Πέμπτη 13 Αυγούστου 2026

  Ο ΜΠΑΝΤΑΒΟΣ

Μια φορά κι έναν καιρό
ήταν ένας μπανταβός
που επήγαινε δυο πίσω 
κι ένα βήμα τράβαε μπρος.

Που τη σούπα του την έτρωε
με πιρούνι αντίς κουτάλι
κι όταν τον χτυπούσαν μια
έλεγε «δώστε μου κι άλλη».

Που όταν μοίραζαν χρυσό
κείνος χώμα εζητούσε
κι αντίς γλέντια και χαρές
λύπες μόνον ετρυγούσε.

Κι όταν ήταν να μετρήσει
Απ’ το ένα ως το δύο
κειός ανάποδα μετρούσε-
μείον ένα μείον δύο.

Και στο γάιδαρο επάνω
καβαλούσε προς τα πίσω
τη γαϊδαροουρά περνώντας 
για κεφάλι γαϊδουρίσο.

Τον εχθρό έλεγε φίλο
και τη γάτα ποντικό
και καλό ό,τι οι άλλοι λέγαν
κείνος το ’λεγε κακό.

Του ελέγαν: «στάσου όρθιος»
και αυτός ξάπλωνε κάτω.
«Τράβα στον αφρό» τού λέγαν,
κείνος τράβαγε στον πάτο.

Απ’ τ’ αυγό έτρωγε το τσόφλι,
έλεγε τη νύχτα δείλι 
κι έτρωγε αντίς τη ρόγα
το κοτσάνι απ’ το σταφύλι.

Κι έτσι επέρναγαν τα χρόνια
και οι μήνες και οι μέρες
το ζεστό να λέει κρύο 
και χλωρές πλαγιές τις ξέρες.

Κι όλοι τόνε κοροϊδεύαν
και μαζί του πλάκα εσπάζαν
και «ανάποδο» τον λέγαν
και «Μπροσπίσω» τον φωνάζαν.


Κι ήρθε σύγνεφο μια μέρα
κι ήρθε μια τρανή φοβέρα 
κι ήρθαν του εχθρού φουσάτα
οργισμένα και φορτσάτα.

Και τους ντόπιους ενικήσαν
και γινήκαν αρχηγοί τους
και για δούλους τους τούς είχαν
και γελούσανε μαζί τους.

Κι αρχηγός τους ήταν κάποιος
που σκεφτόνταν με τα πόδια,
τα φτερά που ’τρωε της χήνας
και τις φλύδες απ’ τα ρόδια.

Κι έψαξε στη χώρα όλη
κι έβγαλε βουλή φερμάνι
ποιος ανάποδα εφερνόνταν 
σύμβουλό του να τον κάνει.

Κι οι στρατιώτες του τον βρήκαν,
και του φέραν τον Μπροσπίσω
και του είπαν: «τούτος μόνο
το στραβό το ’λεγε ίσο».

Και τον πήρε σύμβουλό του 
και τον έκανε αρχηγό του
και την κόρη του τού δίνει-
διάδοχό του τον αφήνει.

Κι όσοι πριν τον κοροϊδεύαν
«Βασιλιά!», τώρα του λέγαν,
«θα πεθάνουμε-πεινάμε!
δος μας άχυρα να φάμε!»

Γιατί ένιωσαν εν τέλει
ότι ξύδι είναι το μέλι, 
η ειρήνη ότ’ είναι μάχη
και κοιλιά πως είναι η ράχη.

Και του είπαν: «σχώρεσέ μας
για όσα σου ’χουμε ειπωμένα».
Και «δε σας σχωρνάω» τους είπε
«γιατι εταίριαζαν σε μένα.».

 

 

 

ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ ΚΑΙ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ
Ή
ΤΟ ΚΑΜΑΚΙ

-Τζι τζι τζι και τζι τζι τζι
πεταλούδα πλουμιστή
έλα δίπλα μου και στάσου-
σε ποθώ, σε θέλω, βιάσου!

-Φρου φρου φρου και φρου φρου φρου
τζίτζικα βρωμιάρη φτου! 
πώς μπορεί μια πεταλούδα 
να φιλεί σου τη μουσούδα;

-Και τι έχω το στραβό 
όπου τόσο σ’ απωθώ;
-Είσαι γκρίζος. Εγώ λάμπω
και στολίδι είμαι στον κάμπο!

-Κι εγώ όλο τραγουδώ.
το βιολί μου έχω εδώ
και τον κόσμο ξετρελαίνω 
στα μεράκια όταν μπαίνω.

-Όλο τρέχω και πετώ
και δε στέκω ούτε λεφτό.
Συ συνέχεια τεμπελιάζεις-
δε σου μοιάζω, δε μου μοιάζεις.

-Ειμ΄ εγώ τραγουδιστής,
είσαι συ ο χορευτής.
Τι ταιριάζει πιο ωραία 
από των δυο μας την παρέα’

-Ω! Αταίριαστοι πολύ
είμαστε-εγώ έχω βγει
από ’να μικρό κουκούλι-
συ θα το ΄χεις για κιβούρι.

-Ίδια ειν’ τα δυο αυτά.
Η ζωή όταν τελευτά 
ή δεν έχει ακόμα αρχίσει
πράγμα ίδιο για τη Φύση.

-Μία φλόγα εγώ ζητώ 
για να πέσω να καώ.
Τζιτζικάκι μου καημένο
μόνο αυτό σε κάνει ξένο.

-Μια φορά εσύ αν καείς
η φωτιά μου συνεχής:
αχ! Με καίει κάθε ματιά σου 
πιο πολύ από τη φωτιά σου.

Τζι τζι τζι και τζι τζι τζι
πεταλούδα μου ακριβή
έλα σβήσε το καμίνι 
που από σε μονάχα σβήνει!

-Φρου φρου φρου και φρου φρου φρου 
τζίτζικά μου έρχομ΄ εφτού-
αχ! με σένα είμαι ίδια
σα μου βγάλεις τα στολίδια.
                        ---
 



Δευτέρα 10 Αυγούστου 2026

 ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΤΕΡΜΑ!

Ο προπάππος μας Αδάμ
και η προγιαγιά μας Εύα
τζάμπα νάνι τζάμπα μαμ
και καθόλου δε δουλεύαν.

Ξάπλα βράδυ και πρωί
ζούσαν όμορφη ζωή.
Δίχως κόπους και ιδρώτα
πέρναγαν ζωή και κότα.

Και δεν πλήρωναν ΟTΕ
δεν πληρώναν εφορία
κι ούτε είχανε ποτέ
με δοσάδες φασαρία-

με αγγέλους συντροφιά
και με το Θεό παρέα
όλα ήτανε καλά
κι όλα ήτανε ωραία.

Ώσπου η Εύα βιαστική
στον Αδάμ πάει μια μέρα,
που τον φρέσκο του εκεί
κάπου έπαιρνε αέρα,

και κραδαίνοντας σφιχτά
μες στο χέρι ένα ξύλο
στο κεφάλι τον χτυπά
και του λέει: «θέλω μήλο!»

«Βρε καλή μου-βρε χρυσή
τι κουβέντα είν' αυτή
κι έτσι άξαφνα πώς σου 'ρθε;
κι από ποιόνε; κι από πούθε;

Ξέρεις τι ο κραταιός
μας εδιάταξε ο θεός:
τ' άλλα δέντρα να τρυγάμε
αλλά μήλο να μη φάμε».

«Ξέρω τι μας έχει πει
μα εγώ έμαθα ακόμα
το γιατί τέτοια εντολή
του 'χει βγει από το στόμα:

είναι γιατί αν γευτούμε
από κείνο τον καρπό,
σαν και κείνον θα γινούμε-
δηλαδή Θεοί: γι αυτό!».

«Τι ιδέα μα το ναι…
ποιος σου το 'πε αυτό μωρέ;
ζώο θα 'λεγα πως θα ’ναι'
μα τα ζώα δε μιλάνε...»

«Να που έγινε κι αυτό
και μου μίλησε ένα ήδη.
Το μεγάλο μυστικό
μου το σφύριξε το φίδι.»

«Τι απρόσμενο κακό
είναι τούτο που ακώ!
ένα φίδι να τολμάει
στους ανθρώπους να μιλάει...

και γιατί παρακαλώ;
για να βάλει στο μυαλό
μιας κουτής 'όπως εσένα
λόγια ψεύτικα ένα ένα...

Τι θα γίνω εγώ με σε;
ρε Ευάκι άκου και ’μέ-
ο θεός όταν το μάθει
θα μας δώσει χίλια πάθη..»

«Συ θα πεις εμέ κουτή;
άρπα' την λοιπόν κι αυτή!..»
Και το ξύλο που κρατάει
στο κεφάλι του το σπάει.

«…Και να ξέρεις-μήλο εγώ
θες δε θέλεις θα γευτώ:
στο μυαλό μου ό,τι βάνω
δε 'συχάζω αν δεν το κάνω.

Όμως συ ’σαι ο κουτός
γιατί ακόμα κι αν ο θεός
θέλει να μας τιμωρήσει
γι αυτό που 'χουμε τολμήσει,

δεν θα το μπορεί αφού
θα 'μαστε θεοί βρε ζώο!..»
«Τι ξερό κεφάλι! φτου!
Φάει συ-εγώ δεν τρώω!»

Έτσι είπε ο φτωχός.
Όμως έφαγε κι αυτός.
Κι ο θεός απ' το πανώριο
τους κυνήγησε φυτώριο.

Η συνέχεια είναι γνωστή:
μια ζωή μόχθου μεστή
και ταλαιπωριών περνούνε
έκτοτε όσοι ανθρώποι ζούνε.

Κι από τότε όλες κρατάνε
οι γυναίκες ένα ξύλο
και τους άντρες τους χτυπάνε.
Κι αντίς φίδι, έχουν φίλο!

                   -------

Σάββατο 8 Αυγούστου 2026

 
ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΘΕΑΤΡΟ 

ΓΙΑ ΜΙΑ ΥΠΟΛΗΨΗ ΖΟΥΜΕ!
ΤΟΠΟΣ: Ελλάδα.
ΧΡΟΝΟΣ: Σημερινός
ΠΡΟΣΩΠΑ:
Κύριος Αγαθίδης.
Κυρία Αγαθίδου, σύζυγός του.
Τζούλια, κόρη τους.

Λίβινγκ-ρουμ του σπιτιού του κυρίου Αγαθίδη. Νύχτα. Η κυρία Αγαθίδου μόνη. Πλέκει ρίχνοντας ανήσυχες ματιές στην πόρτα. Η πόρτα ανοίγει και μπαίνει με φούρια ο κύριος Αγαθίδης. Αφήνει μιαν εφημερίδα που κρατεί πάνω στο κομοδίνο. Κοιτάζει προς την πόρτα του δωματίου όπου υπάρχει φως, ύστερα αγριεμένος βλέπει την κυρία Αγαθίδου.
Κυρία Αγαθίδου (Κα Α) 
(μουδιασμένα)
Γεια σου.

Κύριος Αγαθίδης (Κος Α)
(συγκρατώντας την οργή του)
Πάλι μέσα είναι;

Κα Α
……….

Κος Α
Πάλι μέσα είναι, ε;.. Δε βγήκε...

Κα Α
(ίδια)  
Ναι... μέσα είναι...

Κος Α
Ορίστε! Μία η ώρα το πρωί κι εκείνη εδώ, στο σπίτι... Τι θα γίνω εγώ μ' αυτήν Θεέ μου... Δε μου φτάνει η φτώχεια μου, δε μου φτάνει που σκοτώνομαι γία πενταροδεκάρες, έχω κι αυτήν... Σου είπα να της μιλήσεις. Μάνα είσαι, μπορεί να σε ακούσει. Αλλά εσύ με γράφεις στα παλιά σου τα παπούτσια. Μα και τι να της έλεγες; Τα ίδια στραβά μυαλά έχετε-και συ όλο πλέξιμο, σιδέρωμα, συγύρισμα... Τι να της έλεγες; Όσο για μένα τι να της πω άλλο που όλα της τα 'χω πει...Την πήρα με το καλό, την πήρα με το άγριο, τη μάλωσα, την τιμώρησα, τίποτα! Tl θα γίνω Θεέ μου... (κάθεται απελπισμένος σε μια καρέκλα)

Κα Α
Της μίλησα Μίλτο...

Κος Α
Της είπες πως δεν αντέχω πια; Πως είμαι αποφασισμένος για όλα;

Κα Α
Όλα όσα μου 'πες της τα είπα.

Κος Α
Τι είπε;

Κα Α
Τι να πει... ξέρεις... τα ίδια... είναι μικρή Μίλτο΄μου
ακόμα-δεν ξέρει...

Κος Α
Μικρή ακόμα;.. Αυτή πάτησε τα δεκάξι. Είναι γυναίκα πια. Θεέ μου, τι ξέφυγε από το στόμα μου... μολόγησα την ίδια μου την ντροπή... Γυναίκα! Και τι δε θα 'δινα για να 'τανε Θεέ μου...

Κα Α
Δεν ξέρει ακόμα Μίλτο μου-θα μάθει με τον καιρό...

Κος A
Δεν ξέρει; Γιατί; Δεν έχει μυαλό μήπως; Ξέρει όμως να μου φέρνει άριστα από το σχολείο, ξέρει να διαβάζει φιλοσοφικά βιβλία, ξέρει να κάνει παρέα με τις παλιόγριες. To μόνο που δεν ξέρει είναι να μη με ντροπιάζει. Θα μάθει λες, θα μάθει. Όπως έμαθε ως τώρα. Δυο χρόνια παλεύω να τήνε βάλω στο σωστό δρόμο. Δυο χρόνια μάλλιασε η γλώσσα μου να της μιλάω, να τη συμβουλεύω, να προσπαθώ να την κάνω άνθρωπο. Και θα μάθει τώρα; Αμ φάνηκε τι κουμάσι είναι από όταν ήτανε μικρή, από τότε που άρχισε να μεστώνει. Φάνηκε από δώδεκα χρονών. Τότε που την έριξε στο κρεβάτι ο Τάκης. Σα λυσσασμένο σκυλί έκανε να του ξεφύγει. Τους έβλεπα από την κλειδαρότρυπα. Κάτι είχα υποψιαστεί από τότε βλέπεις. Κι όταν κανένα αγόρι πήγαινε να τη φιλήσει ή να της βάλει χέρι, του ξέφευγε! Ποιος να το περίμενε πως ένας Αγαθίδης θα πέρναγε τέτοιο ντρόπιασμα στη ζωή του. Δεν μπορώ πια ν' αντικρύσω τους φίλους μου. Και με τι μούτρα θα το 'κανα; Ο Κώστας μου είπε προχτές πως η κόρη του τους έδιωξε από το σπίτι αυτόν και τη μάνα της για να φέρει το φίλο της στο σπίτι. Και είναι ο τέταρτος που πιάνει παρακαλώ! Δηλαδή ο τέταρτος από όσο ξέρει ο Κώστας. Και δεν είναι παραπάνω απ' τη δική μας. Τι λέω-είναι ένα χρόνο μικρότερη. Προχτές πάλι, στο μαγαζί του Πέτρου, ενώ πίναμε τον καφέ μας μπαίνει ξαφνικά η κόρη του με τον φίλο της. Νομίζεις πως γύρισε να μας κοιτάξει; Ήτανε κιόλας ξαναμμένοι κι οι δυο τους. Πέρασαν από μπροστά μας με τα χείλια κολλημένα ενώ αυτός της ξεκούμπωνε τη μπλούζα. Πήγανε τα παιδιά στο ιδιαίτερο και ταχτοποιήθηκαν. Ο Πέτρος έλαμπε από χαρά. Με κοίταξε με περηφάνια σαν να μου 'λεγε: "είδες κόρη που έχω εγώ;" Έριξα τα μάτια κάτω. Τι να 'λεγα; Πώς η κόρη μου δεν αφήνει τ' αγόρια να την αγγίσουν; Και σε λίγο, τάχα αδιάφορα, με ρώτησε: "αλήθεια πώς πάει η κόρη σου με το σχολείο;" Μουρμούρισα κάτι σαν "καλά", βρήκα μια πρόφαση κι έφυγα. Τι να 'λεγα; Έλα στη θέση μου-τι να 'λεγα; Δε μιλάς! Τι να πεις; Θεέ μου Θεέ μου, δεν αντέχεται αυτή η ντροπή... τι να κάνω;.. τι να κάνω;.. (κρύβει το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια του. Μένει έτσι για λίγο. Ύστερα ήρεμα και σοβαρά) 
Θα τη σκοτώσω!

Κα Α
(Σηκώνεται και θορυβημένη γονατίζει μπροστά
στον άντρα της και του πιάνει το χέρι)
Όχι Μίλτο μου! Όχι! Μην το ξαναπείς. Σε παρακαλώ! Είναι κόρη σου... είναι σπλάχνο από τα σπλάχνα σου.,. είναι αίμα από το αίμα σου-είναι η ελπίδα σου σ' αυτό τον κόσμο...

Κος Α
Η απελπισία μου θες να πεις.

Κα Α
Όχι Μίλτο μου. Βγάλτο αυτό από το μυαλό σου. Μη φτάσεις ως εκεί. Κι αν πήρε τον κακό δρόμο ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία είναι. Και μένα ακόμα θυμάσαι πώς με πήρες. Όμως με τον καιρό έμαθα. Δος της καιρό Μίλτο μου. Θα συνέλθει... θ' αλλάξει… θα καταλάβει... Όχι Μίλτο μου-είναι η κόρη σου, είναι η κόρη μας!.
.
Κος Α
Είναι η ντροπή μου. Η ατιμία μου. To μαύρο σημάδι στη ζωή μου.

Κα Α
(Ακουμπάει το μάγουλό της στο χέρι του)
Όχι Μίλτο μου...

Κος Α
(Την απωθεί ήπια)
Ξέρεις από πού έρχομαι.; Αν ήξερες δε θα τολμούσες να μου την υπερασπίζεις. Αν είχες νιώσει κι εσύ αυτό που ένιωσα απόψε εγώ, θα την είχες σκοτώσει εσύ η ίδια. Τι φοβερό Θεέ μου! Πόσα μάτια με κοίταζαν και λυπόνταν για μένα και για την τύχη μου... Όλοι με κόρες ξεβγαλμένες πια, άλλες σε φυλακή, άλλες σε αναμορφωτήρια, άλλες σε κέντρα αποτοξίνωσης. κλέφτρες. λέσβιες... Τι ήτανε αυτό απόψε... Να κάθομαι εκεί μέσα και να προσπαθώ να σταθώ ανάμεσά τους... σα να μη ξέρουν κι αυτοί πως η κόρη μου είναι μια... Ξέρεις πού ήμουνα; Ε; ξέρεις από πού έρχομαι;

Κα Α
Πώς να ξέρω Μίλτο μου...

Κος Α
Ήμουνα σ’ ένα πάρτι που έδωσε ο Αλέκος. Ήτανε ένα πάρτι έκπληξη. Κανείς μας δεν ήξερε τίποτα ώσπου μας τηλεφώνησε ο Αλέκος στο καφέ. Εκεί όταν πήγαμε όλα ήταν έτοιμα για το πάρτι. Και μας είπε πως ήθελε να μας κάνει έκπληξη όπως και η κόρη του έκανε αυτό έκπληξη το ίδιο πρωί σε κείνον όταν του είπε ότι ήτανε έγκυος.

Κα Α
Ποια απ' τις δυο; Η ανύπαντρη;

Κος Α
(Μιμούμενος τη φωνή της)
«Ναι, η ανύπαντρη!» Ικανοποιήθηκες; Μήπως θα μου πεις πως αφού είναι ανύπαντρη δεν πρέπει να κάνει παιδί; Αυτό θα 'λεγες αν δεν φοβόσουν. Απολίτιστο ον! Τι θα 'θελες να δεις και ν' ακούσεις ακόμα, πόσο θα 'πρεπε να ζήσεις ακόμα για να μάθεις να ζεις όπως πρέπει; Στις πολιτισμένες χώρες , όλες οι γυναίκες έτσι ζουν. Γιατί δε φεύγεις να πας στην Αραβία, στο Ιράν, στο Αφγανιστάν; Εκεί οι γυναίκες είναι όπως εσύ-δυστυχισμένα όντα. Τράβα να ζήσεις εκεί που σου πρέπει. Εσύ είσαι που κατάστρεψες την κόρη σου. Εσύ φταις για ότι έγινε-εσύ!
(Μιμείται τη φωνή της)
"Ποια απ' τις δυο-η ανύπαντρη;" 
( Σιωπή. Ψεύτικα ήρεμος)
Καλά! Εντάξει! Ας μην παίρνει ακόμα ναρκωτικά! Καλά, ας μην έχει πάει φυλακή. Αλλά να είναι ακόμα… να μην έχει γίνει ακόμα πόρνη, ε όχι, αυτό
πάει πολύ. Πότε θα γίνει τάχα; Όταν γεράσει;
Μάλιστα λοιπόν, η ανύπαντρη!
Όταν το 'μαθα μαχαίρι να με χτύπαγε θα πόναγα λιγότερο. Έγκυος η κόρη του Αλέκου! Κι εγώ; Εγώ; Εγώ να έρχομαι στο σπίτι στις μια η ώρα το πρωί και να βρίσκω μέσα την κόρη μου!  Και συ μου λες να ησυχάσω, Να μη φωνάζω, να μη στενοχωριέμαι. Και πας να μου την καλύψεις κι από πάνω.
(αποφασιστικά)
Φώναξέ τη μου! Φώναξέ τη μου! Θα της μιλήσω για τελευταία φορά. Δεν αντέχεται πια αυτή η κατάσταση. Πλούτη δεν έχω, σπίτια και βίλλες δεν έχω, αυτοκίνητα γυαλιστερά δεν έχω. Όμως αυτό δε θα πει πως είμαι και άνθρωπος που δε ζει μέσα στον κόσμο... Κι αν δεν έχω τίποτ' άλλο, όμως έχω μιαν υπόληψη στην κοινωνία.  Δε θ' αφήσω αυτή τη… να μην πω, να λερώνει την τιμή μου. Οι Αγαθίδηδες το ’χανε πάντοτε καθαρό το μέτωπό τους. Δε θ’ αφήσω να μου το λερώσει η Τζούλια! (δυνατά) Φώναξέ την!
(Βγαίνει η κυρία Αγαθίδου. Ο κύριος Αγαθίδης προσπαθεί να πάρει ύφος που να μη δείχνει την αναστάτωσή του. Μπαίνει η κυρία Αγαθίδου ακολουθούμενη από τη Τζούλια. Η Τζούλια είναι μια κοπέλα σεμνή και σοβαρή)

Τζούλια (ΤΖ) 
Γεια σου πατέρα.

Κος Α
Γεια σου και σένα. Κάτσε.
( Η Τζούλια κάθεται και ο κύριος Αγαθίδης κάθεται απέναντί της)
Τι ώρα είναι, ξέρεις;

ΤΖ
(κοιτάζει το ρολόι της)
Μία και τέταρτο.
Κος Α
(προσπαθώντας να κάνει ήρεμη τη φωνή του) 
Πόσες φορές σου έχω πει ότι ένα κορίτσι της ηλικίας σου δεν πρέπει να βρίσκεται στο σπίτι τέτοιαν ώρα;

ΤΖ
Πολλές φορές πατέρα.

Κος Α
Και πού σού έχω πει ότι πρέπει να βρίσκεται;

ΤΖ
Σ' ένα μπαρ ή στο σπίτι ενός αγοριού...

Κος Α
Και τι ώρα πρέπει ένα κορίτσι καθώς πρέπει να γυρίζει στο σπίτι του;

ΤΖ
Μετά τις τέσσερες το πρωί.

Κος Α
Και τι απαραιτήτως πρέπει να έχει κάνει μια φορά τουλάχιστον πριν γυρίσει στο σπίτι του;

ΤΖ
Να έχει συνευρεθεί με κάποιον.

Κος Α
(στρεφόμενος στην κυρία Αγαθίδου. Ειρωνικά)
Τι ωραία! Τι καλά! To κορίτσι μας τα ξέρει όλα! Καιμάλιστα πολύ καλά!
( Στη Τζούλια, δυνατά)
Και αφού τα ξέρεις τότε γιατί στο διάβολο δεν τα κάνεις;

ΤΖ
Πατέρα τα ’χουμε πει πολλές φορές. Δεν αλλάζει τίποτε αν τα πούμε μια φορά ακόμα.

Κος Α
Τo ξέρω. Όμως έχω πάντα μια ελπίδα πως μπορεί κάτι να γίνει. Δεν μπορώ να χωνέψω πως η κόρη μου έχει κατρακυλήσει τόσο χαμηλά, δεν μπορώ να χωνέψω πως η κόρη μου στα δεκάξι της χρόνια είναι μια… ας με λυπηθεί ο Θεός... Και όλο λέω-ας προσπαθήσω πάλι. Ίσως να πετύχω. Ίσως όλα να διορθωθούν και να μπορέσω πια να βγω έξω στις παρέες μου με το κεφάλι ψηλά. Ίσως. Εσύ τι λες; Δεν πρέπει να ελπίζω;

ΤΖ
Όχι πατέρα. Σ' αγαπώ, σ' εκτιμώ, σε σέβομαι, όμως δεν μπορώ να κάνω αυτό που μου ζητάς. Εμένα μου αρέσει η μουσική, μου αρέσει η μελέτη. Μ' αυτά θέλω να ασχολούμαι.

Κος Α
Κόρη μου. αφού το θέλεις διάβαζε και μάθαινε μουσική. Αυτό μπορώ να το ανεχτώ. Τόσες ώρες όμως σου μένουν. Βγες με αγόρια. Δώσε και σε μένα την ικανοποίηση πως έχω μια κόρη όπως πρέπει. Τόσα αγόρια σε θέλουνε. Όταν σε βλέπουν τρέμει η ψυχή τους μέσα στο παντελόνι τους. Πήγαινε μαζί τους. Θα νιώσεις αλλιώς. Άκου κι εμένα. Δε θα θέλεις να ξεκολλάς από πάνω τους, αρκεί έναν τους να γνωρίσεις. Η ζωή σου τότε θ' αλλάξει. Θα δεις το φως του κόσμου. Και θ' αλλάξει και η δική μας ζωή μαζί με τη δική σου. Δεν θα ντρεπόμαστε πια να βγαίνουμε έξω και να κοιτάμε κατάματα τους άλλους. Δεν θα τρέμουμε μήπως έρθει η συζήτηση σε σένα. Άνοιξε τα πόδια σου κόρη μου κι άφησε να μπει μέσα η χαρά. Αλλιώς το μαράζι θα φάει και μένα και τη μάνα σου. Μην κοιτάς που δε σου μιλάει αυτή-σε λυπάται-αλλιώτικα θα σου ’λεγε κι αυτή τα ίδια.
(από το διπλανό διαμέρισμα ακούγονται ερωτικά βογγητά και επιφωνήματα)

ΤΖ
Όχι πατέρα. Δεν είναι για μένα η ζωή αυτή.

Κος Α
Όχι, όχι, όχι…τι άλλο να κάνω πια…σου είπα να σε πάω σ' ένα ψυχολόγο-όχι. Βρε κόρη μου, καλά, δεν σκέφτεσαι τον εαυτό σου-θέλεις να καταστραφείς. Στο κάτω κάτω αυτό είναι δικαίωμά σου. Εμάς τους δυο όμως δεν μας σκέφτεσαι; Που σε αναστήσαμε με την ελπίδα πως μεγαλώναμε μια φυσιολογική κοπέλα… που δε θα την παρασύρουν οι βρωμιές του ενός και του άλλου... που θα σιχαινόταν το σχολείο, θα σιχαινόταν τα βιβλία και που όπως όλες οι κοπελίτσες του Θεού θα 'πιανε μια δουλίτσα και τις ελεύθερες ώρες της θα γύριζε από το ένα στο άλλο σερνικό χωρίς χαλινό, χωρίς ψευτοηθικές, χωρίς αρνήσεις... Όχι, δε μας σκέφτεσαι! Δε σε νιάζει που σκότωσες όλες τις ελπίδες μας! Πού να ξέραμε οι δόλιοι ότι γεννήσαμε, αναθρέψαμε, πονέσαμε και κουραστήκαμε για μια… θα το πω γιατί αυτό είσαι-(δυνατά) για μια παρθένα! Ναι! Σ' αρέσει δε σ' αρέσει αυτό είσαι-μια παρθένα! (στον εαυτό του)
Μια τέτοια στην οικογένεια!.. Τι αμαρτίες πληρώνω άραγε Θεέ μου;...

Κα Α
Μίλτο...

Κος Α
Πάψε και συ! 
(στην κόρη του)
Κόρη μου δες μια ματιά τριγύρω σου. Και άνοιξε τ' αυτιά σου ν' ακούσεις. Άκου δίπλα την κυρία Πόλα. Κάνε μια βόλτα στη γειτονιά. Θ' ακούσεις βόγγους και ξεφωνητά να 'ρχονται από παντού. Κοίτα στους δρόμους καθώς περπατάς. Ζευγάρια αγκαλιάζονται και φιλιούνται σε κάθε βήμα μπροστά σου. Άνοιξε την τηλεόραση (ανοίγει την τηλεόραση κσι στην οθόνη εμφανίζεται ένα ζευγάρι που κάνει έρωτα).Ορίστε! (κλείνει την τηλεόραση) Η κοινωνία μας δόξα το Θεό είναι γεμάτη παραδείγματα. Να πω ότι φοβάσαι τις αρρώστιες και γι αυτό...ή δεν θέλεις να μείνεις έγκυος… μα αυτός είναι ο προορισμός του ανθρώπου-να φκιάχνει νέους ανθρώπους. Δεν το θέλεις αυτό;-προφυλακτικά γεμάτος ο τόπος. Ζούμε στον χρυσό αιώνα κόρη μου, όλα τα μπορεί ο άνθρωπος. Πήγαινε λοιπόν έξω κόρη μου. Άνοιξε τα πόδια σου στον κόσμο. Δε σκέφτεσαι; Αν ο Θεός δεν ήθελε να χρησιμοποιείς το πράμα σου δε θα στο 'δινε. Αχ! Άγια θα ’τανε η μέρα που θα ’βλεπα την κόρη μου να λιποθυμάει κάτω από ένα αγόρι...

ΤΖ
Ναι, είναι μέσα στα καθήκοντα της γυναίκας να γεννάει άλλους ανθρώπους. Δεν είναι όμως να γυρνάει με τον ένα και με τον άλλο. Τότε πατέρα δεν θα ήτανε άνθρωπος αλλά ζώο.

Κος Α
Ένα ζώο δεν είναι και ο άνθρωπος;

ΤΖ
Αν έχεις αυτή την ιδέα σε λυπάμαι και σένα και όποιον άλλον την έχει.

Κος Α 
(έξαλλος)
Να λυπάσαι τον εαυτό σου βρωμιάρα! Να λυπάσαι τον εαυτό σου παλιοθήλυκο! Που ζεις έξω από την κοινωνία... Παρθένα!.. Που γέμισες το σπίτι βιβλία!...Ποιος τα ανακάλυψε να πάω να φτύσω στον τάφο του;.. Και λυπάσαι συ εμένα... Αντί να φωνάζει ο γάιδαρος φωνάζει το σαμάρι... (οι βόγγοι και οι φωνές από δίπλα σταματάνε.)

ΤΖ
Είσαι ένας χαμένος άνθρωπος αν σκέφτεσαι έτσι.

Κα Α
Κόρη μου... (την αγκαλιάζει και της κλείνει το στόμα με το χέρι της)

Κος Α
Άστηνε, άστηνε να μιλήσει... χαμένος άνθρωπος... εγώ!.. παραλογίζεται, δεν ξέρει τι λέει πια. Χαμένοι όλοι οι άλλοι εκτός απ' αυτήν! Εκατομμύρια λαού έχουν άδικο κι αυτή δίκιο. Χαμένοι όλοι κι αυτή μόνο είναι η σωστή. Άστηνε, άστηνε να δούμε τι άλλο θα πει. Άστηνε και θα 'ναι τα τελευταία της λόγια αν δεν αλλάξει τροπάρι.

ΤΖ
Αν έκανα κάτι κακό θα έκλεινα το στόμα μου. Μα δεν κάνω τίποτα κακό. Εσύ νομίζεις έτσι. Είσαι τυφλός και δεν βλέπεις. Εγώ ανοίγω τα μάτια μου και βλέπω. Ανοίγω τ' αυτιά μου κι ακούω. Εγώ βάζω το νου μου να σκέφτεται. Και ότι βλέπω και ακούω και νιώσω, το περνάω απ' της ψυχής το εργαστήρι. Και αυτή μου λέει τι να πω και τι να κάνω.

Κος Α
Έτσι λοιπόν. Στην ψυχή σου βέβαια είναι η βλάβη. Αμφιβολία δε χωράει καμιά. Που δεν τη χρησιμοποιείς για να ζήσεις αλλά για να πεθαίνεις κάθε μέρα. Και τι σου λέει η ψυχή σου; Να μας πεθάνεις και μένα και τη μάνα σου;

ΤΖ
Θέλεις αλήθεια ν' ακούσεις τι μου λέει η ψυχή μου;

Κος Α
Πέστα. Ναι. Θα περιμένω ώσπου να τελειώσεις. Και
ύστερα θα μιλήσω εγώ.

Κα Α
(αγκαλιάζει την κόρη της)
Όχι κορούλα μου… όχι ψυχή μου…

Κος Α
(τις χωρίζει) 
Όχι, άστηνε να μιλήσει. Άστηνε να δούμε πώς θα δικαιολογηθεί…

ΤΖ
(απωθεί απαλά τη μητέρα της, η οποία μένει όρθια ενώ η Τζούλια μιλάει)
Να λοιπόν. Λες πως ο άνθρωπος είναι ένα ζώο. Είναι και ζώο, αλλά όχι μόνο. Εκτός από κορμί έχουμε και την ψυχή. Και η ψυχή φωλιάζει μέσα στο σώμα. To κορμί μας είναι ένα τρομερό, ένα μυστηριώδες φανέρωμα της Δημιουργίας. Δεν είναι μονάχα το σκάφος που χρησιμοποιεί η ψυχή για να 'ρθει στον κόσμο και για να φύγει απ' αυτόν, αλλά είναι η βάση της ύπαρξής μας. Χωρίς αυτό όλα χάνονται: και η παρουσία μας μέσα στον χώρο, και η ελευθερία και η ευθύνη μας. Υπάρχουμε στον κόσμο αυτόν γιατί υπάρχουμε σωματικά. Γιατί δεν είμαστε μόνο πνεύμα αλλά και ύλη.
Και η ερωτική λειτουργία είναι η πιο κεφαλαιώδης λειτουργία του σώματος του ανθρώπου. Αυτό τo κλειστό όλον, το σώμα του ανθρώπου, ανοίγει μέσα σ’ έκσταση, ταραχή και φρενήρες πάθος και δίνεται, κι ενώνεται μ' ένα άλλο σώμα. Ξαφνικά σχίζεται το μυστήριο της Δημιουργίας και ο άνθρωπος, με την εξουσία που του δόθηκε, μετέχει πρωταγωνιστώντας στην ανανέωση του ανθρώπινου γένους, στη συνέχιση της ροής του κόσμου. Μυστήριο φρικτό και αλάλητο, που πρέπει με άκρα διστακτικότητα να το προσεγγίζεις, και να το μελετάς με τρόμο. Ν' αναφέρεσαι σ' αυτό με σέβας απέραντο και με συστολή. Να το κατέχεις αλλά να μην ανασύρεις την καλύπτρα του, που είναι καλύπτρα άρρητης δόξας και τιμής του ανθρώπου. Αυτό το περήφανο αντίκρισμα του σώματος και της ερωτικής του λειτουργίας έχει χαθεί μέσα στον βρώμιο πολιτισμό σας. Κάθε βέβαια εποχή έχει τη χυδαιότητά της χυμένη γύρω από την ερωτική πράξη. Τo ξέρουμε από βιβλία, σχεδιάσματα, από ζωγραφιές, γλυπτά, μαρτυρίες ιστορικές. Αλλά επειδή ο άνθρωπος δεν είχε φθαρεί τόσο σε βάθος, η πλειοψηφία εξακολουθούσε να ζει μέσα στο νέφος του ερωτικού μυστηρίου κι αρνιότανε να συσσωματωθεί στη χυδαιότητα που τον πολιορκούσε, παλεύοντας να εξευτελίσει την ερωτική πράξη.
Η αιδώς βιωνόταν όχι υποκριτικά αλλά αληθινά, με συνείδηση της ηθικής της σπουδαιότητας για τη ζωή και τη μοίρα του ανθρώπου. Ήταν αυτή που έριχνε σκοτεινό μαγνάδι στο πρόσωπο του έρωτα του σαρκικού, αφήνοντας δικαιωματικά την πρωτοκαθεδρία στην ψυχή και στον δικό της έρωτα. Η ψυχή έπρεπε νά γνωρίσει, η ψυχή έπρεπε να συγκατατεθεί, η ψυχή να πρωταγωνιστήσει στον μέγα και σπουδαίον υπαρξιακό άθλο του. Από τις κορυφές αυτές που ανεβήκαμε αντικρίζοντας τον έρωτα σαν κάτι ιερό, αν ρίξουμε ένα βλέμμα στον έρωτα όπως τον κατάντησε η εποχή μας, θα ζαλιστούμε. Θα πνιγούμε μέσα σε μιαν ερωτική εκβαρβάρωση. Θα κοπεί η ανάσα μας βλέποντας τον έρωτα να έχει ξεπέσει στη φιληδονία και μάλιστα σε μια φιληδονία ξένη προς το μυστήριο της ηδονής το σπαραχτικό, που η ερωτική πράξη κρύβει μέσα της.
Σήμερα, μετά το σμίξιμό τους, οι άνθρωποι δε γνωρίζονται, δεν χαιρετιούνται, δεν ξαναβλέπονται, δεν νιώθουν καμιά ευθύνη ο ένας για τον άλλο κι ας μπήκε, κι ας γνώρισε το άδυτο των αδύτων του. Τo ερωτικό πάθος που αισθάνεσαι πως δόθηκε για την αγάπη των ανθρώπων και για τον αλληλοσεβασμό, ντύνεται μια προπέτεια ανατριχιαστική, μιαν αδιαντροπιά αγοραία, μια ελευθεριότητα που τσακίζει την ψυχή και σου κόβει την όρεξη της ζωής. Μας πολιορκεί πια απ' όλες τις πλευρές η χυδαιότητα. Και δεν μας πολιορκεί μονάχα με τον λόγο, με σιχαμερές εξιστορήσεις και με γαργαλιστικά ανέκδοτα, που ρημάζουν κυριολεκτικά την ιερότητα του έρωτα. αλλά μας πολιορκεί και με την εικόνα της φωτογραφίας, του κινηματογράφου, της τηλεόρασης, των περιοδικών και άλλων, εικόνα που βιάζεται να σου γνωρίσει λεπτομερώς τα πάντα και να μην σου επιτρέψει ν' ανακαλύψεις μόνος σου τίποτε. Τα παιδιά, μόνο που έχουν τα βλέφαρα ανοιχτά, μολύνονται αμέσως, δηλητηριάζονται, γνωρίζουν τον έρωτα όσο πιο γρήγορα μπορούν κι αργότερα, χωρίς να το λογαριάσουν, τους περιμένει μια ανία ερωτική, μια αδιαφορία και μια ερημιά. Εσύ πατέρα αυτό το θεωρείς πρόοδο. Όπως τρως και χωνεύεις, έτσι και κάνεις έρωτα, λες. Τι πιο απλό, τι πιο σταθερό. Αυτή όμως δεν είναι πρόοδος. Είναι μια απογύμνωση, είναι μια χρεωκοπία και της φιλοσοφίας των καιρών μας αλλά και του πολιτισμού μας γενικότερα. Γιατί μην μπορώντας να ερμηνεύσει τον έρωτα ηθικά, πνευματικά, τον γκρεμίζει στη χυδαία βαρβαρότητα. Και ζούμε σήμερα αυτόν τον εξευτελισμό, και συμμετέχουμε σ' αυτόν ταπεινωμένοι κι ας κάνουμε πως ανασαίνουμε από την πολλή ελευθερία που τάχα αποκτήσαμε, γκρεμίζοντας  ότι ιερό μας εξουσίαζε.
Και όλα αυτά με τις ευλογίες του πονηρού αυτού καιρού. Και καταντήσαμε να μην σεβόμαστε πια ούτε το ίδιο μας το κορμί. Τo αγγίζουμε, το παρακολουθούμε και το μελετάμε μονάχα βιολογικά, ποτέ ηθικά. Κι όμως, αυτό το κορμί βαραίνει τρομερά πάνω στη μοίρα της ψυχής μας. Παίζει κρισιμότατο ρόλο για την αιωνιότητά μας. Μα όσο κι αν οι καιροί μας αγωνίζονται να θανατώσουν την κρυμμένη ψυχή εξευτελίζοντας το θεατό κορμί που μέσα του την φέρει, αυτή,  η ψυχή, δύσκολα πεθαίνει. Όλα πατέρα έχουν ένα όριο. Και η ερωτική πράξη έχει το όριό της στην υπερβατική ερμηνεία του μυστηρίου της. Όλα τ' άλλα που γίνονται σήμερα και που από την αχαλίνωτη ελευθερία έχουν κάνει τους ανθρώπους νευρωτικούς και χυδαίους, είναι υπέρβαση των ορίων, ανταρσία εναντίον των ίδιων μας των εαυτών και αυτοκτονία συνεχής του κόσμου όπου ζούμε. Εγώ δεν θ' αυτοκτονήσω πατέρα. Δεν θα υποκύψω σ' ένα τέτοιον ερωτικό εκβιασμό. Ο έρωτας σε μένα θα γίνει όπως ταιριάζει σε άνθρωπο. Και με κάποιον που νιώθει ίδια καθώς εγώ. Κι ως τότε θα είμαι, όπως πριν λίγο είπες με φρίκη, μια παρθένα. Μάθε όμως, ό,τι φέρνει φρίκη σε σένα, για μένα είναι τιμή και καθήκον ιερό. Ναι πατέρα, αφού άνθρωπος γεννήθηκα, θα ζήσω ανθρωπινά. Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, είναι έξω από τη φύση μου όσο κι αν εσύ φωνάζεις, όσο κι αν, χωρίς να το θέλω, σε στενοχωρώ.

Κος Α
Τελείωσες;

ΤΖ
Τελείωσα πατέρα.

Κος Α
Απ' ότι είπες κατάλαβα τα τελευταία σου λόγια μόνο-θα εξακολουθείς να με ντροπιάζεις ζώντας τη ζωή που εσύ έχεις διαλέξει και μόνον όποτε εσύ θελήσεις θα ζήσεις σαν σωστή κοπέλα. Σωστά;

ΤΖ
Ναι πατέρα. Ακριβώς έτσι.

Κος A
(πετιέται πάνω αλλόφρων)
To μπιστόλι… πού είναι το μπιστόλι;
(βγαίνει στο άλλο δωμάτιο)

Κα A
Κόρη μου κρύψου… Φύγε..

ΤΖ
Όχι μητέρα, δεν ωφελεί.

Κα Α
Φύγε σου λέω-φύγε!...

ΤΖ
Όχι μητέρα, δεν πρέπει.

Κα Α
Θεέ μου!
(Στέκει μπροστά στην κόρη της καλύπτοντάς την με το σώμα της.
Μπαίνει ο κύριος Αγαθίδης με ένα πιστόλι στο χέρι)

Κος Α
(Εκτός εαυτού, στη μητέρα)
Φύγε από κει!

Κα Α
Όχι!

Κος Α
Φύγε από κει σου λέω!

Κα Α
Δε φεύγω! Δε θα τολμήσεις...
(Ο κύριος Αγαθίδης σπρώχνει με δύναμη την γυναίκα του. Αυτή πέφτει κάτω. Αμέσως μετά πυροβολεί τη Τζούλια στο στήθος. Η Τζούλια πέφτει κάτω νεκρή. Η κυρία Αγαθίδου αγκαλιάζει την νεκρή κόρη της βγάζοντας σπαραχτικές κραυγές)

Κος Α
(Πετάει μακριά το μπιστόλι και ορθώνει το κεφάλι του)   
Καλλίτερα στη φυλακή με το κεφάλι ψηλά, παρά ένας άτιμος στην κοινωνία. Για μια υπόληψη ζούμε!

                                ΑΥΛΑΙΑ

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026

 ΤΑ ΧΡΕΗ

Ήταν ένα βράδυ του Ιουλίου στην πλατεία του Αγίου Νικολάου Αχαρνών.
Αγόρια παίζανε ποδόσφαιρο στην πλατεία, γεμίζοντας χαρούμενες φωνές τον αέρα και μεγάλοι, καθισμένοι στα τραπεζάκια των καφενείων της πλατείας κουβεντιάζανε πίνοντας την πορτοκαλάδα τους.
Οι μουριές, φυτεμένες ανάμεσα στις πλάκες του δαπέδου, γεμάτες φύλλα, στέκονταν ακίνητες χαζεύοντας τη βραδινή κίνηση της πλατείας και των γύρω δρόμων. Πού και πού άπλωναν τα κλαδιά τους και φυλάκιζαν την μπάλα των αγοριών. Τότε ο πιο αδύνατος και ευέλικτος από τους παίχτες σκαρφάλωνε και την κατέβαζε, αφού πρώτα έψαχνε να την βρει μέσα στο πυκνό φύλλωμα.
Τα παιδιά παίζανε δίτερμα. Τρία αγόρια από δω, τρία αγόρια από κει. Οι πελάτες των καφενείων παρακολουθούσαν τον αγώνα σαν να είχαν έρθει εκεί γι αυτό τον λόγο και όχι για να βρεθούν με φίλους ή να βρουν λίγη δροσιά. Και κάθε που έμπαινε ένα γκολ, οι κουβέντες σταματούσαν και τα βλέμματα γύριζαν προς το γήπεδο, δηλαδή προς το κέντρο της πλατείας, βλέποντας εκείνον που έβαλε το γκολ και παρακολουθώντας τις αντιδράσεις των παιχτών-χαρά από τα παιδιά της ομάδας που έβαλε τo τέρμα, μουρμούρα και κατήφεια στην αντίπαλη ομάδα.
Όλα τούτα διαρκούσαν ώσπου η μπάλα, από το δρόμο που είχε βρεθεί τρυπώντας τα υποθετικά δίχτυα, έρθει και πάλι στο κέντρο του γηπέδου. Τότε ακολουθούσε η "σέντρα" και οι γύρω θεατές συνέχιζαν την κουβέντες τους ώσπου να μπει το επόμενο τέρμα.
Οι καφετζήδες της πλατείας γκρίνιαζαν γιατί η μπάλα καμιά φορά χτυπούσε πάνω στα τραπεζάκια, τρομάζοντας για μια στιγμή τους ανύποπτους πελάτες και σπάζοντας κανένα ποτήρι. Η γκρίνια αυτή όμως ήτανε ήπια, και ποτέ ο καφετζής δεν έφτανε να πραγματοποιήσει την απειλή που είχε πρόχειρη πολλές φορές στο στόμα του: "Θα πάρω τη μπάλα και θα την ξεφουσκώσω!"  Γιατί ήξερε κατά βάθος πως χωρίς παιδιά η πλατεία θα ήτανε άψυχη και ίσως άδεια και από πελάτες.
Ως και τα κορίτσια που παίζανε τα δικά τους ήρεμα παιχνίδια στο κεφαλόσκαλο της εκκλησίας, ένιωθαν πως το κέντρο της ζωντάνιας ήτανε η πλατεία με το ποδόσφαιρο, και ότι τα δικά τους παιχνίδια γίνονταν στο περιθώριο του παιχνιδιού των αγοριών.
Ενώ λοιπόν το παιχνίδι είχε ανάψει και κείνο το βράδυ, κάποιος, που παρακολουθούσε το παιχνίδι από ένα παγκάκι της πλατείας, φώναξε έναν παίχτη και κάτι του είπε. Εκείνος διάταξε τους υπόλοιπους να σταματήσουν το παιχνίδι και να πάνε εκεί. Και μπροστά στον κύριο που είχε κάνει την προσφορά των χρημάτων, τους είπε: "Ρε σεις, αυτός θα δώσει είκοσι χιλιάδες στην ομάδα που θα νικήσει". Ζητωκραυγές ακολούθησαν τα λόγια του και αμέσως το παιχνίδι ξανάρχισε με μεγαλύτερη προσοχή και επιθετικότητα, μιας και η νίκη θα είχε τώρα σαν αποτέλεσμα, εκτός από τη δόξα και είκοσι χιλιάρικα, δηλαδή περίπου εφτά για τον κάθε παίχτη της νικήτριας ομάδας.
Σαν όριο πέρατος του αγώνα ορίστηκε από τον χρηματοδότη η εντεκάτη, δηλαδή έμενε μισής ώρας παιχνίδι ακόμη.
To σκορ εκείνη τη στιγμή ήτανε δύο ένα. Στη συνέχεια άλλαξε συχνά υπέρ της μιας ή της άλλης ομάδας, για να καταλήξει στο τέλος του παιχνιδιού εννέα οχτώ.
Όταν το ρολόι της εκκλησίας έδειξε έντεκα, οι νικητές σταμάτησαν αμέσως τo παιχνίδι και όρμησαν προς τον κύριο που τους είχε υποσχεθεί τις είκοσι χιλιάδες.
Ιδρωμένοι και βαριανασαίνοντας ακόμα τις πήραν και αμέσως μετά έκαναν το γύρο της πλατείας όπως κάνουν στα γήπεδα, ενώ τα κορίτσια, που δεν είχαν καταλάβει τι είχε μεσολαβήσει, κοίταζαν τον παράξενα θορυβώδη γύρο του θριάμβου απορημένα.
Και όλα θα είχαν τελειώσει μαζί με το γύρο του θριάμβου των παιδιών, αν δεν γίνονταν τα παρακάτω ασυνήθιστα.
Οι τρεις παίχτες της νικημένης ομάδας, που ενώ οι νικητές έφερναν γύρω την πλατεία αυτοί
συσκέπτονταν στη μέση του γηπέδου, πλησίασαν τον χρηματοδότη και του ζήτησαν να πληρωθούν κι εκείνοι.
«Έσείς;  Γιατί;», τους ρώτησε εκείνος.
"Αν δεν υπήρχαμε εμείς δε θα γινότανε αγώνας και δε θα υπήρχαν νικητές για vα πληρωθούν. Ύστερα και ’μεις είμαστε δυνατοί-το είδατε καλά και σεις, η διαφορά ήτανε ένα τέρμα, με λίγη τύχη η νίκη θα ήτανε δική μας".
Ο κύριος είδε λογική τη σκέψη των τριών νικημένων αγοριών και έδωσε και σ' αυτούς είκοσι χιλιάδες.
Φεύγοντας εκείνοι έρχονταν προς αυτόν η Εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Στάθηκε μπροστά του, άναψε όλα της τα φώτα, χτύπησε τις καμπάνες της και του είπε ψέλνοντας: "Δική μου είναι η πλατεία. Χωρίς αυτήνε πού θα έπαιζαν τα παιδιά; Δώσε και σε μένα είκοσι χιλιάδες."
Ο χρηματοδότης έδωσε και στην Εκκλησία είκοσι χιλιάδες γιατί εκτίμησε την επιχειρηματολογία της.
Ύστερα ήρθε μπροστά του ο ελληνικός λαός: "Την Εκκλησία εγώ την έχτισα και την συντηρώ. Και τα παιδιά που έπαιζαν παιδιά δικά μου δεν είναι;"
Ο κύριος έβαλε το χέρι στην άλλη τσέπη του κι έδωσε είκοσι χιλιάδες στον ελληνικό λαό.
Τότε ξαφνικά όλα εξαφανίστηκαν και για μια στιγμή έμεινε μόνος.
Μα αμέσως απέναντί του πήγε και στάθηκε η γη στάζοντας τα νερά της: "Όπως όλοι οι λαοί και τούτος δω που πριν επλήρωσες, δική μου γέννα και δικό μου θρέμμα. Άδικο έχω; Και αποφάσισε γρήγορα γιατί δεν μπορώ να στέκω για πολύ ακίνητη".
"Ναι", της είπε ο κύριος, "δίκιο έχεις. Πάρε και συ τα λεφτά που σίγουρα τ' αξίζεις".
Όταν και η γη πήρε τα λεφτά, όλα ήρθαν πάλι στη θέση τους, και ο κύριος βρέθηκε καθισμένος στην δική του θέση, στο παγκάκι, με ακόμα είκοσι χιλιάδες λιγότερα στην τσέπη του.
Μα προτού να πάρει τη θέση του στο παγκάκι, να που η νύχτα έγινε λαμπρή και καυτή. Ο ήλιος είχε πλησιάσει για να του μιλήσει κι αυτός με τη σειρά του: "Εγώ εγέννησα τη γη. Καταλαβαίνεις..." "Καταλαβαίνω", είπε ο κύριος και χωρίς ερωτήσεις έδωσε τις είκοσι χιλιάδες στον ήλιο.
Και ο ήλιος έφυγε.
Και μαζί του αφανίστηκαν και όλα τ’ άστρα και όλα τα φώτα, και η Μεγάλη Νύχτα ακούστηκε να μιλάει βραχνά μέσα στο απόλυτο σκοτάδι: "Είμαι η μήτρα για όλα όσα υπάρχουνε. Όλα γέννα δική μου…"
Δεν την άφησε να τελειώσει. Έδωσε είκοσι χιλιάδες στη Μεγάλη Νύχτα, που αμέσως αυτή έφυγε, δίνοντας τη θέση της στην εικόνα του ήρεμου βραδιού της πλατείας του Αγίου Νικολάου.
Ο άγνωστος κύριος σηκώθηκε.
Κοίταξε γύρω του.
Έβαλε το χέρι στην τσέπη του και είδε ότι του έμεναν άλλες είκοσι χιλιάδες -οι τελευταίες του.
Τις έβγαλε από την τσέπη του και τις σκόρπισε γύρω λέγοντας: "Πάρε και συ που όλα τα γέννησες και μου μιλάς χωρίς να σε ακούω".
Γύρισε ύστερα στα παιδιά που έβλεπαν έκπληκτα όλην αυτή την ώρα εκείνα που συνέβαιναν και τους είπε: "Ξόφλησα όλα τα χρέη μου. Τι ώρα θα παίξετε αύριο; Θα παίξω μαζί σας."
Και αφού συμφωνήθηκε η ώρα, πήρε καθένας τον δρόμο για το σπίτι του.

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

  ΤΖΕΛΣΟΜΙΝΑ
ή
TO ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗ 

Ήταν ένα θλιμμένο δειλινό στα φιλόξενα Καλάβρυτα τον περασμένο Αύγουστο. Το πόδια βαρετά στήριζαν το σώμα των περιπατητών γύρω από την πλατεία. Μαζί με τον ήλιο που έγερνε λες για να μην ξαναφανεί ποτέ πάλι, έγερναν προς την πόλη και τα γύρω βουνά, κλείνοντας σιγά σιγά από το μάτι και τη θέα του μόνου παρήγορoυ σ' αυτή την πόλη του ουρανού. Ο σταυρός του τόπου του μαρτυρίου έμοιαζε να είναι το μόνο όρθιο πάνω από μια ισοπεδωμένη έκταση που κάποτε ήταν όρθια και πολλά υποσχόμενη' Κι έτσι που το νερό δίπλα στην πλατεία κελάρυζε, έμοιαζε μοιρολόγημα και η πόλη τάφος.
'Εβαλα το χέρι μου μέσα στην τσέπη και άγγιξα το κινητό τηλέφωνό μου, θέλοντας να πάρω λίγη σιγουριά από κάτι τόσο πραγματικό και να αλλάξω τις σκέψεις που μου γεννιόνταν στο μυαλό με άλλες, όπως της προόδου και της κατάκτησης από τον άνθρωπο γνώσεων, που δίχως άλλο έδειχναν τουλάχιστο πως κάτι άλλο υπάρχει έξω από τη θλίψη και την ανυπαρξία.
To κινητό μου, σαν αυτό το άγγιγμα να περίμενε, ήχησε τον γνωστό τραγουδιστικό ήχο του. Κάποιος με καλούσε. Το άνοιξα. tlΓιώργoς Tζελσoμίνα."
"Γεια σου Τζελσομίνα, πώς και με πήρες;" "Γιώργος, πότε είναι;"
Εδώ πρέπει να πω δυο λόγια για να καταλάβει ο αναγνώστης τι είναι η Τζελσομίνα και κυρίως να πω για τη γνώση που έχει της ελληνικής γλώσσας.
Η Τζελσομίνα είναι μια μετανάστρια. Μένει στην Αθήνα σε ένα υπόγειο που το μοιράζεται με τα τρία ανήλικα παιδιά της και με κατσαρίδες.
Eίμαι μέλος του Συλλόγου Προστασίας Αναξιοπαθούντων Αλλοδαπών της Ελλάδας. Με την ιδιότητά μου αυτήν επισκέπτομαι κάποτε κάποτε το σπίτι της Τζελσομίνας για να της δώσω μερικά χρήματα κάθε φορά, τόσα όσα η οικονομική κατάσταση του Συλλόγου επιτρέπει. 0 Σύλλογος δίνει ιδιαίτερη σημασία στον τρόπο με τον οποίο φτάνουν τα χρήματα στα χέρια του κάθε ταλαίπωρου αλλοδαπού. Εκείνο που οπωσδήποτε πρέπει να αποφεύγουν τα μέλη του Συλλόγου, είναι να δημιουργούν την εντύπωση στους αποδέκτες των χρημάτων, ότι τα χρήματα αυτά τους δίνονται σαν ελεημοσύνη, κάτι που θα πρόσβαλε, την αξιοπρέπειά τους. Γιατί στην ουσία δεν πρόκειται καθόλου για ελεημοσύνη .Είναι μια βοήθεια ώσπου οι αλλοδαποί να μπορέσουν να ορθοποδήσουν βρίσκοντας μια δουλειά, κάτι για το οποίο επίσης ο Σύλλογος τους βοηθάει όσο μπορεί.
Μία από τις οικογένειες που εγώ έχω αναλάβει να βοηθώ με τα χρήματα του Συλλόγου, είναι και η οικογένεια της Τζελσομίνας. Και, όπως κάνω για κάθε αλλοδαπό την χρηματοδότηση του οποίου έχω αναλάβει, έτσι και στην περίπτωση της Τζελσομίνας, για να μειώσω το μέγεθος της ντροπής και εκείνης που δέχεται τα χρήματα, αλλά και εμένα που της τα δίνω, έχω προσπαθήσει να δημιουργήσω μια σχέση φιλίας ανάμεσά μας, ώστε τα χρήματα να φαίνεται πως έρχονται από ένα φίλο και πάνε σε έναν άλλο φίλο, παρά πως έρχονται από έναν «πλούσιο» που καταδέχεται από καπρίτσιο ή από έναν οποιοδήποτε υπολογισμό να πετάει από καιρό σε καιρό ένα ξεροκόμματο σε κάποιον φτωχό. Παρόλη τη φιλία όμως αυτού του είδους που είχα και με την οικογένεια της Τζελσομίνας , ποτέ ούτε την είχα πάρει τηλέφωνο, ούτε με είχε πάρει, αν και για δυο χρόνια τώρα περίπου είχαμε αυτή τη φιλική σχέση.
Η Τζελσόμίνα δεν ξέρει ελληνικά, παρά μόνο μερικές λέξεις, που όμως δεν τη βοηθάνε καθόλου να σχηματίζει φράσεις κατανοητές σε οποιονδήποτε άλλον εκτός από την ίδια.

Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που έχασε και τις δύο δουλειές που της έχω μέχρι τώρα βρει. Και αν εγώ μπορώ και συνεννοούμαι με την Τζελσομίνα, αυτό έγινε με μεγάλη προσπάθεια από μέρους μου και με την επιστράτευση όλων των ανορθόδοξων μεθόδων προσπέλασης μιας τέτοιας κατάστασης, αλλά κύρια με τη χρησιμοποίηση της μεγάλης φαντασίας με την οποία είμαι προικισμένος. Μ' αυτήν, αλλά και με τη βοήθεια του χρόνου μπορώ από τις λίγες λέξεις που με τόση δυσκολία ξεστομίζονται από την Τζελσομίνανα σχηματίζω τις προτάσεις που αυτή θα μου έλεγε αν ήξερε ελληνικά. Για να το πετύχω αυτό έπρεπε κάθε φορά που μου μιλούσε να την προσέχω έτσι ώστε να βλέπω την έκφραση που κάθε φορά έπαιρνε το πρόσωπό της όταν μου μιλούσε, καθώς και τον τόνο και τη χροιά που είχαν οι λέξεις που κατάφερνε να σχηματίσει. To τελευταίο αυτό, η χροιά που έδινε κάθε φορά στη φωνή της, μου επέτρεψε με τον καιρό να μπορώ να καταλάβω το νόημα των λεγομένων της Τζελσομίνας και όταν ακόμα θα έπρεπε να την ακούω χωρίς να την βλέπω, όπως ας πούμε όταν ήσαν κι άλλοι άνθρωποι στο σπίτι της όταν πήγαινα σ' αυτό. Γι αυτό και δεν είχα μεγάλη δυσκολία να καταλάβω τα λόγια της Τζελσομίνας από το τηλέφωνο.
Εκείνο που με δυσκόλευε περισσότερο στην προσπάθειά μου της κατανόησης της ελληνικής ομιλίας της Τζελσομίνας ήταν η χρησιμοποίηση από αυτήν των ρημάτων και των αντωνυμιών. Για την Τζελσομίνα φαίνεται πως θα ήταν κατόρθωμα και μόνο που μπορούσε να βάλει μετά από κάποιο ρήμα κάποιαν αντωνυμία. Ποια θα ήταν αυτή δεν το εξέταζε καθόλου. Το ίδιο αναλογικά συνέβαινε και με τα ρήματα. Φτάνει η Τζελσομίνα να ξεστόμιζε το ρήμα που της χρειαζόταν για να φτιάξει την πρότασή της και δεν την ενδιέφερε καθόλου το πρόσωπο, η φωνή, ο χρόνος του κύριου αυτού στοιχείου κάθε ανθρώπινης γλώσσας.
Μετάφρασα λοιπόν αμέσως το "πότε είναι;" του τηλεφωνικού διαλόγου μου με την Τζελσομίνα,: "πού είσαι;" "Είμαι σ’ ένα χωριό», της απάντησα.
Η Τζελσομίνα καταλάβαινε από αυτά που άλλοι έλεγαν, περισσότερα από όσα άφηνε αυτή να καταλάβουν όσοι μιλούσαν μαζί της χωρίς να έχουν εξασκηθεί πρώτα στα ελληνικά της. «Ήρθε Αθήνα;» (θα έρθεις στην Αθήνα;)
«Ίσως σε δυο τρεις μέρες». «Εγώ επήγα χωριό" (θα έρθω εγώ στο χωριό) "Γιατί; Τι συμβαίνει; Τα παιδιά είναι καλά;" «Καλά. Έρχεται Αθήνα;» (Καλά είναι. Θα έρθεις στην Αθήνα;) "Για ποιο λόγο;" «Σε αγαπάω".
Για μια στιγμή έμεινα άφωνος. Μια φράση ειπωμένη τόσο σωστά αλλά και με τόση σιγουριά και τοποθετημένη μετά από την ερώτηση μου για τον λόγο που ύστερα από δυο χρόνια αποφάσισε να μου τηλεφωνήσει, ήτανε άραγε κάποιο λάθος γλωσσικό της Τζελσομίνας ή αυτή ήξερε καλά τι έλεγε;
Αλλά ήταν η σειρά μου να μι λησω. Και της απάντησα με τόνο φιλικόν και συνηθισμένον στις συνομιλίες μου μαζί της, "Κι εγώ. σ' αγαπάω Τζελσομίνα και αγαπάω και τον Δημήτρη και τον Θανάση και την Κλειώ. Όμως μου είναι δύσκολο να έρθω τώρα." "Πότε ώρα έρχεται;" (Τι ώρα έρχεσαι;)
0 διάλογος συνεχίστηκε με μένα να θέλω να αποφύγω το που τόσο απρόσμενα βγήκε στη μέση ταξίδι στην Αθήνα χωρίς ένα σκοπό που θα το άξιζε, και με την Τζελσομίνα να προσπαθεί να μάθει τι ώρα θα πήγαινα και πότε-σήμερα ή αύριο. Και αφού κατάλαβα πως δεν μπορούσα να το αποφύγω χωρίς να φανώ ασυγκίνητος από το κάποιο πρόβλημα που η Τζελσομίνα πραγματικά θα είχε και το οποίο η εκεί παρουσία μου θα της έλυνε, αποφάσισα να πάω στην Αθήνα. Τουλάχιστον μπόρεσα να το υποσχεθώ για την επόμενη μέρα.
Πηγαίνοντας προς την Αθήνα έφερνα στη μνήμη μου την Τζελσομίναόπως την γνώρισα στις επισκέψεις μου στο σπίτι της . Καθιστή όλητην ώρα στον μισοξηλωμένο καναπέ, με τα χέρια της παλαιστή σταυρωμένα πάνω στη χοντρή κοιλιά της, με τα πόδια της απλωμένα μπροστά και σταυρωτά, κοιτάζοντας συνέχεια την τηλεόραση ό,τι κι αν αυτή έδειχνε και με τα παιδιά της να κρέμονται άλλο από τον λαιμό της, άλλοαπό κάποιο χέρι της και το τρίτο να κάθεται κάτω δίπλα στα πόδιατης τα οποία αγκάλιαζε και με τα δυο του χέρια όπως φαντάζομαι θα αγκάλιαζαν τον στύλο ενός ναού οι ικέτες που έβρισκαν καταφύγιο σ’ αυτόν οι αρχαίοι έλληνες-με τόσην προσμονή και με τόσο πάθος. Το πρόσωπό τηςείχε πάντοτε μιαν έκφραση αδιάφορη, σαν να ήτανε μόνη της μέσαστο δωμάτιο, κοιτάζοντας προς εμένα μόνον όταν άνοιγα το πορτοφόλι μου και απευθυνόμενη σε κάποιο από το παιδιά της όταν ήθελε να του πει να αλλάξει κανάλι στην τηλεόραση. Μάγουλα χοντρά, στόμα που του έλειπαν τρία μπροστινά επάνω και δυο κάτω δόντια, μαλλιά μαύρα κακοχτενισμένα ίσα για να μη της σκεπάζουν τα μάτια και της στερούν την τηλεθέαση, συμπλήρωναν τηυ εικόνα της φίλης μου.
Είμαι από εκείνους που υποστηρίζουν πως κάθε γυναίκα έχει κάτι όμορφο, όσο άσχημη κι αν είναι κατά τα άλλα και πως αυτό το κάτι την κάνει ικανή να γίνει αξιαγάπητη για κάποιους. Ο καλός Θεός έχει φροντίσει για όλα τα πλάσματά του.
Από Αγίους Θεοδώρους μέχρι Ασπρόπυργο έψαχνα με τη βοήθεια της μνήμης μου και της μικρής ικανότητας που έχω για παρατήρηση, να βρω τι αξιαγάπητο έχει η Τζελσρμίνα, αν έχει, ή μήπως αυτή αποτελεί εξαίρεση και είναι η μόνη από τις γυναίκες που έχω γνωρίσει, που τίποτα δεν έχει που να τραβήξει κάποιον άντρα. . 
Και το βρήκα.
Είναι το χαμόγελό της.
Ένα αθώο, γλυκό, όμορφο θα έλεγα χαμόγελο, παρά το άδειο που στο κέντρο του αφήνουν τα ελλείποντα δόντια. Όταν η Τζελσομίνα γελάει, τότε εκείνος που την βλέπει παραμερίζει άθελά του όλα τα άλλα, που για τον καθένα είναι απωθητικά και πάνω της βλέπει μόνο το χαμόγελο εκείνο. Ναι, όταν η Τζελσομίνα γελάει τότε όλη είναι αυτό της το γέλιο. Σαν το στόμα της μισανοίγοντας να καταπίνει κάθε άσχημο ή τέλος πάντων κάθε που οι άνθρωποι θεωρούν άσχημο, και να μένει μπροστά του μια γλύκα και μια ακαθόριστη αίσθηση γαλήνης, χαράς , μια εικόνα ευτυχίας θα έλεγα.
Φτάνοντας στην Αθήνα πήγα κατευθείαν στο σπίτι της Τζελσομίνας, όπου μια μεγάλη έκπληξη με περίμενε: το σπίτι ήτανε καθαρό! Άλλοτε τα πάντα βρωμούσαν εκεί μέσα-πάτωμα γεμάτο αποφάγια, παπούτσια και ρούχα βρώμικα πάνω σε κρεβάτι και σε καρέκλες, ο καναπές να δείχνει τα μπαμπάκια του κάτω από το μόλις συγκρατούμενο σε ένα σημείο του ακόμα μαύρο από τη βρώμα κάλυμμά του, το τραπεζάκι στη μέση του δωματίου που χρησίμευε για φαγητό, για ακουμπιστήρι διαφόρων ετερόκλητων αντικειμένων και για άπλωμα πάνω του των πάντοτε βρωμερών και ξυπόλητων ποδιών της Τζελσομίνας και των παιδιών της να είναι καθαρό με μιαν άσπρη καθαροπλυμένη πετσέτα πάνω του.
Τώρα όλα ήταν φτωχικά μεν αλλά πεντακάθαρα-ο καναπές σκεπασμένος μ' ένα πεντακάθαρο άσπρο σεντόνι, το πάτωμα άδειο από πεταμένα αντικείμενα και σκουπισμένο, τοίχοι πλυμένοι, ο γιούκος πάνω στο μπαούλο σκεπασμένος κι αυτός μ' ένα πολύχρωμο σεντόνι και η Τζελσομίνα αντί να έχει τη συνηθισμένη της στάση, τώρα καθόταν
στον καναπέ με τα πόδια μαζεμένα και είχε τα χέρια της πάνω στον καναπέ ακουμπισμένα με την παλάμη να στηρίζεται πάνω του.
Αλλά η έκπληξη ή πιο μεγάλη ήτανε το ντύσιμο της ίδιας της Τζελσομίνας. Αντί για ένα βρώμικο παλιό υπόλειμμα φορέματος, τώρα φορούσε μια "τουαλέτα", που αν και φτηνή και ασουλούπωτη πάνω της, όμως της έδινε την 6ψη γυναίκας ντυμένης για κάποια σημαντική περίσταση. Κάτω από το φόρεμα το σκισμένο δεξιά και αριστερά από το ύψος του γόνατου και κάτω σύμφωνα με τη μόδα, πρόβαλαν τα χοντροκομμένα πόδια της φίλης μου, ένα σταυρωτό μεγάλο ντεκολτέ άφηνε να μισοφαίνονται τα μεγάλα κρεμάμενα στήθη και κάτω από το ύφασμα του φορέματος που κάλυπτε τον ώμο ξεπρόβαλαν τα χέρια παλαιστή. Η κοιλιά φαινόταν λιγότερο μεγάλη απ' ό,τι ήταν, επειδή το φόρεμα, ίσως διαλεγμένο έτσι για τον λόγο ειδικά αυτόν, έπεφτε φαρδύ πάνω στο κοντόχοντρο σώμα της Τζελσομίνας.
Αφού χαιρετηθήκαμε όπως συνήθως με την Τζελσομίνα, ένα παιδί ξεπρόβαλε από την κουζίνα και με ρώτησε χωρίς άλλη κουβέντα και χωρίς ούτε να με χαιρετήσει πρώτα: "σου αρέσει το καινούργιο φουστάνι;", μου είπε, δείχνοντάς μου προς το μέρος της μητέρας του. Είπα πως πράγματι ήταν ωραίο, ενώ δεν έκανα καμιά παρατήρηση για την καθαριότητα του σπιτιού, για να μη προσβάλω την Τζελσομίνα εννοώντας έτσι πως τις άλλες φορές ήτανε βρώμικο. Ρώτησα αν συμβαίνει τίποτε και μου τηλεφώνησε, και που δεν μπορούσε ίσως να μου το πει από τηλεφώνου. Όχι, δεν συνέβαινε τίποτε. Και αμέσως μετά: "Γιώργος πάει βόλτα μαζί Τζελσομίνα". Είπα ότι ήμουνα κουρασμένος, παρατήρησα πως είναι τόσο καλά να κάθεται κανείς στο σπίτι και να βλέπει τηλεόραση ή να συζητάει, μάταιος κόπος.
Βγήκαμε και αμίλητοι-τι να λέγαμε-προχωρήσαμε μέχρι τον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο, όπου τη ρώτησα: "τι λες; πάμε στον Πειραιά; " Σκέφτηκα πως θα ήτανε κάτι πρωτόγνωρο για την Τζελσομίνα η μετάβαση στον Πειραιά και πράγματι δεν έκανα λάθος. Τα μάτια της έλαμψαν και μου είπε πως δεν είχε ξαναπάει στον Πειραιά αν και άκουγε γι αυτόν από τα παιδιά της που ζητιάνευαν εκεί και από φίλες της.
Πήγαμε. Φυσούσε ένας διαβολεμένος νοτιάς, που έριχνε σκουπιδοτενεκέδες σους δρόμους, πέταγε από τα περίπτερα εφημερίδες στο πεζοδρόμιο, ανέμιζε το φουστάνι της Τζελσομίνας και έκανε τους καταστηματάρχες να κλείνουνε βιαστικοί πρόωρα τα μαγαζιά τους. Για μένα όμως ήτανε μια απόλαυση ένας τέτοιος αέρας που χωρίς να με κρυώνει έστελνε κατεπάνω μου κύματα καθαρού αέρα -καθαρού από σκόνες και σκουπίδια που ήδη μετά από τόσης ώρας φύσημα είχαν ήδη εξαφανιστεί και καθαρού από κάθε ανθρώπινο, καθώς η ταχύτητα του αέρα δεν άφηνε να σταθεί πάνω σου καμία ανθρώπινη, σωματική ή ψυχική, ηθελημένη ή αθέλητη, υστερόβουλη ή όχι βρωμιά.
Βγαίνοντας από τον σταθμό του ηλεκτρικού προχωρήσαμε κατά μήκρς της προκυμαίας, προς την κατεύθυνση της εκκλησίας των Ταζιαρχών. Βαδίζαμε ο ένας πίσω από τον άλλο λόγω της στενότητας του πεζοδρομίου. Συνήθως εγώ πήγαινα μπροστά, ανοίγοντας δρόμο ανάμεσα σε περαστικούς και περίπτερα και η Τζελσομίνα ακολουθούσε. Όταν φτάσαμε στο ύψος της εκκλησίας, όπου είχαμε ελεύθερον χώρο και ενώ περπατούσαμε δίπλα δίπλα τώρα ξάφνω η Τζελσομίνα πέρασε το χέρι της κάτω από το αριστερό δικό μου, πιάνοντάς με έτσι "αγκαζέ". Δέχτηκα χωρίς αντίδραση την χειρονομία αυτή και πια περπατούσαμε έτσι από κει και πέρα. Το χέρι της μόλις που βάραινε πάνω στο δικό μου, κάτι που μου έκανε εντύπωση ύστερα από την εμπειρία που είχα από μια κυρία που πιάνοντάς με «αγκαζέ» απλά έριχνε όλο το βάρος της επάνω μου ώστε να την τραβώ περπατώντας.
Τα σώματά μας διατηρούσαν την απόσταση τους το ένα από το άλλο και αυτό βέβαια ήτανε φυσικό, αφού τίποτε δεν υπήρξε ποτέ ανάμεσά μας που να δικαιολογούσε ένα πλησίασμα των δυο μας ενώ περπατούσαμε, έξω από την ανάγκη να μη χώριζαν από τον σημερινόν αέρα δυο παρέα βαδίζοντας άνθρωποι.
Κατ' αυτό τον τρόπο βαδίζοντας θα πρέπει να κάναμε μιαν, ελαφρά έστω, κωμική εντύπωση σε όποιον μας παρατηρούσε για λίγο-ένα αταίριαστο "αγκαζέ". Εγώ να μη μπορώ να κάνω τίποτε άλλο παρά να μην αντιδρώ σε ό,τι έγινε, κι εκείνη να μην επιτρέπει στον εαυτό της περισσότερο πλησίασμα, καταλαβαίνοντας ίσως πως δεν είχε ούτε το "δικαίωμα" για κάτι τέτoιο, αλλά και μη θέλοντας ίσως να διακινδυνέψει μιαν αντίδραση από μέρους μου που δεν θα ήτανε καλόδεχτη από αυτήν.Παρολαυτά, καθώς με κρατούσε, δυο τρεις φορές τα δάχτυλά της σύρθηκαν χαϊδευτικά πάνω στον πήχυ μου, μόλις ακουμπώντας επάνω στο δέρμα μου μια ή δυο φορές σε κάθε τους απόπειρα.Δεν μπόρεσα να μη θαυμάσω την λεπτότητα του χειρισμού αυτού τουαγγίγματος και αυτού του χαδιού, καθώς ήταν τέτοιος που μπορούσε κανείς να το θεωρήσει είτε σαν μια εκδήλωση κάποιου κρυφού αισθήματος, όπως φαινόταν ότι και είναι, αλλά όμως και σαν μια τυχαία η ασυναίσθητη κίνηση χωρίς καμία άλλη σημασία, πλην ίσωςτης πιθανότητας χαρακτηρισμού του ατόμου που την έκανε σαν απρόσεχτου ή αγενούς. Ήταν μάλλον ένα σήμα που ήθελε να δώσει το έναυσμα μιας παρόμοιας απάντησης, με σκοπό να δημιουργηθείανάμεσα στους εμπλεκόμενους στο παιχνίδι αυτό περισσότερο θάρρος για τολμηρότερες κάθε φορά ενέργειες, στην περίπτωση που και τα δυο μέρη θα το επιθυμούσαν. 
Μια πίτσα από το γειτονικό "Έβερεστ" αντικατάστησε το γεύμα που συνήθως είναι η κατάληξη μια τέτοιας εξόδου σε άλλες περιπτώσεις.Μετά πήγαμε στον ηλεκτρικό και φύγαμε για το σπίτι.
Ταιριάζοντας τώρα το τηλεφωνικό "σε αγαπάω" με όλα όσα είχαν γίνει αφότου πήγα στο σπίτι της Τζελσομίνας κατάληξα στο συμπέρασμα πως κάποια χορδή είχε δονηθεί μέσα στο ογκώδες και άσχημο αυτό σώμα και μάλιστα στο μέρος εκείνο όπου λένε πως εδράζεται η λεγόμενη Ψυχή.Δεν είμαι ψυχολόγος ώστε να μπορώ να πω περισσότερα, όμως πρέπει να ομολογήσω ότι πριν έρθω στην Αθήνα μου πέρασε από το μυαλό η πονήρη σκέψη πως ίσως το "σε αγαπάω" να ήταν μια κίνηση από κείνες-που όμως η Τζελσομίνα δεν με είχε συνηθίσει σ' αυτές-που γίνονται με σκοπόιδιοτελή, στην περίπτωσή μου δηλαδή στην απόσπαση περισσότερωνχρημάτων.
Τώρα όμως η σκέψη αυτή είχε παραμεριστεί και έμενε ανίσχυρη μπροστά στα καινούργια στοιχεία που η βόλτα καθώς και η κατάσταση της καθαριότητας του σπιτιού είχαν φέρει στο φως.Αλλά τη χαριστική βολή σε όποιαν τέτοιου είδους πονηρή σκέψη, έδωσε η άρνηση της Τζελσομίνας να πάρει λεφτά, τη στιγμή που μέχρι τότε αυτή ήταν η μόνη σχέση μας και η μόνη αιτία όποιας συνάντησής μας:Όταν έβγαλα το πορτοφόλι μου, αρχίζοντας να δικαιολογώ την πράξη μου αυτή σχετίζοντάς την με την ένδυση των παιδιών για τον χειμώνα που ερχόταν και αιτιολογώντας την σαν ένα δώρο από μένα προς αυτά και πριν ακόμα βγάλω από το πορτοφόλι τα λεφτά, η Τζελσομίνα μού είπε αποφασιστικά, ήρεμα και παραπονεμένα: «Δε θέλω λεφτά!» 

Τρίτη 4 Αυγούστου 2026

 ΓΕΝΙΚΩΣ ΠΟΛΙΤΙΚΑ
ΣΑΜΑΡΙΚΉ ΔΗΜΟΚΡΑΤΊΑ

δημοκρατία 
σαμαρική:
από αθλία 
έως κακή.

αβέρτα φόροι 
μιστοί κομμένοι
θλιμμένο αγόρι
κόρη κλαμένη.

φαί απ’ τους κάδους 
των σκουπιδιών
μαζί με γάτους
κεραμιδιών.

στου ηλιού το γέρμα
τα σπίτια κλείνουν
συντάξεις τέρμα
οι γέροι σβήνουν.

η εργασία 
εύρημα σπάνιο
χάλια υγεία
κρασί βιδάνιο.

Το μαγαζάκι
βάζει λουκέτο
το καφεδάκι
λαφρύ και σκέτο. 

Δημοκρατία 
σαμαρική:
παιδιού ευτυχία
αναιμική.

Κανένα πιόμα
μόνο νερό-
κι αυτό κομμένο
με τον καιρό. 

Και δίχως χρήμα
χειροπιαστό
κι ο έρως-κρίμα!
έχει ρεπό.

Η Ελλάς πωλείται!
ξένοι κοπιάστε!
μη μας αργείτε!
ιδού! αγοράστε!
δρόμοι ορίστε!
να αεροδρόμια!
για μας αφήστε
τα πεζοδρόμια

δημοκρατία 
σαμαρική-
κι η δυστυχία
λες δανεική…


ΤΟ ΡΈΜΑ
(στον Βενιζέλο)

Τον κόλο σου στο μάρμαρο
χοντρέ να τον χτυπάς
ένα είναι πλέον ή σίγουρο-
πως μέρες πια μετράς.

Κι ενώ τα κλεψιμέικα 
βαθιά στην τσέπη χώνεις,
όμως συντάξεις και μιστούς 
αλήταρε, παγώνεις.

Και με τις στάλες απ’ του λαού 
τον ίδρωτα και το αίμα
ένα φρικώδες κι άθλιο 
φτιάχνοντας άγριο ρέμα,

το στέλνεις μες στη θάλασσα
των φίλων σου κλεφτών
ώστε να γίνεις κάποτε 
πρωθυπουργός δι αυτών.

Μα πρόσεξε το ρέμα μη
στη δίκαιη οργή του
πάρει και σε και τ’ άτιμα 
τα πλούτη σου μαζί του.




Τρίτη, 1 Μαΐου 2018
ΑΠΟΤΡΟΠΙΑΣΜΟΣ ΑΠΟ ΤΑ ΕΚΤΡΟΠΑ
ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗΝ ΜΑΪΟΥ
Οι εφημερίδες

Δεν ντρέπονται οι άθλιοι πολίται της Τουρκίας
να παρεκτρέπονται ενώ ευρίσκονται εις πορείας
και πλάκας να πετάγωσιν εκ των πεζοδρομίων
ως χαμινόπαις τις πετά δέσμην εκ χαλικίων;..
Ακούς εκεί να βάλουσιν κατά των πολισμάνων
ωσεί οι πρώτοι αυστραλοί εποίουν κατά τασμάνων…
Πολίται να τα βάζουσιν κατά της πολιτείας!
Τι άλλο τα μάτια μας θα δουν αυτάς τα δεκαετίας...
Ενώ οι έλληνες, εδώ, εις τας κλεινάς Αθήνας,
διαδηλούν μιμούμενοι γυναίκας αρσακίνας.
Ήγουν με τάξιν και σειράν και σεβασμόν μεγάλον-
πλείονα εκείνου που ο Ντε Γκωλ έχαιρε υπό των γάλλων.
Ούτε βομβίδια ούτε καν αθώα βαρελότα!
Ελθέτε να θητεύσητε εις τας Αθήνας πρώτα
και ύστερον διοργανώνετε πορείες και βολτούλες,
ίνα μη, μεταπορειακώς, κλαίουν δι υμάς μανούλες.
Εξάλλου εξεχάσατε πως είστε δημοκράται
και δεν αρμόζει με βαριάς και σφύρας να βαράτε
παρά να υποτάσσεσθε στα κοινοβούλιά σας
και ας βαράει ταμπουρά η πάμβροτος κοιλιά σας;
Θέλει θυσίας εξ υμών και όχι εκ των βουλευτών
(το εικοσιένα μοναχά ήθελεν εκ κλεπτών)
και, ή ερντογκείς, ή τσιπρικοί την εξουσίαν έχουσιν,
την αδημοκρατίαν πολύ-αλί-δεν την αντέχουσιν,
και μέτρα θέτουσιν, ποινάς και φόρους καθιερώνουσιν
ου μην αλλά και χρυσαυγούς πολίτας μέσα χώνουσιν
υπείκοντες εις τον βαρύν που έδωσαν τον όρκον
κάθε ανυπάκουον να τσιμπούν ή έστω και μόνον ζόρ’κον.
Αλλιώς πιστεύστε τούρκοι μου και υμείς ελλάς θα γίνετε
που κλέψε κλέψε γέμισε ο κουβάς και πλέον χύνεται.
Ύστερον δέτε, ημπορεί κυβέρνησις να ζήσει
αν απεργεί ο κάθε εις που η δουλειά του κλείσει;
Ουχί. Θα πρέπει μόνο αυτός άσιτος να την βγάζει
αντί εις πλατείας ή εις οδούς ή εις ρύμας να φωνάζει.
Καθίστε ώ τούρκοι ήσυχοι γιατί η ανησυχία
φέρνει-ως παρά τρίχα εδώ-πτώχευσιν απαισία.
Και τι; Υμείς θ’ αντέχατε μισθών ημικοπίαν
ή να ευρίσκετε τυφλούς με οράσεως υγείαν
ή από κει που είχατε οντά να κοιμηθείτε
ξάφνω εις δρόμους ασκεπείς, νήστεις να βολευθείτε;
Αν αληθώς εβούλεσθο τοιαύτα και σεις να ζήσετε
εις τας οδούς σας έβγετε και, φίλοι, εκτροπήσετε-
μα να μη λέτε ύστερον (όχι αυτό της γέννας)
πως δεν σας ειδοποίησε περί αυτού κανένας.
Διότι εγώ ορμώμενος φιλίως απ’ εδωνά
της έμφρονος προλήψεως κρούω τον κώδωνα.
Αφήστε τας πορείας σας κι υποταγήν τολμήστε
αν θέλετε ήσυχην ζωήν και ευτυχή να ζήστε.
Και μη ακούσω δι ημάς πάλιν ότι πορεύεσθε,
κι ας μη ελλείψει σίτισης ουδόλως πλέον ρεύεσθε.
Ν’ ακούω θέλω υποταγήν και χάσιν πορειών
ώσπου να έβγει και αυτός ο δύστηνος αιών.
Και αν εις τον επόμενον οι τσίπρες θα εκλείψουν,
καλώς. Μα αν κι άλλοι ως αυτός  στη ζήση σας ενσκήψουν,
υπομονή! Πάλιν αυτό πορειών δεν ειν’ αιτία:
ακολουθεί-σκεφθείτε το-Τετάρτη χιλιετία.

Κι αν δεν αρμόζουσιν αυτά στα παρ’ υμίν ειωθότα,
…ελθέτε να θητεύσητε εις τας αθήνας πρώτα!

 «Ο Βενιζέλος πήρε στο σπίτι του το στικάκι με τη τη λίστα Λαγκάρντ.»

Εγώ πήρα στο σπίτι μου τα έγγραφα του κράτους
Ώστε κανείς να μη τα βρει από τους επαράτους
Τους κλέπτας και τους άρπαγας απόρρητων εγγράφων
Που για να τα ’χουν θα ’φταναν να μπούν ως και στον τάφον.
Πόσαι κλοπαί την σήμερον ημέραν δεν διαπράττονται
Από αυτούς που, οι άθλιοι, κάθε ευκαιρίας δράττονται
Βιαίως δια να εισέλθωσιν εις όσα καταστήματα
Πωλούν χρυσά και αργυρά πανάκριβα κοσμήματα…
Πόσοι εμβαίνουν εις Σχολάς και πόσοι εις υπουργεία
Κι αφού τα καταλάβωσιν, πλέον με ευκολίαν
Κλέπτουν απόρρητα έγγραφα, και μυστικούς φακέλους…
Και δια το κράτος μας, αυτό, δεν ειν’ η αρχή του τέλους;
Θ’ αφήσω στο γραφείον μου τα έγγραφα τ’ απόρρητα
Τα τόσον εμπιστευτικά-κι άκρως ακριβοθώρητα
Δια να μη πει ο Σύριζα ότι δεν δρω υπευθύνως;
Τα ίδια αν ήταν υπουργός θα έκαμνε κι εκείνος!
Και «εύγε» θα του έλεγον και δε θα τον εμάλωνα
Ούτε αυτόν ούτε υπουργόν όποιον θα το ’καμνε άλλονα.
Εξάλλου εις την οικίαν μου έχω ένα κύνα άγριον
Προσφάτως που ηγόρασα δίνοντας ένα Λαύριον
Κι εις άγνωστον ουδένα αυτός είσοδον επιτρέπει
Καθώς ως δίκης οφθαλμός τα πανθ’ ορά και βλέπει.
(Και αν αυτήν την τακτικήν συνέχιζεν ο Σύριζα
Θα ηγόρευον εις την Βουλήν κι ευθέως θα υπεστήριζα
Εις την Βουλήν τον κύνα μου να φέρωμεν ως Κέρβερον
Και, πλην Δεξιών, εκ της Βουλής να διώκει πάντα έτερον).
Κι αν γίνει ο μη γένοιτο καμία επανάστασις
Εξ όσων ονειρεύεται η Αριστερά κατάστασις,
Τις έτερος θα εφύλαττε καλλίτερον εμού
Την κρατικήν ασφάλειαν και την τιμήν ομού,
Αφού στην πόρτα του σπιτιού το σώμα μου θα εσφήνωνα
Κι από εγγράφων της κλοπήν την χώραν μου θα εγλίτωνα;
Και ας μη τις ισχυριστεί–ως έγινεν εσχάτως
Ότι-οποία ασέβεια!-δεν είμαι εγώ το κράτος:
Τι; Ο Λουδοβίκος δέκατος τέταρτος της Γαλλίας
(χώρας που την πατρίδα μας τιμά μετά φιλίας)
Ήτο παχύτερος εμού όταν ρητώς εδήλωνεν 
Ότι το κράτος ήτο αυτός-κι ανέτως το εδήωνεν;
Και έτη περισσότερα μετρώ εγώ αισίως
Που θώκους κυβερνητικούς κατέχω επαξίως-
Κράτος λοιπόν δεν είμαι εγώ; κι αν όχι τις θα ήτο;
Ο Τσίπρας το αμούστακο; Ο Παπανδρέου το βλήτο;
Κι αφού το κράτος είμαι εγώ, δεν δύναμαι κοντά μου
Έγγραφα να ’χω κρατικά, τουτέστιν ιδικά μου;
Και χρήμα τις θα ηδύνατο να ισχυριζόταν ίσως
Ότι κατέχει, ως εγώ, όσον κατείχε ο Κροίσος;
 (Κι ότι το χρήμα σήμερον τον κόσμον κυβερνά
Το ξεύρουν άπαντες–ας μη κι εγώ το πω ξανά). 
Δι αυτό σας λέγω πως μπορώ να έχω επιτέλους
Όχι έγγραφα στο σπίτι μου, μα ολόκληρους φακέλους. 
Κι ακόμα, ας είπω και αυτό: να ’στε προετοιμασμένοι,
Διότι η Ελλάς δεν δύναται άλλο να περιμένει. 
Δυο δισεκατομμύρια έχω περιουσία. 
Δεν αγοράζει λέτε αυτό μια πρωθυπουργία;
Άνθρωπος όστις ως εγώ κατέχει τόσο χρήμα
Πρωθυπουργός δεν δύναται να γίνει παραχρήμα;
Λοιπόν μη πάλιν σας ιδώ να λέτε κουταμάρες
Γιατί αν ντόρτια έχετε σεις, εγώ έχω εξάρες…