ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Την πέτρα αυτή αν χρυσάφι ονομάσεις
είναι χρυσάφι
αν με αξιοπρέπεια
στο μέτωπό σου σαν διαμάντι σπάνιο την φορέσεις.
Αρκεί στις ειρωνείες να μην κιοτέψεις
και μη στα γέλια με ντροπή αποκριθείς,
μόνο να στέκεις όμορφα βαλμένος
και μεγαλοπρεπής
ως βασιλέας.
Τότε, κάποιος,
που ξαφνικά θα καταλάβει,
με σεβασμόν μπροστά σου θα υποκλιθεί.
Και ύστερα
θα τον ακολουθήσουν ένας ένας
οι άλλοι όλοι-
πια θα είσαι βασιλέας.
ΞΕΡΟΝΤΑΣ
Αύριο, λέγανε.
Όμως το αύριο δεν έρχονταν ποτέ.
Μόνο τα χτες έρχόνταν το ’να ύστερ’ από τ’ άλλο
όλο και πιο πυκνά
όλο πιο κοντινά
τόσο που δεν τα προλαβαίνανε,
όπως οι εργάτριες στα εργοστάσια της ζαχαροπλαστικής
δεν προλαβαίνουνε να ντύσουν με χρυσόχαρτο
τα όλο και πιο γρήγορα που στέλνει η μηχανή
σοκολατάκια.
Διάφορες αλχημείες δοκιμάσανε.
Να πούνε χτες το αύριο
να σβήσουνε τις νύχτες απ’ το χτες μικραίνοντάς το
να προχωρήσουνε πιο γρήγορα...
Όλα δειχτήκανε ανώφελα. Και τώρα
τα χτες τους έφτασαν ως τον λαιμό
και μόλις προλαβαίνουνε να πούνε
ό,τι ακόμα είναι να ειπωθεί,
ξέροντας όμως τώρα πια
πως αύριο δεν υπάρχει.
ΓΡΥΠΕΣ
Φύλακες του χρυσού.
Φύλακες.
Και κατά χιλιάδες έπεφταν οι Γρύπες
σε κάθε των μονόφθαλμων Αριμασπών επίθεση
Που να τους πάρουν θέλαν το χρυσάφι.
Στους φτερωτούς τους Γρύπες μέσα ποιος
τον έρωτα έβαλε για τον χρυσό;
Κανείς. Μόνο που καταλάβαιναν
πως αν δεν τον φυλάγαν
τότε αξία αυτός δεν θα ’χε
κι ούτε αυτοί ονομαστοί
θα έμεναν στην ιστορία.
Η αξία του χρυσού
αξία στη ζωή τους έδωσε.
Τώρα όλοι ξέρουν: σκληροί,
αδέκαστοι, πιστοί φύλακες οι Γρύπες,
Του χρυσού ήταν.
Έτσι αξία δίνει καθένας μας σε κάτι
και το τηρεί και το ευλογεί και το φυλάσσει-
άλλος χρυσό, άλλος αρχές, άλλος ιδέες.
Καλά πληρώνουν οι αξίες.
Παρασκευή 4 Απριλίου 2025
Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΤΟΥ ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗ
Δεν μπορούμε να λέμε τι είναι η δημοκρατία. Μπορούμε μόνον να λέμε τι δεν είναι δημοκρατία.
Είναι βέβαιο ότι ο Επιτάφιος δεν εκφωνήθηκε από τον Περικλή ούτε και από κανέναν άλλο.
Γράφτηκε από τον Θουκυδίδη, ο οποίος με τις πνευματικές και συγγραφικές του ικανότητες θέλησε να κάνει αυτόν το λόγο ένα μνημείο τελειότητας για την αγαπημένη πόλη του, την Αθήνα.
Μερικοί κάνουν ότι ξεχνούν ότι όλα όσα αναφέρονται στον Επιτάφιο δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, και θεωρούν πως η αρχαία Αθήνα ήταν ό,τι ο Επιτάφιος αυτός θέλει να μας παρουσιάσει. Και γενικεύοντας απλώνουν τον μανδύα της τελειότητας και σε όλη την αρχαία Ελλάδα, με αποτέλεσμα να δημιουργήσουν ένα μύθο δημοκρατίας, ελευθερίας και δικαιοσύνης, που δήθεν η αρχαία Ελλάδα είχε, με κέντρο της την Αθήνα, «αναπτύξει».
Και όσοι υποστηρίζουν αυτά, κάνουν ότι ξεχνούν πως όλοι οι πολιτισμοί που φάνηκαν πάνω στη γη και που στο μέλλον θα φανούν πάνω σ' αυτήν, έχουν την ίδια αξία και τον ίδιο σκοπό υπηρετούν.
Ας δούμε την αλήθεια λοιπόν για την αρχαία Αθήνα, και τον πολιτισμό της, όσο μας δίνει την ευκαιρία να το κάνουμε από τη μια οι παραδομένες σε μας πληροφορίες της ζωής στην τότε Αθήνα, και από την άλλη όσα βλέπουμε στον Επιτάφιο λόγο του Περικλή.
Χωρίς σπουδαίους προλόγους ας δούμε τον Επιτάφιο, όπως τον έγραψε ο Θουκυδίδης.
Εκεί είναι τα σπουδαία.
Στο 36-1 μας λέει ο Περικλής ότι θα αρχίσει την ομιλία του αναφερόμενος στους προγόνους.
Σε όλη την ομιλία του δεν ακούγεται η λέξη θεός.
Όλα τα έφτιαξαν οι πρόγονοι.
Ζητάει τη βοήθεια των προγόνων για να μπορέσει να πείσει τους ακροατές του για ό,τι πρόκειται να πει.
Αυτό δείχνει την αμετροέπειά του και επιτείνει την σκοπιμότητα της αναφοράς στους προγόνους, στους πατεράδες δηλαδή, τους παππούδες και τους προπαππούδες εκείνων που τον ακούνε τη στιγμή εκείνη που μιλάει.
Ποιος από του ακροατές του θα τολμούσε να αντιτείνει ότι οι πρόγονοί του δεν ήσαν άξιοι μιας τέτοιας μνείας;-ότι οι προγονοί του δεν έκαναν καλά ό,τι έκαναν;
Βάζει λοιπόν τα συγκαταβατικά θεμέλια με τον τρόπο αυτόν ο Περικλής και πια, εκεί πάνω μπορεί να χτίσει ό,τι θέλει, χωρίς τον κίνδυνο να γκρεμιστεί αυτό από κείνους που τον ακούνε.
Πάντοτε οι κυβερνήτες αρέσκονται να συνδέουν το παρόν με το παρελθόν, γιατί το παρελθόν είναι οι ρίζες από τις οποίες τρέφεται το παρόν, και άραγε μπορεί να σταθεί στα πόδια του το σήμερα.
Το παρελθόν είναι η παράδοση, είναι η πεπατημένη οδός, που καθοδηγεί σίγουρα τους κυβερνήτες εκείνους που δεν θέλουν να αλλάξουν τίποτε από τα υπάρχοντα, επειδή αυτά τους βολεύουν.
Στο 37-1 ο Περικλής μας λέει ότι δημοκρατία είναι το πολίτευμα όπου κυβερνούν οι περισσότεροι.
Η αρχαία Αθήνα είχε τρακόσες χιλιάδες κατοίκους. Από αυτούς οι εκατό χιλιάδες ήσαν δούλοι, οι εκατό χιλιάδες γυναίκες-χωρίς κανένα δικαίωμα συμμετοχής στα κοινά-,και μόνον οι υπόλοιποι εκατό χιλιάδες ήσαν αθηναίοι πολίτες.
Και μόνον οι πολίτες είχαν δικαίωμα συμμετοχής στα κοινά, όπως το δικαίωμα ψήφου.
Ξέρω τι θα μου πουν μερικοί-ότι τότε η δουλεία ήτανε θεσμός, και πως το να είναι κανείς δούλος ήτανε στοιχείο της τότε κοινωνίας και τα λοιπά και τα λοιπά.
Είτε όμως έτσι ήταν τα πράγματα είτε αλλιώς, δικαίωμα ψήφου είχε μόνον το ένα τρίτο των Αθηναίων.
Είναι αυτό Δημοκρατία;
Το δικαίωμα στην δίκαια κατανομή του πλούτου είναι ιστορικά γνωστό από πολλές άλλες πηγές, πως δεν περιλαμβάνονταν στα δικαιώματα που με τόσην απλοχεριά χάριζε στους αθηναίους πολίτες ο Περικλής.
Σαν άλλος θεός κι εκείνος είχε δώσει το δικαίωμα στους πολίτες του να τρώνε από τους καρπούς όλων των δέντρων, αλλά τους απαγόρευε να τρώνε από το δέντρο του Καλού, με άλλα λόγια του χρήματος, πλην ορισμένων που είχαν άφθονο το χρήμα και με αυτό στήριζαν τον Περικλή.
Είναι αυτό Δημοκρατία;
Και συνεχίζει λέγοντας πως ναι μεν όλοι οι Αθηναίοι έχουν ίσα δικαιώματα αλλού (πού:), όμως όταν πρόκειται να διαλεχτούν οι κυβερνήτες της πολιτείας, τότε δεν γίνεται κυβερνήτης ο κάθε πολίτης, αλλά ο ικανότερος.
Ας προσπαθήσουμε να δούμε ποιος μπορεί να ήταν ο ικανός για τα αξιώματα της πολιτείας στην αρχαία Αθήνα.
Θα ήταν ίσως ένας μανάβης που από μικρό παιδί δούλευε από το πρωί μέχρι το βράδυ για το μεροκάματο; Όχι βέβαια.
Ποιος θα ήταν;
Μήπως ένας μπακάλης, ένας ψαράς, ένας βιοτέχνης;
Όχι βέβαια.
Ποιος θα μπορούσε να είναι ο ικανότερος; Μα ποιος άλλος από ένα πλουσιόπαιδο που θα είχε τον χρόνο και το χρήμα να σπουδάσει τις επιστήμες και τις τέχνες που απαιτούνται για τον σκοπό αυτό;
Οι φτωχοί λοιπόν έξω και από τη διοίκηση της πολιτείας.
Ό,τι γίνεται και σήμερα σε όλη τη γη.
Είναι αυτή δημοκρατία;
Στο 37-2 διαβάζουμε: «Δεν κοιτάζουμε υποψιασμένοι ο ένας τον άλλον στις καθημερινές μας δουλειές-δεν θυμώνουμε με το γείτονά μας αν τυχόν κάνει κάτι κατά την όρεξή του, κι ούτε παίρνουμε την όψη του πειραγμένου, πράγμα που αν δεν βλάφτει, όμως στενοχωρεί τον άλλον.»
Αλήθεια τι θαυμαστή επίτευξη! Ο πλούσιος δεν παίρνει την όψη του πειραγμένου όταν βλέπει τον φτωχό να πεινάει, γιατί ο φτωχός μπορεί να στενοχωρηθεί από αυτό, και τότε πάει η Δημοκρατία- που δεν ανέχεται δα να στενοχωρεί ο ένας τον άλλον.
Αλλά ούτε ο φτωχός παίρνει την όψη του πειραγμένου όταν βλέπει τον πλούσιο να τον δυναστεύει, γιατί τότε θα υπήρχε ο φόβος ο πλούσιος να στενοχωρηθεί από αυτό και τότε πάει περίπατο η Δημοκρατία.
Εδώ η λογική λέει πως έχουμε να κάνουμε ή με ένα λαό ηλιθίων ή με ένα λαό που η καταπίεσή του από την εξουσία είχε τόση ζημιά κάνει μέσα του, ώστε να χαίρεται όταν αδικείται.
Και επειδή ηλίθιος τόσο πολύ κανένας λαός δεν είναι, ισχύει το δεύτερο σκέλος της υπόθεσης, ότι ο αθηναίος πολίτης ήταν τρομοκρατημένος μέχρι βουβαμάρας.
Τόσο μεγάλος πρέπει να ήταν ο τρόμος που είχε βάλει ο Περικλής μέσα στις ψυχές των φτωχών Αθηναίων, που αυτοί ούτε την όψη του πειραγμένου να μην μπορούν να πάρουν όταν νιώθανε πάνω στο πετσί τους την αδικία και τον εμπαιγμό του ισχυρού διπλανού τους…
Και δεν είναι καθόλου δύσκολο να εξηγήσουμε την κατάσταση αυτή στα πράγματα της Αθήνας: όταν ο φτωχός αθηναίος δεν έχει τα χρήματα που απαιτούνται για να πάει στα δικαστήρια όταν αδικείται, όταν ο πλούτος είναι εχέγγυο ατιμωρησίας, όταν βλέπει τον τρόπο με τον οποίο τιμωρούνται οι "σύμμαχοι" που τολμούν να σηκώσουν κεφάλι, τότε πώς αυτός θα διανοηθεί να σηκώσει το δικό του;
(αλλά γι αυτό και για τα δικαστήρια πιο κάτω).
Και αν κανένας από τους αθηναίους πολίτες είχε κάποιαν ελπιδοφόρα υποψία πως τα πράγματα δεν είναι τόσο άσχημα όσο δείχνουν, και θαρρούσε πως είχε περιθώριο άμυνας, αυτός, πηγαίνοντας στο θέατρο, έπαιρνε την σίγουρη απάντηση από το παράδειγμα που το θέατρο έδινε με τις παραστάσεις του, ώστε ο άμοιρος πολίτης εγκατάλειπε κάθε ελπίδα και ξαναγύριζε με σκυμμένο το κεφάλι στο μαντρί από όπου είχε προσπαθήσει να βρει διέξοδο.
Και μάλιστα τα χρήματα για το θέατρο τα έδινε στους πολίτες που δεν είχαν χρήματα για το εισιτήριο, ο Περικλής-η Πολιτεία!
Ήταν τα περίφημα «θεωρικά», που η προσφορά τους στον φτωχό πολίτη θεωρείται σήμερα σαν απόδειξη ότι ο Περικλής «μόρφωνε» ή ψυχαγωγούσε τους Αθηναίους.
Από τον θεσμό αυτόν ακριβώς όμως-των «θεωρικών»- φαίνεται όλη η προσπάθεια του αθηναϊκού καθεστώτος και όλη η βουλιμία του ξεσκεπάζεται, αν κανείς θέλει να δει τα πράγματα όπως είναι, και όχι όπως τα βλέπει ένας ομοτράπεζος του Περικλή-ή ένας απολογητής της πλουτοκρατίας.
Και να γιατί: αν οι αθηναίοι δεν είχαν λεφτά να πάνε στο θέατρο, καταλαβαίνει κανείς τη φτώχεια που τους έδερνε.
Αν πάλι είχαν λεφτά να πάνε στο θέατρο και δεν πήγαιναν, καταλαβαίνει πάλι κανείς ότι δεν ήθελαν να πάνε στο θέατρο.
Και όταν μιλάμε για θέατρο στην αρχαία Αθήνα, μιλάμε για ένα μέσο προπαγάνδας, μιλάμε για ένα μέσο που με αυτό περνούσε τη γραμμή της η κυβερνώσα παράταξη, μιλάμε για την κρατική τηλεόραση της εποχής. Και είναι γνωστή η αυστηρότατη λογοκρισία στην οποία υποβάλλονταν κάθε έργο πριν ανέβει στη σκηνή του θεάτρου-που από μία λέξη του κειμένου του κρέμονταν πολλές φορές και η ζωή του συγγραφέα!
Οι "μη υποψιασμένοι", "μη θυμώνοντες" και "μη πειραγμένοι" λοιπόν αθηναίοι, σπρώχνονταν από την πολιτεία να πάνε στο θέατρο για να ακούσουν το κήρυγμα της ισοπέδωσης, για να μάθουν το τίμημα της ανυπακοής, και για να μπορούν να συνεχίσουν να ζουν έτσι καταπιεσμένοι στην Αθήνα, την πόλη που θα φημίζεται για αιώνες μετά την εξαφάνισή της, σαν η πόλη που σε αυτήν γεννήθηκε η Δημοκρατία και η ελευθερία!...Τερατογενέσεις πράγματι.
Και ο «αρχιτέκτονας» του «Χρυσού αιώνα» της Αθήνας συνεχίζει στο 37-3: "...είναι πιο πολύ από εσωτερικό σεβασμό που δεν παρανομούμε, στους άρχοντές μας κάθε φορά πειθαρχικοί και στους νόμους, και μάλιστα σε όσους από αυτούς έχουν γίνει για να βοηθούν τους αδικημένους Αθηναίους και σε όσους, και άγραφοι που είναι, όμως φέρνει ομολογημένη ντροπή η μη τήρησή τους.»
Με "εσωτερικό σεβασμό" ο Περικλής εννοεί βέβαια τον εξωτερικό καταναγκασμό.
Γιατί η πειθαρχία στους άρχοντες όταν αυτοί αδικούν, δεν δείχνει εσωτερικό σεβασμό, αλλά τρόμο για τις συνέπειες μιας ανυπακοής.
Και το παράδειγμα το έχουμε μπροστά μας. Είναι αυτή τούτη η συγκέντρωση των πολιτών στην οποία μιλάει ο Περικλής. Μιλάει σε ανθρώπους που έχασαν μέλη αγαπημένα της οικογένειάς τους σε έναν πρόσφατο, που μάλιστα την ώρα αυτή της ομιλίας συνεχίζεται, πόλεμο. Πόλεμο που ο ίδιος ο Περικλής επιζήτησε (και που όπως μας λένε οι ιστορικοί, μπορούσε να έχει αποφύγει χωρίς να βλαφτεί ούτε η δόξα ούτε η ευμάρεια των εκλεκτών της αθηναϊκής πολιτείας).
Και πώς αλλιώς θα εξηγούνταν η στάση των πολιτών, να ακούνε να τους μιλάει για πειθαρχία στους άρχοντες, ο άρχοντας που με τις αποφάσεις του δημιούργησε στους ακροατές του τόσες δυστυχίες στον πρώτο κιόλας χρόνο του πολέμου, παρά σαν μοιρολατρία αλλά και φόβο για τις συνέπειες μιας αντίδρασης;
Αλλά πιο πειθαρχικοί ήσαν οι Αθηναίοι, μας λέει ο ομιλητής, στους νόμους που είχαν γίνει για να βοηθούν τους αδικημένους.
(΄Ωστε στην Αθήνα υπήρχαν και αδικημένοι!;
Κατά λάθος θα αδικούνταν βέβαια. Γιατί σε μια τέλεια πόλη όπως στην Αθήνα του Χρυσού Αιώνα του Περικλή θα είχαν παρθεί όλα τα ανθρωπίνως δυνατά μέτρα για να αποφευχθεί κάθε αδικία.
Ας δούμε όμως καλλίτερα και αυτήν την αποστροφή του λόγου.)
Ξέρουμε ότι στα δικαστήρια της Αθήνας σπάνια κατάφευγαν οι πολίτες για να βρουν το δίκιο τους όταν ο αντίδικος συνέβαινε να είναι πλούσιος. Και αυτό επειδή ο «δικηγόρος» -δηλαδή ο ρήτορας που έγραφε τον λόγο υπεράσπισης των κατηγορουμένων-ζητούσε τόσο πολλά χρήματα που οι φτωχοί δεν είχαν να τα πληρώσουν.
Το ίδιο απρόθυμοι ήσαν οι φτωχοί Αθηναίοι, οι περισσότεροι Αθηναίοι δηλαδή, να πάνε στο δικαστήριο, και όταν ακόμα ήσαν όχι ενάγοντες ή κατηγορούμενοι, αλλά και ένορκοι. Στην περίπτωση αυτή η απροθυμία τους οφειλόταν στο γεγονός ότι θα έχαναν το μεροκάματο. Τέτοιος φόβος δεν υπήρχε φυσικά για τους πλούσιους ενόρκους, με αποτέλεσμα να δικάζουν πρακτικά οι πλούσιοι. Και καταλαβαίνουμε τι συνέπεια είχε αυτό: τις δίκες τις κέρδιζαν πάντοτε οι πλούσιοι.
Είναι αυτό Δημοκρατία;
Αλλά, μας λέει το κείμενο του λόγου, οι αθηναίοι είχαν να υπακούν και σε άγραφους νόμους, που μάλιστα, αν παραβαίνονταν, θα έφερναν ντροπή στον παραβάτη.
Μπορούμε να υποθέσουμε με βεβαιότητα τέτοιους νόμους. Ένας θα ήταν ο νόμος που απαγορεύει την κλοπή, άλλος εκείνος που απαγορεύει το αντιμίλημα στους άρχοντες και στους κάθε λογής ισχυρούς.
Πήραμε μιαν ιδέα της αθηναϊκής δικαιοσύνης.
Στο 38 ακούμε ότι η μια γιορτή ερχόταν μετά την άλλη για να διασκεδάζουν οι αθηναίοι. Οι γνωστές φιέστες για να αποξεχνάει ο λαός τα βάσανα και τα δικαιώματά του και για να μην ξεσηκώνεται. Κάτι σαν τα σημερινά «δρώμενα» ή πανηγύρια της Ελλάδας.
Οι σύμμαχοι, δηλαδή οι υπόδουλοι στην Αθήνα υπόλοιποι έλληνες, πληρώνανε κάθε χρόνο το χαράτσι τους στην ισχυρή Αθήνα, οι αποικίες αρμέγονταν, οι δούλοι δούλευαν. Γιατί οι πλούσιοι αθηναίοι να μην καλοπερνούσαν με γιορτές και πανηγύρια (αλλά και φιλοσοφώντας, όπως θα δούμε πιο κάτω);
Ακόμα εδώ μαθαίνουμε πως αγαθά έρχονταν από μακρινά μέρη του κόσμου και πως τα αγαθά αυτά τα απολάμβαναν οι πλούσιοι Αθηναίοι με τόσην οικειότητα «σαν να τα είχε παράγει η δική τους γη»
Τόσο φυσικό αισθάνονταν να δουλεύουν άλλοι γι αυτούς.
Εκείνο που δεν μας λέει ο Περικλής είναι πόσοι από τους αθηναίους είχαν την οικονομική δύναμη να αγοράσουν αυτά τα αγαθά.
Στο 39 ο Περικλής συγκρίνει τη Σπάρτη με την Αθήνα για να αποδείξει πως η ζωή των αθηναίων είναι πιο ξεκούραστη στον καιρό της ειρήνης, χωρίς όμως και να υστερούν αυτοί στον πόλεμο όταν έρθει κι αυτουνού η ώρα.
Δεν διστάζει προτερήματα της σπαρτιατικής ζωής να τα βαφτίζει ελαττώματα, ώστε να αποδείξει την ανωτερότητα της αθηναϊκής κοινωνίας, με απώτερο σκοπό να δεχτούν οι ακροατές του ότι για μια τέτοια πατρίδα όπως η Αθήνα, αξίζει να πεθαίνουν νέοι άνθρωποι γι αυτήν, όπως αυτοί πάνω στα πτώματα των οποίων τώρα ο ίδιος ο Περικλής με τον Επιτάφιό του εκφωνούσε τον λόγο του..
Πέρα όμως από αυτά δεν βλέπουμε να υπάρχει στην Αθήνα η επιδίωξη κάποιου ιδανικού, που η ύπαρξή του θα δικαίωνε την υστερότερη φήμη της Αθήνας σαν της πόλης του φωτός του αρχαίου κόσμου. Σε έναν λόγο τέτοιας εμβέλειας θα περίμενε κανείς να ακούσει κάτι και για ηθική, για πνευματικούς προβληματισμούς, για κάποιον σκοπό της ζωής πέρα από τα γνωστά και κοινά για τους λαούς επιτεύγματα και αναζητήσεις. Και δεν παραβλέπουμε εδώ τις τόσες Σχολές φιλοσοφίας. Ακούμε μόνον να αντιπαρατάσσεται στον τρόπο ζωής των σπαρτιατών ο τρόπος ζωής των αθηναίων και με βάση αυτή την αντιπαράθεση και μόνον να επιζητείται να δειχτεί η ανωτερότητα της Αθήνας.
Καταλαβαίνει κανείς πως αυτά ενδιαφέρουν τις μάζες και γι αυτό εκεί επικεντρώνει το ενδιαφέρον του ο Περικλής.
"Αγαπάμε το ωραίο και μένουμε απλοί". Και πάλι: "Ο πλούτος είναι για μας αφορμή για έργα παρά για παινεψιές και λόγια", διαβάζουμε.
Γιατί όχι; Απλοί και χωρίς να λένε πολλά λόγια μένουν όσοι με ένα νεύμα τους μπορούν να τσακίσουν όποιον τους αμφισβητήσει κάποιο τους «δικαίωμα». Γιατί να φωνάζουν, να χειρονομούν, γιατί να παινεύονται ακόμα; Η κατάσταση είναι γνωστή σε όλους-όποιος παίζει με σημαδεμένη τράπουλα δεν εξάπτεται.
Στο ίδιο, μας ανακοινώνει ο αρχηγός της αθηναϊκής δημοκρατίας ότι οι αθηναίοι "αγαπούν" την θεωρητική σκέψη, αγαπούν δηλαδή να φιλοσοφούν.
Ας σταθούμε λίγο εδώ για να δούμε τη φιλοσοφία των αθηναίων.
Πολλές φιλοσοφικές σχολές θα βρούμε στην Αθήνα του Περικλή. Είτε σαν δημιουργήματα των γηγενών, είτε σαν διδασκαλίες ξενόφερτων ελλήνων φιλοσόφων.
Είναι γνωστό σε όλους ότι η φιλοσοφία στην Αθήνα ανθούσε. Και τόσο ώστε να λέγεται ότι η μετά τον Πλάτωνα φιλοσοφία δεν είναι παρά σχόλια στην φιλοσοφία εκείνου.
Και δεν είμαι ο ειδικός ώστε να κρίνω σχετικά.
Αυτό που όμως, με όλη μου την εκτίμηση στους φιλοσόφους και στην φιλοσοφία από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι και σημερα, μπορώ να δω, είναι ότι κάθε φιλόσοφος λέει τα δικά του, ώσπου καθένας τους να βρεθεί μπροστά στον τοίχο που πίσω του βρίσκεται η Αλήθεια, το Όντως Όν, το Είναι. Εκεί σταματάει η κάθε φιλοσοφία. Σταματάει δηλαδή μπροστά στην πόρτα που κρύβει την Αλήθεια. Την Αλήθεια που δεν την έχει βρει μέχρι σήμερα η φιλοσοφία. Με άλλα λόγια η φιλοσοφία είναι ακόμα φιλοσοφία και δεν έχει γίνει σοφία. Πράγμα άχρηστο έως και επικίνδυνο.
Και βέβαια όλα αυτά είναι μεγάλα επιτεύγματα της σκέψης. Όμως ικανά μόνον για να πουν στους ανθρώπους ότι μπορούν και σκέφτονται.
Το χειρότερο όμως είναι ότι από αυτές τις μεγάλες φιλοσοφίες των παλιών μεγάλων ελληνικών φιλοσόφων, επέζησαν εκείνες που υπηρετούσαν και που μέχρι και σήμερα υπηρετούν την πλουτοκρατία. Οι άλλες εξαφανίστηκαν από άμεσα χτυπήματα της τότε εποχής-η διδασκαλία τους δεν "διαφημιζόταν", τα βιβλία τους δεν προωθούνταν, οι ιδέες τους δεν εφαρμόζονταν.
Τρανό παράδειγμα γι αυτό, είναι ότι ο Πλάτωνας μάζεψε και ετοιμαζόταν να κάψει τα βιβλία του Δημόκριτου που κυκλοφορούσαν στην Αθήνα. Εμποδίστηκε να το κάνει από τους πυθαγορικούς Αμύκλα και Κλεινία, που του είπανε πως δεν θα πετύχαινε σπουδαία πράγματα με την πράξη του αυτήνε, μιας και τα βιβλία του Δημόκριτου κυκλοφορούσαν και εκτός Αθηνών.
Αλήθεια όλα τα έχουν όχι μόνον πει, αλλά και όλα τα έχουν κάνει πρώτοι οι αρχαίοι Αθηναίοι. Ο Χίτλερ δεν ήτανε ο πρώτος όταν έκαιγε τα βιβλία των εβραίων.
Τι ωραία Δημοκρατία!
Άλλα παραδείγματα δημοκρατίας: ο Σωκράτης καταδικάστηκε να πιει το κώνειο γιατί "εισήγαγε καινά δαιμόνια".
Τι ωραία δημοκρατία!
Ο Αναξαγόρας πάλι, όταν ήρθε να διδάξει στην Αθήνα, καταδικάστηκε σε θάνατο επειδή δίδασκε ότι ο ήλιος δεν είναι θεός αλλά μια διάπυρη μάζα (της οποίας μάλιστα ο μεγάλος αυτός προσωκρατικός προσδιόριζε το μέγεθος ίσο με εκείνο της Πελοποννήσου)
Τι ωραία δημοκρατία!
Σώθηκε από τον θάνατο γιατί φυγαδεύτηκα από τον Περικλή που ήτανε προσωπικός του φίλος.
Πώς άραγε δικαιολογείται ο αρχηγός μιας Δημοκρατίας να καταπατά τους νόμους που ο ίδιος όρισε;
Τι ωραία Δημοκρατία!
Εδώ έχουμε πια την απόδειξη για το πόσο οι αθηναίοι ήσαν ανοιχτοί σε «επιστημονικές» ανακαλύψεις ή ιδέες.
Καταδίκασαν τον Αναξαγόρα σε θάνατο, όπως οι Παπικοί θα καταδικάσουν αργότερα σε θάνατο όποιον έφερε νέες ιδέες ή πρόσφερε νέες ανακαλύψεις στην κοινωνία. Πολλοί κάηκαν στην πυρά τον μεσαίωνα. Ο Γαλιλαίος ομολόγησε πως «δεν γυρίζει» για να σώσει το κεφάλι του. Η Υπατία, στην Αλεξάνδρεια, δεν καταδέχτηκε να δηλώσει υποταγή και διαμελίστηκε από τους χριστιανούς.
Φαίνεται ότι αυτοί που έκαιγαν τα φωτεινά μυαλά αιώνες μετά τους Αθηναίους, το διδάχτηκαν από την δημοκρατική Αθήνα του Περικλή.
Ας μην ξεχνάμε ακόμα ότι ο Αριστείδης εξορίστηκε γιατί ήταν δίκαιος. Πώς άραγε ένας δίκαιος εξορίζεται από μια δημοκρατική πολιτεία, αυτό δεν μας το εξηγεί κανείς από τους υμνητές της αθηναϊκής δημοκρατίας.
Όμως, και εδώ: τι ωραία δημοκρατία!
Και μιας και το έφερε η κουβέντα, ας πούμε πως ούτε η Μαφία είναι εφεύρημα των ιταλών. Γιατί στην Αθήνα κυκλοφορούσαν ελεύθερα οι καλούμενοι "συκοφάντες", οι οποίοι έπαιρναν χρήματα από πολίτες για να μην τους συκοφαντήσουν στέλνοντάς τους στα δικαστήρια για κάτι που δεν είχαν κάνει! Και οι πολίτες τα έδιναν τα χρήματα αυτά για τον λόγο που είπαμε πιο πάνω, ότι δηλαδή τα δικαστήρια, που θα έδειχναν ίσως πως αυτοί δεν έκαναν την πράξη για την οποία κατηγορούνται, ήθελαν τόσο πολλά λεφτά για τους ρήτορες, που ήτανε συμφερότερο γι αυτούς να πληρώσουν τον συκοφάντη πριν εκείνος τους …συκοφαντήσει.
Τι ωραία δημοκρατία!
Βλέπουμε και από αυτά πόσο δημοκρατία ήτανε η δημοκρατία της Αθήνας, πόσο αγγελική ήταν η αθηναϊκή κοινωνία και τέλος πόσο δικαιοσύνη ήταν η δικαιοσύνη της.
Έτσι επικράτησαν οι συντηρητικές φιλοσοφίες και κύρια η φιλοσοφία της πλουτοκρατίας-του Πλάτωνα, η οποία στήριξε τους ισχυρούς κάθε εποχής, μιας και, επειδή βοηθούσε τους Αθηναίους στην καταδυνάστευση των αδύναμων, την υιοθέτησαν και οι επόμενοι σαν την κυρίαρχη και αλάθητη φιλοσοφία.
Και η μετέπειτα και σημερινή Δύση-όπως η ίδια λέει- υιοθέτησε τα της αθηναϊκής δημοκρατίας διδάγματα και ακολούθησε τις φιλοσοφικές επιταγές του Πλάτωνα, ενός καλοζωισμένου αριστοκράτη, για να φτάσει σήμερα στα χάλια που έχει.
Πιο κάτω βλέπουμε ότι πιθανόν ο Πανάγαθος (ο Θεός των Χριστιανών), όταν έφτιαξε τους αγγέλους, άφησε μερικούς παράμερα για να τους στείλει στην αρχαία Αθήνα όταν θα εμφανιζόταν ο Περικλής, για να έχει αυτός αγγελικούς υπηκόους. Αλλιώς δεν εξηγείται η ομοιότητα των αγγέλων, με των αθηναίων όπως μας την παρουσιάζει στον Επιτάφιο ο Περικλής: «Και στην καλή διάθεση απέναντι στους άλλους δεν έχουμε την ίδια γνώμη με τον πολύ κόσμο…» (αλίμονο, δεν θα διέφεραν και εδώ από τους άλλους προς το καλύτερο-όπως και στα άλλα;)
Ακόμα: «…Τους φίλους μας ζητούμε να τους κερδίσουμε με το να κάνουμε εμείς καλό, όχι οι άλλοι σε μας. Κι είναι πιο σίγουρος εκείνος που κάνει το καλό ότι θα κοιτάξει τη χάρη που του χρωστούν να την κρατήσει με τη συμπάθεια που θα δείχνει σ’ αυτόν που ωφέλησε."
Όλοι ξέρουν το καλό που οι αθηναίοι έκαναν στους συμμάχους τους, όπως στην Μήλο για παράδειγμα, και ακόμα περισσότερο πόση "συμπάθεια" έδειχναν σ' αυτούς, προκειμένου να κρατήσουν τη "χάρη" που οι σύμμαχοι αυτοί τους χρωστούσαν...
Ωραία δημοκρατία!
Αλλά στο ίδιο-στο 40-1-, βρίσκεται και η πεμπτουσία του παραληρήματος του Περικλή-βρίσκεται το ζουμί όλης της υπόθεσης του ανθρώπινου δράματος, βρίσκεται δηλαδή συμπυκνωμένο το ευαγγέλιο των καταπιεστών και των εκμεταλλευτών του ανθρώπου από τους εκάστοτε κρατούντες.
Διαβάζουμε λοιπόν (τα κεφαλαία γράμματα είναι δικά μου): «ΚΑΙ ΤΗ ΦΤΩΧΕΙΑ ΤΟΥ ΝΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΕΧΤΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΝΤΡΟΠΗ. ΠΙΟ ΝΤΡΟΠΗ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΚΟΙΤΑΞΕΙ ΔΟΥΛΕΥΟΝΤΑΣ ΝΑ ΤΗΝ ΞΕΦΥΓΕΙ.»
Μ' άλλα λόγια: ΔΟΥΛΕΨΤΕ ΣΚΛΑΒΟΙ. Και μη φοβόσαστε, δεν πρόκειται να σας κατηγορήσουμε επειδή δεν έχετε λεφτά (διότι εμείς τα έχουμε όλα), όμως α, ούτε και θα σας ανεχτούμε τεμπέληδες (γιατί τότε ποιος θα συντηρεί και θα μεγαλώνει τον πλούτο ημών-των πλουσίων;)
«Αρχή ενός ανδρός» χαρακτηρίζεται από τον ίδιο τον Θουκυδίδη η Περίκλεια Διακυβέρνηση της Αθήνας, δίνοντας την σωστή εξήγηση στα αναγραφόμενα από τον ίδιο στον «Επιτάφιο».: «…ἐγίγνετό τε λόγῳ μὲν δημοκρατία, ἔργῳ δὲ ὑπὸ τοῦ πρώτου ἀνδρὸς ἀρχή.»
Τι ωραία δημοκρατία!
Η θεωρία για το δίκαιο του ισχυρότερου σε πλήρη άνθιση και καρποφορία. Ή ζούγκλα σε ολόκληρη τη μεγαλοπρέπειά της-ιδού η δημοκρατία της Αθήνας του Περικλή.
"Η πόλη μας είναι το σχολείο της Ελλάδας", επαιρόμενος λέει ο Περικλής.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι, δυστυχώς για τον άνθρωπο, η Αθήνα υπήρξε και το σχολείο για τη Δύση, γι αυτό και η Δύση έχει τα χάλια που έχει.
Ίσως όμως έτσι το παρατραβάμε το πράγμα. Και θα ήταν καλλίτερα να λέγαμε ότι από υπάρξεως του ανθρώπου τέτοιες ήταν όλες οι κοινωνίες που αυτός έφτιαξε-ότι η φύση του ανθρώπου είναι που πάντοτε τον οδηγεί να φτιάχνει τέτοιες κοινωνίες. Και όλη την εξύμνηση και όλη την καταδίκη να την «λούζεται» ο Περικλής επειδή ο Θουκυδίδης το θέλησε, γράφοντας αυτό τον λόγο.
Ακόμα μπορούμε να διαβάσουμε στον λόγο του Περικλή:
"Η πόλη μας είναι η μόνη από τις τωρινές, που ούτε στον εχθρό, που ήρθε να τη χτυπήσει, δίνει να θυμώσει, από τι ανθρώπους κακοπαθεί, ούτε στον υπήκοο να παραπονεθεί ότι τον εξουσιάζουν ανάξιοι"
Ακόμα: "Και μόνον εμείς κάνουμε άφοβα το καλό στον ένα και στον άλλο, πιο πολύ γιατί έχουμε την πίστη πως είμαστε άνθρωποι ελεύθεροι, παρά γιατί λογαριάζουμε το συμφέρον μας".
Ναζωραίε, τώρα το ξέρουμε: το βάθρο της διδασκαλίας σου (το "αγαπάτε αλλήλους"), το έκλεψες από τον Περικλή!
Στο 41-5 το συμπέρασμα: για μια τέτοια πόλη αξίζει να πεθαίνει κανείς, όπως πέθαναν και αυτοί που σήμερα εδώ τιμούνται. Αλλά αξίζει να πεθάνουν κι άλλοι για χάρη της.
Και αυτό είναι το ρεζουμέ του όλου λόγου του Περικλή.
Άλλωστε γι αυτό το συμπέρασμα εκφωνήθηκε και ο λόγος ολόκληρος: για να προετοιμάσει τους αθηναίους ότι θα σκοτωθούν πολλοί ακόμα σ’ αυτό τον πόλεμο.
Στη συνέχεια βλέπουμε τον Περικλή, σαν παντοδύναμος που είναι, να δίνει άφεση όλων των αμαρτιών εκείνων που έπεσαν για την πατρίδα. Λέει ότι και αν ακόμα κάποιος από αυτούς που έπεσαν υπέρ πατρίδος ήτανε "κάπως κακός" («κάπως κακός» γιατί ποιος αθηναίος θα μπορούσε να είναι πολύ κακός;)-όταν λοιπόν αυτός ο κάπως κακός, πέθαινε πολεμώντας, διαγράφονταν όλες του οι αδικίες.
Ακόμα ομολογεί ο Περικλής πως ο πόθος των φτωχών Αθηναίων ήτανε να γίνουν μια μέρα πλούσιοι, και μάλιστα ότι ο πλούτος ήτανε σκοπός ζωής, ώστε να θεωρείται πως η θυσία του πόθου αυτού, (που συνίστατο στον θάνατο για την πατρίδα), εθεωρείτο και το μέτρο της αγάπης του φτωχού για την πατρίδα(!)
Αλλά στο ίδιο μαθαίνουμε ότι τόσο οι αθηναίοι ήσαν άσχετοι προς τον φόβο, ώστε πεθαίνοντας γλίτωναν όχι από τον φόβο (που ποτέ δεν θα μπορούσαν, σαν Αθηναίοι να νιώσουν), αλλά από την ιδέα ότι θα μπορούσαν να φοβηθούν(!)
Στο 43 φτάνει ακόμα ο Περικλής, για να ερεθίσει τη φτιαχτή φιλοπατρία των αθηναίων, να χρησιμοποιήσει ακόμα και το ερωτικό αίσθημά τους. Τους υποδείχνει ν' αγαπήσουν την πατρίδα σαν ερωμένη.
Το Άσμα Ασμάτων, οι ύμνοι για την Παναγία και ο Νυμφίος που έρχεται εν τω μέσω της νυκτός μάς έρχονται στο νου μέσα από τα πονηρά επιχειρήματα του Περικλή στην προσπάθειά του να κρατήσει τα κεκτημένα.
Στο 44 μαθαίνουμε από το στόμα του Περικλή ότι ευτυχία είναι να πεθαίνει ο αγαπημένος των αθηναϊκών σπιτιών για την πατρίδα και όσοι έμειναν ζωντανοί να τον θρηνούν!.. Πόσο ο Περικλής αλήθεια δεν διστάζει να πατάει πραγματικά επί πτωμάτων, για να διατηρήσει αλλά και να αυξήσει τον πλούτο, και τον δικό του, αλλά και της παρέας που τον στήριζε…
(Συμπληρώνει, ευτυχώς, πως του είναι δύσκολο να κάνει τους ακροατές του να το πιστέψουν αυτό. Μπράβο του!)
Επίσης, στο ίδιο, έρχεται η προτροπή-εντολή για την μεγάλη ανάγκη: την τεκνοποίηση από όλους-και από αυτούς που έχασαν τα παιδιά τους σ' αυτό τον πόλεμο!-για να πεθάνουν και τα παιδιά αυτά σε κάποιον άλλο πόλεμο!
Τι αισθήματα και ιδέες πρέπει αλήθεια να έχει ο Περικλής ώστε πριν θαφτούν τα παιδιά τους εκείνα, αυτός, μιλώντας ακριβώς σε εκείνους που έχασαν τα παιδιά τους στον πόλεμο, να τους ζητάει κι άλλα-για να πεθάνουν και κείνα σε πόλεμο! Και δεν πρόκειται μόνον για απαίτηση. Τους προειδοποιεί και τους απειλεί μαζί, υπενθυμίζοντάς τους ότι «όποιος δεν έχει παιδιά, δεν θα έχει λόγο στα κοινά…»!
Απευθύνεται όμως και στα γερατειά ο αρχηγός της αθηναϊκής ηγεμονίας. Και τι τους λέει; «Ζήστε όσο ζήστε τρώγοντας τιμή. Γιατί λεφτά μην περιμένετε αφού πια δεν μπορείτε να δουλέψετε ή να πολεμήσετε. Γιατί, να ξέρετε, "χαρά δεν είναι να κερδίζει κανείς χρήματα, είναι να τον τιμούν"!...»
Η ελληνική γλώσσα, με τη συνέχειά της μας δίνει καμιά φορά χειροπιαστή την ποταπότητα της σκέψης και της συμπεριφοράς των αρχηγών κρατών, που χρησιμοποιούν τις ίδιες ακριβώς λέξεις για να παραπλανήσουν και να ληστέψουν τους λαούς που κάθε φορά τους ακούνε-κάτι έχουν να πουν γι αυτό τα «τιμημένα γερατειά» της πατρίδας μας…
Στο 45 πιάνει τώρα και τα παιδιά και τους αδερφούς όσων κείνται νεκροί μπροστά στα μάτια όλων εκεί. Τους θυμίζει-μη τύχει και κανένας το ξεχάσει-πως κι εκείνοι, όταν έρθει ή ώρα, πρέπει κι αυτοί να πεθάνουν-είχε δα πολλά χρόνια ακόμα ο πόλεμος εκείνος για να τελειώσει..
Και τελειώνει ο δημοκράτης Περικλής με τις γυναίκες που έμειναν δίχως άντρα, λέγοντάς τους αυτό που ήδη ξέρουν, ότι δηλαδή πρέπει να είναι φρόνιμες γιατί έτσι θα έχουν δόξα.
Δόξα σε όλο το συγγενολόϊ. Να! ένα μεγάλο καλό του πολέμου-μοιράζει τόσο απλόχερα τη δόξα!
Βέβαια ο λόγος αυτός ποτέ δεν εκφωνήθηκε. Ο Θουκυδίδης ήθελε να δώσει το παράδειγμα ενός τέλειου κράτους -πόλης με το λόγο του αυτόν. Είπε δηλαδή ένα παραμύθι. Μ' αυτό συμφωνούμε, ένα παραμύθι πιο πάνω είτε πιο κάτω δεν βλάφτει. Βλάφτει όμως και πολύ μάλιστα, να παίρνουν στα σοβαρά μερικοί το "μεγαλείο" της Αθήνας, και να το προβάλουν για παράδειγμα προς μίμηση κάποιας δήθεν δημοκρατικής, δήθεν ελεύθερης, δήθεν δίκαιης πολιτείας.
Πέμπτη 3 Απριλίου 2025
Από τους «ΣΤΙΧΟΥΣ ΤΗΣ ΠΑΡΕΑΣ»
Της Αμερικής
ΣΤΟΝ ΦΙΛΟ ΓΙΑΝΝΗ
Φίλε Γιάννη! Φίλε Γιάννη!
πού το ρέμα τάχα βγάνει;
πού μας πάει η ζωή
με την τόση της ορμή;
Ή με ήλιο η με αέρα
τρέχουμε όλη την ημέρα-
όλη μέρα στη δουλειά
και τα βάσανα ζαλιά.
Τo πρωί όταν ξυπνούμε
πρέπει κιόλας να βιαστούμε-
σηκωθήκαμε αργά
και η ώρα προχωρά.
Ξούρα, ντους, ντύσιμο, μάσα
δίχως ρέγουλο κι ανάσα.
Και ορμάμε βιαστικοί
και σκορπάμε εδώ κι εκεί.
Και σπαρίλας του θανάτου
πάει καθένας στη δουλειά του.
και τ’ ωράριο αρχινά
να τελειώσει που ξεχνά.
Ο πελάτης να γκρινιάζει
ν’ απαιτεί και να φωνάζει
και πιο κει σα μυστικός
χωροφύλακας ο boss.
Ο καθένας το δικό του
το μακρύ και το κοντό του
και μιλάν όλοι μαζί
και βοά το μαγαζί.
Κι όλο κάτι πάντα βγαίνει
και στη μύτη μας μάς μπαίνει-
μια εκείνο και μια αυτό
δε στεκόμαστε λεφτό.
Κι αν γεμάτη θέμε τσέπη
Σ’ όλους "yes" να λέμε πρέπει
κι είδος σπάνιο το κοινό
εκατάντησε το "no".
Κι αποσταίνει το δολάριο
και τελειώνει το ωράριο
και το κάρο καβαλάς
και στο σπίτι πλέον πας.
Κι όπως συ κανείς αν λάχει
λογική γυναίκα να ’χει,
τότε θα ξεκουραστεί
σα στο σπίτι του βρεθεί.
Μα οι κακόμοιροι οι άλλοι
και στο σπίτι το ίδιο χάλι:
ο αιώνιος πελάτης-
η γυναίκα- το χαβά της.
Μα και γκρίνια να μην έχεις,
και στο σπίτι πάλι τρέχεις.
Είναι του σπιτιού οι δουλειές
κι αναγκαίες και πολλές.
Να! εχάλασε η βρύση,
Να! το τζάμι έχει ραϊσει,
Να! εγδάρθηκε ο σοβάς
και καιρός ούτε να φας.
Και με το ’να και με τ’ άλλο
ή μικρό είτε μεγάλο
κάθε μέρα ξεψυχά
σα δελφίνι στα ρηχά.
Και απ’ όλες τις ημέρες-
κάθε μια και δυο φοβέρες-
σαν εικόνα ελκυστική
μένει μόνο η Κυριακή.
Οι νεκροί έξω απ' την κάσσα!
Επιτέλους! Μία ανάσα!
Δεν μπορεί, όσο να πεις
κάπως θα ξεκουραστείς.
Μα κανείς προτού να κάτσει
πρέπει κάτι να κοιτάξει...
δύο μοναχά λεφτά...
έτσι...να...στα πεταχτά...
Να! Θα πρέπει να κουρέψει
το γρασίδι που 'χει αγριέψει
και τα δέντρα εκειδά
να κλαδέψει χαμηλά.
Την κουζίνα ν' ασβεστώσει
που οι καπνοί έχουν λερώσει
τη λαβή του καναπέ
να γυαλίσει και απέ...
Απέ χάραγμα το κλήμα.
Και τα λάχανα-τι κρίμα-
δεν εκάναν προκοπή,
λίγο θέλουνε φουσκί.
Και την πόρτα να στεριώσει
που ’χει εσχάτως χαλαρώσει
(βλέπεις αν δεν προσεχτεί
το τσαρδί θα ρημαχτεί...)
Ε! Αφού αυτά θα κάμει
κι έχει πλέον αποκάμει
όση μέρα μένει πια
του ανήκει οριστικά.
Α! Δουλειές και φασαρίες...
Μήπως στέκουμε κι αργίες;
Σα στη λεμονιά οι ανθοί
όλο κάτι θα βρεθεί.
Από το πρωί ως το βράδυ
ακλουθάμε το κοπάδι.
Κι απ' το βράδυ ως την αυγή
εφιάλτης η σφαγή.
Μακριά από την πατρίδα
(δέκα χρόνια δεν την είδα)
μακριά απ’ τα ιερά
βράχια, χώματα, νερά.
Φίλε Γιάννη! Φίλε Γιάννη!
Πού το ρέμα τάχα βγάνει;
πού μας πάει η ζωή
με την τόση της ορμή;
SARAH ANN
(Στην Τζούντυ, τσέκερ στο Χιουζ Μάρκετ, για τη νιογέννητη κορούλα της Σάρα-Αν)
Όταν κάνεις σε μια μάχη συνεχείς υποχωρήσεις
τι καλά είναι να βλέπεις ότι έρχονται ενισχύσεις...
Kαι τι κέρδος στον αγώνα των ανθρώπων με τα κτήνη
κατά μιαν έστω μονάδα η ανθρωπιά τους ν' αβγατήνει...
Έτσι τώρα όπου ανθρώποι και ψυχές όπου ανθίζουν
τη Sarah Ann όλες κοιτάζουν κι όλοι αυτήν καλωσορίζουν.
Κι είσαι συ που έχεις Τζούντυ τον στρατιώτη αυτόν χαρίσει
στους ανθρώπους-συ την έχεις λίγες μέρες πριν γεννήσει..
Και αφού απ' το δεντρί σου η Sarah Ann είναι κλωνάρι
φυσικό είναι τους χυμούς σου και τα δώρα σου να πάρει.
Και τι όμορφο που είναι! Τι γλυκούλι στρατιωτάκι!
Πρώτη της φορά η Φύση τέτοιο έφτιαξε μωράκι.
Τι χειλάκια τρυφερούλια-σαν ανθένια πεταλάκια
τι ματάκια λαμπερούλια-σαν μικρά δυο αστεράκια.
Τι ροδοπλασμένα αυτάκια! τι μυτούλα ζαχαρένια!
τι χεράκια! τι λαιμάκια! Και στην όψη τι ευγένεια!
Και τι έκφραση εξυπνούλα και τι γλύκα που μεθάει
το μικρούλι προσωπάκι σ' όσους το θωρούν σκορπάει..
Α! Και όταν το μωρό σου λίγο Τζούντυ μεγαλώσει
τι καρδούλες που θα κάψει τι καρδούλες που θα λιώσει..
Μα κι αχτίδες καλοσύνης κι ανθρωπιάς και ήθους μύρα
όπου πάει κι όπου γυρίζει θα σκορπάει εναγύρα.
Αλλά Τζούντυ, μέχρι τότε φρόντιζε και πρόσεχέ το
κι όπως κάνεις μέχρι τώρα σαν το φως σου φύλαγέ το.
Α! Και κάτι άλλο ακόμα: τις ωραίες όταν μέρες
για βολτούλα τηνε βγάζεις σαν' τις άλλες τις μητέρες
κάθε μια σας τ' όνομά της (έτσι μου 'ρθε μια σκέψη)
να 'χει πάνω της γραμμένο μη κανείς και σας μπερδέψει…
ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΜΑΤΑ
(Στον καινούργιο ιερέα της Αγίας
Σοφίας του Λος Άντζελες,
όπου κάθε Πέμπτη απόγεμα
ερμήνευα τη Γραφή στους πιστούς)
Καλώς ήρθατε καινούργιε μας ιερέα
Στου Λος Αντζελες την πρώτη εκκλησά.
Να περάστε σας ευχόμαστε ωραία-
Πάντα πρίμος ο αέρας να φυσά.
Στο Χριστό που λίγες μέρες πριν ανέστη
Προσευχόμαστε καλά να σάς κρατά.
Απ’ το κρύο να σάς φυλάει κι απ’ τη ζέστη
Κι όλα υπέρ για σάς τα κάνει τα κατά.
Από σάς προσμένουμε όμως και μεις κάτι:
Η ιδέα που το ράσο πυρπολεί
Στων πιστών να λάμψει τ’ άφωτο το μάτι
Και ν’ αγνίσει την ψυχή τους τη θολή.
Και η σύναξη της Πέμπτης μας ετούτη,
Το Σκολειό μάλλον ετούτο το Κρυφό,
Μ’ όσα μέσα Του μεγάλα κλείνει πλούτη
"Καλώς ήρθατε" σάς εύχεται κι αυτό.
-----
ΖΩΕΣ
Ένας Αρειανός
γυρνάει στον Άρη από τη Γη
μετά την πρώτη εκεί επίσκεψή του.
Πλήθη λαού
και δημοσιογράφοι Αρειανοί τόνε κυκλώνουν
να μάθουν τα της Γης αδημονώντας.
Και κείνος: "Τα πράγματα είναι όπως ακριβώς τα περιμέναμε.
Τίποτα καινούργιο. Μόνο θάλασσες, δάση, ψάρια, και άνθρωποι, και κτίρια, κι αυτοκίνητα…
Από ζωή ούτε ίχνος!"
ΟΙ ΒΡΥΚΟΛΑΚΕΣ
Μηχανές παλεύουμε με ζήλο να φτιάξουμε
-και φτιάχνουμε-που μ' αυτές από μακριά
ένας τον άλλονε ακούμε.
Και ακούραστα δουλεύουμε και φτιάχνουμε οθόνες,
για να βλεπόμαστε άνθρωπος μ' άνθρωπο από μακριά.
Κι όποιος μας βλέπει έτσι αεικίνητους,
ζωηρούς απ' αυτό πολύ μας λέει.
Κι ενώ για τη ζωντάνια μας χαιρόμαστε
και τραγουδάκια ταιριαστά με τη δουλειά μας λέμε,
την ίδια ώρα κάποια ορχήστρα μέσα μας
νεκρώσιμα εμβατήρια όλο εκτελεί για μας,
που νεκροί είμαστε και βρυκολακιασμένοι
και στον τάφο μας μέσα περπατάμε
και μαστορεύουμε.
Η ΔΕΝΤΡΟΦΥΤΕΨΗ
Η Έμιλυ μου έπιασε το χέρι. «Πάμε να φυτέψουμε δέντρα» μου είπε.
Χάρηκα. Τα δέντρα μας δίνουν οξυγόνο.
Κοντά μας ήταν ένα παρτέρι με πρασινάδα.
Η Έμιλυ κρατούσε στο χέρι της ένα μπουκάλι με νερό, και σπόρους από τα δέντρα της πλατείας.
Με οδήγησε ως στην πρασινάδα.
Άπλωσε το πόδι της και με το πίσω μέρος του παπουτσιού της έσκαψε λίγο το χορτάρι ώσπου φανερώθηκε το χώμα.
«Βλέπεις;», μου λέει. «Τώρα θα φυτέψω το δέντρο.»
Έβαλε μέσα στο σκαμμένο έδαφος έναν από τους σπόρους που κρατούσε.
«Τώρα λίγο νερό», είπε.
Άνοιξε το μπουκάλι και έριξε λίγο νερό πάνω στον σπόρο. Ύστερα μάζεψε από κάτω ένα μισοσαπισμένο φύλλο από τα πολλά που ήσαν πεσμένα γύρω, και σκέπασε τον σπόρο με προσοχή.
«Τώρα πρέπει να τον πατήσουμε λίγο» μου είπε. Άπλωσε το πόδι της και πάτησε ελαφρά πάνω στο φύλλο.
«Εντάξει» είπε, «τώρα ένα άλλο δεντράκι.»
Ένα βήμα πιο πέρα, άνοιξε μιαν άλλη γουβίτσα.
«Βλέπε», μου λέει, «πώς θα το κάνω.»
Έβαλε τον σπόρο στο πώμα του μπουκαλιού, και έβαλε το πώμα στην χωμάτινη επιφάνεια που είχε με την φτέρνα της φτιάξει. Ύστερα έριξε λίγο νερό μέσα στο καπάκι. Πήρε πάλι ένα φύλλο και το έβαλε πάνω στο πώμα με τον σπόρο και το νερό, πατώντας το μετά ελαφρά.
Πηγαίνοντας ένα βήμα πιο πέρα, «Τώρα κάνε το κι εσύ», μου είπε, και μου έδωσε έναν σπόρο και το μπουκάλι με το νερό.
Έσκαψα λίγο με την φτέρνα μου ώσπου φάνηκε το χώμα.
Την κοίταξα.
Μου είπε «Βάλε τον σπόρο».
Έβαλα τον σπόρο, πήρα ένα φύλλο από κάτω και πήγα να το βάλω πάνω από τον σπόρο.
«Όχι! Ξέχασες το νεράκι! Αν δεν έχει νεράκι το δέντρο, δεν μεγαλώνει …»
Έριξα λίγο νερό πάνω από τον σπόρο.
«Τώρα βάλε το φύλλο!», μου είπε, τονίζοντας το «τώρα».
Έβαλα το φύλλο, και πάτησα ελαφρά πάνω του.
«Έτσι μπράβο!» μου είπε. «Εντάξει, τα φυτέψαμε τα δέντρα μας!»
Με πήρε πάλι από το χέρι και προχωρήσαμε έτσι μέχρι την μητέρα της που στεκόταν βλέποντάς μας λίγα μέτρα μακριά.
Την άλλη μέρα το πρωί, Δευτέρα, πήγα και είδα τα δέντρα που είχαμε φυτέψει.
Οι σπόροι είχαν βλαστήσει.
Ένα κύμα ευτυχίας με κυρίεψε. Τρία δέντρα σε μια εποχή που τα δέντρα είναι τόσο πολύτιμα!
Την Τρίτη, τα δέντρα είχαν φτάσει σε ύψος δέκα εκατοστών!
Αύριο Τετάρτη, θα πάω να πω της Έμιλυ ότι τα δέντρα μας άρχισαν να μεγαλώνουν.
Μόνο δεν ξέρω αν θα με αφήσουν να μπω στο Νηπιαγωγείο.
Αν όχι, θα τήνε δω την Τετάρτη το απόγευμα στις κούνιες, που την πηγαίνει η μαμά της για να παίξει εκεί μαζί με τα άλλα κοριτσάκια με τις κούκλες τους.
Τρίτη 1 Απριλίου 2025
ΤΟ ΠΛΥΝΤΗΡΙΟ
Μετά από κάθε πλύσιμο
Πρέπει να βάλει στη σειρά και πάλι
Τα πράγματα που από το τρέμουλο της πλύσης
Ανακατεύτηκαν επάνω στο πλυντήριο-
Μπουκάλια, καλαθάκια, περιοδικά…
Συνηθισμένος είναι
Γιατί έτσι και μετά από κάθε τράνταγμα
Που τα χτυπήματα της ζωής του φέρνουν
Πρέπει στη θέση τους κάθε φορά να ξαναβάζει
Συνήθειες, πεποιθήσεις, συναισθήματα, ιδέες…
Δε γίνεται αλλιώς.
Κι ας ξέρει,
Κι ας το βλέπει,
Πως πριν καλά καλά την ταχτοποίηση τελειώσει
Έχουν αρχίσει άπλυτα καινούργια να σωρεύονται.