε σένα. Εδώ παίζεται η ζωή μου Ανέστη…
ΑΝΕΣΤΗΣ
Εξάλλου αν το καταλάβει θα χαλάσει τελείως η δουλειά και δεν θα εμπιστεύεται πια ούτε εμένα.
ΘΑΝΑΣΗΣ
Πού θα το καταλάβει; Αν καταλάβω πως υποψιάστηκε τίποτα, θα βγω γρήγορα από την πίσω πόρτα και ούτε γάτα ούτε ζημιά.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Καλά. Κάτσε να την πάρω.
(σχηματίζει έναν αριθμό στο τηλέφωνο)
Γεια σου Ανθή. Τι κάνεις;
ΑΝΘΗ
(φωνή της στο τηλέφωνο)
Γεια σου Ανέστη. Καλά είμαι, εσύ;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Τα ίδια όπως τα ξέρεις.
ΑΝΘΗ
Η Βιβή εκεί είναι;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Όχι, έχει πάει στη μάνα της και όταν πηγαίνει εκεί ξεχνάει να γυρίσει.
(βλέποντας συνωμοτικά τον Θανάση)
Ο Θανάσης εκεί είναι;
ΑΝΘΗ
Όχι. Βγήκε.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Δεν έρχεσαι από δω να πιούμε ένα καφεδάκι; Έχω μοναξιές. Ή έχεις να κάνεις κάτι;
ΑΝΘΗ
Να κατεβάσω το φαϊ από τη φωτιά και θα πεταχτώ. Έχω κάτι δουλίτσες σήμερα αλλά θα τις αφήσω για αργότερα ή για αύριο. Έρχομαι.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Άσε ένα σημείωμα στον Θανάση πού είσαι, ώστε αν το δει να έρθει εδώ κι αυτός.
ΑΝΘΗ.
Εντάξει.
(Ο Ανέστης αφήνει το ακουστικό. Στον Θανάση)
Έρχεται λέει.
ΘΑΝΑΣΗΣ
Ωραία. Κι εγώ θα είμαι δίπλα. Να μάθω ρε Ανέστη, τι κεντρί την τσίμπησε....
ΑΝΕΣΤΗΣ
Μήπως όλα αυτά είναι της φαντασίας σου Θανάση; Μάλλον θα έλεγα, μήπως υπερβάλλεις κάπως; Στο κάτω κάτω είσαστε μαζί ένα χρόνο τώρα, αλλάζουν οι άνθρωποι με τον καιρό… Βέβαια κι εγώ έχω δει μιαν αλλαγή στη μεταξύ σας συμπεριφορά τελευταία…
ΘΑΝΑΣΗΣ
Τι φαντασίες Ανέστη…Ο καθένας θα έβλεπε τη διαφορά στα λόγια της και περισσότερο στην συμπεριφορά της.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Καμιά φορά, οι άνθρωποι είναι φυσιολογικό να αλλάζουν κάπως τρόπους αντίδρασης στις ίδιες καταστάσεις που αντιμετωπίζουν,..
ΘΑΝΑΣΗΣ
Δεν φτάνουν όμως στο σημείο να παύουν να ενδιαφέρονται για τον σύντροφό τους, να του συμπεριφέρονται άπρεπα, να κάνουν σαν να έχουν φορέσει μια μάσκα πάνω από το μέχρι τώρα πρόσωπό τους… Μακάρι να κάνω λάθος φίλε μου. Μακάρι. Θα το ήθελα πολύ αυτό…
(Χτύποι στην πόρτα)
ΑΝΕΣΤΗΣ
Αυτή θα είναι…
(Ο Θανάσης βγαίνει στο διπλανό δωμάτιο. Ο Ανέστης ανοίγει την εξώπορτα και μπαίνει η Ανθή.)
ΑΝΘΗ
Γεια σου Ανέστη.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Καλώς τηνε. .
(αστειευόμενος)
Το κατέβασες το φαγητό-εντάξει;
ΑΝΘΗ
Ναι, όλα καλά. Η Βιβή πάλι στη μαμά της;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Πάλι και πάλι… Κάθισε Ανθούλα.
(Η Ανθή και ο Ανέστης κάθονται)
…Την χάνω κάθε τόσο. Ας πηγαίνει. Μόνον να μην αργεί να γυρίσει. Γιατί καμιά φορά έρχεται αργά το βράδυ.
ΑΝΘΗ
Η Βιβή έχει τη μαμά της κοντά της. Καλό είναι αυτό, σπάζει λίγο την καθημερινή ρουτίνα.
ΑΝΕΣΤΗΣ
(Δήθεν θιγμένος)
Ώστε ρουτίνα είναι η συντροφιά μου για την γυναίκα μου;..
ΑΝΘΗ
Έλα τώρα! Δεν ήθελα να πω αυτό. Κι εγώ αν είχα κοντά μου τη μητέρα μου θα πήγαινα κάθε μέρα να την βλέπω…Όλο τα ίδια και τα ίδια κάθε μέρα, χρειάζεται κανείς και μια αλλαγή. Και ο Θανάσης καλός είναι, όμως ρουτίνα θα έλεγα και την δική μας παρέα με ίδια τη μια μέρα με την άλλη.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Τώρα που το λες, τελευταία βλέπω ότι έχετε μια τάση να μαλώνετε για ασήμαντα πράγματα. Όπως ας πούμε προχτές που εσύ ήθελες να φύγετε από την ταβέρνα ενώ ο Θανάσης ήθελε να μείνετε λίγο ακόμη.
ΑΝΘΗ
Αυτό ήταν άλλο. Δεν ήταν για το αν θα μέναμε λίγο πάρα πάνω ή όχι, αλλά τίνος η γνώμη θα γινόταν. Γιατί δηλαδή έπρεπε εγώ να συμφωνήσω με τη γνώμη του Θανάση και όχι αυτός με την δική μου;…
Μήπως επειδή αυτός δουλεύει; Κι εγώ μπορώ να δουλέψω. Και τις προάλλες δεν με άφησε να πάω στο Τυπογραφείο που είχα βρει θέση.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Από ό,τι ξέρω δεν έχει αντίρρηση ο Θανάσης να δουλέψεις. Όμως για το Τυπογραφείο, έτυχε να ξέρει ότι το αφεντικό εκεί ρίχνεται σε κάθε θηλυκό που εργάζεται στην εταιρεία του. Γι αυτό είχε αντιρρήσεις.
ΑΝΘΗ
Όμως η δουλειά είναι και μια διέξοδος από τη ρουτίνα του σπιτιού. Στο κάτω κάτω ούτε παντρεμένοι είμαστε, ώστε να μην μου επιτρέπει να έχω κι εγώ τις δικές μου φιλίες. Και αν φοβάται ότι θέλω να γνωρίσω κάποιον άλλον άντρα, γιατί όχι; Την αποκλειστικότητα σ’ αυτό την έχουν οι άντρες; Ούτε παντρεμένοι είμαστε. Δεν λέω, καλά περνάμε, όμως η ζωή έχει τις δικές της ανάγκες και επιταγές; Η ζωή Ανέστη προχωρεί. Δεν είναι όπως στα χωριά μας παλιότερα, που τα ζευγάρια ζούσαν μια ζωή υποχρεωτικά κολλημένοι ο ένας στον άλλο. Η ζωή φεύγει Ανέστη!
ΑΝΕΣΤΗΣ
Οι γυναίκες έχουν πολλά χρόνια που αγωνίζονται για να πετύχουν την ισότητά τους με τους άντρες. Δεν είναι αυτό τωρινή κατάσταση. Όμως πάντοτε βρίσκεται ένα κοινό σημείο αποδεκτό και από τους δύο-άντρα και γυναίκα- ώστε να προκύπτει μία ανεκτή συμβίωση μεταξύ τους.
ΑΝΘΗ
Δεν είμαι ειδική στο φεμινιστικό κίνημα, όμως ξέρω ότι σήμερα η γυναίκα έχει τα ίδια δικαιώματα με τον άντρα. Ούτε είμαστε ρομπότ να κάνουμε τα ίδια και τα ίδια για μια ολόκληρη ζωή, Και βέβαια ούτε με το ίδιο πρόσωπο. Το θέμα δηλαδή αφήνεται στον καθένα να αποφασίζει.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Και την αγάπη Ανθή πού την βάζεις;
ΑΝΘΗ
Αγάπη όσο υπάρχει-ναι. Διάβασα κάπου ότι μόνο οι άστατοι γνωρίζουν τις χαρές της αγάπης. Οι σταθεροί γεύονται την τραγωδία της. Αυτό λέει ακριβώς εκείνο που υποστηρίζω κι εγώ. Κι εγώ θέλω να γευτώ τη χαρά της αγάπης. Ο κόσμος μας μεγάλωσε . Χωράει όλα τα ωραία νέα μέσα του. Χτες ήμουν με μια φίλη. Δυο βδομάδες είναι που την γνώρισα-δεν την ξέρεις. Και μιλάει συχνά για τον πρώην της. Πρώην! Μια μικρή παράξενη λεξούλα. Πρώην! Ωραίο δεν ακούγεται; «Ο πρώην μου»! Ωραίο δεν ηχεί; Πρώην! Που σημαίνει το όχι τώρα. Και που υπονοεί ότι υπάρχει κάτι καινούργιο- το νυν. Μέσα στις δύο αυτές λεξούλες πρώην και νυν κρύβεται όλη η ευτυχία που μπορεί να νιώσει μια γυναίκα. Όταν ο νυν γίνεται πρώην-τι απόλαυση! Κάτι νέο! Κάτι άγνωρο, που ποιος ξέρει τι καινούργιο κουβαλάει μέσα του… Πρώην… Πόσα δεν κρύβουν αλλά και πόσα δεν υπόσχονται αυτά τα πέντε γραμματάκια…
ΑΝΕΣΤΗΣ
Μα εσείς-εσύ και ο Θανάσης, από ό,τι ξέρω είστε πολύ αγαπημένοι-τουλάχιστον έτσι δείχνετε σε όποιον σας γνωρίζει.
ΑΝΘΗ
Είμαστε αγαπημένοι, ναι. Όχι όμως δούλοι και υποτακτικοί ο ένας στον άλλο. Βρισκόμαστε στον εικοστό πρώτο αιώνα Ανέστη! Εξερευνούμε το σύμπαν και δεν επιτρέπεται να εξερευνήσουμε τα τριγύρω μας; Ξέρω, η Βιβή δεν έχει τέτοιες ιδέες. Ταιριάξατε. Είστε μαζί τέσσερα χρόνια και δεν αποκλείεται να ζήσετε μαζί και άλλα πενήντα ακόμα. Μα εμένα άλλα με καλούν. Αγαπώ τον Θανάση. Μα όχι όσο για να θυσιάσω την ευτυχία μου και όλη τη ζωή μου γι αυτόν. Και δεν σου το κρύβω, τον τελευταίο καιρό γνώρισα κάποιον… μια γνωριμία μόνον βέβαια…
ΑΝΕΣΤΗΣ
Προοδευμένες ιδέες πράγματι. Αν όμως Ανθή ο άλλος ή η άλλη του ζευγαριού έχει άλλην άποψη για την αγάπη και για τη ζωή-αν η λέξη «πρώην» κάποιους τους πληγώνει βαθιά;
ΑΝΘΗ
Ας λύσουν το πρόβλημά τους. Έχουν την ελευθερία να ψάξουν καθένας για κάτι καινούργιο.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Είναι σκληρό για μερικούς να γίνονται πρώην ξέρεις.
ΑΝΘΗ
Τότε τι; Να υπομένει λοιπόν ο άλλος ….
(χτυπάει το κουδούνι της εξώπορτας)
ΑΝΕΣΤΗΣ
Ποιος να είναι; Συγνώμη…
(σηκώνεται και βγαίνει στο χολ. Ακούγεται το άνοιγμα της πόρτας και αμέσως ύστερα η έκπληκτη φωνή του Ανέστη)
Εσύ αγάπη μου; Πώς έτσι νωρίς;
ΒΙΒΗ
(η φωνή της)
Εγώ! Θα σου τα πω… Εσύ όλα καλά;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Καλά. Έλα. Είναι μέσα και η Ανθή.
(Μπαίνουν ο Ανέστης και η Βιβή)
ΒΙΒΗ
(Χαρούμενα έκπληκτη)
Ανθούλα!
ΑΝΘΗ
(σηκώνεται)
Βιβή μου!..
(αγκαλιές και φιλιά. Από το μέσα δωμάτιο ακούγεται δυνατά το κλείσιμο πόρτας)
ΒΙΒΗ
(τρομαγμένη, κοιτάζοντας τον Ανέστη)
Τι έγινε;..
(Ο Ανέστης βγαίνει στο πίσω δωμάτιο και αμέσως ξαναγυρίζει)
ΑΝΕΣΤΗΣ
Ο αέρας ήτανε…
ΒΙΒΗ
Και σου το είπα τόσες φορές-θέλει φτιάξιμο ο σύρτης…
ΑΝΕΣΤΗΣ
Έχεις δίκιο αγάπη μου. Αύριο το πρωί κιόλας θα τον φτιάξω. Μα πες μου, γιατί γύρισες τόσο γρήγορα;
ΒΙΒΗ
Θα σου τα πω, τα γνωστά της μάνας μου… όχι τώρα όμως…
(Στην Ανθή που έχει μείνει όρθια)
Πώς από δω Ανθούλα μου; Κάθισε. Συμβαίνει τίποτα με τον Θανάση;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Εγώ της τηλεφώνησα να μου κάνει παρέα. Πού να ήξερα ότι θα ερχόσουν τόσο γρήγορα.
ΑΝΘΗ
Να μην καθίσω καλλίτερα Βιβή μου. Ήρθα γιατί ξέρω πως δεν μπορεί χωρίς παρέα ο άντρας σου ούτε για μισή ώρα. Καλά που ήρθες όμως για να φύγω.. Σήμερα πληρώνω τους λογαριασμούς του σπιτιού-να μην αλλάξω το πρόγραμμά μου αφού πια δεν υπάρχει λόγος. Θα τα πούμε εμείς οι δύο το απογευματάκι, όταν ο Ανέστης πάει στη δουλειά. Θα με πάρεις-ναι;
ΒΙΒΗ
Θέλει και ρώτημα;. Έχουμε τρεις μέρες να ιδωθούμε-έχουμε να πούμε πολλά. Τι να σου πω, αφού έχεις δουλειά…
ΑΝΘΗ
Δουλειές… Λοιπόν γεια σας! Γεια σου Βιβή μου. Γεια σου Ανέστη.
(βγαίνει)
ΑΝΕΣΤΗΣ
Για πες τι έγινε; Σε βαρέθηκε η μάνα σου ή βρήκε άλλη παρέα;
ΒΙΒΗ
Τίποτα απ’ αυτά. Μόνο ο φυσιοθεραπευτής της τής τηλεφώνησε ότι αντί το μεσημέρι θα τον εξυπηρετούσε αν πήγαινε το απόγευμα. Και για να μην του χαλάσει το χατίρι η μητέρα μου του είπε ναι. Γι αυτό την άφησα-να μην καθίσω εκεί όλο το μεσημέρι και εσύ είσαι μόνος σου. Θα πάω το απόγευμα πάλι μια βόλτα.
(απ’ έξω ακούγονται δύο πυροβολισμοί)
ΒΙΒΗ
(τρομαγμένη)
Θεέ μου! Τι ήταν αυτό;
ΑΝΕΣΤΗΣ
(ανήσυχος)
Δεν ξέρω… Έμοιαζε με πυροβολισμούς. Και ήτανε κοντά μας…
(απ’ έξω ακούγονται φωνές τρομαγμένες και βιαστικές)
ΦΩΝΗ ΑΝΤΡΑ ΑΠΕΞΩ
Τη σκότωσε! Πιάστε τον…
ΦΩΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΑΠΕΞΩ
Την αστυνομία! Την αστυνομία!
ΑΝΕΣΤΗΣ
(θορυβημένος)
Θα πάω να δω…
ΒΙΒΗ
Στάσου! Τι να δεις; Μην ανακατεύεσαι. Κάτσε να δω από το παράθυρο…
(ανοίγει το παράθυρο και βλέπει έξω. Δυνατά)
Μαρίνα! Πού τρέχεις; Τι έγινε;
ΜΑΡΙΝΑ
(η φωνή της)
Την σκότωσε…
ΒΙΒΗ
Ποιος; Τι…
ΜΑΡΙΝΑ
(η φωνή της)
Ένας άντρας λέει σκότωσε μία γυναίκα. Πάω να δω…
(τρέχει)
ΒΙΒΗ
(Κλείνει το παράθυρο)
Τα άκουσες; Ένας άντρας σκότωσε μία γυναίκα.
(κίνηση αγανάκτησης)
Πάλι!...
ΑΝΕΣΤΗΣ
Στάσου, επειδή το είπε η Μαρίνα, θα πει ότι είναι αλήθεια; Πώς το έμαθε κιόλας… Θα βγω έξω να δω…
(σηκώνεται)
ΒΙΒΗ
Μην μπλέκεσαι με αυτά Ανεστη. Κάποιος εκεί έξω κρατάει ένα όπλο στα χέρια του-κάτσε στ’ αυγά σου…
ΜΑΡΙΝΑ
(Η φωνή της απέξω)
Κυρία Βιβή! Κυρία Βιβή!
ΒΙΒΗ
(Πηγαίνει στο το παράθυρο και κοιτάζει έξω. Ερωτηματικά)
Ναιαιαι….
Την κυρία Ανθή σκοτώσανε!
ΑΝΕΣΤΗΣ
(αφήνεται να πέσει σε μια καρέκλα αποσβολωμένος)
Θεέ μου!
ΒΙΒΗ
Την Ανθή! Όχι! Δεν είναι δυνατό… Μα γιατί;… Ποιος;.. Θεέ μου…
(κλείνει το παράθυρο.)
Άλλη μια γυναικοκτονία!
(στον Ανέστη, απορημένη)
Μα τι σας έχει πιάσει τελευταία εσάς τους άντρες;..
ΑΥΛΑ
Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026
ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ
Πρόσωπα
Παπάς, Λαϊκός, Λέσλυ, Κρις
Τόπος
Λος Άντζελες. Σπίτι του παπά.
Χρόνος
1995
(Ο Παπάς και ο Λαϊκός κουβεντιάζουν έχοντας έρθει στο κέφι από το ποτό, που όμως εξακολουθούν να πίνουν.)
ΛΑΪΚΟΣ
(συνεχίζοντας συζήτηση)
Εσείς δε λέτε πως ο Θεός είναι πανταχού παρών; Γιατί τότε να έρθω στην εκκλησία αφού μπορώ να προσευχηθώ και στο σπίτι μου;
ΠΑΠΑΣ
Και τότε γιατί υπάρχουνε οι εκκλησίες; Για ομορφιά;
ΛΑΪΚΟΣ
Εσύ να μου απαντήσεις.
ΠΑΠΑΣ
Για να προσευχηθείς στο θεό μέσα στον οίκο
του. Κερί, λιβάνι, ψαλμωδίες, υποβλητικό περιβάλλον, δεν έχουνε μια ιερή μεγαλοπρέπεια που να σε τραβάνε να την απολαύσεις;
ΛΑΪΚΟΣ
Καθόλου.
(κερνάει)
ΠΑΠΑΣ
Ας αλλάξουμε θέμα συζήτησης. Πες κάτι άλλο. Και μη μου ξαναβάλεις να πιω- κοντεύω να μεθύσω.
(πίνει και βάζει ποτό στο ποτήρι του)
ΛΑΪΚΟΣ
Τι κάνει η αδερφή σου:
ΠΑΠΑΣ
Δεν έλεγες κάτι πιο ευχάριστο αγαπητέ μου; Όλο γκρινιάζει. Ευτυχώς που γυρίζει από δω και από κει με τις φιλανθρωπικές της οργανώσεις και ησυχάζω.
ΛΑΪΚΟΣ
Και η Λέσλυ; Καλά είναι;
ΠΑΠΑΣ
Καλά. Πριν έρθεις έφυγε. Πάει σε μια φίλη της.
ΛΑΪΚΟΣ
(Πίνει)
Δουλεύει ακόμα γραμματέας σε κείνη την εταιρεία;
ΠΑΠΑΣ
Ναι. Κι απ’ ό,τι φαίνεται της αρέσει αυτή η δουλειά. Μη μου ξαναγεμίσεις.
ΛΑΪΚΟΣ
Μέθυσες λιγάκι ή έτσι μου φαίνεται;
ΠΑΠΑΣ
Όχι! Μόνο στο κέφι ήρθα. Να, κοίτα!
(Σηκώνεται και περπατάει τρεκλίζοντας)
Θες να βάλω και το δάχτυλο στη μύτη μου;
ΛΑΪΚΟΣ
Όχι. Θα βγάλεις το μάτι σου και πώς θα διαβάζεις το ευαγγέλιο;
ΠΑΠΑΣ
Τι είπες;
ΛΑΪΚΟΣ
Είπα πως σε πιστεύω. Δε μέθυσες. Ήρθες μόνο στο κέφι.
ΠΑΠΑΣ
(τραυλίζοντας)
Στο κέφι ήρθα. Ναι. Ένας παπάς δε λέει ποτέ ψέματα.
ΛΑΪΚΟΣ
Όχι. Μόνο που μπορεί από άγνοια να λέει ανακρίβειες.
ΠΑΠΑΣ
Tο Άγιο Πνεύμα φωτίζει το μυαλό μου και μιλάω πάντοτε σωστά. Μόνο που τώρα παλεύουν μέσα μου δυο Πνεύματα: το Άγιο Πνεύμα και το Πνεύμα του κρασιού. Όταν επικρατήσει το ένα ή το άλλο θα μπορέσω να μιλήσω. Μίλα εσύ εν τω μεταξύ.
ΛΑΪΚΟΣ
Εκείνο που ξέρω εγώ είναι πως οι εκκλησίες δε χρειάζονται. Τρώνε μόνο τα λεφτά του κόσμου. Μπορεί κανείς να προσευχηθεί οπουδήποτε.
ΠΑΠΑΣ
Άκου φίλε μου. Οι εκκλησίες χρειάζονται για πολλούς λόγους. Δύο ποτηράκια ακόμα και θα σου τους πω.
(Γεμίζει τα ποτήρια. Ανοίγει η πόρτα και μπαίνει έξαλλη η Λέσλυ)
ΛΕΣΛΥ
Τον παλιάνθρωπο! Τον αλήτη! Τον αχρείο! Τον πρόστυχο!
ΠΑΠΑΣ
Ε! Τι συμβαίνει κούκλα μου; Ποιόνε βρίζεις;
ΛΕΣΛΥ
Μήπως ξέρω;.. Καλησπέρα κύριε Λαϊκέ.
(Στον παπά)
Θείε, πάλι πίνεις!
ΛΑΪΚΟΣ
Kαλησπέρα Λέσλυ. Μα τι συμβαίνει; Γιατί τόσο εκνευρισμένη;
ΛΕΣΛΥ
Τον παλιάνθρωπο! Το κτήνος! Εκνευρισμένη μόνο; Πληγωμένη! Εξευτελισμένη!
ΠΑΠΑΣ
Καλά. Μη μας λες αφού δε θέλεις.
ΛΕΣΛΥ
Θα σας πω αλλά δε θα το πιστέψετε. Πρώτα όμως κοιτάξτε με καλά. Και σεις
κύριε Λαϊκέ και συ θείε.
(Την κοιτάζουν)
Κοιτάξτε με πολύ καλά.
ΠΑΠΑΣ
Έλα λοιπόν, σε κοιτάξαμε, τι συμβαίνει;
ΛΕΣΛΥ
Κύριε Λαϊκέ μοιάζω για...
ΛΑΪΚΟΣ
Για;.. Για τι;..
ΛΕΣΛΥ
Για…
ΠΑΠΑΣ
Για τι παιδί μου;
ΛΕΣΛΥ
Να! Μοιάζω για πόρνη;
ΠΑΠΑΣ
Με τι να μοιάζεις είπες;
(πίνει και ξαναγεμίζει το ποτήρι του)
ΛΕΣΛΥ
Μην πίνεις άλλο θείε.
ΠΑΠΑΣ
(πίνει)
Άσε το πιοτό. Με τι να μοιάζεις είπες;
ΛΕΣΛΥ
Με πόρνη θείε.
ΠΑΠΑΣ
Άλλο και τούτο. Πού σου 'ρθε;
ΛΕΣΛΥ
Κύριε Λαϊκέ;...
ΛΑΪΚΟΣ
Μα τι λες τώρα Λέσλυ... τι ερώτηση... μα και βέβαια όχι. Πρέπει να στο πούμε; Μα γιατί ρωτάς;
ΛΕΣΛΥ
Είχα πάει στο σπίτι της Έϊμυ-μιας καλής μου φίλης-ο θείος την ξέρει. Φεύγοντας με πήγε ως πιο κάτω. Ξέχασε να μου δώσει ένα βιβλίο όμως και γύρισε πίσω να μου το φέρει. Είχε σχεδόν σκοτεινιάσει. Κι όπως περίμενα, να 'σου και με πλησιάζει ένας. Και τι μου λέει;
ΛΑΪΚΟΣ
Τι σου λέει;
ΛΕΣΛΥ
Τι ρωτάνε οι άντρες μια πόρνη κύριε Λαϊκέ όταν θέλουν να πάνε μαζί της;
ΠΑΠΑΣ
Ανηψιά μου...
(στο Λαϊκό)
Αλήθεια τι λένε αγαπητέ μου;
ΛΑΪΚΟΣ
Θες να πεις ότι σε πέρασε για πόρνη;
ΛΕΣΛΥ
Ακριβώς."Πόσο μωρό μου;" μου λέει. Στην αρχή δεν κατάλαβα τι ήθελε να πει. Νόμισα πως με ρωτάει για την ώρα."Έξη και δέκα" του λέω."Το ξέρω αυτό μωρό μου", μου λέει, "για την ταρίφα ρωτάω" . Έτσι το λένε κύριε Λαϊκέ;
ΛΑΪΚΟΣ
Έτσι. Λοιπόν;
ΛΕΣΛΥ
Τότε κι εγώ κατάλαβα τι εννοούσε."Χάσου από μπροστά μου παλιάνθρωπε!" του λέω. Εκείνος έκανε ένα βήμα πίσω ξαφνιασμένος. Σήκωσα την τσάντα μου να τον χτυπήσω, μου ξέφυγε. Στο μεταξύ ήρθε η Έϊμυ. Εκείνος απομακρύνθηκε. Ακούτε εκεί; Να μου συμβεί αυτό εμένα…
ΠΑΠΑΣ
Ήτανε όμορφος;
ΛΕΣΛΥ
Θείε, τι σημασία έχει αυτό και το ρωτάς; Καλοφτιαγμένος φαινότανε.
ΛΑΪΚΟΣ
Φαινότανε πλούσιος;
ΛΕΣΛΥ
Μισοσκόταδο ήτανε. Ήτανε καλοντυμένος. Μα γιατί ρωτάτε; Τι σημασία έχει αν ήτανε όμορφος ή πλούσιος;
ΠΑΠΑΣ
Έχεις δίκιο. Μα να σου γίνει παράδειγμα-ο κόσμος έχει χαλάσει.
ΛΑΪΚΟΣ
Πάτερ, αυτό γίνεται εδώ και πολλές χιλιάδες χρόνια. Ο κόσμος λοιπόν ήτανε χαλασμένος πάντοτε. Άλλο θέλω να ρωτήσω όμως εγώ τη Λέσλυ. Σου άρεσε σαν
άντρας;
ΠΑΠΑΣ
Μας είπε, δε θέλει τέτοιες ερωτήσεις.
ΛΕΣΛΥ
Όχι, αφήστε τον θείε.Γιατί ρωτάτε κύριε Λαϊκέ;
ΛΑΪΚΟΣ
Γιατί αν σου άρεσε... να, σήμερα όλα είναι ελεύθερα. Καθένας ζει τη ζωή του, ευκαιρίες δεν πρέπει να χάνονται.
ΛΕΣΛΥ
προσβλημένη)
Κύριε Λαϊκέ, θέλετε να πείτε πως θα μπορούσα...Α! Μα αυτό πάει πολύ. Έχετε πιει κι οι δυο σας πολύ. Και συ θείε συμφωνείς με τον κύριο Λαϊκό; Και μήπως θα 'θελες να 'φερνα και τα λεφτά στο σπίτι;
Πάω στο δωμάτιό μου. Το βράδυ θα βγω.
ΠΑΠΑΣ
Πού θα πας;
ΛΕΣΛΥ
Ύστερα απ' αυτά νιώθω την ανάγκη να συζητήσω μ' ένα σοβαρό νέο. Θα πάω στου Νικ.
(Βγαίνει στο δωμάτιό της)
ΠΑΠΑΣ
Εδώ που τα λέμε δε θα 'τανε άσχημη ιδέα να φέρει τα λεφτά στο σπίτι. Πόσα λες να της έδινε;
ΛΑ:ΙΚΟΣ
Πενήντα δολάρια στο νερό.
ΠΑΠΑΣ
Δεν είναι άσχημα.
ΛΑΪΚΟΣ
Είναι πολύ στενοχωρημένη η Λέσλυ.
ΠΑΠΑΣ
Ουφ! Αύριο ούτε που θα το θυμάται.
ΛΑΙΚΟΣ
Είδες; Αυτός είναι ο κόσμος του χριστιανισμού κι ας έχει τόσες εκκλησίες. Βλέπε τα.
ΠΑΠΑΣ
Στάσου. Τώρα νιώθω να μιλάει μέσα μου το πνεύμα του κρασιού. Άκου λοιπόν γιατί πρέπει να πηγαίνεις στην εκκλησία και μη μου κάνεις εμένα τον έξυπνο επειδή είμαι παπάς και δεν μπορώ να μιλάω ελεύθερα. Άσε το θεό και τις προσευχές στην πάντα. Άν δεν ερχόταν όμως ο κόσμος στην εκκλησία πώς θα έβγαζα εγώ το ψωμί μου; Πώς θα 'βγαζαν το ψωμί τους όσοι χτίζουν, διακοσμούν, συντηρούν και προσέχουν τις εκκλησίες; Και αν δεν υπήρχε γενικότερα η βιομηχανία της θρησκείας πού θα έβρισκαν απασχόληση τόσοι άνθρωποι; Και πώς θα δημιουργούνταν αλλιώς προβλήμτα πίστης, δόγματος, ερμηνείας των Γραφών και τόσα άλλα παρόμοια ώστε να μιλούν γι αυτά οι άνθρωποι και να προσπαθούν να τα λύσουν οι φιλόσοφοι; Χωρίς αυτά με τι θα γέμιζε, εκτός από το πορτοφόλι, και ο χρόνος της ζωής του ανθρώπου; Πάρε παράδειγμα εμάς. Τι θα λέγαμε τώρα αν δεν υπήρχε η θρησκεία; Λοιπόν, θα έρχεσαι από δω και πέρα στην
εκκλησία;
ΛΑΪΚΟΣ
Και βέβαια όχι.
ΠΑΠΑΣ
Εγώ όμως θα πηγαίνω γιατί εκεί βγάζω το ψωμί μου.
ΛΑΪΚΟΣ
Και το κρασί σου. Κάθε Κυριακή, πες μου, δεν πίνεις κανένα ποτηράκι από τη μετάληψη;
ΠΑΠΑΣ
Ασεβέστατε! Εκείνο δεν είναι κρασί. Είναι το αίμα του Κυρίου!
(Ξαφνικά αρχίζει να γελάει τρανταχτά. Τον ακολουθεί ο Λαϊκός. Χτύποι στην πόρτα. Ο παπάς σκουπίζει τα δάκρυα από τα μάτια του)
Εμπρός!
(Μπαίνει ο Κρις)
ΚΡΙΣ
(Διστακτικά)
Καλησπέρα σας.
ΠΑΠΑΣ
Καλησπέρα
ΛΑΪΚΟΣ
Καλησπέρα.
ΚΡΙΣ
Ζητώ συγνώμη... δε με γνωρίζετε... μια ανάγκη με έκανε να χτυπήσω την πόρτα σας…
ΠΑΠΑΣ
Κάτσε μαζί μας άνθρωπέ μου να πιεις ένα ποτηράκι και να μας πεις ποια είναι η ανάγκη σου. Χρήματα να θέλεις δεν δείχνει κάτι τέτοιο το ντύσιμό σου. Ο,τι και να θέλεις όμως είσαι τυχερός-μπήκες σε παπά σπίτι.
ΚΡΙΣ
(Οπισθοχωρεί)
Ω! Με συγχωρείτε, δεν το 'ξερα..
ΠΑΠΑΣ
Δεν πειράζει παιδί μου, κάθισε.
ΛΑΪΚΟΣ
(Ενθαρρυντικά)
Κάθισε κύριε, κάθισε…
ΚΡΙΣ
( Κάθεται)
Ευχαριστώ.
ΛΑΪΚΟΣ
Όπως θα έχεις καταλάβει κιόλας, εμείς τα έχουμε πιει τα ποτηράκια μας. Θα πιεις μαζί μας;
ΚΡΙΣ
Ευχαριστώ, δεν πίνω.
ΠΑΠΑΣ
Λοιπόν πες μας τέκνον μου, τι σε φέρνει στο σπίτι μου;
ΛΑΪΚΟΣ
Μίλησε ελεύθερα παιδί μου. Και ό,τι πεις είναι σίγουρο ότι θα το ακούσουμε με καλή διάθεση.
ΚΡΙΣ
Σήμερα το απόγεμα έκανα κάτι που δεν μπορώ να συγχωρήσω τον εαυτό μου γι αυτό και που δε θα το ξεχάσω όσο ζω. Ντρέπομαι και που μιλάω μόνο γι αυτό. Δε σας κρύβω πως αν δεν ήσασταν μεθυσμ...-θέλω να πω αν δεν είχατε έρθει σε λίγο κέφι, θα είχα φύγει κιόλας.
ΠΑΠΑΣ
Εδώ έχουμε λοιπόν εξομολόγηση. Έπεσες στον ειδικό. Μίλα.
ΚΡΙΣ
Να...απόψε, περνώντας από την οδό Ουρανίου Τόξου είδα μια κοπέλα να βολτάρει στο πεζοδρόμιο. Νόμισα πως ήταν... νόμισα πως ήταν... συγχωρείστε με πάτερ... νόμισα πως ήταν κοινή, την πλησίασα και της πρότεινα…
ΠΑΠΑΣ
Εσύ ήσουνα λοιπόν; Αυτή ήτανε η ανεψιά μου.
ΚΡΙΣ
Ω!
ΛΑΪΚΟΣ
Για κοίτα!.. Καλά και γιατί ήρθες εδώ; Και πώς μας βρήκες;
ΚΡΙΣ
Όταν κατάλαβα το λάθος μου, ότι δηλαδή η κοπέλα αυτή δεν ήταν εκείνο που νόμισα αλλά μια καθώς πρέπει κοπέλα, ένιωσα τόσο άσχημα όσο ποτέ στη ζωή μου. Ευχόμουν ν' ανοίξει η γη να με καταπιεί.
ΠΑΠΑΣ
Κολοκύθια. Αυτά συμβαίνουν αγαπητέ μου. Συχωρεμένος.
ΚΡΙΣ
Όμως η γη δε με κατάπιε και παρόλη τη φοβερή κατάστασή μου παρακολούθησα την. ..ανεψιά σας από μακριά, χωρίς καλά καλά να ξέρω γιατί το κάνω αυτό. Την είδα που μπήκε εδώ μέσα. Τότε κατάλαβα γιατί την πήρα από πίσω. Γιατί θέλω να της ζητήσω να με συγχωρήσει. Χωρίς τη συγνώμη της θα ζήσω δυστυχισμένος.
ΠΑΠΑΣ
Αυτός έκανε για παπάς. Όχι εγώ. Δεν πίνει κιόλας. Αγαπητέ μου είσαι συχωρεμένος.
ΛΑΪΚΟΣ
Φίλε μου. έπρεπε να το 'χεις ξεχάσει την ίδια στιγμή το πράγμα.
(Στον παπά)
Νεανικές υπερβολές..
ΚΡΙΣ
Δε θα ησυχάσω αν δε ζητήσω συγνώμη από την ίδια την ανεψιά σας. Αν δεχτεί να με ακούσει..
ΠΑΠΑΣ
Θα δεχτεί, θα δεχτεί.
ΚΡΙΣ
Παρακαλώ μπορείτε να τη φωνάξετε;
ΠΑΠΑΣ
(δυνατά)
Λέσλυ!
(Μπαίνει η Λέσλυ)
Ο κύριος θέλει να σου ζητήσει συγνώμη.
ΛΕΣΛΥ
(μένει έκπληκτη στην αρχή, αμέσως ύστερα δυνατά και χειρονομώντας )
Εσείς; Πώς τολμήσατε; Βγείτε αμέσως από αυτό το σπίτι!
ΛΑΪΚΟΣ
Στάσου Λέσλυ. Ο άνθρωπος ήρθε να σου ζητήσει συγνώμη. Τίποτε άλλο. Υποφέρει και βασανίζεται για την προσβολή που σου έκανε και θέλει να επανορθώσει. Θα ησυχάσει μόνο αν τον συγχωρήσεις.
ΚΡΙΣ
(Σκύβει το κεφάλι. Στη Λέσλυ)
Σας παρακαλώ… δεν τολμώ ούτε να σας αντικρύσω... ήτανε μια φοβερή εμπειρία για μένα. Ήτανε σκοτάδι. Αν σας διέκρινα καλλίτερα δε θα τολμούσα να κάνω αυτό που έκανα. Θα 'βλεπα αμέσως πως έχω να κάνω με μια καθώς πρέπει δεσποινίδα. Συγχωρείστε με, σας παρακαλώ…
ΠΑΠΑΣ
Συχώρα τον κούκλα μου που να πάρει ο διάολος..
ΛΕΣΛΥ
Θείε!..
ΠΑΠΑΣ
Συγνώμη… Συχώρα τον παιδί μου να πάει στην ευχή του Θεού ο άνθρωπος.
ΚΡΙΣ
(Σηκώνει το κεφάλι)
Δε σας κρύβω πως αν ήσασταν μια οποιαδήποτε κοπέλα, δε θα αισθανόμουν τόσο άσχημα. Ούτε ίσως να ένιωθα την ανάγκη να σας ζητήσω μα με συγχωρήσετε. Όταν όμως σας είδα καλλίτερα, όταν σας πλησίασα και αφού
είχα πει κιόλας ό,τι είχα πει, τότε μόνο είδα. Ένα πρωτοφανέρωτο όραμα παρουσιάστηκε μπροστά μου. Τα μάτια σας, μ' όλη την προσβολή που τους είχα κάνει, και όταν ακόμα με κοίταζαν με οργή και μίσος, πάλι μέσα τους είχανε μιαν απέραντη γλύκα και πάλι ακτινοβολούσαν αθωότητα. Η έκπληξή σας όταν καταλάβατε τι γύρευα από σας, ω! δεν ξέρετε πόσο σας έδειξε σεμνή! Και ποιος μπορεί ατιμώρητα να θίξει τη σεμνότητα; Γι αυτό και τιμωρούμαι τώρα. Σας παρακαλώ πέστε μου ότι με συγχωρείτε και θα φύγω αμέσως ύστερα.
ΠΑΠΑΣ
Κόρη μου, μόνο που άκουσες τέτοια λόγια, αξίζει ο ευγενικός αυτός νέος τρεις συγνώμες.
ΛΑΪΚΟΣ
Συγχωρείστε τον τον καημένο.
ΠΑΠΑΣ
(σιγά στο Λαϊκο)
Θέλει ν΄ακούσει κι άλλα…
ΚΡΙΣ
Έχω δει πολλές γυναίκες. Έχω πλησιάσει πολλές. Μάλλον εκείνες με έχουν πλησιάσει. Το χρήμα βλέπετε έλκει τις ασήμαντες γυναίκες. Όμως τέτοιαν (χαμηλώνει τα μάτια του) αγγελική ομορφιά σε γυναίκα δεν έχω ξαναδεί.
ΠΑΠΑΣ
Είναι ανεψιά μου τέκνον μου…
ΚΡΙΣ
Ω! Αν δεν είχατε αυτό το αγγελικό πάνω σας τότε δε θα ερχόμουν να σαςζητήσω συγνώμη. Κι ούτε θα περίμενα να μου δίνατε. Τώρα όμως έχω ελπίδες. Σας υπόσχομαι πως αμέσως μετά θα φύγω και δε θα με ξαναδείτε ποτέ πια. Μια λέξη σας μόνο. Χωρίς αυτήν δε θα μπορέσω να ζήσω.
ΠΑΠΑΣ
(Στο Λαϊκό)
Αυτός το 'χει πάρει πολύ στα σοβαρά το ζήτημα μου φαίνεται.
(Στον Κρις)
Ένα λάθος έκανες παιδί μου, δεν είναι και για θάνατο.
ΛΑΪΚΟΣ
(Στη Λέσλυ)
Εγώ βέβαια δεν είμαι θείος σου, όμως έχω κι εγώ ένα λόγο σαν φίλος εδώ μέσα. Κι έχω κι εγώ την ίδια γνώμη με το θείο σου. Έχεις μπροστά σου έναν άνθρωπο που σπαράζει από τον πόνο-πόνο που μόνο συ μπορείς να του ανακουφίσεις. Λάθη που συμβαίνουν. Όσο κι αν πληγώθηκες, πρέπει να γιατρευτείς όταν βλέπεις έναν άντρα να σε παρακαλεί θερμά.
ΠΑΠΑΣ
Μάλιστα έναν άντρα νέον, όμορφο και πλούσιο...
ΛΕΣΛΥ
Θείε!..
(Στον Κρις, ήρεμη)
Σας παρακαλώ, δε θέλω να σας βλέπω έτσι. Σηκώστε το κεφάλι σας. Με πληγώσατε έτσι κι αλλιώς. Όμως καταλαβαίνω τα ελαφρυντικά σας. Δε ζω στον Άρη. Ξέρω πως όλα μπορούν να συμβούν. Έγινε πράγματι ένα λάθος... Σας συγχωρώ.
ΚΡΙΣ
Ω! Σας ευχαριστώ!
(Πετιέται από την καρέκλα του και κάνει ν' αγκαλιάσει τη Λέσλυ. Τέλος της φιλεί το χέρι)
Σας ευχαριστώ. Είστε πραγματικά ένας άγγελος.
(Φιλάει τον παπά και το Λαϊκό)
Σας ευχαριστώ και σας. Σας ευχαριστώ.
ΠΑΠΑΣ
Που να φανταζόσουν πως αντί να φιλήσεις τη Λέσλυ θα φίλαγες την ίδια μέρα το θείο της..
ΚΡΙΣ
Πάτερ με κάνετε και ντρέπομαι.
ΠΑΠΑΣ
Έλα τώρα… όταν ρώταγες την ταρίφα δεν ντρεπόσουν;
ΚΡΙΣ
Πάτερ, ντρέπεται κανείς όταν κάνει κάτι ανάρμοστο. Δεν είναι ανάρμοστο να μιλάει έτσι κανείς σε μια κοινή γυναίκα. Όμως είναι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να γίνει να μιλήσει κανείς άπρεπα σε μια καθώς πρέπει γυναίκα.
(Σηκώνεται)
Όμως να φεύγω… και πάλι σας ευχαριστώ δεσποινίς.
ΛΕΣΛΥ
Κι εγώ δεν μπορούσα να φανταστώ πως θα εξελίσσονταν έτσι τα πράγματα. Γίναν όλα τόσο γρήγορα… Ο άνθρωπος που τόσο με πρόσβαλε να μιλάει φιλικά μαζί μου μετά από λίγη ώρα. Κι ούτε θα περίμενα να πω ποτέ σε σας αυτό που θα σας πω τώρα. Όμως δε θα θέλατε ένα αναψυκτικό μιας και μπήκατε στο σπίτι μας και πια δεν είστε εχθρός μου;
ΚΡΙΣ
Ένα αναψυκτικό ευχαρίστως θα το πάρω.
(Βγαίνει η Λέσλυ)
ΛΑΙΚΟΣ
Κάθισε κύριε... δεν ξέρουμε και τ' όνομά σας…
ΚΡΙΣ
Έχετε δίκιο. Μα δεν μπορούσα να σας πω τ' όνομά μου όταν ήρθα. Το 'χα ντροπιάσει τόσο… Κρις. Κρις Φόλγκερ.
ΠΑΠΑΣ
Καμιά σχέση με τον ιδιοκτήτη των πολυκαταστημάτων Φόλγκερ;
ΚΡΙΣ
Πατέρας μου. Και από πέρυσι είμαι συνιδιοκτήτης.
ΠΑΠΑΣ
Ω!
(Μπαίνει η Λέσλυ με το ποτό)
ΛΕΣΛΥ
Ορίστε!
ΚΡΙΣ
Ευχαριστώ. Στην υγειά σας.
(Πίνει, Στη Λέσλυ)
Τώρα, αφού με συχωρέσατε, θα σας πω κι εγώ κάτι που δε θα τολμούσα να το ξεστομίσω πριν από λίγα λεφτά. Αν δεν έχετε να κάνετε τίποτε καλλίτερο απόψε, τι θα λέγατε αν βγαίναμε να γιορτάσουμε την που τόσο παράξενα έγινε γνωριμία μας;
ΛΕΣΛΥ
Δεν έχω τίποτε το ιδιαίτερο να κάνω. Δεν ξέρω όμως αν πραγματικά θέλω να βγω έξω μαζί σας.
(Γελώντας, με νόημα)
Θα το σκεφτώ όσο θα ντύνομαι.
(Βγαίνει στο δωμάτιό της)
ΛΑΪΚΟΣ
Τι χαζός που ήμουνα όταν ήμουν νέος! Τώρα ξέρω τι έπρεπε να κάνω για ν' αποκτήσω φιλενάδα. Να της μιλήσω σαν να ήταν πόρνη και μετά να της ζητήσω
συγνώμη.
ΚΡΙΣ
Δεν έγινε ακόμα φιλενάδα μου.
ΠΑΠΑΣ
Θα γίνει αγαπητέ μου. Την ξέρω την ανεψιά μου όταν της αρέσει κάποιος. Μην της πεις ότι σου είπα κάτι τέτοιο γιατί δε θα μου μιλάει για εβδομάδες.
ΛΑΪΚΟΣ
Σκέφτομαι πόσο παράξενοι είναι οι άνθρωποι. Πόσο περιπλέκουν τα πράγματα. Θα μπορούσε η Λέσλυ να σου έλεγε ναι την ίδια εκείνη στιγμή και να μη χρειαζόνταν να παιχτεί όλη αυτή η κωμωδία για να καταλήξει στο ίδιο αποτέλεσμα.
ΠΑΠΑΣ
Αγαπητέ μου πόσο δεν ξέρεις τον κόσμο! Ο κόσμος ζητάει να έβρει κάτι για να περάσει τον καιρό του ώσπου να έρθει η ώρα να πάει εκεί που δεν υπάρχει καιρός. Στο είπα και πριν για την εκκλησία. Το ίδιο συμβαίνει κι εδώ, το ίδιο παντού. Σκέψου. Αν τα πράγματα ήταν έτσι όπως τα θέλεις, τότε μια ερώτηση και μια απάντηση θα έφτανε για να γίνει η σεξουαλική πράξη. Μα τώρα κοίτα: προσβολή, μετάνοια, συγνώμη, τερτίπια, ραντεβού, ξανά ραντεβού, εστιατόρια, μοτέλς, ώρες, εβδομάδες, μήνες ολόκληροι για την απόκτηση και τη συντήρηση του θηλυκού. Χωρίς αυτά με τι θα γέμιζε η ζωή του ανθρώπου;
ΚΡΙΣ
Έχετε δίκιο. Σας είπα ποια είναι η δουλειά μου. Ξέρετε με ποιους δουλεύω; Με τις γυναίκες. Αυτές ντύνονται και στολίζονται στα μαγαζιά μου. Αυτές αγοράζουν ασταμάτητα πούδρες, αρώματα, κοσμήματα, ρούχα, παπούτσια, τσάντες και ό,τι άλλο φανταστείτε.
Αλλά και οι άντρες όταν ντύνονται και αγοράζουν κι αυτοί με τη σειρά τους ένα σωρό πράγματα γιατί το κάνουν; Για να τους προσέξουν οι γυναίκες. Η γυναίκα είναι η κινητήρια δύναμη της οικονομίας μας.
ΠΑΠΑΣ
Η γυναίκα… φορές φορές νομίζω ότι μας την έδωσε ο θεός για να γεμίζουμε τις ώρες της ζωής μας μ' αυτήν.
ΛΑΪΚΟΣ
Άραγε θα καταλάβουν ποτέ οι άνθρωποι ότι ο σκοπός της ζωής τους δεν είναι να γεμίζουν το χρόνο τους;
ΠΑΠΑΣ
(Στον Κρις)
Μπράβο παιδί μου που με συμπλήρωσες. Για σκέψου Λαϊκέ! Αν ήτανε τα πράγματα όπως τα 'θελες, τότε όλο κι όλο το νταραβέρι θα 'τανε τριάντα δολάρια ν' αλλάξουν χέρια. Ενώ τώρα έχουμε μια ανθούσα οικονομία χάρη στο σεξ.
ΛΑΪΚΟΣ
Και χάρη στη θρησκεία.
ΠΑΠΑΣ
Και χάρη στη θρησκεία.
ΚΡΙΣ
Και χάρη στη θρησκεία;
ΠΑΠΑΣ και ΛΑΪΚΟΣ
(ταυτόχρονα)
Και χάρη στη θρησκεία.
ΚΡΙΣ
Και χάρη στη θρησκεία.
ΛΑΪΚΟΣ
Μεγάλος καταφερτζής είσαι όμως Κρις. Ωραία το 'παιξες το παιχνίδι σου. Όμορφα λόγια.
ΠΑΠΑΣ
Γι αυτό και την έριξε. Τα λόγια είναι το παν στη ζωή.
ΚΡΙΣ
Όχι κύριοι. Ό,τι και να 'λεγα θα 'πεφτε. Δεν είναι τα λόγια μα ο παράς που μετράει. Τον έχεις; Μετά λέγε ό,τι θέλεις.
ΛΑΪΚΟΣ
Δε μου λες παιδί μου, πόσο πάει σήμερα η ταρίφα; Τριάντα δολάρια;
ΚΡΙΣ
Όχι κύριε...
ΛΑΪΚΟΣ
..Λαϊκός
ΚΡΙΣ
Όχι κύριε Λαϊκέ. Τριάντα μπορεί να ήτανε στον καιρό σας. Τώρα έχουν ακριβήνει όλα. Μιλάμε για ογδόντα δολάρια το λιγότερο. Και οι καλές φτάνουν τα διακόσα.
ΠΑΠΑΣ
Δηλαδή πόσα βγάζει μια κοινή γυναίκα το μήνα;
ΚΡΙΣ
Μια καλή με μέτρια απασχόληση φτάνει τα είκοσι χιλιάρικα.
ΠΑΠΑΣ
Τι μου λες! Κι εγώ βγάζω χίλια διακόσα το μήνα με το ζόρι. Και ευχαριστιούνται κιόλας…
ΛΑΪΚΟΣ
Μπα. Μια στατιστική έδειξε πως μόνο το τρία τοις εκατό των κοινών γυναικών συμμετέχουν στην ευχαρίστηση που δίνουν.
ΚΡΙΣ
Και οι άλλες γυναίκες που δεν είναι του είδους τους, δεν διαφέρουν και πολύ σ' αυτό. Η συμμετοχή τους είναι είκοσι τοις εκατό. Αλλά ας μη συγκρίνουμε κυρίες με πόρνες.
ΠΑΠΑΣ
Άκου να σου πω παιδί μου. Ή είσαι μικρός και δεν ξέρεις, ή ξέρεις και δεν το λες από σεβασμό. Δεν υπάρχουν κυρίες και πόρνες. Όλες οι γυναίκες είναι πόρνες.
ΚΡΙΣ
Ω!
ΛΑΪΚΟΣ
Πάτερ μου ήπιες και δεν ξέρεις τι λες.
ΠΑΠΑΣ
Ξέρω και παραξέρω. Θα 'ρχότανε μαζί σου η ανεψιά μου νομίζεις αν δεν είχες λαφτά; Απλά, άλλες είναι μικρές και άλλες μεγάλες πόρνες. Άλλες πουλιούνται για πενήντα δολάρια, άλλες για πενήντα εκατομμύρια δολάρια.
ΛΑΪΚΟΣ
Δεν μιλάει ο παπάς τώρα, μιλάει το κρασί.
(Μπαίνει η Λέσλυ έτοιμη για έξω)
ΠΑΠΑΣ
Λοιπόν αγαπητέ μου όπως σου είπα. Η ανεψιά μου είναι μια μοναδική κοπέλα. Φέρσου της λοιπόν όπως της αξίζει.
ΛΕΣΛΥ
Ο θείος μου αν και πιωμένος δεν ξεχνάει τα παινέματα.
(Στον Κρις)
Πηγαίνουμε;
ΚΡΙΣ
(σηκώνεται)
Πάμε!
ΛΕΣΛΥ
Γεια σου θείε μου.
(Τον φιλάει)
Γεια σας κύριε Λαϊκέ.
ΚΡΙΣ
Γεια σας πάτερ, γεια σας κύριε Λαϊκέ.
(Χειραψίες)
ΠΑΠΑΣ
Στο καλό παιδιά μου. Την ευλογία μου να 'χετε.
ΛΑΪΚΟΣ
Γεια σας. Χάρηκα πολύ κύριε Κρις.
(Βγαίνουν η Λέσλυ και ο Κρις)
ΠΑΠΑΣ
Δεν τον ρώτησα αν πηγαίνει στην εκκλησία. Βάλε ένα ποτηράκι.
ΑΥΛΑΙΑ
ΖΑΝΕΤ
ΤΟΠΟΣ: Ερημόνησο
ΠΡΟΣΩΠΑ: Άνταμ, Ζανέτ, Βεθύ.
(Η Ζανέτ καθιστή σε μια καρέκλα στην αυλή ενός όσο γίνεται ευπρεπούς παραπήγματος
Ένα μικρό αυτοσχέδιο τραπεζάκι δίπλα της με πάνω του βιβλία. Ο Άνταμ όρθιος μπροστά της. Συνεχίζουν συζήτηση)
ΑΝΤΑΜ
(ήρεμα, απολογητικά)
Μα τι θέλεις άλλο αγάπη μου να κάνω για να σ’ ευχαριστήσω; Σπίτι σου έφτιαξα να μένουμε κι εσύ κι εγώ. Νερό τρεχάμενο έφερα. Και ξέρεις με πόσους κόπους. Εργαλεία τράβηξα από το ναυάγιο και όσα λείπανε τα έφτιαξα από ξύλο. Σκεύη κουζίνας, καλλωπιστικά είδη, τα κουβάλησα από το ναυάγιο για να έχεις και να μην σου λείπει τίποτα από εκείνα που χρειάζεται μια γυναίκα. Κάθε πρωί ανάβω φωτιά και σου φτιάχνω το πρόγευμά σου με χορταρικά, φρούτα και με ψάρι που με κόπους ψαρεύω. Από το διπλανό νησάκι σου έφερα μπανάνες με τη βαρκούλα που έφτιαξα να λάμνουμε οι δυο μας. Όλα όσα μπορώ σου τα έχω δώσει κι ακόμα σε ρωτώ τι άλλο θέλεις να σου φέρω-τι άλλο θέλεις να κάνω για σένα. Πες μου αγάπη μου.
ΖΑΝΕΤ
Δεν θέλω τίποτε άλλο Άνταμ. Κι αυτά πολλά είναι που έχεις κάνει για μένα.
ΑΝΤΑΜ
Τότε γιατί είσαι θλιμμένη; Τι σου λείπει;
ΖΑΝΕΤ
Τίποτα. Δεν ξέρω… Τίποτα…
ΑΝΤΑΜ
Μήπως έχεις όρεξη για κάτι και διστάζεις να μου το πεις μήπως και είναι δύσκολο για μένα; Μη διστάζεις. Πες το. Ότι πεις θα το κάνω για να δω το προσωπάκι σου χαρούμενο και λαμπερό. Τελευταία, το νιώθω, το γέλιο δεν βγαίνει από την καρδιά σου αλλά γεννιέται στο στόμα σου. Η μιλιά σου είναι ευγενική μα δεν έχει τις ρίζες της στην ψυχή σου. Ζανέτ μου, ζήσε και κάνε και μένα να ζήσω. Ξέρω, η ζωή δεν είναι ευχάριστη σ’ ένα ερημονήσι. Μα τι μπορώ να κάνω; Έχω έτοιμα τα ξύλα-φορτώματα από δαύτα- και τα πολύχρωμα πανιά. Κι όταν-αν φανεί κανένα πλοίο μακριά, θ’ ανάψω τη φωτιά και θ’ ανεμίσω τα πανιά για να μας ιδούν. Μα ως τότε τι να κάμω;
ΖΑΝΕΤ
Τίποτα Άνταμ. Τίποτα. Έχεις κάνει τόσα πολλά αγάπη μου! Είσαι τόσο καλός μαζί μου! Ύστερα το ξέρεις ότι πάντα μου άρεσε η μοναχική ζωή. Ξέρεις πόσο με είχε κουράσει η κοινωνικότητα εκεί πέρα. Ρωτώντας τον εαυτό μου βρίσκω πολλές φορές να μη θέλω να φύγω από εδώ.
ΑΝΤΑΜ
Δείξε την αγάπη σου λοιπόν γι αυτό το μέρος. Δείξε την αγάπη σου-που λες πως νιώθεις για μένα.
ΖΑΝΕΤ
Ω! Άνταμ! Δεν πρέπει να είσαι παραπονεμένος αγάπη μου. Γιατί και πόσο σ’ αγαπώ και το ξέρεις, και στο δείχνω… τις στιγμές εκείνες…
ΑΝΤΑΜ
Μήπως… μήπως δεν σου αρέσω εγώ… τις στιγμές εκείνες όπως τις λες; Μήπως, Ζανέτ, δεν είμαι καλός … τότε;..
ΖΑΝΕΤ
Όχι! Όχι! Αν έλεγα κάτι τέτοιο θα έλεγα ψέματα στον εαυτό μου. Μην το ξαναπείς αυτό αγάπη μου.
ΑΝΤΑΜ
Η φλόγα που μου ανάβεις αγάπη μου κάθε φορά, είναι η πιο μεγάλη που μπορεί να γίνει στο καμίνι του έρωτα. Και μόνο το δικό σου νερό μπορεί να μου τη σβήσει.
ΖΑΝΕΤ
Ναι, ναι. Μην συνεχίζεις άλλο πάνω σ’ αυτό καλέ μου και με κάνεις και ντρέπομαι…
ΑΝΤΑΜ
Τι σου λείπει λοιπόν αγάπη μου; Πες το μου και θα το ’χεις.
ΖΑΝΕΤ
Τίποτα δεν μου λείπει Άνταμ αγάπη μου. Όλα τα ’χω. Και τα ’χω χάρη σε σένα και τις γλυκές κι αντρίκιες σου φροντίδες.
ΑΝΤΑΜ
Τότε τι…
ΖΑΝΕΤ
Δεν ξέρω… δεν ξέρω. Τίποτα. Έλα τώρα, μην βασανίζεσαι άδικα. Μην σκέφτεσαι τέτοια. Όλα είναι καλά. Και προ παντός μη βάζεις την ιδέα στο μυαλό σου ότι εσύ πρέπει να κάνεις κάτι και δεν το κάνεις. Έλα… είπες θα πήγαινες κατά την πηγή. Δεν πήγες ούτε χτες ούτε προχτές. Θα σου έχει λείψει. Πήγαινε. Μην κάθεσαι να φυλάς εμένα-κι από τι; Εγώ θα διαβάσω κάτι. Μόνο φέρε μου κάποια από κείνα τα λουλουδάκια, αν υπάρχουν ακόμα. Θα σε περιμένω να φάμε μαζί.
ΑΝΤΑΜ
Μου υπόσχεσαι ότι δεν θα πλήξεις μόνη;
ΖΑΝΕΤ
Ναι αγάπη μου. Στο υπόσχομαι. Πήγαινε.
ΑΝΤΑΜ
Πάω λοιπόν. Σε χαιρετώ. Γεια σου αγάπη μου
(φιλιούνται)
ΖΑΝΕΤ
Γεια σου μοναδική μου αγάπη.
(Ο Άνταμ βγαίνει. Στον εαυτό της)
Η ακεφιά μου είναι βαριά. Δεν του ξεφεύγει. Κι όπως κι εγώ, έτσι κι αυτός δεν ξέρει τι τήνε γεννάει. Όλα τα έχω αλήθεια όσα μια γυναίκα ποθεί. Αγάπη, έρωτα, άνεση, ασφάλεια. Μα κάτι άλλο θα ’ναι που δεν το μετρώ καθώς τις γυναικείες χρείες αριθμώ. Κι είναι καλός ο Άνταμ ο καημένος. Σκλαβωμένος στα μαύρα μου τα μάτια. Και δεν θέλει πολλά ο καημενούλης μου. Ένα μου χαμόγελο του φτάνει. Μία ματιά γλυκιά μου του είναι αρκετή.
Άντρας εύκολος που δεν χρειάζεται να του θυμίζεις το καθήκον του. Η Φύση του ’χει δώσει να το ξέρει από γεννησιμιού του: αφοσίωση στη γυναίκα. Μα κι εγώ δεν κάνω το καθήκον μου; Καλός αφέντης του δεν είμαι; Κι όμως κάτι μου λείπει Θε μου. Κάτι που ούτε κι εγώ ξέρω τι είναι. Μου λείπει κάτι που θα μου έφερνε την πραγματική ευτυχία… (ακούγεται θόρυβος στα ξερόχορτα)
Μπα! Ο Άνταμ-κάτι θα ξέχασε.
(μπαίνει ο Βεθύ. Η Ζανέτ τον βλέπει έκπληκτη και τρομαγμένη)
ΒΕΘΥ
Μην τρομάζεις γυναίκα. Είμαι άνθρωπος κι εγώ. Μη φεύγεις. Να! Βλέπεις; Δεν κρατώ κανένα όπλο. Άνθρωπος είμαι γυναίκα! Καημένη! Τόσο έχεις ξεχάσει τους ανθρώπους μέσα σε εφτά μήνες; Μην τρομάζεις. Σώθηκα κι εγώ από το ναυάγιο. Το κύμα μ’ έριξε σ΄ ένα νησάκι κι εμένα.
(Κοιτάζοντας ψηλά)
Θεέ μου! Μπορώ και μιλώ Θεέ μου! Είδα πάλι ανθρώπου πρόσωπο. Τυχερός μέσα στην ατυχία μου...
(προς την Ζανέτ)
Άνθρωπος είμαι… ναυαγός κι εγώ κυρά μου. Μην τρομάζεις.
ΖΑΝΕΤ
(ακόμα ξαφνιασμένη)
Δεν τρομάζω. Ξαφνικά όμως βλέποντάς σε μπροστά μου… καταλαβαίνεις. Ύστερα δεν σε είχα δει στο πλοίο τόσες μέρες.
ΒΕΘΥ
Ίσως ταξίδευες σε άλλη θέση. Στην πρώτη;
ΖΑΝΕΤ
Ναι.
ΒΕΘΥ
Εγώ στην τρίτη. Γι αυτό. Εσύ τα έφτιαξες όλα τούτα ή είναι κι άλλος μαζί σου;
ΖΑΝΕΤ
(Κοιτάζει γύρω σαν θέλοντας να κερδίσει χρόνο. Ύστερα με σιγουριά)
Ναι. Μόνη μου. Εγώ.
ΒΕΘΥ
Είναι αυτό το τελευταίο νησάκι που έρχομαι. Δεν περίμενα να βρω ούτε εδώ κανέναν. Αλλά λάθεψα. Βρήκα μια όμορφη γυναίκα. Να έρθεις να μείνουμε στο νησί μου. Είναι πιο όμορφα εκεί.
ΖΑΝΕΤ
Παραπαίρνεις φόρα. Μου μιλάς σαν να με ξέρεις χρόνια.
ΒΕΘΥ
Είδα έναν άλλο άνθρωπο μετά από μήνες. Πώς θα έπρεπε να σου μιλούσα; Αλλά και τι πιο φυσικό ένας άντρας και μία γυναίκα να μένουν μαζί; Εμένα μου έχει λείψει πολύ μια ανθρώπινη συντροφιά τους μήνες ετούτους. Δεν μπορεί παρά να συμβαίνει το ίδιο και με σένα. Και σένα θα σου έχει λείψει μια παρέα.
ΖΑΝΕΤ
Πώς το ξέρεις;
ΒΕΘΥ
Μα είναι φυσικό.
(την πλησιάζει)
ΖΑΝΕΤ
Πώς σε λένε;
ΒΕΘΥ
Βεθύ. Και σένα;
ΖΑΝΕΤ
Ζανέτ.
ΒΕΘΥ
Εδώ θα ταίριαζε καλλίτερα να λεγόμασταν Εύα και Αδάμ.
(σιωπή)
ΖΑΝΕΤ
(σιγά)
Μόνοι μας είμαστε, μπορούμε να αλλάξουμε τα ονόματά μας.
ΒΕΘΥ
(Παίρνει απαλά το χέρι της Ζανέτ και το φιλάει)
Το μήλο μόνον μας λείπει.
ΖΑΝΕΤ
Δεν μας λείπει. Εδώ είναι. Και ώριμο μετά τόσον καιρό.
(φιλιούνται. Τα φώτα χαμηλώνουν, σβήνουν για λίγο και ξανανάβουν. Ο Βεθύ είναι καθισμένος στην καρέκλα και η Ζανέτ στα γόνατά του, έχοντας τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του)
Με έκανες ευτυχισμένη Βεθύ.
ΒΕΘΥ
Είσαι γυναίκα με όλα σου. Και πανέμορφη. Και πόσο θερμή… Θεέ μου!
(Την φιλάει. Κινώντας τον δείκτη του χεριού του προς αυτήν δήθεν επιτιμητικά)
Και ψεύτρα μέσα σ’ όλα.
ΖΑΝΕΤ
Μια φορά που είπα αλήθεια αυτή είναι.
ΒΕΘΥ
Δεν λέω γι αυτό. Αλλά για το πώς είσαι μόνη σου στο νησί. Μια γυναίκα με τα δικά σου χέρια, ντυμένη έτσι και να διαβάζει βιβλία, δεν μπορεί να έχει φτιάξει μόνη της όλα αυτά που βλέπω εδώ γύρω φτιαγμένα από χέρι ανθρώπου.
ΖΑΝΕΤ
Έχεις δίκιο. Καλά κατάλαβες. Ζω με τον άντρα μου. Έχει πάει σε μια πηγή στο πίσω μέρος του νησιού. Και όπου να ’ναι θα γυρίσει. Γι αυτό πρέπει να φύγεις τώρα. Μπορείς να έρχεσαι συχνά; Είναι κάποιο από τα κοντινά νησάκια το νησί σου;
ΒΕΘΥ
Για να βρίσκομαι κοντά σου η θάλασσα δεν μετράει. Πότε θα είσαι πάλι μόνη;
ΖΑΝΕΤ
Όποτε μου πεις ότι θα είσαι πάλι εδώ. Πότε;
ΒΕΘΥ
Μεθαύριο την ίδια ώρα.
ΖΑΝΕΤ
Εντάξει. Πήγαινε τώρα.
ΒΕΘΥ
Κανόνισε να έχουμε περισσότερη ώρα στη διάθεσή μας.
ΖΑΝΕΤ
Όση θέλεις Βεθύ.
(φιλιούνται)
ΒΕΘΥ
Γεια σου γυναίκα.
ΖΑΝΕΤ
Γεια σου. Μεθαύριο την ίδια ώρα.
(Ο Βεθύ βγαίνει)
Από την πρώτη στιγμή που τον είδα, κατάλαβα τι μου είχε λείψει όλον αυτό τον καιρό. Τι ωραία που είναι τώρα όλα! Και πρώτα η ζωή. Αγαπιέμαι διπλά! Και επιτέλους έχω ένα μυστικό από τον Άνταμ. Κάτι εντελώς δικό μου. Κάτι που με κάνει… πώς να το πω… ελεύθερη, ανεξάρτητη. Ναι, ανεξάρτητη! Δεν έχω πια υποχρέωση να μένω με κανέναν. Από εδώ και πέρα χάρη θα κάνω όχι μόνον στην ανεξαρτησία μου αλλά και σε όποιον χαρίσω τον έρωτά μου! Ω! Ελευθερία! Πόσο πιο αξιαπόλαυστα τα κάνεις όλα! Είναι σαν να απόκτησα ξαφνικά δυό ζωές! Και τις αξίζω. Κι ας το σκεφτώ και αλλιώς: έτσι που είμαι δοσμένη τόσο στον Άνταμ, δεν μου επιτρέπεται να έχω κάποιαν ανταμοιβή γι αυτό; Για τόσα χρόνια που είμαι πιστή στον άντρα μου, δεν μου πρέπει κάποια ανταπόδοση; Κι έχω αγάπη αρκετή και για τους δυο. Αγάπη! Αγάπη! Ας κυκλοφορούσε σαν νόμιμο νόμισμα ανάμεσα σε όλους! Κι αν παίρνω αγάπη και από αλλού, αυτό δεν σημαίνει ότι θα έχω να δώσω περισσότερη αγάπη στον Άνταμ; Ω! Άνταμ! Πόσο θα κερδίσεις και συ από την καινούργια μου γνωριμία! Αυτό μου έλειπε λοιπόν και δεν το ήξερα ή δεν τολμούσα να το ομολογήσω στον εαυτό μου: κι ένας άλλος άντρας! Ω! Τώρα είμαι αληθινά ευτυχισμένη. Έλα Άνταμ! Έλα να με βρεις όπως με ήθελες πάντα! Πολύ αλήθεια σε έχω παιδέψει με την θλίψη μου άθελά μου… Έλα. Θα βρεις μια γυναίκα εδώ όπως την θέλεις και όπως πραγματικά σου αξίζει –μια γυναίκα ευτυχισμένη! Ναι. Τώρα νιώθω ότι είμαι πραγματική γυναίκα. Μια γυναίκα που έχει όλα όσα ποθεί κάθε γυναίκα.
(υψώνει τα χέρια προς τομ ουρανό.Δυνατά)
Απατώ!
(Κόβει ένα λουλούδι και το μυρίζει)
Τι ωραία που μυρίζει!
Έλα Άνταμ να φάμε και να περάσουμε ένα όμορφο απόγευμα. Τώρα θα βλέπεις στο πρόσωπό μου ένα πρόσωπο πραγματικά χαρούμενο και λαμπερό. Και όταν χαμογελώ το χαμόγελο θα βγαίνει τώρα αληθινά από την ψυχή μου. Και πάντα έτσι. Τώρα δεν θα έχω ώρες μελαγχολικές. Ποτέ πάλι. Ούτε αύριο ούτε μεθαύριο. Είπα μεθαύριο-μεθαύριο μου είπε ότι θα έρθει πάλι ο Βεθύ. Και γιατί τάχα μεθαύριο; Αύριο έπρεπε να τόνε φέρω πάλι. Ω! Τώρα θα δώσω στον Άνταμ μια γυναίκα όπως την θέλει. Του αξίζει εξάλλου του καημένου, είναι τόσο καλός μαζί μου….
ΑΥΛΑΙΑ