Ο «ΕΘΝΑΡΧΗΣ»
Θεατρικό σε πέντε πράξεις
«Με τα λάθη που έχουν γίνει και με το στραβό δρόμο που πήρε το κίνημά μας, με μια κουραμάνα και μια κονσέρβα θα μας σκοτώσουν.»
Άρης Βελουχιώτης
ΠΡΑΞΗ Α΄
Χρόνος: Έτος 1955
Τόπος: Γραφείο Καραμανλή
Πρόσωπα: Αμερική, Καραμανλής, Γύφτισσα.
ΑΜΕΡΙΚΗ (ΑΜΕ)
Θα σας δώσω την πρωθυπουργία
αν αντίρρηση δεν έχετε καμία.
Δείτε μου το δάχτυλό μου αυτό:
δίχως να του το ζητάω
μ’ ακολουθεί όταν περπατώ
και πάει όπου πάω.
Ν’ αντισταθεί
δεν του μπορεί
κανείς κι ό,τι ακουμπήσει
αν θέλω εγώ
το συγκρατώ
αλλιώς θα το τσακίσει.
Δε σας αρέσει να είστε
μεγάλου κάποιου μικρό κομμάτι-
αυτός αν σας πει να κινείστε-
δε νιώθετε έτσι πως είστε κάτι;.
Και. δέστε: δαχτυλίδια χρυσά, αργυρά
που ’χει το δαχτυλάκι μου τριγύρω του!
και σαπούνια δεν του λείπουν και νερά ,
στα κρύα το γάντι και πάντα το μύρο του.
Δικό μας να είσαστε ένα πιόνι
αυτό θαρρώ σας εξυψώνει.
Για τη δουλειά που θέλουμε μας κάνετε
κι ευχάριστα θα περνάτε την ώρα σας
ενώ θα βλέπετε να προοδεύει η χώρα σας
αφού τις πληγές της όλες σεις θα γιάνετε.
ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (ΚΑΡ)
Τη πατρίδα μου βλέπω προσέξατε
και κοντά της βοηθοί της ετρέξατε'
για ν' ανάψω το φως της το σβηστό
που εμένα διαλέξατε ευχαριστώ.
Στιβαρό αληθινά μόνο ένα χέρι
θα μπορούσε πρόοδο σ’ αυτήν να φέρει.
Ιδίως το θέμα το Κυπριακό
μεγάλο έγνοιας ζητάει μερτικό.
ΑΜΕ
Δεν σας κρύβω, όταν στραφήκαμε προς σας
το μεγάλο αυτό θέμα στο νου είχαμε.
Κι αν από όσας δείχνετε μόνο τας μισάς
ικανότητας έχετε, σίγουρα πετύχαμε.
ΚΑΡ
Με κολακεύετε. Έχω μόνο
για τον τόπο μου μέσα μου πόνο.
Ως για ικανότητες πιστεύω
με πυγμήν και σθένος θ’ αρχηγεύω-
αν τελικώς εις συμφωνίαν καταλήξωμεν
και όλα κάτω δεν τα βροντήξωμεν.
ΑΜΕ
Φόβος δεν υπάρχει αυτό να γίνει
αν λογικός αναντιρρήτως καθώς είστε
λογικά και το θέμα αυτό αντιμετωπίστε.
Και ευκαιρίας άνθρωπος λογικός δεν αφήνει.
ΚΑΡ
Νιώθω μια μεγάλη μέσα μου ορμή
να κατέχει ψυχή μου και κορμί.
Αν αυτή δεν είναι ορμή αρχηγική
τότε τι άλλο έχω ν γνωρίζω εκεί.
Και με όσα σεις, η δύναμη η μεγάλη
μιλώντας τώρα δα μου λέει
στην ορμή μου αυτήν δίνει φτερά και ζάλη
και δόξης της χαρίζει κλέη.
Α Μ E
Όλα αυτά να νιώθετε πολύ είναι φυσικό,
και τα λέτε με ύφος τόσο πειστικό-
γιατί αφού είναι αλήθεια έτσι λέγονται-
που αμέσως πάψαν ν' αντρειεύονται
οι ως τώρα μέσα μου δισταγμοί-
τους διαλύσατε σε μια στιγμή.
Δε θα ένιωθα έκπληξη το δίχως άλλο
αν μια μέρα σας ονόμαζαν Μεγάλο.
KAP
Ω! Αυτό μπορώ να πω σίγουρα όντως
πως δεν είναι του παρόντος.
Μόνο, αφού οι δυο ως τώρα συμφωνούμε
στη συζήτηση βαθιά ας μπούμε.
Δυο τρυγόνια ‘ένα σμπάρο:
τι θα δώσω τι θα πάρω.
ΑΜΕ
Με το Κυπριακόν
ας αρχίσουμε λοιπόν.
Θέλω να μπει γρήγορα στο ράφι
όπως λεν κι οι δημοσιογράφοι.
Γιατί αν ο λαός επιμείνει για λύση
η Αγγλία τότε θα θυμώσει
κι εναντίον σας θα ξεσπαθώσει
και του NATO η αλκή θ' αδυνατίσει.
Θα μπορέσετε τους έλληνες να πείσετε
και το Κυπριακό θέμα να κλείσετε;
Γιατί αυτό μας ενδιαφέρει βεβαίως.
ΚΑΡ
Μη το πείτε πάλι. Είμαι νέος
όμως γνωρίζω τι λέγω όταν ομιλώ.
Θα κλείσω το Κυπριακό και μάλιστα με το καλό.
Μόνο που δημοσίως δε θα πω
τον πραγματικό μου τον σκοπό.
ΑΜΕ
Αυτό με μένα είναι εντάξει.
Λόγια λέγετε όσα θέλετε,
για μας πρέπει να ξεύρετε
αξίαν έχει μόνον η πράξη.
Και ερχόμαστε στ’ άλλα,
μικρότερα, μα κι αυτά μεγάλα.
Θέλω πάντα να συμμορφούσθε προς τας οδηγίας
που εκ της εν Αθήναις θα λαμβάνετε πρεσβείας.
Ανυπακοή εις ό,τι αυτή σας ζητήσει
παραπολύ θα με δυσαρεστήσει.
Αλλά εκείνο που πρωτίστως πρέπει
είναι την τάσιν να αναχαιτίσετε
του λαού σας, που εκ φύσεως ρέπει-
έτσι είναι και παρακαλώ να με συγχωρήσετε-
προς του κομμουνισμού την αναρχίαν
που την θεωρεί ελευθερίαν.
Θέλω αυτά όλα να τα έχω ασφαλή.
Κάτι που και σας ιδιαιτέρως θα ωφελεί.
(μπαίνει η Γύφτισσα)
ΓΥΦΤΙΣΣΑ (ΓΥΦ)
Κάτω από το φως του ουράνιου θόλου
έκανα το γύρο του κόσμου όλου
γυρεύοντας το χέρι στα χέρια μου να πιάσω
που πάνω του ευτυχία να γράφει να διαβάσω.
Είδα χέρια που ευλογούσαν
είδα χέρια που μισούσαν
άλλα που ’διναν κατάρες
άλλα που σκορπίζαν χάρες.
Είδα χέρια που ζητιάνευαν
χέρια χαρωπά πoυ διάνευαν
είδα χέρια βουτηγμένα
μες στο χρήμα-μες στο αίμα.
Είδα χέρια που ψεμάτιζαν-
πίσω παίρναν ό,τι εχάριζαν
είδα χέρια που ’χαν μείνει
έρημα σε κρύα κλίνη
είδα χέρια πεθαμένα
που δεν ήτανε θαμένα
είδα χέρια που απλώνανε
κι ό,τι άγγίζανε το λιώνανε
είδα χέρια που είχαν νύχια
σουβλερά κι ακονισμένα
κι ήτανε βαθιά χωμένα
σε ψυχών μέσα τα μύχια.
Είδα χέρια που αγκαλιάζαν
και που ευτυχισμένα μοιάζαν
ως ν’ ανοίξουν και να φύγει
η χαρά που ’χαν η λίγη.
(στην Αμερική και στον Καραμανλή)
Δώστε τα χέρια σας την τύχη να σας πω.
Για με σε χέρι δεν υπάρχει μυστικό.
Όλα εγώ θα σας πω τα μελλούμενα
είτε σας είναι θλιβερά είτε χαρούμενα.
(παίρνει το χέρι της Αμερικής)
Περιβόλι γεμάτο μ’ αγκάθια.
Του κόσμου όλα τα κατακάθια
εκεί έχουν μαζευτεί-
μονιά άξια γι αυτά και ζηλευτή.
Ποτάμια αίμα το ποτίζουν
και με κείνο τ’ αγκάθια καρπίζουν.
Μια μέρα κοντινή, πεσμένην χάμου
το αίμα αυτό θα σε πνίξει κυρά μου.
(στρέφει στον Καραμανλή)
Ας δω τώρα και το χέρι αυτού του κακομοίρη
που κιόλας θαρρεί η δόξα πάνω του έχει γείρει.
(παίρνει το χέρι του Καραμανλή στα χέρια της)
Κακόμοιρο, αστείο ανθρωπάκι!
Γελοίο, κορδωτό καραγκιοζάκι!
Πόσο ακριβά ο λαός σου θα πληρώσει
την κάθε ψήφο που θα σου δώσει...
Καταστροφές στη χώρα σου θα φέρει
το που κρατώ σου αυτό εδώ το χέρι
που στη μιαρή ετοιμάζεσαι αυτή κυρία
να πουλήσεις για την πρωθυπουργία
Εμπρός λοιπόν! Πούλα πατρίδα, πούλα
λαό, πούλα τη μόνη μου ελπίδα, πούλα
την ευτυχία λαού ολόκληρου
σ' άλλο λαό, από ήθη απόκληρου.
Κάθε που τραβώντας θα κάνεις βήμα
μια παρανομία κι ένα κρίμα.
Ω! Ανθρωπάκι που γυρεύεις δόξα
των φρυδιών σου κοίταξε τα τόξα-
δεν είναι αψίδων θριάμβου τόξα παρά φίδια'
της πόρτας είναι του Χαμού αντικλείδια.
Παίξε το παιχνίδι σου λοιπόν κι εσύ ον αγροίκο.
Βδελυρόν πρόσθεσε ένα κρίκο
στων Καιρών τη βρωμερή αλυσίδα-
έναν ακόμα θα δω-τόσους είδα...
(κάθεται λυπημένη και απογοητευμένη)
Κάτω από το φως του ουράνιου θόλου
έκανα το γύρο του κόσμου όλου
γυρεύοντας στα χέρια μου το χέρι να πιάσω
που πάνω του ευτυχία να γράφει θα διαβάσω.
Μα ένα χέρι δε βρήκα
που να 'χει την τόλμη για προίκα
που μες στα τραχιά δάχτυλά του
της οργής το μαχαίρι της πικρής θα κρατήσει
και με βία του πλούτου το κορμί θα χτυπήσει
σωριάζοντας τ' άνομο κουφάρι του κάτου.
Χέρια-χέρια-χέρια-χέρια
που καθένα κάτω με τραβάει
και κανένα ως ψηλά στ' αστέρια
απαλά η θωριά του ποτέ δε με πάει.
Φεύγω. Με την ησυχία σας καθίστε
το φριχτό έργο σας να συνεχίστε.
ΑΜΕ
Γύφτισσες! Ακόμα πώς τις ανεχόσαστε;
ΚΑΡ
Αφήστε τες να λένε-μη γνοιαζόσαστε.
Ποιος ξέρει από πού έρχονται...πού πάνε...
Την τύχη λένε κάτι για να φάνε.
AME
Λοιπόν νομίζω πλήρως κατανοείτε
πως ακέφαλος ένας λαός
όπως τώρα ο ελληνικός
στο χαμό και στην αναρχίαν οδηγείται.
Γι αυτό χρειάζεται έναν αρχηγό.
ΚΑΡ
Μ' αυτό συμφωνώ απολύτως κι εγώ.
ΑΜΕ
Βλέπετε και μόνος σας πόσο πασκίζω
τη ορθή πορεία του κόσμου να κανονίζω.
Μακριά από τον απαίσιο κομμουνισμό
που την ελευθερία
και όποιαν άλλη αξία
στο χάος οδηγεί και στον αφανισμό.
Ευτυχώς συμμάχους έχουμε πιστούς
ελευθερίας και δημοκρατίας μεστούς'
μα για να γίνει πιο καλή η δουλειά
και για πιότερη σιγουριά
πως δε θα γίνουν όλα ανω κάτω,
εφτιάξαμε και το NATO.
Και εκτιμούμε βαθιά που μέλος του γίνατε
και απαθείς στων Καιρών το κάλεσμα δεν εμείνατε.
Σε κόπους πολλούς μπαίνουμε
τον ιστό αυτόν καθώς υφαίνουμε
που ελευθερία θα εξασφαλίσει
σ' ολόκληρη τη Δύση.
Βλέπετε είναι oι χώρες οι ευρωπαϊκές
καταστραμμένες-μεγάλες και μικρές-
και τη βοήθεια που ζητούνε
σε μας μόνο μπορούν να βρούνε.
Δεν τους την αρνούμαστε
μα θαρρώ δικαιούμαστε
να σιγουρέψουμε πως η βοήθειά μας
θα χτίσει τα κοινά ιδανικά μας.
Γι αυτό κι εγώ μεγάλη μια
της γης όλης έγινα μητέρα
που ο νους μου είναι όλη μέρα
σε σας-τ' αγαπημένα της παιδιά.
Αν ο κομμουνισμός δεν καραδοκούσε
να πιάσει όποιον καθυστερούσε
και στο μαύρο του τσουβάλι
σιδερόδετον να τον βάλει
τότε δε θα επειγόμασταν να βοηθούμε
και χώρες άλλες, φίλες μας καλές να κρατούμε.
Μα τώρα το πράγμα επείγει
αλλιώς η Ρωσία μας πνίγει.
Φορές λέω για τον κομμουνισμό
πως είναι μια καλή δικαιολογία
για να οδηγήσουμε τον κόσμο-έστω τον μισό-
στην ειρήνη και την ελευθερία.
Γι αυτό η Αμερική το χέρι έχει απλώσει
βοήθεια στους λαούς να δώσει.
Γι αυτό και ο λαός μας αξιωματικούς του
δε λυπάται να στέλνει παντού δικούς του
που σωστά τους στρατούς των χωρών οδηγούνε
και σε δρόμο σωστό-Δυτικό-τον κρατούνε.
Και επειδή στης γης όλα τα κράτη
η Ρωσία κακό θέλει να κάνει κάτι,
γι αυτό τους καλούς εμείς διαλέγουμε
και μαζί-βοηθοί τους-αρχηγεύουμε.
Βαρύ ειν' αλήθεια πολύ, φορτίο έχω επωμιστεί'
αλλ' ας μη
ούτε στιγμή
απ' αυτό πως ποτέ θα λυγίσω να μη νομιστεί-
όταν κάποιος το δίκαιον υπηρετεί
κάθε βάρος μπορεί σταθερά να κρατεί.
ΚΑΡ
Συμφωνώ απολύτως με όσα λέτε.
Την απόφαση στα μάτια μου δέτε
TO λαό μου σωστά να κυβερνήσω
και μακριά από την κόκκινη βία
στη Δυτικήν ελευθερία
αληθινά ευτυχισμένον να οδηγήσω.
Μόνο τη δική σας αν έχω βοήθεια
τίποτ' άλλο εγώ δε θέλω αλήθεια.
ΑΜΕ
Θα την έχετε πάντα και πλήρη.
Δε θ 'αφήσουμε ο εχθρός να σας φθείρει.
ΚΑΡ
Συμφωνούμε σε όλα λοιπόν-
θα παλέψω κατά των κακών.
Όμως όλα πρέπει να τα κανονίσουμε
πριν να πούμε πως τελείως συμφωνήσαμε.
Για όλ' αυτά ποιαν εγώ θα έχω πληρωμή;
ΑΜΕ
Αλλά, φυσικά, την τρανή τιμή
πως στον ίσο δρόμο ένα λαόν οδηγείτε.
Ακόμα όμως πως πρωθυπουργείτε:
σε σας τους έλληνες ιδιαίτερη έχει ικανότητα
όποιον κάνετε αρχηγό
να μη χάνει καιρό
αλλά να κερδοσκοπεί μέσα στην κοινότητα.
Μπορεί ας πούμε σεις με πλοία
να ανακατευθείτε, ή με εργοστάσια,
και με τραπεζίτας να πιάσετε φιλία-
δεν είναι όλα αυτά θαυμάσια;
Και αν δεν έχετε υιόν
ημπορεί να κάμετε ανεψιόν-
έτοιμα χρήματα πρέπει αυτός να έβρει
και τι θα τα κάνει εκείνος ξεύρει-
άμοιρος δεν θα είναι δα
της ικανότητος, καθώς εσείς να κυβερνά.
Σκεφθείτε, αν ανατραφεί με πολιτισμόν-
που σημαίνει με αφθονίαν χρημάτων-
και τον κάνουμε όπως εσάς πρωθυπουργόν,
εν μέσω πεινώντων αυτόν χορτάτον,
τότε μη έχοντας να εξαγάγει άλλο τι
πολιτισμού θα κάμει εξαγωγή
από τον μπόλικον που θα έχει λάβει
και πολιτισμού φωτιές
όμορφες και λαμπερές
σε κράτη απολίτιστα θα ανάβει.
Αποκτήσατε λοιπόν ατράνταχτον περιουσίαν'
μερικών δισεκατομμυρίων του την απουσίαν
την οφείλει εις σας ο κρατικός κορβανάς.
Και ο λαός τας τσέπας του ας έχει αδειανάς.
Πληρώνει κανείς
δια να είναι ασφαλής.
Αυτό εμείς δε θα το βρούμε διόλου κακό.
Μόνο προσέξετε μην αμελήσετε το Κυπριακό.
Τέλος της πρώτης πράξης
ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
Χρόνος: 1959
Τόπος: Πρωθυπουργικό γραφείο Καραμανλή
Πρόσωπα: Καραμανλής, Παπανδρέου, Αμερικανός Πρέσβης, Γύφτισσα.
ΚΑΡ
Όλα καλά επηγαν στη Ζυρίχη.
To έθνος είχε εκεί μεγάλη τύχη.
Κι αν πεις για το Λονδίνο
πήγε ωραία κι εκείνο.
Αυτή ήταν η ευτυχέστερη
ημέρα της ζωής μου.
ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ(ΠΑΠ)
Κι ήταν η απεχθέστερη
εμένα της δικής μου.
ΚΑΡ
Οι συμφωνίες φέραν την ειρήνη.
ΠΑΠ
Τριπλή στην Κυπρο υπάρχει τώρα κυριαρχία.
ΚΑΡ
Η Ελλάδα εκινδύνευε εξαιτίας της να μείνει
χωρίς να 'χει καμία στον κόσμο συμμαχία.
Έπρεπε να δοθεί ένα τέρμα στην κατάσταση.
ΠΑΠ
Τις συμφωνίες οι Τούρκοι τις λένε νεκρανάσταση.
Η Τουρκία είχε δεχτεί στη Λωζάννη
οριστικά την Κύπρο πως χάνει
Συ μ' ένα τριαντάφυλλο της την έδωσες
και λες μεγάλη ευτυχία γι αυτό ένιωσες.
ΚΑΡ
Έλληνες έχουν μείνει στην Τουρκία.
Πρέπει εκεί να ζήσουν με ηρεμία.
Βοηθάει σ' αυτό-
είναι σ' όλους γνωστό
με τους Τούρκους αν δεν έχουμε μπελά.
ΠΑΠ
Απομάκρυνες την ένωση για τα καλά.
ΚΑΡ
Η Ελλάδα τώρα θα συγκεντρωθεί
στην ανασυγκρότηση που τόσο ποθεί.
To ίδιο ποθούν και οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Ό,τι άλλο και να λες είναι βλακείες.
To θέμα ευνοϊκά για μας έχει λυθεί.
ΠΑΠ
Έχουν πολύ καλλίτερες ευκαιρίες χαθεί.
ΚΑΡ
Μπορεί κανείς να λέει ό,τι θέλει.
Όμως ο χρόνος δεν καρτερεί.
Κάποιος έπρεπε να κόψει το καρβέλι-
Πρέπει ν' αλλάξουν-άλλοι να 'ρθουνε καιροί.
Η Ελλάς πρέπει να προχωρήσει,
τους ισχυρούς ν' ακολουθήσει.
Οι κυβερνήσεις σήμερα και πάντοτε
δεν είναι ανεξάρτητοι. Και άλλοτε
κάμνουν αυτό που εκείνες θέλουν, μα συνήθως
των μεγάλων ό,τι απαιτεί το ήθος.
Χωρίς αυτούς δεν θα υπήρχαμε.
Ούτε κράτος ούτε πατρίδα θα είχαμε.
Και τυχεροί πολύ πρέπει να θεωρούμεθα
που υπό των ελευθέρων ΗΠΑ οδηγούμεθα.
Και η Αγγλία θα εθύμωνε μαζί μας
αν την Κύπρο την ηθέλαμε δική μας.
Ενθυμείσθε που ο Ήντεν προ έτους και πλέον
πως η ασφάλεια εδήλωσε των πετρελαίων
σημασίας είναι ζωτικής για τη Δύση
και να τεθεί σε κίνδυνο δε θ' αφήσει.
Και για τα πετρέλαια της Ασίας
η Κύπρος μεγάλης είναι σημασίας.
Βλέπετε πως όλα είναι μια αλυσίδα
σαν στρατιωτική επετηρίδα-
πώς οι αξιωματικοί θα δεχτούν
να μη με τη σειρά των προαχθούν;
Ησυχάστε, Το καθήκον της αυτή
η κυβέρνησις πράττει. Θα γραφτεί
του κόμματός μου η λαμπρά πορεία
με γράμματα χρυσά στην ιστορία.
Παρακαλώ προσέξατε σεις μόνο
γιατί θεωρώ πως χρόνο με το χρόνο
όλο και πλείω συγχρωτίζεσθε
με τους κομμουνιστάς-νομίζει κανείς
εις ακρότητας πως τους συναγωνίζεσθε
σαν πολιτικός τους να ήσασταν συγγενής.
ΠΑΠ
Έτσι δεν πρέπει για μένα να ομιλείτε
διότι και σεις στον χώρο αυτόν ζείτε
και ξεύρετε πως εκείνη την εποχή
(εννοώ μετά την κατοχή)
με τηγ δύναμη που είχα
τους έκοψα το βήχα.
Και ελπίζω κάποτε και ο υιός μου
τον δρόμον τον ιδικόν μου να ακολουθήσει
και στο μνήμα επάνω του κομμουνιστικού κόσμου
μια ταφόπετρα βαριά, αλαφρά να κυλήσει.
Γι αυτό να ξεύρετε-με θίγετε
με ερυθρούς έστω λεκτικώς αν με σμίγετε.
Αν και άλλο δεν έπρεπε να αναμένω
από το στόμα σας το πουλημένο.
ΚΑΡ
Και τους κομμουνιστάς εις την Αγγλίαν
βοράν όταν ερίψατε,
με αντάλλαγμα την πρωθυπουργίαν
αυτό το τολμήσατε.
Τον λαόν εις τον όλεθρον εστείλατε
και την εξουσίαν επήρατε.
ΠΑΠ
(σιγά)
Μη φωνάζεις ρε Κώστα.
Μη με βάζεις πόστα
με λόγια σωστά που 'ναι,
γιατί κι άλλοι μας ακούνε.
Κάνε λίγο τον κουτό.
Θέλω κι εγώ να βολευτώ
όταν κάποτε ο λαός έρθει.
σε κάποια δημοκρατική μέθη.
Μην του θυμίζεις τη βρωμιά μου
που την Ελλάδα έριξα χάμου
να την πατάνε των Άγγλων οι μπότες
όπως τα σκουλήκια πατάνε οι κότες.
Κι αν εσύ έχεις ανεψιό
εγώ έχω γιο.
Και στο μέλλον καθώς κοιτάζω
βλέπω στις θέσεις μας
τους απογόνους μας-και τους θαυμάζω.
Γι αυτό τις αντιθέσεις μας
ας μην αφήσουμε να μας φθείρουν
και τσακωνόμαστε
και σκοτωνόμαστε
και οι απόγονοί μας μάς οικτίρουν.
Κοίτα εμάς-βίλλες, κουστουμιές,
οικόπεδα, επιχειρήσεις, καράβια,
ας έχουν και κείνοι ντουλάπες πολλές
και γκαρνταρόμπα όχι άδεια.
Ας φερθούμε ωραία και λογικά
συγγενείς μας ν' αφήσουμε αφεντικά
στην Ελλάδα
που σαν γελάδα
στο χαμό τραβάει ούτως ή άλλως
είτε ο ένας την οδηγεί είτε ο άλλος.
Ο λαός-κοίτα!- τι είναι ο βρωμερός,
μπρος στη δική μας τη λαμπράδα;
ένας χαμένος συρφετός
που απ' τη μεγάλη του αλαφράδα
πάει όπου τον πάμε
ώστε άκοπα εμείς κυβερνάμε.
Κώστα, στ' όνομα των απογόνων μας
ας μετριάσουμε τους τόνους των αγώνων μας
κι ας μη λέμε φανερά
πως κάνουμε νερά
και πως και των δυο μας ο σκοπός
άλλο είναι κάτι από ιερός.
ΚΑΡ
(σιγά)
Αυτά μου λέει κι ο αμερικανός
κάθε τόσο στ' αυτί
κι αυτό θα κάνω γιατί
είστε δύο εναντίον ενός.
Π Α Π
(σιγά)
Ωραία!
(δυνατά)
Πρωθυπουργόν σας έκαμε το παλάτι
όταν οι αμερικάνοι του έκλεισαν το μάτι.
ΚΑΡ
Κύριε πρόεδρε εγώ δεν σας υβρίζω.
Πρωθυπουργός έγινα διότι αξίζω.
Αμερικάνοι και παλάτι
είχαν βεβαίως να κάμουν κάτι
όμως αυτό ήταν όλο κι όλο'
καθοριστικόν αυτά δεν έπαιξαν ρόλο.
ΠΑΠ
Ανάγκην δεν έχω κάποιος να μου υπενθυμίζει
ποίος σας δημιούργησε και ποίος σας ορίζει.
Εμέ μου αρκεί ασφαλώς
πως αυτός δεν είναι ο λαός.
Γνωρίζω καλώς πως με τον Άνσουτζ επηγαίνατε
και καουμπόικα έργα εβλέπατε.
Γνωρίζω πως Άλμερ και Σνε
στο πραξικόπημά σας είπαν το "ναι".
Οι υποσχέσεις σας να θάψετε το Κυπριακό
στόν λαό πασίγνωστες είναι τον ελληνικό.
ΚΑΡ
Κύριε πρόεδρε ματαίως βλέπω προσπαθώ
με ευγένειαν να σας φερθώ.
Δια τελευταίαν φοράν σας δηλώνω
πως της Ελλάδος ζω τον πόνο
όπως και σεις
και ο καθείς
που μέσα ζει στον τόπο αυτόν
τον από χιλιετίες ελληνικόν.
Και σας δηλώνω ακόμα μια φορά-
έστω κι αν σεις γι αυτό νιώθετε αποφορά-
πως αν η Αμερική δεν μας βοηθήσει
η Ελλάς δεν θα δυνηθεί να επιζήσει
και θα γίνει αργά ή γρήγορα βορά
των ερυθρών γειτόνων μας από Βορρά,
Αι ΗΠΑ, φύλαξ των δημοκρατικών θεσμών,
αυταί μας έσωσαν από τον κομμουνισμόν.
Και αν εγώ έβλεπα έργα καουμπόικα
αυτό δεν είναι δια κοροϊδίαν-
από αυτά κανείς μαθαίνει μπόλικα
δια δημοκρατίαν και ελευθερίαν.
Εκεί βλέπετε τους παρανόμους
να φονεύονται από αστυνόμους
και ο νόμος και το δίκαιον γα θριαμβεύει-
τι καλλίτερο κανείς γυρεύει;
Αν λοιπόν οι αμερικάνοι με διαλέξανε
με λάθος χαρτί όπως βλέπετε δεν παίξανε.
Αλλ' ας μη παρασυρθώ εις κριτικάς
που θα καλούσατε φιλοαμερικανικάς
ενώ οι αμερικανοί είναι φιλάνθρωποι
και χτυπούν τη Ρωσία την απάνθρωπη.
Και αν άλλο τίποτε να πείτε δεν έχετε
μπορείτε κύριε πρόεδρε να απέλθετε.
Περιμένω τον αμερικανό πρεσβευτήν
δια μιαν συνάντησιν σημαντικήν.
ΠΑΠ
Χαίρετε. Ελπίζω γρήγορα να σας δω στη Βουλή.
ΚΑΡ
χαίρετε. Αλλά μην ελπίζετε και πολύ.
(βγαίνει ο Παπανδρέου και μπαίνουν ο αμερικανός πρέσβης,ο ακόλουθος της Πρεσβείας και η Γύφτισσα)
ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΠΡΕΣΒΥΣ (ΑΠ)
Αυτή η γυναίκα περίμενε έξω μαζί μας.
Ποια είναι; Θα παρευρεθει στην συζήτησίν μας;
ΚΑΡ
Μια γύφτισσα. Είναι αβλαβής. Μη σας νοιάζει.
Λέει, μα κανέναν δεν πειράζει.
Της αρέσει στα σαλόνια ξεύρετε
και στους διαδρόμους να περιφέρεται.
Παρακαλώ από αυτήν μη ενοχλείστε.
Πέστε πως εδώ μόνον εγώ και σεις είστε.
ΑΠ
Δε σας κρύβω, προς στιγμήν ανησύχησα.
Όμως δίκιο έχετε-τι λόγος…μια γύφτισσα...
(μπαίνοντας στο θέμα για το οποίο πήγε εκεί)
Μπράβο σας! Πολύ ωραία του τα είπατε!
ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ ΤΗΣ ΠΡΕΣΒΕΙΑΣ (ΑΤΠ) Έφυγε χωρίς να πει τίποτε.
ΑΠ
Αλλά θα πρέπει να μάθετε με τον χρόνον
λίγο πιo απότομος να είσαστε μόνον.
Οι αναλυταί μας λένε ότι χρειάζεται
καλά το τομάρι των αντιπάλων να αργάζεται.
ΑΤΠ
Και μιλώντας έτσι
με ορμή και με ζέση
σε λίγο θα δείτε την μεγάλη αντίθεση:
αντί ν' αμύνεσθε θα περνάτε στην επίθεση.
ΑΠ
Αυτό δεν σημαίνει ορισμένως
πως ήσασταν δα και φοβισμένος...
Τουναντίον για την ώρα
καλά πάει τούτη η χώρα.
(οι αμερικανοί βγαίνουν. Ο Καραμανλής βάζει μέσα στο συρτάρι του γραφείου του κάτι χαρτιά και τους ακολουθεί)
ΓΎΦ
(περπατώντας στο γραφείο)
Κάτι σαπίζει και βρωμάει στο γραφείο αυτό.
Κι αν τη βρώμα αυτή δεν την αντέξω
και το παράθυρο αφήσω ανοιχτό
η ίδια βρώμα έρχεται κι απέξω.
Κάτι σε τούτο το γραφείο σε πνίγει.
Κάτι εδώ μοιάζει νεκροθάφτη
που αξίνα κρατεί κι όλο σκάφτει
και βαθύν ένα τάφο ανοίγει.
Γραφείο μακάβριο. Φρικώδες.
Άρμα που οι βαριές του ρόδες
του λαού τη χαρά λιώνουν
και γύρω δυστυχία απλώνουν.
Στων αμερικάνων ένα γνέμα
To στυπόχαρτο αυτό πίνει αίμα.
Τα συρτάρια θάνατο μέσα τους κρύβουνε.
Σε σκοτάδι τα παραθύρια ανοίγουνε.
Σχέδια εδώ μέσα καταστρώνονται
πώς καλλίτερα οι έλληνες να σκοτώνονται.
Η κατάρα τους ανθρώπους που ρημάζει
εδώ μέσα κρύβεται και λημεριάζει.
Ανεμοστρόβιλο εδώ μέσα υψώνουν τα πάθη.
Της απανθρωπιάς είναι αμέτρητα τα βάθη.
To ψωμί άνισα χωρίζεται'
η αγάπη εδώ φυλακίζεται.
To σύμπαν εδώ ολόκληρο χαλάει
αφού όλα ετούτο το γραφείο ξεπουλάει.
Η λεφτεριά εδώ μέσα σαπίζει
κι η σκλαβιά το λαό μου ορίζει.
Γ΄ΠΡΑΞΗ
Χρόνος: 1961
Τόπος: Πρωθυπουργικό γραφείο Καραμανλή
Πρόσωπα: Αμερικανός Πρέσβης, Καραμανλής,
Γραμματέας (η φωνή της στο τηλέφωνο), δύο
τραμπούκοι
ΑΠ
(μόνος)
Όταν θέλουμε πάνω στη γη μας
να βάλουμε μια χώρα στο βρακί μας
"κατάστρεφε και βασίλευε" έχουμε για τακτική
και όχι "διαίρει και βασίλευε" όπως οι άγγλοι εκεί.
Κι όταν όλα μες στη διαλεγμένη χώρα
τα 'χουμε ολότελα γκρεμίσει
κι άλλο δε μένει παρά πια κανείς να χτίσει
τότε της βασιλείας μας έρχεται η ώρα.
Πρωθυπουργό δικόν μας ανεβάζουμε-
που όποτε θέλουμε κατεβάζουμε-
του δίνουμε βοήθεια «κας»
που πίσω δεκαπλή θα δώσει
κι αναλαβαίνει αυτός για μας
τη χώρα του να σώσει.
Φαίνεται όμως πως με τον Καραμανλή
τον άνθρωπό μας για καλά έχουμε βρει,
Λεω, έτσι που την έχει αρνηθεί
λάθος έχει στην Ελλάδα γεννηθεί.
Ό,τι του πούμε κάνει
χωρίς αντίρρηση καμία-
όποια πλεκτάνη,
όποιαν ατιμία.
Και ζόρι γι αυτό πολύ δε θέλει ο καημένος,
για να υποταχτεί είναι γεννημένος.
Αλλά μήπως εδώ που τα λέμε μεταξύ μας
η σωστή δεν είναι η τακτική η δική μας;
Μήπως πρέπον δεν είναι ό,τι του λέμε;
"Όπου σταθείτε κι όπου πάτε"
του λέμε, «τον κομμουνισμό χτυπάτε»
Η ουσία όλων των εντολών μας είναι αυτή.'
τ' άλλα σάλτσα είναι ταιριαστή.
Τι θα 'πρεπε; Ν' αφήσουμε τους λαούς
βορά στους λύκους τους ερυθρούς;
Τότε πάει η ελευθερία κι η ειρήνη
κι αυτό εμείς δε θ' αφήσουμε να γίνει.
Η ανθρωπότητα με στραμμένα τα μάτια
σε μας, περιμένει κίνηση κάποια
που το ερυθρό θηρίο θα σταματήσει
πριν αυτό με τα νύχια του τη γη ξεσκίσει.
Ο θεός σώζοι την Αμερική
κι η Αμερική σώζει εδώ κι εκεί.
Όλα αυτά όμως δε γίνονται μόνα τους.
Χρειάζονται όπως όλα τον αγώνα τους.
Προ παντός χρειάζονται μαθητές δεκτικοί
και διδασκαλία εντατική.
Οι πρωθυπουργοί όσο και αν είναι καλοί
καθοδήγηση σαφώς χρειάζονται ασφαλή.
Να μάθουν πρέπει πως ένα κι ένα
δεν κάνει πάντα δύο
αλλά μπορεί κι οχτώ
και κάποτε κανένα.
Να μάθει πρέπει το τιμόνι να κρατεί γερά
γιατί μπορεί-
άθλιοι καιροί-
το σκάφος επικίνδυνα να κάνει νερά.
Να μάθουν πρέπει να πατούν σε πτώματα
αντί σε λασπερά να βουλιάζουνε χώματα.
Ακούω όμως να φτάνει ο πρωθυπουργός
που για τις εκλογές που έχουνε φέτο
ανήσυχον τελευταία τόνε βλέπω
και να τον συμβουλέψω είναι καιρός.
(χτυπάει η πόρτα)
Εμπρός!
(μπαίνει ο Καραμανλής)
ΚΑΡ
Σίγουρα θα χάσω αυτές τις εκλογές.
ΑΠ
Συνταγές νίκης υπάρχουνε πολλές.
ΚΑΡ
Συνεργάζομαι μαζί σας και ο λαός δε με θέλει.
ΑΠ
Και μάς μας χτυπούν τ' αχάριστά του βέλη.
Όμως μην απελπίζεστε
σε μας αφού στηρίζεστε.
ΚΑΡ
Μπορείτε άραγε σεις κάτι
για να κερδίσω να κάνετε;
ΑΠ
Μη στην καρδιά σας βάζετε κεσάτι.
Τις εκλογές δεν τις χάνετε.
Παρακαλώ καθίστε
ΚΑΡ
Ευχαριστώ. Μα και σεις ορθός μην είστε.
(κάθονται)
ΑΠ
Κατ' αρχήν ο λαός σας πρέπει
πολύ αχάριστος να είναι ορισμένως
ώστε την πρόοδο που του φέρατε να μη βλέπει,
λες στη χώρα αυτή να είναι ένας ξένος.
Σεις τουρίστας πολλούς προσελκύσατε,
ποσά οε έργα μεγάλα επενδύσατε
ξένα κεφάλαια φέρατε στον τόπο
-μάλιστα καθώς γνωρίζω με μεγάλον κόπο-,
το ύψος των μισθών κρατήσατε χαμηλόν
για ν’ αποφύγετε τον πληθωρισμόν,
βιομηχανίαν και εμπόριον-
εξωτερικόν και εγχώριον-
υποστηρίξατε λίαν εκδήλως
σαν συνεπής της αναπτύξεως φίλος.
Όλα λοιπόν αυτά δεν τ' αναγνωρίζουν;
ΚΑΡ
Για δημοκρατία και ελευθερία ερίζουν.
ΑΠ
Η απαιτητικότης των δεν έχει όρια.
Όμως έχομεν ακόμα περιθώρια.
ΚΑΡ
Tι ακριβώς με τούτο εννοείτε;
ΑΠ
Ακούσατε και μόνος σας θα δείτε.
Αυτό που ο λαός νομίζει πως στραβό μετράει
περιθώρια έχει πιο στραβά να πάει.
Ας το στραβώσωμεν λοιπόν περισσότερον ημείς
και σας υπόσχομαι νίκην-λόγω τιμής.
Σας κατηγορούν δια δημαγωγόν;
Μη φράξετε αυτόν τον αγωγόν,
περισσότερο ας τον ανοίξετε
και μέσα του εκείνους να ρίψετε.
Σας μέμφονται; Μη κάνετε πίσω-
τον δρόμο σας τραβήξετε τον ίσιο.
Στα ακραία του όρια ας πάμε
το σχοινί που ως τώρα τραβάμε.
Ό,τι αυτοί καλούν βίαν και νοθείαν
εις την τελικήν του ας το φέρωμεν ευθείαν.
Κι όλα καλά θα πάνε.
Η νίκη δική μας θα 'ναι.
ΚΑΡ
Λέτε να νοθεύσωμεν τας εκλογάς;
ΑΠ
Τας κιόλας νοθευμένας
λέτε και κερδισμένας;
Ακούσατε: ο λαός σας ειναι λογάς.
Εις αυτόν αφήσατε να την ονομάζει νοθείαν.
Την ορθήν εμείς θα της δώσωμεν ονομασίαν.
Λοιπόν αυτό το θέτε;
Kαι αν όχι τι άλλο λέτε;
ΚΑΡ
Από τη μία συναινώ
από την άλλην πάλι διστάζω.
Σα να μη συμφωνώ
με τον ίδιο τον εαυτό μου μοιάζω,
Φοβούμαι μήπως αποκαλυφθώ-
και μετά πού θα πάω να κρυφθώ;
ΑΠ
Ακούσατε κάτι που εμπιστευτικά
θα σας ειπώ και συμμαχικά.
Εμείς εις την μεγάλη μας πατρίδα
έχομεν δικαστήρια βεβαίως
που των αδικουμένων είναι η ελπίδα
και που αι αποφάσεις των προκαλούν δέος.
Και ουδόλως σκεπτόμεθα να καταργήσωμεν
τα δικαστήρια αυτά, γιατί έτσι θα δείξωμεν
ότι αληθώς η βία την χώραν μας κυβερνά.-
και αυτό διεθνώς δεν περνά.
Δια τούτο λοιπόν φαινόμεθα
ότι δια δικαιοσύνην κοπτόμεθα
αλλά όποιαν απόφασιν δεν μας αρέσει
τότε χωρίς φωνές και φασαρίες
και χωρίς ενοχλητικές τυμπανοκρουσίες
με μιαν ένσταση τη βγάζουμε από τη μέση.
Έτσι όλους ικανοποίησις κατέχει.
Την δικαιοσύνην διότι ισχύν τάχα έχει,
τον πτωχόν διότι τάχα δεν ηδικήθη
(κι έτσι δεν εξεγείρονται τα πλήθη)
και το κράτος, που, με τας ενστάσεις,
τας οποίας το ίδιον εκδικάζει
και όπως θέλει τας ταιριάζει,
ρυθμίζει σταθερώς τας καταστάσεις.
Έτσι και σεις. Ας λέει ο λαός
και αποφάσεις ας βγάζει.
0 άρχων ο συνετός
τας αποφάσεις αλλάζει.
Τι επάθατε; Κάποτε από μειοψηφίαν
εβγάλατε (δεν θυμάστε;) τρανταχτήν πλειοψηφίαν.
Τι διαφέρει το τότε από το τώρα;
Ίδιος αρχηγός, ίδιος λαός, ίδια χώρα.
Γιατί εδώ τώρα να κολώσετε;
Είστε ο σωτήρας. Πρέπει να το νιώσετε.
Και τότε εντός σας θα 'ναι δικιωμένη
όποια απόφαση έχετε πράξη καμωμένη.
Τώρα απλώς: την εκτροπήν δε θα διορθώσετε
παρά πριν εκδηλωθεί θα την ματαιώσετε.
Ελπίζω να έγινα κατανοητός.
Ή θα θέλατε να σας τα πω καταλεπτώς;
ΚΑΡ
Όχι. Πλήρως εννόησα. Ευχαριστώ.
ΑΠ
Ω! Το «ευχαριστώ» σας είναι τόσο ζεστό
που θησαυροφυλάκιο ανοίγει κλειστό.
Και ακούστε με, πάντα έτσι να προχωρείτε:
με λόγους ευθείς όπου ακίνδυνα μπορείτε,
αλλά με βίαν όπου νομίζετε
πως κάπου η αρχή σας ζορίζεται.
Φάρμακα δια τοιαύτας καταστάσεις
όπως αυτή εδώ,
υπάρχουν δόξα τω θεώ-
σωτήριες είναι οι ενστάσεις.
Όλα τ' άλλα βορά του χρόνου θα γίνουν,
όμως αυτές αχάλαστες θα παραμείνουν.
Και μεγάλος μια μέρα θα γίνετε
σταθερός εις αυτάς αν μείνετε.
(πηγαίνει προς την πόρτα, την ανοίγει, στρέφει προς τον Καμαμανλή )
Θα σας στείλω δυο καλά παιδιά δικά σας
που ορκίζονται στα φρύδια και στ' όνομά σας.
Τα 'χουν όλα έτσι όμορφα ετοιμάσει
που το πράγμα φυσικό πολύ να μοιάσει.
(βγαίνει)
ΚΑΡ
Τι άλλο να κάνω μπορώ;
Αν ψήφους δεν κλέψω
και πάω με το σταυρό
δε θα τα βολέψω.
"Ανεξαρτησία" φωνάζουν.
Μα αν στους αμερικανούς
όχι πω, τότε, κοντά κι ο νους,
αυτοί γοργά με αλλάζουν
κι άλλον δικόν τους βάζουν.
Και τότε ποιο το νόημα της θυσίας μου;
Αν τώρα εγώ κάνω το δικό χους,
οι έλληνες θα 'χουνε το μερτικό τους
στο μέγεθος της ανοησίας μου.
Aν όλοι απόφααη είχαμε πάρει
δυνάστην να μη δεχθούμε
και ελεύθεροι να ζούμε
τότε καλά. Μα τώρα όλα παίζονται στο ζάρι.
Αυτά ο Τσάτσος μου λέει κάθε τόσο-
και σ’ ένα φιλόσοφον προσοχή δε θα δώσω;
Λέει πως η λεγόμενη δημοκρατία
στην πράξη είναι στυγνή ολιγαρχία.
Δημοκρατία, λέει, δεν υπάρχει-εγώ θα την γεννήσω;
Ο λαός, τύποις μόνο, λέει, ψηφίζει ελεύθερα,
έτσι εγώ στην ουσία το λαό θα βοηθήσω
κι ας λένε αλλιώς άλλων σοφών τα παλιοτέφτερα.
Ακόμα βρήκε πως στη Ρωσία
έχουν οι άνθρωποι λιγότερην ελευθερία
απ' όση έχουν στην Αμερική-
τω όντι ανακάλυψις σημαντική!
Λοιπόν, φιλόσοφες ρήσεις θ' αγνοήσω
και στη σκλαβιά τους έλληνες θα οδηγήσω;
Αδύνατη, μου είπε ο Τσάτσος,
είναι η δημοκρατία, φύσει.
Κουτός πρωθυπουργός είναι αυτός
δημοκρατία που ζητάει κόντρα στη φύση.
(Αυτό τον άνθρωπο μια μέρα
πρόεδρο δημοκρατίας θα τον κάνω.
Ό,τι πρέπει θα μου είναι' αέρα
σοφίας θα παίρνει ψηλά εκεί πάνω
και θα μου λέει κάθε μέρα κι άλλα
από τα νοηματά του τα μεγάλα.
Έτσι οι πρόεδροι πρέπει να ’ναι:
ανεύθυνα για όλα να μιλάνε,
να ψέγουν πρωθυπουργούς,
χωροφύλακες, υπουργούς,
να τα βάζουν ακόμα και με την Αμερική
και ο λαός να λέει μπράβο!
χωρίς να ξέρει ότι ακόμα έναν μπράβο
οι αμερικάνοι έχουν εκεί.
Ένας καραγκιόζης στου έθνους την κορυφή:
για καραγκιόζη λαό, επιλογή σοφή.
Αυτός θα λέει κι εγώ θα κάνω.
Ένα τέτοιον για πρόεδρο θέλω λαοπλάνο).
Μα ας ξανάδω τα σημερινά
της πατρίδας τα κοινά.
Και πού, λέω, θα βρίσκαμε αφεντικά καλλίτερα;
Μακάρι να 'ταν η Γαλλία
ακόμα και η Γερμανία-
γιατί τα κράτη αυτά είναι κοντΰτερα.
Μα η Αμερική τώρα έχει το πάνω-χέρι.
Κι όχι μόνο στην Ελλάδα, σ' όλα τα μέρη.
Μη και τα μεγαλύτερα κράτη
δεν έχουν την Αμερική προστάτη;
Η Ελλάδα θα πρωτοτυπούσε
και χωρίς προστάτη θα ζούσε;
Αν ίσως περισσότερο μας προστατεύει
είναι γιατί το στραβό μυαλό μας το γυρεύει:
πώς εγώ τους αμερικάνους να ηρεμήσω
όταν έχω τον Φλωράκη από πίσω
που όλο αντεθνικά μιλάει
και γλώσσα μέσα ο άθλιος δεν κρατάει;
Με το δίκιο τους κι αυτοί εξαγριώνονται
και διπλά οί απείθειές μας πληρώνονται.
Πολύ οι προστάτες μας είναι ευαίσθηται.
Θέλουν οι λόγοι μας να είναι καλαίσθητοι. .
Γι.αυτό κι εγώ θα εφαρμόσω τον ΠΕ PΙKΛH
και θα φάω έτσι και Παπανδρέου και Κικλή.
Απ' το πενηνταπέντε τον έχω στο συρτάρι,
ήρθε η ώρα του που ο διάολος να πάρει...
Πρέπει και πάλι πρωθυπουργός να βγω.
Για την αντιπολίτευση δεν κάνω εγώ.
Ο βασιλιάς πάλι-αν και όχι φανερά-
τελευταία μου κάνει νερά.
Του κλείνω το στόμα κι αυτουνού με μια νίκη
κι ας του λέει μετά ό,τι θέλει η Φρειδερίκη. ...
Πρέπει νοθεία να εφαρμόσω αράδα.
Πρέπει να σώσω την Ελλάδα!
(χτυπάει το εσωτερικό τηλέφωνο. Ο Καραμανλής το σηκώνει)
Ναι...
ΦΩΝΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΩΣ (ΦΓ)
Κύριε πρόεδρε τα παιδιά-να μπούνε;
ΚΑΡ
Τότε γιατ' ήρθανε; Να τσακιστούνε!
(μπαίνουν δύο σαραντάρηδες τραμπούκοι).
Α' ΤΡΑΜΠΟΥΚΟΣ (Α΄ ΤΡ)
(χαιρετάει στρατιωτικά σε στάση άψογης
προσοχής)
Κύριε πρόεδρε!
ΚΑΡ
(του δίνει το χέρι)
Tι κάνεις ρε;
Α΄ ΤΡ
Καλά κύριε πρόεδρε.
Β' ΤΡΑΜΠΟΥΚΟΣ (Β΄ ΤΡ)
(όπως και ο Α')
Κύριε πρόεδρε!
ΚΑΡ
Tι κάνεις ρε;
Β ΄ Τ Ρ
Καλά κύριε πρόεδρε.
Α',Β΄
(μαζί κι οι δυo)
Να τα πούμε;
ΚΑΡ
Να τα πείτε για να δω
αν μαζί σας συμφωνώ.
Α', Β'
(κι οι δυο μαζί, τραγουδιστά)
Έχουμε δικούς μας μεις ανθρώπους
που πολύ καλούς δεν έχουν τρόπους
και χωρίς αναστολές
κάνουν πάντα ό,τι τους λες.
Προσωπίδες θα φοράνε
κι όπου βρίσκουν θα χτυπάνε.
Θα πηγαίνουνε στα σπίτια
και χωρίς πολλά τερτίπια
τους ενοίκους θα τρομάζουν,
ψηφοδέλτια θα μοιράζουν,
και με φόνο θ' απειλούνε
όσους δε θα υπακούνε.
Θα υψώσουν οδοφράγματα
αν αγριέψουνε τα πράγματα
και με πυροβολισμούς
κι άγριους ξυλοδαρμούς
θα καθοδηγούν διαφόρους
απειθάρχους ψηφοφόρους.
Και θα κάνουν την ΕΔΑ
στόνα πόδι να πηδά.
Και σε δρόμου αποκέντρου
τις γωνιές που θα εγκρίνουν
ώστε στόχο να μη δίνουν,
οπαδούς θα δέρνουν Κέντρου.
Χωροφύλακες και TEA
και στρατός και ΚΥΠ ομού
και ΚΑΡΦΙΤΣΑ και ΙΔΕΑ
κι η ΕΡΕ κάθε νομού
θα δουλέψουμε με πάθος
για να μη ο ελληνικός
ο λαός κάνει το λάθος
να ψηφίσει αντεθνικώς.
Θα δουλέψουμε με πείσμα
και προσήλωση μεγάλη
ώστε, αφεντικό, το Χρίσμα
να δοθεί σε σένα πάλι.
Και θα πούμε στους αλήτες
της Νου Δυο μας τους γενναίους
όπου ταγματασφαλίτες
αριθμούν πολλούς ακμαίους
μα και χίτες μανιασμένους
και πολλούς κουκουλοφόρους,
πως δε θέτε πεθαμένους
παρά θέτε ψηφοφόρους-
γιατί αυτοί εκεί θα βάλουν
τόσους να βαράν προθύμους
που ίσως απ’ τη μέση βγάλουν
ψηφοφόρους πολυτίμους.
Α! Στη χώρα μας προβλέπω
πως κι επί του ανεψιού σας
χίτες θα 'χουνε το βέτο-
κι ότι στου απόγονού σας
τη βουλή θα υπακούνε
κι αντιθέτους θα βαρούνε.
Και η πόλη που φασίστες
χίτες, ταγματασφαλίτες,
και χαφιέδες θα μετράει
και τις άλλες θα περνάει
σε τραμπουκισμό και βία,
δε θα είν’ άλλη καμία
παρά η Τρίπολη η στυγνή
η από αρετή στεγνή.
Σε αυτήν όχι μονάχα
δημοκράτες θα υποφέρουν
γιατί να μη στην πόλη τάχα
νέα πνοή ζητούν να φέρουν,
αλλά κι όσοι υπηρετούνε
Λόγο, Ιδέα, Νου και Πνεύμα:
που στης ποίησης υπακούνε
κι όχι σε «ποιητών» το γνέμα.
Ως κι αυτούς αφεντικό
ως μ’ ακούς και σε ακώ
τρεις τραμπούκοι Τριπολίτες
θα τους δείρουνε αλήτες-
σαν και μας καθίκια τρία
(που η μια τους θαν’ «κυρία»).
Και, αφεντικό πως κάνω
προφητείες μην πεις για μένα-
στο πετσί μου τα ’χω επάνω,
όσα είπα, γινωμένα.
ΚΑΡ
Πολύ με συγκινήσατε
κι ολοσχερώς με πείσατε.
Αλλ' αφήστε τις προβλέψεις
γιατί ο διάολος θα σας πάρει.
Κι αν ο ανεψιός μου βλέψεις
ίδιες θα 'χει, και τα βάρη
που θα έχει να σηκώσει
με τα τωρινά ίδια θα 'ναι.
Γιατί μάθετε καλά
όσο ο χρόνος θα κυλά
κι αν περάσουν αιώνες όσοι,
οι πολλοί όλο θα πεινάνε
κι όλο οι λίγοι θα πλουταίνουν.
Λίγες ώρες αν σας μένουν
πάρτε Τσάτσο να διαβάστε
και από σοφία θα σκάστε
και τους χίτες θα δικιώστε
και τη δύναμη θα νιώστε
του μεγάλου του μυαλού του
και το μεγαλείο του νου του.
Αλλ' ας μη πολλά μιλάμε
και το χρέος μας ξεχνάμε.
Μπρος! δουλειά πηγαίντε πιάστε
και την Τρίπολη ξεχάστε:
πόλη που ’χει μοιραθεί
απ' το χάρτη να χαθεί.
Μπρός λοιπόν! Γραμμή τραβάτε
κι έργα μόνο-μη μιλάτε:
αντέστε και, παιδιά,
το νου σας: τσιμουδιά!
Δ'
Χρόνος: 1962
Τόπος :Γραφείο πρωθυπουργού Καραμανλή. Πρόσωπα: Απανθρωπιά, Γύφτισσα, Αμερικανός Πρέσβης, Καραμανλής, Γραμματέας {η φωνή της στο τηλέφωνο) Παπανδρέου, Νέος, Πρόεδρος Βιομηχάνων, Ηλιού, Λαμπράκης.
ΑΠΑΝΘΡΩΠΙΑ (ΑΠΘ)
(φορώντας στεφάνι αχτιδωτό, κρατώντας στο δεξί χέρι σημαία με ζωγραφισμένη τη γη επάνω, με ποδήρη χιτώνα)
Χαίρομαι να 'μαι μέσα δω κλεισμένη
εδώ που κάθε τι άλλο σωπαίνει
και η δική μου μόνο ακούγεται φωνή.
Kt είναι φωνή χαρούμενη και γιορτινή:
δε βγαίνει λες από το στήθος μου αλλά ξεπηδά'
και παιάνες δόξας και χαράς και νίκης τραγουδά.
Δόξα μεγαλύτερη δε θα μπορούσα
απ’ αυτήν που έχω τώρα να ζητούσα.
Πρωθυπουργοί στα χέρια μου παιχνίδι.
Υπουργοί, βουλευτές, των ρούχων μου ξεφτίδι.
Αντιπολίτευση, βιαμήχανοι, εμπόροι
δαντέλλα στο μαύρο μου μεσοφόρι.
Μα πιο πολύ απ' όλα ολόκληρος λαός
που να προσκυνάει μόνο ξέρει ο φτωχός.
Συνειδήσεις πουλημένες
σε Τράπεζες ξένες.
Όνειρα πουλημένα
για ν' αγοράσουν εμένα.
Βασίλισσα εγώ τόσων υπάρξεων
ανθρώπων όλων των τάξεων
που πρόθυμα με υπηρετούν
και πίσω μου περπατούν
με υποταχτικά βήματα,
έμψυχα, δικά μου χτήματα,
Έτσι παντού, σ' όλη τη γη
όλοι δικοί μου υποτακτικοί-
(στιφά)
μονάχα εκείνη η βρώμια η γωνιά,
κει πέρα, στης Ασίας τη γειτονιά,
μου ξεφεύγει ακόμα-ως πότε όμως;-
ο δικός μου γρήγορα
θα λάμψει παρήγορα
και κει πέρα ο τρόμος.
(χαρούμενα)
Μα απ’ όλους τους άλλους λαούς
Στο τσουβάλι μου που έχω στριμωχτούς
τούτος εδώ πολύ μου αρέσει.
Χωρίς φωνές, ούτε καυγάδες
μόνον έτσι απλά, ομάδες ομάδες
μέσα του έχει όλος πέσει,
Άλλοι λαοί αντιστέκονται,
άλλοι με πολεμούν γερά,
άλλοι πριν μπουν, στο χείλος στέκονται
και τη γερή τους μου δείχνουν γροθιά.
Μα εδώ πανηγύρι.
Με βοριά η λιοπύρι
όλους δούλους τους έχω
δίχως διόλου να τρέχω.
Δέκα εκατομμύρια ανθρώποι
πέτρες μόνο να παίρνανε στο χέρι
αφέντες θα τους είχαν τούτοι οι τόποι.
Μα τους αρέσει εμένα να 'χουν ταίρι.
Δεν έχουν τη δύναμη ελεύθεροι να ζήσουν-
χαζό το μυαλό τους, οι ρίζες τους στρεβλές,
λαός σαλτιμπάγκων που σκοπός τους λες
είναι ένας: εμένα κοντά τους να κρατήσουν.
Μόνο καμιά φορά απαιτούν
φόρεμα ν' αλλάξω
κι όταν αυτό δουν
μι αφήνουν πάλι να τους ρημάξω.
Και δίχως πόλεμο εγώ
νίκης καρπούς τρυγώ.
Η συνταγή γι αυτό είναι απλή:
αρκεί λίγος φόβος, αρκεί λίγη βία,
αρκεί της ψυχής η αδυναμία,
και το ελεύθερο πιάστηκε πουλί.
Σκλάβοι μου! Καλόβολα όντα. Μερικοί
μεταχείρηση μου ζητούνε ειδική-
θέλουν μια ταμπέλλα μαζί τους να 'χουν
που 'ΈΙΜΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ πάνω της να γράφουν'
Και σ’ άλλους να λένε αρέσει
πως ξέχωρη μαζί μου έχουν σχέση,
ή πως δεν είναι υποταχτικοί μου
μόνο άλλους κουβαλούν στη δούλεψή μου.
Όλα όσα ζητούν τους κάνω τα χατίρια
αφού σίγουρα δικά μου είναι υποχείρια.
To σχοινί τους πότε τεντώνω, πότε μαζεύω,
πότε κινώ δεξά ζερβά,
κι ο χορός καλά τραβά'
και μαζί τους ξέγνοιαστα χαζεύω.
Και νόμους για κείνους φτιάχνω
δίχως διόλου να τους βρω να ψάχνω-
υπογράφω όποιο μπροστά μου χαρτί βρεθεί
και πριν ακόμα πάνω του το μελάνι ξεραθεί
με τη χρυσή μου πέννα
υπογράφω κι άλλο κανένα.
που κι αυτό γίνεται νόμος
αυτομάτως κι αποτόμως.
Ω! Απ' όλα της γης τα φέουδά μου
την Ελλάδα ποθώ τη γλυκιά μου.
Ποτέ χατίρι δε μου χαλάει:
Κλαίω; Κλαίει.
Γελάω; Γελάει.
A! To πρωθυπουργικό γραφείο αυτό
είναι mo αρεστό σε μένα
από δέκα άλλα μαζεμένα
γιατί εδώ, μπροστά μου σκυφτό
σαν πιστό μέσα σε ναό
βλέπω ολόκληρο λαό.
(Μπαίνει η Γύφτισσα)
Καλώς την Ανθρωπιά
την από παντού διωγμένη.
Καλώς την Ανθρωπιά
την πεθαμένη.
Πώς κι από δω; Τι θέλεις
και στα μέρη τα δικά μου μπαίνεις;
ΓΥΦ
Τα μέρη αυτά κάποτε τα πήρες.
Μα δικές σου αυτά δεν είναι κλήρες.
Είναι ανάπνια μου. Κομμάτι του εαυτού μου.
Είναι πλάσματα του κόσμου του δικού μου.
ΑΠΘ
Κοίτα καλλίτερα το που έχεις χάλι.
Από παντού σ' έχουν βγάλει.
Είν' οι άνθρωποι όλοι δικοί μου.
Τουτ' η γης που πατείς, είναι η γη μου.
ΓΎΦ
Αν γυρνώ μες στα χαλάσματα
κάνοντας παρέα με φαντάσματα
τον καιρό να έρθει πάλι περιμένω
που κυρά μέσα του θα μένω.
ΑΠΘ
Με κάνεις και γελώ. Εσύ κυρά;
Βγάζει ποτέ ο γάιδαρος φτερά;
Όπως σήμερα ο κόσμος σ' αγνοεί τελείως
και θα σ' αγνοεί αιωνίως.
ΓΥΦ
Όχι. Μόνο που καιρός έχει περάσει
και μ' έχει ξεχάσει.
Μα η ώρα θα 'ρθει-όλα εκεί οδηγούνε
που οι άνθρωποι πάλι θα με βρούνε
και ορθή και πάλι θα με στήσουν
και κυρά τρανή θα μ' αναστήσουν.
Και δεν έχω εγώ να υποκρίνομαι
και με άλλης ρούχα να ντύνομαι
όπως εσύ που ενώ η Απανθρωπιά είσαι
πως λευτεριά είσαι προσποιείσαι.
Εμένα, γιατ' είμ' εγώ θα με θελήσουν
όταν απ' τη νάρκη σου ξυπνήσουν.
Μα τι θέλεις κι ήρθες εδώ πέρα;
Απειλή κάποια πλανιέται στον αέρα,
κι ήρθες να ψυχώσεις τους δικούς σου-
τους δύστυχους τους υποταχτικούς σου;
ΑΠΘ
Δύστυχους; Χα! Ήρθα μόνο να κοιτάξω
αν όλα είναι εντάξει
και όπου η μοίρα μ' έχει τάξει
γοργά πάλι σαν πουλί να πετάξω.
ΓΥΦ
Με τόσες αλυσίδες πώς μπορείς;
ΑΠΘ
Ε! Φίλη μου! Σαν πολύ προχωρείς.
Λιγότερο εκείνες μου δίνουν βάρος
απ' όσο εσύ μαζί μου πήρες θάρρος.
Άστεγη μια, μια παντού ξένη,
θα έκανε σωστά
σε κυρίες μπροστά
αν είχε μάθει σιωπηλή να μένει.
Μα μυστικά δεν έχουν οι δυνατοί.
Ρωτάς γιατ’ ήρθα. Θα σου πω γιατί.
Την ταχτική μου κάνοντας περιπολία
πέρασα κι απ’ αυτή μου την αποικία
να δω μήπως κάπου δυσκολεύονται
οι δικοί μου που μ' αυτούς εδώ μπερδεύονται.
Άσκοπα εγώ δε γυρίζω στη γη επάνω,
ό,τι κάνω με σκοπό κάποιον TO κάνω.
Ούτε ζω εγω με αυταπάτες
που απι αυτές οι σκέψεις σου γεμάτες.
ΓΥΦ
Αυταπάτες δεν έχω για τη νίκη:
δική μου. Κι όλη θα μου ανήκει.
ΑΠΘ
Για να ζεις έτσι ανύπαρκτη που είσαι
ιδέες τέτοιες χρειάζεσαι. Έχε τες και ζήσε.
Μα πες μου, πρόκειται να έρθει εδώ
ο αμερικανός πρέσβης; Αυτόν θέλω να δω.
ΓΥΦ
Δεν έχει ανάγκη να 'ρθει.
Εδώ είναι κάθε ώρα και στιγμή,
Αλλά κι όταν απουσιάζει
η σκιά του όλα σκιάζει.
Αυτός με το στόμα του πρωθυπουργού μιλάει
αυτός αποφασίζει, αυτός κυβερνάει.
(μπαίνει ο αμερικανός πρέσβης)
ΑΠ
(στην Απανθρωπιά)
Τι έκπληξη! Πώς από δω καλή μου;
ΑΠΘ
Ήρθα για να σου δώσω ένα φιλί μου.
ΑΠ
Πάντα η σκέψη μου είναι μαζί σου.
ΑΠΘ
Μου το λες αλήθεια; Ορκίσου!
(ο αμερικανός πρέσβης κάθεται στην καρέκλα του γραφείου του πρωθυπουργού. Η Απανθρωπιά κάθεται στα γόνατά του)
ΑΠ
(τη χαϊδεύει και τη φιλεί)
Έλα να σου δείξω αν λέω αλήθεια,
Ο διάβολος να με πάρει
αν για τη δική σου χάρη
κάθε που ζητάς δε θα κάνω κακοήθεια.
Δυσκολίες τίποτε βρίσκεις μήπως;
ΑΠ
Όσες για ν’ ανθίζει θέλει ένας κήπος
που νερό και λίπασμα στο χώμα του αφθονεί.
Κι όσες για να βγει από λάλον η φωνή.
Και συ τι κάνεις; Τίποτα νέο;
ΑΠΘ
Τα ίδια. Τίποτα σπουδαίο.
(μπαίνει ο Καραμανλής)
Στο Βιετνάμ να πάω μου ζητάνε.
Κι οι Μάου Μάου λέει, κάπου κλωτσάνε.
Ξέρεις, ένα καφεδάκι ως να πιω
όλα θα διορθώσω στο λεφτό.
ΑΠ
Καλή μου βλέπω μπήκε ο πρωθυπουργός.
Ας μη τον αφήνουμε να στέκει ορθός.
ΑΠΘ
Μη γι αυτόν αγάπη μου έγνοια βάζεις.
Κάτσε να σε δω γιατί σε λίγο
έτσι κι αλλιώς πρέπει να φύγω.
ΑΠ
Μη τα πράγματα τόσο καλή μου εκβιάζεις.
ΑΠΘ
Σημασία σου είπα να μη δίνεις
σ' ό,τι δεν αξίζει ούτε να φτύνεις.
ΚΑΡ
Σας παρακαλώ και τους δύο
για να περιπτυχθείτε
έξω να βγείτε.
Εδώ είναι γραφείο.
(η Απανθρωπιά σηκώνεται και πλησιάζει απειλητικά τον Καραμανλή)
ΑΠΘ
Τ’ είπες βρωμερό σκουλήκι;
Αγνοείς ποια ειμ' εγώ;
Πως η χώρα σου μου ανήκει
και πως σου 'μαι αφεντικό;
Αυστηρά να μου μιλάς
πώς, αλήτη, το τολμάς;
Μία λέξη σου ακόμα
και σφραγίζω σου το στόμα,
το κεφάλι σου τσακίζω
καί στα δύο το χωρίζω.
Θα μιλάω και θα τρέμεις
σαν το νήμα της ανέμης.
Θα φωνάζω και θα σκούζω
σαν πνιγμένη να ‘μια σε ούζο.
(στρέφει στον αμερικανό πρέσβη. Μελιστάλαχτα)
Συγνώμη για τα εργαλεία
και τα ποτά τα ελληνικά
μα πρέπει στη γλώσσα του τη γελοία
να του μιλάω του κερατά
για να νιώσει σοβαρά
πόσο είναι όλα αυτά.
(στον Καραμανλή, άγρια)
Κι αν φορά πάλι καμία
τέτοια ξαναδώ ανταρσία
κακομοίρη θα σε λιώσω
και στη λήθη θα σε δώσω.
(πλησιάζει τον αμερικανό πρέσβη. Τον φιλάει)
Μα καλέ μου ας πηγαίνω.
Και ποτέ να μην ξεχνάς
ότι σκλάβο να κρατάς
πρέπει πάντα κάθε ξένο.
(βγαίνοντας στρέφεται στον Καραμανλή)
Μία γύφτισσα βρωμιάρα
στο γραφείο σου κρατάς
και εμέ να διώξεις πας
τιποτένια ελλήνων φάρα;
(Βγαίνει στέλνοντας φιλιά στον αμερικανό πρέσβη)
ΑΠ
Είναι λίγο νευρική
η αλήθεια ειν' αυτή.
ΚΑΡ
Μα ποια ειν' αυτή η κυρία;
ΑΠ
Μία φίλη μου παλιά
που δε χάνει ευκαιρία
γι αγκαλιές και για φιλιά
και καυγά που πάντα στήνει
μ' όποιον φόρτωμα της γίνει.
Όμως μην ανησυχείτε.
Για να μη πάλι τη δείτε
αν ξανάρθει θα φροντίσω
έξω να τη συναντήσω.
Πέστε μου όμως πότε θα 'ρθουν
OL δικοί σας να σας δουν
κι ό,τι έχουνε να πουν;
ΚΑΡ
Σας παρακαλώ μη μάθουν
ό,τι έγινε πριν λίγο.
ΑΠ
Βέβαια κι όχι, Εγώ να φύγω;
ΚΑΡ
Να καθίστε είναι καλλίτερα,
να 'σαστε όταν μου μιλούν-
λίγο ίσως φοβηθούν'
και πηγαίνετε ύστερα.
Σας αισθάνομαι δικόν μου
φίλο μου και σύμμαχό μου.
Δίχως σας δε θα μπορούσα
διόλου να πρωθυπουργούσα.
ΑΠ
Αφού θέλετε-θα μείνω
και ασπίδα σας θα γίνω
αν εκείνοι σας υβρίσουν
ή και κάπως σας ζορίσουν.
ΚΑΡ
Σας ευχαριστώ μεγάλως.
Έτσι παίρνω λίγο θάρρος.
(Χτυπάει το εσωτερικό τηλέφωνο. Το σηκώνει ο Καραμανλής)
ΦΩΝΉ ΓΡΑΜΜΑΤΈΩΣ (ΦΓ)
Ο κύριος Παπανδρέου
με συνοδεία νέου.
ΚΑΡ (σιγά στον εαυτό του)
Αχ ο δόλιος τι τραβάω
κι ούτε που το μαρτυράω...
(στο τηλέφωνο)
Να περάσουνε κι οι δυο.
(μπαίνουν Παπανδρέου και νέος)
ΠΑΠ
Κάθε τόσο ειμ' εδώ
γιατί πάντα κάτι νέο
έχω άσχημο να λέω.
Και ιδού!-πάλι θ' αρχίσω
να σας λέω αυστηρώς
όσα μου 'πε να μιλήσω
ο λαός ο ελληνικός:
Πουληθήκατε σε αμερικάνους και βασιλιά.
Ξεπουλήσατε το Κυπριακό.
Των χοντρών αποχοντρήνατε την κοιλιά
τον φτωχό αποφτωχήνατε το λαό.
Δημιουργήσατε το παρακράτος
να τρομοκρατεί τους αντιπάλους σας
ενώ εσείς τρώγατε ορεξάτος
με τους φίλους αμερικάνους σας.
Τας εκλογάς ενοθεύσατε
δια να παραμείνετε εις την εξουσίαν
ΚΑΙ βεβαίως το ημπορέσατε
με σύμμαχόν σας την ωμήν βίαν.
Είσθε κυβέρνησις νόθος.
Καλά σκεφθείτε
και παραιτηθείτε.
Αυτός του λαού είναι ο πόθος.
ΑΠ
Δεν φταίμε εμείς που εδώ μέσα μπήκαμε
μα σεις-από σας ευμενώς δεκτοί γινήκαμε.
Σεις, μην μπορώντας να λύστε τις διαφορές σας
μας δεχθήκατε σαν διαιτητές σας.
Αλλά και έτσι λαθεύετε εις την σούμαν-
δεν δεχθήκετε εμάς αλλά το δόγμα Τρούμαν.
Και βάσει αυτού, αι αποφάσεις υψηλής σας
πολιτικής
σαφώς γνωρίζετε
και ας ερίζετε
πως αποφάσεις είναι απολειστικώς της Αμερικής.
ΠΑΠ
Τας συμφωνίας δεν τας κάμαμεν εμείς.
Εγώ σας ομολογώ λόγω τιμής...
ΓΥΦ
(τον διακόπτει)
Φτωχοί λαοί! Ανθρωποι δύστυχοι! Παιδιά μου!
Από τα χέρια μου σας πήραν τα δικά μου!
Φτωχοί λαοί! Άνθρωποι δύστυχοι! Παιδιά μου!
Πότε και πάλι θα σας δω στην αγκαλιά μου!
Λόγια παχιά. Λόγια φτηνά. Πρωθυπουργός αν
ήσουν,
μυαλό όσοι έχουν θα 'πρεπε, γελοίε, να σε φτύσουν.
Κι αν ανένδοτο κάνεις αγώνα
τι μ' αυτό ρεντίκολο του αιώνα;
Χιλιάδες χρόνια τώρα ξέρεις πόσοι
ανένδοτοι στη γη έχουν ξεφαντώσει;
Όμως βλέπεις, κανείς δεν έχει μείνει
να σε χειροκροτούσανε τουλάχιστον εκείνοι.
Αγώνα όλοι κάνουν με τα λόγια
παίζοντας μες στα χέρια κομπολόγια
όπλο αντίς στα χέρια να κρατούνε,
κι όχι να λένε, μα να πολεμούνε.
Θ' αυξήσεις λίγο τους μισθούς πρωθυπουργός αν
γίνεις
και πια νομίζεις πως μ' αυτό το πρόβλημα το
λύνεις;
Κι αν το λαό σου ολόκληρο πάμπλουτο τόνε
κάνεις
κι_οι_έλληνες_όλοι με χρυσά κουτάλια αν φάνε,
μα, ω! γελοίε παπατζή-στο νου σου δεν το βάνεις;-
κάποιοι, για να τους ταϊζουνε, αυτοί πεινάνε.
Κι αν ένας άνθρωπος στη γη πάνω πεινάει αυτήνε
ευτυχισμένος άνθρωπος τότε κανείς δεν είναι.
Ω! Κυβερνήτες άμυαλοι! Ω! Όντα σεις τερπνά!
Που απ' το μεγάλο μου σκολειό κανένας δε
'διδάχτη-
που έρχεται καθένας σας και φεύγει και περνά
ξοπίσω του αφήνοντας λίγη μονάχα στάχτη...
Ω! Όντα μ' άναιμη ψυχή που τρέφεστε με ψέμα!
Ω! Όντα σεις αναίσχυντα, πού πήγε-πού-το αίμα;
Σε πέλαγο αιμάτινο μονάχα θα πνιγεί
η απανθρωπιά που βρώμισε-που ρήμαξε τη γη.
ΠΑΠ
Ποια ειν' αυτή που μπήκε δω κι έτσι ωμά μας βρίζει;
ΑΠ
Ξέρω εγώ! Μια γύφτισσα που εδώ κι εκεί γυρίζει.
ΝΕΟΣ
Αν ο χρόνος είναι μεγαλύτερος από τη ζωή
τότε χρωστάμε μέσα της να κάνουμε κάτι.
Το φως του ήλιου εγώ το είδα από σκοτάδι μέσα. Αντίς λουλούδια, τανκς και διατάγματα στους κάμπους ανθίζανε της πατρίδας μου όταν γεννήθηκα.
Και τα τανκς ήρθαν για να μην έρθει ο κουμουνισμός.
Ύστερα
προτού στα χείλια μου δεθεί ο λόγος
και πριν το πόδι μου σε πέσιμο ματώσει
ήρθε ο εχθρός. Μ' έναν αγκυλωτό σταυρό στο
μέτωπό του
κΐ ένα βαρύ μυρδάλλιο στο πλευρά
Για να πιούμε νερό έπρεπε να παρακαλέσουμε.
Για να ζήσουμε έπρεπε να πεθαίνουμε κάθε μέρα.
Ήθελα να δω τον ήλιο και μου 'κλειναν τα μάτια.
Ήθελα να μιλήσω και μου 'κλειναν το στόμα.
Πα να μη θυμώσει ο εχθρός-
για να μη δουν οι γερμανοί.
Και οι γερμανοί είχαν έρθει για να μην έρθει ο κουμουνισμός.
Μετά, κι ενώ περιμέναμε ειρήνη, ήρθε κι άλλος
πόλεμος.
Τώρα έλληνες σκοτώναν έλληνες.
Αντάρτες έρχονταν, δεξιοί και αριστεροί, με παλιά
αυτοκίνητα
φορτώνανε τις μέρες μας και τις έριχναν στον
γκρεμό.
Κι όταν να μάθουμε ήτανε τα μυστικά των δέντρων
εμείς τα φορτωνόμαοτε ζαλιά να τα πουλήσουμε
να πάρουμε ψωμί.
Κι όταν ν' αγγίξουμε ήταν ένα στήθος κοριτσίστικο
κι όταν να γέψουμε ήτανε τα γυναικεία χείλη
εμείς κρυβόμασταν πίσω από τοίχους
αλεξίσφαιρους,
Ερχόταν η Άνοιξη και πέρναγε χωρίς
μια δίπλα του φορέματός της να μας 'γγΐσει.
Και πολεμούσαν έλληνες με έλληνες για να μην κρθει ο κουμουνισμός.
Κι ήρθ' ο καιρός που τέλειωσαν οι σφαίρες-δε μας
δίναν άλλες-
κι έπαψε ο πόλεμος ο αδερφοκτόνος.
έχει δουλειά.
Και πηγαίναμε να ψηφίσουμε και κείνοι είχαν
ψηφίσει για μας.
Λέγαμε θέλω να μάθω γράμματα
και μας κορόιδευαν μ' ένα άλφα.
Λέγαμε φοβάμαι και μας λέγανε γίνε υποταχτκός
μας να σε προστατέψουμε.
Και μεις δε θέλαμε να γίνουμε δούλοι κανενός.
Και ρωτούσαμε τους μεγάλους και κείνοι δεν
ήξεραν τι να μας πουν.
Κι όσοι μιλούσαν, οι μισοί μας έλεγαν πως οι
εγγλέζοι είναι οι σωτήρες μας
κι οι άλλοι μισοί πως είναι η καταστροφή μας.
Κανένας δε μας είπε πως η σωτηρία του έλληνα
είναι ο έλληνας.
Και ύστερα ήρθαν οι αμερικανοί.
Άνθρωποι γεννήθηκαν και πεθάνανε,
πρωθυπουργοί άλλαξαν,
αίμα πολύ έτρεξε-
βάφτηκαν οι δρόμοι μας κόκκινοι-
κι εμείς ακόμα τόπο δεν έχουμε δικό μας.
Και φέρανε και σένα οι αμερικανοί Καραμανλή. Και σε ριζώσανε γερά όχι στο χώμα της γης μας, μα σε γλάστρα αμερικάνικη-δική τους.
Τι θέλουνε αυτοί στον τόπο μας Καραμανλή; Τι ζητάνε στις συνήθειες και στις γιορτές μας; Τι θέλουν στις αυλές και στα σπίτια μας μέσα;
Πότε θα ζήσουμε εμείς Καραμανλή;
Πότε θα πούμε ναι κι αυτό το ναι να 'ναι δικό μας;
Κι οι αμερικάνοι ήρθαν κι αυτοί για να μην έρθει ο κουμουνισμός.
Και όσοι θέλαν να μην έρθει ο κομμουνισμός, τόσο μας παίδεψαν και μας στερήσανε, τόσο μας ερημάξαν και μας αφανίσανε που αρχίσαμε οι νέοι να λέμε αναμεταξύ μας ότι καλά θα ήτανε να 'ρθεί ο κουμουνισμός γιατί αφού τόσο οι εχθροί μας δεν τον θέλουνε φίλος αυτός θα ήτανε για μας.
Μα ό,τι να λέμε τίποτα δεν κάνουμε.
To πήραμε απόφαση πως είναι η Μοίρα αυτή που
κάνει ό,τι θέλει στην Ελλάδα-αυτή 'ναι που μας
ορίζει.
Που στο χέρι της γάντι φοράει αλλιώτικο κάθε
φορά-
φασιστικό, κόκκινο, μπλε, αστροκέντητο-
και μ' αυτό τα νήματά μας κινεί.
Μόνο γυμνό το χέρι της Ελλάδας δεν μας άγγισε.
Να πάμε λοιπόν πάλι στη γωνιά μας και ν' αργοπεθαίνουμε,
μαραίνοντας τους πόθους μας και σβήνοντας τη φλόγα της ψυχής μας;
Εσένα, τον πρυθυπουργό ρωτάω: τι να κάνουμε;
ΓΥΦ
Ω! Πώς ποθώ να κοιμηθώ και πια να μην ξυπνήσω
τ' Ανθρώπου το κατάντημα να μην ξαναντικρίσω.
Κι ούτε να βλέπω άφταιγα, μικρά χλωρά κλαριά
με τα ξερά να καίγονται στη ίδια τη φωτιά.
Μ1 από την άλλη δεν μπορώ ν' αφήσω να χαθούνε
τόσα τρανά-τόσα καλά που μέσα τους οι ανθρώποι
δίχως να υποψιάζονται πάντοτε κουβαλούνε.
Να μην ιδώ δεν το μπορώ τ' άσωστο φωτοκόπι
που κάποια μέρα θα υψωθεί κι ανέσπερο θα λάμψει
και με μια φλόγα πρώταρχη, κάθε κακό θα κάψει.
(στον νέο)
Παιδί μου μη ρωτάς αυτούς-απάντηση δε θα 'χεις.
Κάλλιο θα σ' αποκρίνονταν τ' αγριόχορτα μιας
ράχης
κι όχι αυτοί που ρίχνουνε καθείς τους το κοντάρι
του αλλουνού ένας το βιος
και τη ζωή να πάρει.
Γι αυτό κανένα μη ρωτάς.
μον' TO μυαλό σου ρώτα.
Ρώτα της μέσα σου φωτιάς
την πύρα πρώτα πρώτα
και αν εκείνη σ' οδηγάει
σ' απάτητα λημέρια-
και αν εκείνη σε τραβάει
ψηλότερα απ1 τ' αστέρια
τότε ακλούθα τη' κι αν δε
αυτό θα πει είσαι άπραγος
και πίσω μείνε, και ποτέ
μην πεις να κάνεις μπρος:
για του Ανθρώπου τις κορφές
παιδί μου εσύ δεν κάνεις
κα\ δολοφόνος και χαφιές
και δούλος θα πεθάνεις.
Μ' αν να τραβήξεις στα ιερά λημέρια είναι γραφτό
σου
πάρε και το μαχαίρι σου μαζί και όπου βρεις
κάποιον που εμπόδιο στον τρανό στέκει προορισμό σου
κόψε το νήμα της μικρής, ανάξιας του ζωής.
Κι αν να υψωθείς σου μέλλεται στ' άστρα τα
λαμπερά
να μη διστάσεις τη ζωή εκείνου ν' αφαιρέσεις
που να σου κόψει θα ζητά τ' ανάλαφρα φτερά
για να σε κάνει στην ψυχρή πάλι τη γη να πέσεις.
Αφού να μάθεις θέλησες αυτό να κάνεις πρέπει:
την πάλη προσκεφάλι σου και τον αγώνα σκέπη.
Και σπίτι σπίτι, αυλή αυλή και γειτονιά καί πόλη
τη γη παιδί μου ανθρώπινη να τήνε κάνεις όλη
και να βρεθείς μακριά απ' αυτών των δύστυχων το
χάλι
στην πρωτινή σου την τιμή κι αξιοπρέπεια πάλι.
ΑΠ
(στους άλλους)
Παιδιά-δεν είδαν τη ζωή-δεν ξέρουν τι μιλάνε.
ΚΑΡ
Όμως να δώσω διαταγές
να τα προσέχουνε-φορές-
καλύτερ' απ' τα όπλα μας τα λόγια πολεμάνε.
ΑΠ
Βλέπω μού μάθατε καλά το μαθημά σας πλέον:
και αξεδόντιαστος, αλλά δεμένος κιόλας λέων.
(χτυπάει το εσωτερικό τηλέφωνο. To σηκώνει ο Καραμανλής)
ΦΓ
Ο πρόεδρος των βιομηχάνων ειν' εδώ και
ακολουθούν
ο κύριος Ηλιού και ο κύριος Λαμπράκης.
ΚΑΡ
Να μπουν.
(Μπαίνουν. Η Γύφτισσα ταράζεται βλέποντας τον Λαμπράκη. Ενώ μιλάει ο πρόεδρος των βιομηχάνων, αυτή κάνει μια στροφή γύρω του και μετά στέκεται με το κεφάλι μέσα στις παλάμες της κλαίγοντας)
ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΩΝ (ΠΒ)
Περσότεροι εψήφισαν, λέει, από τους γραμμένους.
Τα ποσοστά αυξήθηκαν, λεει, των ψηφοφόρων.
Και η αντιπολίτευσις μετά μεγάλου μένους
το εκμεταλλεύεται αυτό πολύ και κατά κόρον.
Μα φίλοι μου, αν ανέβηκαν των ψήφων τα ψηφία
κι ανύπαρκτοι αν ψήφισαν εφέτος εκλογείς
σ'αυτό δε φταίει η Δεξιά μα η βιομηχανία-
και-της αλληλεξάρτησης ο νόμος ο αψευδής.
Απλά, μέσα στη χώρα μας, με τον Καραμανλή,
τα νούμερα όλα αυξήθηκαν-αυτά είναι γνωστά-
κι κείνων το ανέβασμα τιμώντας το πολύ
και τα ισχνά αυξηθήκανε των ψήφων ποσοστά.
(Γελάει ενώ κανένας άλλος δε γελάει)
...Μα τι συμβαίνει, έκανα κι εγώ ένα καλαμπούρι για να γελάσουμε γιατί, το γέλιο φέρνει γούρι...
ΓΥΦ
(πλησιάζοντας τον Λαμπράκη. Σιγά)
Βλέπω εν’ ανθί που γύρω του μύρια σκορπίζει
μύρα-
κάνει τη ζήλεια της σπαθί και το θερίζει η μοίρα.
Άστρι τρανότερο θωρώ απ' του ηλιού το δίσκο
που πέφτει πάνω του μ' ορμή κομήτης δολοφόνος
και τον χαλνά' όμως καθώς γοργά κυλάει ο χρόνος
σ' όλη την πλάση το γλυκό μέσα της φως του
βρίσκω.
Ποτάμι ένα αιμάτινο βλέπω, που η πηγή του
το αίμα είναι τ' άδικο που 'χύθη σ' ένα δρόμο.
Ποτάμι βλέπω αιμάτινο που η λάβρα η ορμή του
φρίκη γεμίζει τους φριχτούς, τους τρομοκράτες
τρόμο.
Βλέπω ένα πλήθος νευρικό
που εκείνονε προσμένει-
που ένα του νεύμα φιλικό
μ' αγάπη όλους δένει.
Νιώθω το πλήθος να ριγεί
καθώς αυτός περνάει
και τη δροσιά και την αυγή
τριγύρω του σκορπάει.
...και παρεκεί δυο βήματα
βλέπω θεριά και δράκους
όπου διψούνε θύματα-
όπου ανοιούνε λάκκους.
Ω! Πώς να κλείσω μες στο νσυ
τα δυο ετούτα ξένα-
πώς που αστέρια ουρανού
άλλο είναι το καθένα...
πώς να τολμήσω αυτά τα δυο
τα πλήθη να ταιριάξω
χωρίς φαρμάκι εγώ να πιω
και δίχως να σπαράξω...
Μα να η ώρα η βροντερή!
Μα να η ώρα η άγια!
Η ώρα που τ' άστρι και τ' ανθί
με του Καλού τα μάγια
γίνεται στόμα και μιλεί
λόγος και συγκλονίζει
και όπου βρει ψυχή δειλή
με θάρρος τη γεμίζει...
Μιλεί. Και για την άφραστη λέει την Ευωχία
και για την πρωτοφάνταστη που βα 'βρε ζεστασιά
καθείς που τώρα της ζωής τον τρώει η αγωνία-
καθείς που τώρα της ζωής τον λιώνει η ξερασιά.
Και λέει...και λέει...και μεθούν καρδιές, γελούνε
χείλη
και με γερή, αχάλαστη κι ατσάλινη μια σμίλη
την καρπερή του τη μιλιά σμιλεύει η ιστορία
σε -μαρμαρένια, πάλλευκα, ονειρικά βιβλία.
Αρνί εσύ του Αγαθού! Αγνό Ειρήνης ταίρι!
Πες μου και ποιος σε διάλεξε και σου 'δωσε
μαχαίρι...
Καρπέ γλυκέ, ποιος σ' έβαλε σε ποιων δοντιών την
κόψη
και κείνη εσκοτείδιασε τη φωτεινή σου όψη,
...Κι ηρθ' η βουή της μηχανής, το λάλημα να πάψει
κι ήρθε η Βία κι η Σκλαβιά τη λευτεριά να θάψει...
θρήνος βαρύς, αδάκρυτος, απλώθη πέρα ως πέρα'
Κλαίει η Ελλάδα τα’ ακριβό παιδί, σαν περιστέρα
που έχασε το ταίρι της από κυνήγου βόλι.
Για τ’ ακριβό λευκάνθι του θρηνεί το περιβόλι.
Και μες από τα κλάματα και μες από το δάκρυ
της πικραμένης μας ψυχής χαίρεται μια της άκρη.
Γιατί τρανοί να! τρέμουνε1 γιατί τρανοί να! πέφτουν.
Γιατί την ησυχία τους βραχνές φωνές τους κλέφτουν.
Μέρες στο ματωμένο του θα μείνει το κρεβάτι
μ’ ακίνητο το σώμα του-με άχρωμο το μάτι.
Ύστερα ένα σίδερο κυλώντας πάνω σ' άλλο
τ' άνθι οδηγάει τ' αμάραντο στη γη για να κλειστεί
κι ο Άδης, τ' ανεπάντεχο-το δώρο το μεγάλο
να πάρει κι αξεστόλιστα μ' αυτά να στολιστεί.
Και ο νεκρός αθάνατος. Και κίτρινος ο Χάρος.
Και μίλλια τρώει TO σίδερο, φτερού σα να 'χει βάρος,
Ω! Δυστυχία που χτυπά την άτυχη ζωή μου!
Και δεν μπορώ η άμοιρη αυτά να μη τα ζήσω
γιατί σ' εφιάλτη φοβερόν κυλάει η ύπαρξή μου
και δεν μπορώ-αλίμονο- ακόμα να ξυπνήσω.
ΑΠ
Τι λέτε; Δεν τη διώχνουμε τη γύφτισσα εκείνη;
ΗΛΙΟΥ (ΗΛΙ)
Σε τι δε βλέπω ενοχλεί.
ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ (ΛΑΜ)
Αφήστε την-ας μείνει.
(πλησιάζει τη Γύφτισσα)
Κυρά, κλαίς βλέπω-τ' ειν' αυτό που δάκρυα σου
φέρνει;
Και γιατί εδώ μένεις εσύ; Οι γύφτισσες οι άλλες
χαρές τρυγούν έξω μικρές-χαρές τρυγούν
μεγάλες
και σε κρυφός κάποιος καημός κι ανείπωτος σε
δέρνει.
Μπορώ να κάνω κάτι τι τον πόνο ν' αλαφρώσω
που την καρδιά σου τυραννά; Θα το ποθούσα τόσο!
'ίσως η μοίρα, που απ' αϋτήν, λεν, όλα είναι
γραμμένα
μ' έστειλε σήμερα εδώ για να βοηθήσω εσένα...
(η Γύφτισσα δεν μιλά. Τον βλέπει λίγο στα μάτια και πέφτει κλαίγοντας ένα πνιχτό κλάμα στα πόδια του μπροστά. Ο Λαμπράκης πηγαίνει αργά κοντά στους άλλους)
ΚΑΡ
Βέβαια και σεις κύριε Ηλιού
μάλωμα θα κρύβετε για μένα
μες στις δίπλες του παχιού γυλιού
που φέρνετε στους ώμους κουρασμένα.
ΗΛ
Φαντάζομαι μ' αυτό πως εννοείτε πως έχω στρατό και όχι κόμμα. Όμως λόχο εσείς είστε που διοικείτε που δεν έχει λαλιά ενώ έχει στόμα.
ΚΑΡ
Παρακαλώ πέστε μου ό,τι έχετε-
πολύωρος συγκέντρωσις δύσκολα αντέχεται'
και έχουμε εδώ και τον κύριο πρεσβευτή
που ίσως τον κουράσει η συζήτησις αυτή.
ΑΠ
Κoμμάτων εκπροσώπoυς όταν ομιλoύν
πολύ να τους ακούω ευχαριστούμαι
και καθώς όσο πάει οι ώρες κυλούν
τη δική μου τη Βουλή θυμούμαι.
Και καθώς είναι γνωστόν αι ΗΠΑ
είναι το κράτος της δημοκρατίας
και της ακράτου ελευθερίας-
το γνωρίζετε κι ας μη το είπα.
Λοιπόν κύριε πρόεδρε σας ακούμε
και αμίλητοι όσο μιλάτε θα σταθούμε.
Όμως και στον κύριο Λαμπράκη
χρόνο θα μπορούσαμε να δώσουμε λιγάκι.
ΛΑΜ
Χρόνο θα έπαιρνα-δε θα επαιτούσα
αν, κύριε πρέσβη να πω ήθελα κάτι-
και απειλή καμιά δε θα με 'κράτει.
ΑΠ
Συγνώμην, είπα πως κάπως θα βοηθούσα...
ΗΛΙ
Κατ' αρχήν δεν έπρεπε κύριε πρεσβευτά
να βρίσκεστε σεις μέσα στο γραφείον
του πρωθυπουργού, που της πατρίδος τα σεπτά
χειρίζεται και της ρυθμίζει τον βίον.
Η παρουσία σας και μόνον εδώ πολλά σημαίνει
που ο καθείς ευκόλως καταλαβαίνει.
Αν και σήμερα εδώ μ' αρέσει να 'στε, ιδίως
γιατί ότι πούμε όλοι εδώ πέρα
σε σας απευθύνεται κυρίως-
τα λέμε στη νύχτα για να τ' ακούει η μέρα.
(βγάζει ένα χαρτί και διαβάζει δυνατά και με στόμφο)
To κόμμα μας γεννήθη πριν σαραντατρία χρόνια. Ήτανε τότε ο καιρός που της Λωζάνης οι όροι βουλιάξαν τη μεγάλη μας οριστικά ιδέα. Και Ιδιώνυμο, φασιστικές και άλλες οργανώσεις, υπηρεσίες Ασφάλειας και εργατοπατέρες, ο Σύνδεσμος Βιομήχανων, η Εκκλησία,και όλος ο κρατικός μηχανισμός στο κόμμα επιτεθήκαν. Κι ήρθε μετά κι ο Μεταξάς, κι ήρθε η Ακροναυπλία, τα ξερονήσια, η Κέρκυρα και τα βασανιστήρια που μ' όλη τους τη δύναμη προσπάθησαν να κάμψουν
ΤΟΥ αγώνα μας το φρόνημα. Και δεν τα καταφέραν. Κι ήρθε η μαύρη κατοχή. Κι ύστερα ο Εμφύλιος. Κι ήταν ο Εμφύλιος πόλεμος της Δεξιάς η λύση. Kαι μες σ' Ασφάλεια, φυλακές, σε Μακρονήσι, Γιούρα,
και μέσα σε στρατόπεδα και σ' εκτελέσεως τόπους σελίδες θάρρους έγραψε, τιμής κι αυτοθυσίας που απ' όλες οι ενδοξότερες θα μείνουν υποθήκες του εργαζόμενου λαού της χώρας και το στίγμα των ταξικών του δυναστών, εντόπιων και ξένων. Κι οι άγγλοι αποτελείωσαν των ντόπιων τη βρωμιά που απραγματοποίητη δεν άφησαν καμιά. Αυτή 'ταν η ιστορία μας προτού εσείς να' ρθείτε και να σκορπίσετε και σεις τη φρίκη τη δική σας. Και τώρα αντί να λέω εγώ, θα μπόρειε κύριε πρέσβη σεις κάλλιο να μιλούσατε, γιατί γνωρίζετε όλα τα παρασκήνια της φριχτής δικής σας παρουσίας. Τρομάξατε λοιπόν και σεις κι η Δεξιά μαζί σας όταν ανακαλύψατε, λίγους μονάχα μήνες μετά την ήττα του στρατού του δημοκρατικού μας, στις εκλογές που έγιναν το Μάρτη του πενήντα-πως εξορίες και φυλακές και τα στρατοδικεία και όλα τ' αποσπάσματα τα εκτελεστικά σας δεν κάναν τον ελληνικό λαό να αγαπήσει τη "Δικαία, την Ηθική και Εθνική, Λαϊκή" κυβέρνησή σας. Κι ύστερ' από την έκπληξη του Μάρτη του πενήντα ό,τι μπροστά της η Δεξά θα βρει, το ξεπουλάει με το σκοπό να κρατηθεί πάνω στην εξουσία. Βλέπετε ότι τράβηξε το κόμμα μας πολλά, όμως μ' αυτά κατάφερε πλέρια να κατακτήσει των λαικών μας των μαζών την πλήρη εμπιστοσύνη.
Τέτοιο ένα κόμμα δυνατό και δίκιο κύριε πρέσβυ και σεις κύριε Καραμανλή, τίποτα δε φοβάται.
ΠΡΟ ΒΙΟ
Πολύ χαίρομαι το σύστημα το κοινοβουλευτικόν-
όλα γίνονται με τρόπον ήρεμον κι ευγενικόν.
Όλοι έχουν το δικαίωμα να ομιλούν
και να λέγουν ό,τι επιθυμούν.
Αρκεί τίποτε να μη κάνουν
γιατί τότε ενάτια σ’ αυτό
το πολίτευμα το εκλεκτό
αμαρτάνουν.
ΑΠ
Και θα δείτε πρόοδον ακόμα μεγάλη
που ποτέ τέτοια δεν είδατε πάλι.
Όμως κύριε Ηλιού συγνώμη,
είπατε κάθε σας γνώμη
ή σας έχουμε διακόψει
και το νήμα έχουμε κόψει
των πολλών σοφών σας λόγων
των ρητορικώς αψόγων;
ΗΛ!
Αλήθεια με διακόψατε
μα κι αν TO λόγο κόψατε
οι σκέψεις μου δε χάθηκαν οι τόσο εμπνευσμένες
γιατί όπως βλέπετε καλά ,τις έχω τυπωμένες.
Κοντεύω. Μόνο συνεπής προς την γραμήν του
κόμματος
στο πίσω διάστημα έγραψα αυτού του
αποκόμματος
με ύφος ευσταλές
ολίγες απειλές.
ΠΡΟ ΒΙΟ
Παρακαλώ διαβάσετε και την σελίδα εκείνη.
ΗΛΙ
Ευχαριστώ. Μια στιγμή... να δω πού είχα μείνει...
A! Νάτο!
(σιγά)
...ένα κόμμα δυνατό και δίκιο κύριε πρέσβη και σεις κύριε Καραμανλή, τίποτα δε φοβάται.
(δυνατά όπως πριν)
Γι αυτό μιλάει δυνατά και σας δηλώνει πάλι
πως για πολύ δε θ' ανεχτεί τη στάση σας ακόμα.
Η βία που εφαρμόστηκε στις εκλογές προσφάτως
θα σας στοιχίσει πολλαπλά. Δεν είναι αυτός ο
τόπος
τόπος υπόδουλων κτηνών, μα τόπος είναι
ανθρώπων
που ξέρουν ν' αγωνίζονται για την ελευτεριά τους.
Σφάλμα βαρύ εκάματε κύριε πρωθυπουργέ
τ' άγιο το "θέλω" του λαού έτσι να το νοθέψετε.
Aι αντιδράσεις του λαού δε θα 'ναι πλαδαραί.
Θα σας γκρεμίσουν και μαζί, τους φίλους σας θα
διώξουν.
Γιατί σα θέλει ο λαός όλα μπορούν να γίνουν.
ΓΥΦ
Ό,τι όλοι κάνουν και συ κάνεις.
Ποια η διαφορά σου από κείνους;
Έρχεσαι εδώ, λίγες φωνές βάνεις,
κατηγορώντας τους "υπευθύνους"
κι ύστερα πας σπίτι και κοιμάσαι
σαν αθώος μετά απ' αυτό να 'σαι.
Αχρείε! Που με το δρεπάνι που ορίζεις
τα στάχυα δουλικά θερίζεις
των αφεντάδων σου των απαισίων
αντί λαιμούς να κόβεις πλουσίων.
Αθλιε! Που με το σφυρί που κρατάς
συντρίμμια τη δημοκρατία κάτω πετάς
αντί να γκρεμίζεις την αδικία
και τον πόλεμο και τή βια.,.
Μπράβο. Καλά τα λόγια σου και αριστα παίρνεις-
δέκα.
Μα που ’ναι οι πράξεις σου λογά; Πού είναι το μαχαίρι;
Πού είναι οι αγώνες σου; Ήρωας δεν είναι κείνος
που τόνε βασανίζουνε και που τόνε σκοτώνουν.
Ήρωας είναι αυτός που ή δυνάστες θανατώνει
ή στον αγώνα του αυτόν ηρωικά πεθαίνει.
Γιατί σας βασανίσανε ήρωες μην είστε τάχα;
Γιατί συγκεντρωνόσαστε και βγάζετε χατιά
και διακηρύξεις κάνετε μεγάλων Συνεδρίων
νομίζετε πως σώθηκε ο λαός-έσβυσ' η βία;
Μα σεις λογάδες δείξατε από παλιά πως είστε
όταν εκαταθέσατε τα όπλα τα ιερά σας
γιατί αυτό ζητήσανε οι αστοί κι οι πλουτοκράτες.
Γιατί όταν στα χέρια σας η δύναμη ήταν όλη
δυναμικά δε μπήκατε να πάρτε την Αθήνα;
θα σου το πω εγώ αφού εσύ δε μ' απαντάς:
γιατ' είσαστε ένας συρφετός και σεις όπως oι άλλοι
που τ' όνομα κουμουνισμός εμάθατε να λέτε
αλλά που τον προδίνετε στην πράξη κάθε μέρα
και ξεπουλάτε τα ιερά και τ' άγια του αγώνα
όπως ο άμοιρος αυτός κάνει πρωθυπουργός.
Ίδιοι μ' αυτόνε είσαστε και μη με ηχηρά
λόγια τον αποπαίρνετε και τον κατηγορείτε.
Και να 'σαι τώρα να μιλάς σα μαθητούδι εμπρός του
αντί μαχαίρι να κρατάς κι αλύπητα να σφάζεις.
Πες μου κακόμοιρε Ηλιού, εσύ και οι δικοί σου
ποιαν εκκλησία εκάψατε; Σε ποιο υπουργείο μέσα μπήκατε και ρημάξατε; Με βόμβες ποια γραφεία
και πόσα ξεπατώσατε; Σε συγκεντρώσεις μέσα
τρανών σας εκμεταλλευτών, φορές μπήκατε πόσες αφήνοντας ξοπίσω σας χαλάσματα και τρόμο;
Πρωθυπουργούς και υπουργούς ποιους έχετε
αφανίσει;
Νίκες μ' ευχές δεν έρχονται' και η Μεγάλη Νίκη
μεγάλες πράξεις και τρανές καταστροφές διψάει.
Ζητάει ξεθεμέλιωμα-μακέλλεμα ζητάει.
Γυρεύει νεύρο και ψυχή και λυσσαλέο αγώνα. Οπλίσου αν είσαι αρχηγός και δώσε από ένα
μαχαίρι στους συντρόφους σου (τι σύντροφοι
αλήθεια
αφού να φάτε τίποτα δεν έχετε καημένοι...)
και πια τραβάτε στα βουνά και μες στους δρόμους
βγείτε
κι όποιον δεν είναι άνθρωπος άλυπα ντουφεκάτε.
Σκοτώστε όσους μττορέσετε. Kαι ζωντανοί όσοι
μείνουν
πάνω στη γη μας, όλοι τους ανθρώποι να μετράνε.
Μα κι αν πεθάνετε θα 'χετε λυτρωθεί
Kι από τη μίζερη ζωή κι απ’ τ' όνειδος που φέρνει
η πλάστιγγα που στη μεριά του κτήνους όλο
γέρνει.
(περπατεί ανάμεσά τους)
"Μια γύφτισσα!" Δεν ξέρετε ούτε ποια είμαι-
κατάντια που ποτέ δεν επερίμε-
να σε δικές μου ψυχές να δω'
μια γύφτισσα λοιτιόν είναι εδώ.
Και με κοιτάτε σα χαμένοι-
σαν σεις κι εγώ να 'μασταν πάντα ξένοι
Και δε θυμόσαστε σαν ήσασταν παιδιά
που μ' είχατε κλεισμένη στην καρδιά.
Τώρα γινήκατε μεγάλοι
και δε μ' έχετε ούτε στο κεφάλι.
Μια γύφτισσα-ναι. Και ζωντανή μένω
για να σας περιμένω
να ξαναγυρίσετε κοντά μου
όντα σεις αγαπητά-δικα μου.
Γιατί σίγουρα θα 'ρθειτε στα δικά μου μέρη.
Με τη βία θα σας οδηγήσει κάποιo χέρι
όπως με τη βία ανοίγουν
το στόμα μικρού άμυαλου παιδιού
Kαι το φάρμακο του σωσμού
μέσα του ρίχνουν.
Ος τότε-αν και ξέρω καλά
πως δε νιώθετε τη γλώσσα που μιλώ-
λόγια μόνο θα λέω πολλά
σα μονάχη να παραμιλώ.
Γιατί πρέπει ζωντανή να κρατήσω την ιδέα
ώσπου πάλι να 'ρθει η ώρα η γλυκειά
που σε στήθη θα μπει τώρα νέα
και θα μείνει εκεί παντοτινά.
Ναι,ότι σας πω δε θα το νιώσετε'
το μυαλό σας στραβές πήρε στροφές.
To χρήμα σας ανάγκασε να του δώσετε
ότι σε μένα δίνατε ως χτες.
Ξέρω, δεν έχετε ώρα ούτε να σκεφτείτε.
Του αφεντικού σας κυνηγάνε τα σκυλιά
κι από κείνα ζητώντας να σωθείτε
σ' όποια μπρος σας βρείτε μπαίνετε σπηλιά.
Και η σπηλιά στη ζωή σάς βαστάει
μα σε σκοτάδι μαύρο σάς κρατάει.
Είστε μιαροί και ψυχή δεν έχετε,
Ανδρείκελα πίσω απο πλούσιους τρέχετε.
Με φωνή που τρομάζει
ακούω καθένα σας να μου φωνάζει:
Έίμαι αδύναμος. Είμαι μικρος.
Ένας αδύναμος μεροκαματιάρης.
Κέρδος, αν πέσω στα πόδια σου νεκρός
το τομάρι μου μόνο θα ’χεις αν με γδάρεις.
Έχουν τα όπλα. Έχουν το χρήμα.
Πατάνε στέρεα σε κάθε βήμα.
Αυτοί διατάζουν. Αν παρακούσω
τον κρότο του όπλου τους του βαριού θ' ακούσω.
Να κάνω τι μπορώ εγώ σε κείνους;
Τη δύναμη έχουνε-τη βία του κτήνους.
Γι αυτό, επειδή εκεί έχετε φτάσει-
επειδή ο πλούτος σας έχει διχάσει
και δούλους και όργανά του
σας έχει δικά του
γι αυτό κι εγώ ειμ' εδώ μαζί σας
για να ξυπνησω την ψυχή σας,
Την παγωνιά από μέσα σας διώξτε
μακριά τη δειλία σας σπρώξτε
και στον αγώνα μου ελάτε βοηθοί.
Κι όποιος αρνηθεί
Kι όσοι από σας μείνετε στον πλούτο δεμένοι
τίποτ' άλλο για σας δεν απομένει
παρά και σεις μαζί του να χαθείτε
σαν πράγματα ή σαν κτήνη.
Της μεγάλη χαράς η Κρήνη
νερό δε θα' χει για σας να πιείτε.
Όποιος ψυχή δεν έχει δεν μπορεί
βιβλίο δικό μου να τον ιστορεί.
Στον κατήφορο που έχετε τραβήξει
τον ανήφορο μου έχοντας προδώσει
σε βαθύ γκρεμό ένα χέρι θα σας ρίξει
στοργικό σε άλλους πριν απλώσει.
Με χαμό μεγάλον θα χαθούνε.
όσοι, στη φωνή μου αντισταθούνε.
Ναι! To χέρι στο χέρι μου γρήγορα θα πιάσω
Που πάνω του ευτυχία να γράφει θα διαβάσω.σωριάζοντας τ' άνομο κουφάρι του κάτου.
ΗΛΙ
Μα ποιο ειν' αυτό το αιμοβόρο θηλυκό που αίματα ζητάει στον αιώνα μας;
Εμείς έχουμε εξευγενίσει τον αγώνα μας!
ΠΑΠ
Οpισμέvως ύφος δεν έχει καθόλου φιλικό.
ΗΛΙ
(στον αμερικάνο πρέσβη)
Καλά είπατε να την είχαμε βγάλει έξω.
Λίγο αν συνέχιζε
έτσι που μας έβριζε
δε θα μπορούσα άλλο να την αντέξω.
ΑΠ
Εγώ το είπα, μα όλοι εμείνατε απαθείς.
ΠΡΟΒΙΟ
Εγώ δε μίλησα γιατί εξετίμησα πως είναι η γυναίκα αυτή ψυχοπαθής.
ΚΑΡ
Νομίζω όλοι είπατε ότι είχατε να πείτε.
Μπορείτε τώρα ησύχως να διαλυθείτε.
(βγαίνουν όλοι εκτός από τον αμερικανό πρέσβη)
ΠΑΠ
(βγαίνοντας).
Θα συνεχίσω τον ανένδοτον.
ΝΕΟ
(βγαίνοντας)
Εγώ θα ρωτάω συνεχώς δραματικά: "τι να
κάνουμε;"
ΗΛΙ
(βγαίνοντας)
Θα μιλάω συνέχεια εναντίον του κεφαλαίου.
ΠΡΟΒΙΟ.
(βγαίνοντας, γελώντας) Θα πλουτίσω. κι άλλο.
(Ο Λαμπράκης βγαίνει σκεπτικός και αμίλητος)
ΑΠ
Γενικά καλά τα πήγαμε και σήμερα
Αλλ' αυτοί οι κομμουνισταί θεριά ανήμερα…
Ιδίως εκείνος ο Λαμπράκης-τί αναιδής-
σου το έχω πει και πάλι-
έχει αγύριστο κεφάλι'
πρέπει γρήγορα να τον ξεφορτωθείς.
KAP
Σας φαίνεται αυτό απαραίτητον;
ΑΠ
Απολύτως. Δεν άκουσες τον αναίσθητον
με τι θράσος εμίλησε σε μένα;
Από την στάσιν του τα έχω χαμένα.
ΚΑΡ
Νέος είναι, με τον καιρό θα στρώσει.
ΑΙΊ
Όχι. Αυτός όταν ακόμα μεγαλώσει
θα γίνει πιο χυδαίος και ιταμός.
Πρέπει ναφύγει απ’ τον δρόμο μας εμπρός.
ΚΑΡ
Η εξόντωσίς του είναι κάτι παρακινδυνευμένο.
ΑΠ
Να το κάνεις! Έτσι ή αλλιώς! Επιμένω!
(ο αμερικανός πρέσβης βγαίνει. Βγαίνοντας πέφτει από την τσέπη του ένα χαρτί. Ο Καραμανλής το σηκώνει και διαβάζει)
ΚΑΡ
Φλωράκης: "θα έκανα επανάσταση αν αυτό δεν ήτανε παράνομο". Νόμιμον. Βασιλιάς: "Θ' ανεβακατεβάζω κυβερνήσεις". Επικίνδυνον. Παπαδόπουλος: "Θα κάμω δικτατορίαν" Αμανενόμενον. Μαρκεζινης; "Θα διατελέσω πρωθυπουργός". Κωμικοτραγικόν. Ελληνικός λαός: "Δε θα κάνω τίποτα. Καλά είμαι κι έτσι. Υπάρχουν και χειρότερα". Σοφόν. Ετσεβίτ: "Θα πάρω τη μισή Κύπρο". Αναπόφευκτον.
(δυνατά)
Θόδωρε!
(μετανιωμένος)
Ξέχασα, είμαι στο γραφείο...
ΘΟΔΏΡΟΣ (ΘΟΔ)
(μπαίνει ασθμαίνοντας)
Μάλιστα αφεντικό!
ΚΑΡ
Κολοκύθια!
ΘΟΔ
Με ρίγανη αφεντικό;
ΚΑΡ
Με ρίγανη ρε!
ΘΟΔ
Πάω αφεντικό.
(σιγά)
Αυτό το "ρε" δεν μπορώ να του το κόψω… (βγαίνει τρέχοντας).
ΠΡΑΞΗ Ε΄
Χρόνος: 6 Δεκέμβρη 1963
Τόπος: Καφενείο κάπου στην Αθήνα
Πρόσωπα; Γύφτισσα, Αμερικανός Πρέσβης, Καραμανλής.
ΓΥΦ
Προσπαθώ παρηγοριά να δώσω
εγώ στον ίδιο- μου-τον- εαυτό.
Την ελπίδα κοιτάζω να σώσω
για να μη μαζί της χαθώ,
Γι αυτό και μιλώ και λέω
λόγια σε όλους αυστηρά
αντίς μπροστά τους να κλαίω
κρυφά ή φανερά.
Μα μόνη σα μείνω.
η αλήθεια η πικρή φτάνει
και αληθινή να γίνω
αυτή με κάνει.
Και νιώθω τότε πως κανείς-ούτε εγώ
ούτε οι άνθρωποι όπως είναι τώρα-
μπορούν την ευτυχία να φέρουν που καρτερώ
πουθενά-σε καμιά ψυχή, σε καμιά χώρα.
Μόνο η ίδια η Ζωή, με τα μάγια τα δικά της
μπορεί το θάμα να κάνει το ποθητό:
να βρει χαρά της γης ο διαβάτης
κι εγώ τον χαμένο μου τον εαυτό.
Γι αυτό σε κείνην τον πόνο μου υψώνω
και με γεμάτη σπαραγμό φωνή
και παρακαλεστά, της αξιώνω
στα παιδιά Της καλή να φανεί.
Μόνον όταν Αυτή θελήσει
το δέντρο μου πάλι θα καρπίσει.
Τραγούδια ο αγέρας πάλι θα πλέξει
κι αγάπη ο ουρανός καλόγνωμος θα βρέξει.
Και τότε η σειρά μου θα 'ρθει
τα μεγάλα να διορθώσει λάθη
κι ευτυχία γύρω μου σκορπώντας
να χαίρομαι κι εγώ τραγουδώντας.
Ζωή όλων γεννήτρα κοίτα τα παιδιά σου!
Υποφέρουν από πείνα!
Υποφέρουν από αγωνία!
Υποφέρουν από τη μοναξιά!
Υποφέρουν από το χωρισμό!
Υποφέρουν από τη ζήλεια!
Υποφέρουν από τον έρωτα!
Υποφέρουν από την αγάπη!
Δεν τα λυπάσαι;
Δώσε στους ανθρώπους, Ζωή, την ανθρωπιά!
Κοίτα!
Αυτός κλαίει γιατί δεν έχει σπίτι να μείνει!
Αυτός κλαίει γιατί πέθανε το παιδί του!
Αυτός κλαίει γιατί είπε ναι!
Αυτός κλαίει γιατί είπε όχι!
Αυτός κλαίει γιατί τον έκλεψαν!
Αυτός κλαίει γιατί τον απόλυσαν από τη δουλειά!
Αυτός κλαίει γιατί τον εξόρισαν!
Δεν τους λυπάσαι;
Δώσε στους ανθρώπους, Ζωή, την ανθρωπιά!
Δες Ζωή:
Ένα παιδί κλαμένο!
Μια γυναίκα πόρνη!
Ένας άντρας ταπεινωμένος!
Δεν τους λυπάσαι;
Δώσε στους ανθρώπους, Ζωή, την ανθρωπιά!
Δες τον ανόητο που παρακαλεί το αφεντικό του!
Δες τον αδύναμο που τον σκοτώνουν!
Δες τον έξυπνο που χρησιμοποιεί την εξυπνάδα
του για να κερδίσει περισσότερα χρήματα!
Δες τον δυνατό που σκοτώνει!
Δεν τους λυπάσαι;
Δώσε στους ανθρώπους, Ζωή, την ανθρωπιά!
0 αγέρας κουράστηκε να κουβαλάει παράπονα.
Ο ουρανός κουράστηκε ν' ακούει προσευχές.
Η θάλασσα κουράστηκε να πίνει δάκρυα.
Το χώμα κουράστηκε να πίνει αίμα.
Δεν τα λυπάσαι;
Δώσε στους ανθρώπους, Ζωή, την ανθρωπιά!
Η λευτεριά φυλακισμένη!
Αδικημένη η Δικιοσύνη!
Η Αγάπη νεκρή!
Δεν τις λυπάσαι;
Δώσε στους ανθρώπους, Ζωή, την ανθρωπιά!
Το αηδόνι σώπασε!
Η αύρα δε δροσίζει πια!
Τ' άνθη δεν ευωδούν!
Δώσε στους ανθρώπους, Ζωή, την ανθρωπιά!
(Μπαίνουν ο αμερικανός πρέσβης και ο Καραμανλής)
ΑΠ
Πάλι αυτή. Θα μιλάει πάλι για κομμουνισμό.
ΚΑΡ
Δε βλέπω όμως και πολύν να 'χει φανατισμό.
ΑΠ
Ειν' αλήθεια όχι.
ΚΑΡ
Ας κάτσουμε την ώρα μας εδώ να περάσουμε.
ΑΠ
Nαι. Και πάλι όμως θα σας μιλήσω-
ίσως μπορέσω να σας μεταπείσω.
ΚΑΡ
Μη το κάνετε, Άδικα θα κοπιάσετε,
ΑΠ
Κι ολ' αυτά που έχετε εδώ θα τα χάσετε;
ΚΑΡ
Αφήνω δικούς μου ανθρώπους. Ξέρουν εκείνοι.
Ο ζυγός τώρα με το μέρος των άλλων κλείνει.
Ύστερα είναι κι αυτός ο Λαμπράκης-
ίσως έμενα αν δε τον είχαμε φάει.
ΑΠ
Σας το έχω πει πολλάκις
μα πάλι το μυαλό σας πάει εκεί.
Έπρεπε να φαγωθεί
η Ελλάς να μη χαθεί.
Ξέρετε πόσους ανθρώπους εμείς χαλάσαμε
για να φτάσουμε εδώ που φτάσαμε;
Τίποτα δε γίνεται με λιποψυχίες
και η δημοκρατία θέλει πολλές θυσίες,
Σκοτώσαμε όλους όσους ήτανε κακοί.
Αλλιώς δε θα γινότανε μεγάλη η Αμερική.
Μόνο Βιετνάμ σκεφτείτε και Κορέα-
με ναπάλμ τους ψήναμε ωραία.
Αμέ η Χιροσίμα;
Σπίτι και μνήμα.
To Ναγκασάκι;
Όχι, σκεφτείτε λιγάκι-
ογδόντα χιλιάδες κομμάτια μια φορά-
γέροι, νέοι, γυναίκες, μωρά...
Αλήθεια τότε είχαμε μεγάλη ρέντα.
Και οι αμερικάνοι ούτε κουβέντα.
Γι αυτό αγαπάω το λαό μου.
Γιατ' είναι σταθερός-
δε γίνεται αυτουργός
πράξεως καμίας παρανόμου.
.. .Τι έλεγα;... Α! Για το φόνο.
Αυτός να 'ταν μόνο...
Σ' ένα φόνο σημασία τόση μη δίνετε.
Θα ξεχαοτεί,
θα σκεπαστεί.
Αν φεύγετε γι αυτά, μείνετε.
Μ' ένα κομμουνιστή λιγότερο
αέρα θ' αναπνέουμε καθαρότερο.
ΚΑΡ
Δε λέω,μα...
ΑΠ
Δεν έχει "μα".
Και μη απ' το στόμα σας πάλι ακούσω λόγο που δε σας τιμά.
ΚΑΡ
Σ' αυτό θα υπακούσω.
ΑΠ
To μέλλον της Δύσεως το καλεί
να μη σκέφτεστε τέτοια.
Πονοκεφαλιάζετε αναίτια.
Ένα κομμουνιστικό εκεί σκυλί...
Ενώ εσείς...
ΚΑΡ
Εγώ τι;
ΑΠ
Τι "εγώ τι;"
ΚΑΡ
Θα λέγαχε κάτι τι...
ΑΠ
.. .Ναι! Εσείς δεν πρέπει να χαθείτε!
Αν φύγετε από τη χώρα σας όπως επιθυμείτε
στο πρόσωπό σας χάνουμε κι εμείς έναν δικό μας,
που ειν' αναντικατάστατος κατά το μάλλον και
ήττον.
Γιατί καλά το ξέρετε ότι κανένας άλλος τα ηγετικά χαρίσματα δεν έχει τα δικά σας. Και η αιτία ειν’ αυτή που κάποιον δεν αφήσατε διάδοχό σας φεύγοντας: ότι μπροστά σας οι άλλοι όλοι μικροί κι ασήμαντοι-σαν ψεύτικοι φαντάζουν. Μείνετε. Έχουμε πολλά να κάνουμε ακόμα....
ΚΑΡ
Γι αντιπολίτευση εγώ δεν κάνω κύριε πρέσβη.
Θα φύγω. Μην επιμένετε.
ΑΠ
Καλά, δεν επιμένω.
Τον εαυτό σας μοναχά προσέχετε κει πέρα. Έχω τη γνώμη γρήγορα θα σας χρειαστούμε πάλι.
ΚΑΡ
Αλήθεια, όσοι από την Ελλάδα βγαίνουν
με τιμές μέσα πάλι μπαίνουν.
ΑΠ
Και σε κανένα γαλλικό αν πάτε σουαρέ
μη σας ξεφύγει και πείτε κανένα "ρε".
…Αλήθεια σε πολλά θα σας ωφελήσει
η διαμονή σας στο Παρίσι.
Και τον Θόδωρο να πάρετε μαζί σας
να σας μαγειρεύει το φαϊ σας.
ΚΑΡ
Ευχαριστώ. Αλλά και σεις προσέχετε.
Φορτίο βαρύ στους ώμους σας έχετε.
Αν λείψετε σεις, ο κομμουνισμός θα θριαμβεύσει,
Και τότε όλα θα 'χουνε την ίδια γεύση
Αυτοί όταν λένε ισότητα
ισοπέδωση εννοούν.
Στην ουσία αντιπαλότητα
κι όχι ειρήνην ευνοούν.
ΑΠ
To γνωρίζω αγαπητότατε Κώστα.
Όμως γερά κρατάμε όλα τα πόστα.
Δε θα μπορέσουν να κάνουνε τίποτα
κι ας μας εναντιώνονται ξετσίπωτα.
Ω! Κώστα! Ονειρεύομαι την ώρα που η Αμερική
κοσμοκράτειρα θα είναι μοναδική.
Τότε τους λαούς δε θα τους κυβερνάνε
οι πρωθυπουργοί τους, παρά θα 'ναι
αμερικανός ο ηγέτης κάθε λαού
είτε νέου είτε παλαιού.
Όλα τότε θα 'ναι ένα.
Δικά μας θα 'ναι όλα τα τώρα ξένα.
Κι οι ρώσοι θα 'ναι υποτακτικοί μας-
απόδειξη τρανή της δύναμής μας.
Αλλά ας αφήσουμε τη Ρωσία,
παλλήν ας μη της δίνουμε σημασία…
Τότε στο γραφείο μου επάνω θα 'χω
κουμπιά, που το καθένα τους όταν αγγίζω
και μάλιστα εύκολα, πολύ χωρίς να ψάχνω,
μία βόμβα ατομική κάπου θα μπουμπουνίζω.
Φυσικά καθόλου αυτό δε θα χρειαστεί
γιατί από το φόβο τους οι καημένοι αυτοί
πολύ θα φροντίζουν
να μη μας ερεθίζουν-
γιατί θα ξέρουν: αν με κάτι μας θυμώσουν
κάτω από 'να μανιτάρι θα λιώσουν.
Εύχομαι τότε κανένας
απόγονος να 'ναι δικός σας
της χώρας σας ηγέτης, ας πούμε ένας
λογικός καθώς σεις ανεψιός σας
που τους έλληνες όπως σεις να κουμαντάρει
ρίχνοντας κι αυτός σε άλλους τα βάρη
της κακοδαιμονίας της χώρας
και πολλάς να μη διαθέτει ώρας
εις πράξεις ασκόπους
και να μπαίνει σε κόπους
την χώραν σας να κυβερνάει
αλλά δια κάθε τι εμάς να ρωτάει.
Και εύχομαι έξυπνος ως σεις να είναι
ώστε όταν υπόσχεται δικαιοσύνην
να μη εννοεί εκείνην
που ισχύει για όλους τους πολίτες-
όπως τον πάμπλουτον αυτόν
ή τον εσμόν των εκδοτών-
παρά μόνον για τους ψωμοζήτες.
Κι αν βγει ζαβός κι επιθυμήσει
τη διαφθορά να πολεμήσει
να μη θεωρεί για διαφθορά
τον όσον έχει αυτός παρά,
μα για των άλλων τις διαφθορές
να νομοθετεί μόνον φθορές.
Τέλος ας μη επ’ αυτού πολυλογώ-
αφού εσάς διδάσκαλο θα 'χει
στο λαό κι αυτός θα γυρίσει τη ράχη-
γι αυτό την συνεργασίαν μας ευλογώ
γιατί εις ανεψιούς θα 'χει επιδράσεις
δίδοντάς τους της διοικήσεως τας βάσεις
Βέβαια η Ελλάς ανάγκην δεν έχει'
Ελευθερίαν ο ουρανός της βρέχει,
ελευθερία γεμάτη η ιστορία της,
ελευθερία καθορίζει την πορεία της.
Γι αυτό κι η δική μας εδώ παρουσία
καμία δεν ξεσήκωσε ανταρσία,
πλην των ρητορειών του γνωστού κόμματος
που πάντα ο τρόπος του είναι μονοκόμματος.
Κι όταν γίνουν όσα παραπάνω ιστορώ
θα λένε όλοι εκείνο τον καιρό
πως η αιώνια μας βοήθησε η Ελλάδα
της λευτεριάς ν' ανάψουμε στη γη τη δάδα
ΚΑΡ
Σας παρακαλώ τέτοια μη λέτε και συγκινούμαι.
Συγκινημένος που φεύγω είμαι που 'μαι.
ΓΥΦ
Βλέπω κιόλας τη γη να στενάζει
κάτω από τη μπότα σου που αίματα στάζει.
Λαούς βλέπω χεροπόδαρα δεμένους
να τους πατάς και κάτου ακόμα πεσμένους,
Στρατιές βλέπω κακόμοιρων ανθρώπων
στον πλούσιο σου να οδεύουνε τον τόπον,
την ευτυχία να γυρεύουν εκεί να βρούνε
και δούλοι να γίνονται
και να καταπίνονται
από το θηρίο που δουλικά υπηρετούνε.
Και φίμωτρα! Φίμωτρα! Φίμωτρα πόσα!
καθένα τους να δένει κι από μια γλώσσα
και βουβά να σε υμνούνε με νοήματα
σκάβοντας άνθρωποι τ' ανθρώπου μνήματα.
Όλα θα ’χουνε τότε την αξία τους χάσει
από τη χώρα σου σ' όλη την πλάση.
Με οιμωγές σμιγμένες με κατάρα
του ανέμου θα μπλέκεται η αντάρα,
μα τον άνεμο πια δε θα μπορεί
κανείς ν' ακούσει ούτε αυτά να ιστορεί,
γιατί τ' αυτιά του από κρότους γεμάτα θα 'ναι
μηχανών, που αδιάκοπα, βαριά θα χτυπάνε.
Κι οι άνθρωποι θα μοιάζουν μηχανές
και οι μηχανές θα μοιάζουν ανθρώπους
και στο εργοστάσιό σου το αχανές
να πει κανείς ποιο είναι ποιο δε θα 'χει τρόπους.
ΑΠ
Αυτή τα έβαλε μαζί μου ανοιχτά.
Σκυλί μου μοιάζει που νύχτα αλυχτά,
Αλλά ας μη θυμώσω
κι ας υβρίζομαι τόσο.
Κι ας φύγω-γιατί πώς με κάτι να θυμώσεις-
που βρωμίζεις αν χέρι πάνω του απλώσεις...
Γεια σου Κώστα αγαπητέ μου,
Όταν φτάσεις τηλεγράφησέ μου
διεύθυνση, τηλέφωνο και ό,τι άλλο
ΚΑΡ
Γεια σας κύριε πρέσβη. Δεσμό μεγάλο
οι δυο μας αναπτύξαμε
και σε όλους δείξαμε
πως μόνο καλό μπορεί να βγει από συνεργασία-σαν αυτή.
ΑΠ
Γεια σου πρωθυπουργέ μου.
KAΡ
Γεια σας πρέσβη αγαπητέ μου.
(φιλιούνται και βγαίνουν ο ένας δεξιά και ο άλλος αριστερά)
ΓΥΦ
Σιγά σιγά ένας ένας οι άνθρωποι μ' εγκατέλειπαν.
Και μια μέρα βρέθηκα σα σε ξένο τόπον.
Χωρίς ένα φίλο, χωρίς συγγενή, χωρίς γνωστόν
κανένα.
Άρχισα να γυρνώ εδώ κι εκεί
ψάχνοντας έναν άνθρωπο που θα με γνώριζε.
Όλοι μ' έβλεπαν και έλεγαν: η τσιγγάνα.
Συνήθισα να με λένε έτσι.
Ντύθηκα και ρούχα τσιγγάνας για να ταιριάζουν.
Χρόνια τώρα κανείς την καλημέρα του δεν αφήνει
ούτε σαν πέτρα να πέσει πάνω μου.
Περνάω δίπλα στους ανθρώπους χωρίς ουτ' ένας
να γυρίσει
και έστω παράξενα να με δει.
Τα παιδιά μόνο με προσέχουν,
ασύνειδα κι αυτά,
Ώσπου να νιώσουν.
Υπάρχω; Ρωτώ καμιά φορά τον εαυτό μου.
Ψάχνομαι, κεντιέμαι, κοιτάζω στον καθρέφτη,
βλέπω τη μορφή μου.
Φτάνει όμως να ζεις και να βλέπεσαι
για να υπάρχεις,
χωρίς όλα εκείνα που άλλοτε είχες
χωρίς όσα άλλοτε σε δοξολογούσαν,
χωρίς όπως πρώτα να βασιλεύω στις ψυχές-έτσι μπορώ να πω πως υπάρχω;
Και δεν έχει μείνει τίποτα απ' όλα όσα κάποτε
ήμουνα.
To χρήμα τα σάρωσε όλα.
Πού είναι οι βεγγέρες τ' απόβραδου;
Πού είναι το τραγούδι στις γειτονιές;
Πού είναι ο πόνος για τον άρρωστο;
Πάνε. Πάνε όλα. Έχουνε χαθεί.
Στ' άφωτα της θάλασσας βάθη,
στ' άδεια πλάτια τ' ουρανού,
στης γης τις πιο βαθιές σπηλιές-
παντού με βήματα της απόγνωσης πήγα.
Όμως ξένα είδα πρόσωπα:
φωσφορίζοντα, λαμπερά, γλοιώδη.
Πουθενά ένα ανθρώπινο πρόσωπο.
Να φωνάξω "μάνα"- μάνα είναι ο άνθρωπος.
Και μάνα δεν είναι.
Να φωνάξω "αδερφέ"-αδερφός είναι ο άνθρωπος.
Και αδερφός δεν είναι.
Να πω "φίλε" η κουβέντα δε βγαίνει απ' το στόμα.
Γιατί όλα είναι ο άνθρωπος.
Και άνθρωπος δεν είναι.
Α! Σεπτές ακρογιαλιές σε θάλασσες φωτός!
Α! Λόφοι ευτυχίας σε κάμπους πάνω
ανθοσκέπαστους!
Α! Χαράδρες με αγάπης ποτάμια στα ριζά τους!
Η γη άλλαξε;
Βρέθηκα σ' άλλη γη;
Τι έγινε καινούργιο;
Πού είναι οι σοβαρές πράξεις;
Πού είναι οι σοβαροί λόγοι;
Πού είναι το μυστήριο που ανανεώνεί τη ζωή;
Πού είναι η έγνοια η ακαταλάγιαστη για το χτίσιμο
της προσωπικότητας;
Πού είναι η αγάπη που στηρίζεται στη θυσία;
Η ζωή! Τόσο επιπόλαιη!
Ο σημερινός άνθρωπος!
Γεμάτος αναιδή προνόμια!
Παραδαρμός και μοναξιά η ουσία του ανθρώπου.
Ξεράθηκε η σκοτεινή, αιμάτινη θάλασσα του μέσα
του κόσμου.
Πού είναι η αγάπη σκέπη του έρωτα;
Πού είναι ο δισταγμός του ανθρώπου να δεχτεί
τιμές και αξιώματα από το φόβο μήπως αυτά τον
διαφθείρουν;
Πού είναι η στοργή που δίνεται προκαταβολικά;
Από ποιες προδοτικές ρωγμές της ψυχής χύθηκε,
το θείο κρασί του Απόλυτου;
Και πάει ο άνθρωπος! Χάθηκε! Έσβησε όπως η μέρα σβήνει από τη νύχτα.
Επειδή κινούνται με δύο πόδια, επειδή έχουνε
λαλιά, νομίζουν πως αυτό και μόνο τους κάνει
ανθρώπους.
Και δε βλέπω ούτε κάποιες συνειδήσεις που να
μένουν παράμερα-προζύμι γι ένα νέο ξεκίνημα, για
ένα νέο ξαναγύρισμα του ανθρώπου σε μένα.
Και ζουν οι άνθρωποι σα σκιές, σαν φαντάσματα, με
χαμένη ψυχή, με θρυμματισμένη προσωπικότητα.
Και η κοινωνία που 'φτιαξαν, είναι η κοινωνία που
κυνηγάει την υλική, την αποβλακωτική ευδαιμονία
των μελών της.
Ξεκόλλησαν τις λέξεις από τα πράγματα.
Πλήθυναν και μεγάλωσαν τις επικοινωνίες τους κι
επικοινωνούν αυτοί όλο και λιγότερο.
To γέλιο της χαράς, αυτό το άνθισμα του
ανθρώπου, έχει γίνει μια γκριμάτσα
σκληρή, μηχανική, μια κραυγή στριγγή, απεχθής.
Φρίκη και αποτροπιασμό φέρνει η χαρά του
σημερινού ανθρώπου.
Σ’ όλη τους τη ζωή σπέρνουν στη-θάλασσα.
Κυκλοφορούν με βλέμματα άγρια, μαρμαρωμένα, με μάτια γεμάτα αγωνία πάθους, αγωνία φόβου, αγωνία φθοράς και
μόνωσης.
Χαμογελούν μ' ένα χαμόγελο γεμάτο προπέτεια,
ασέβεια, αναισθησία, ένα χαμόγελο ζωώδες και άνοστο που σου ραγίζει την καρδιά.
Άνθρωποι με καρδιά διεστραμμένη, με τη λογική τους χαμένη από την εισβολή του "εγώ", θερισμένη από άγρια πάθη, μια καρδιά που έχει χάσει τη δυνατότητα των οραμάτων.
Μια κοινωνία άχρηστη, έτοιμη να διαλυθεί μέσα στον αλληλοσπαραγμό και την αισχύνη. Καρδιές άδειες.
Όντα ευχαριστημένα. Άνθρωποι ευτυχισμένοι όχι.
Κι εγώ έμεινα χωρίς στέγη, χωρίς την ανάσα μου
και τη χαρά μου.
Κι έμεινα το φάντασμα του εαυτού μου ένα
τίποτα.
Και τι να το κάνω το θησαύρισμα του πριν μου χωρίς το τώρα;
Η μνήμη μου ένας αγριεμένος κισσός που
αρπάζεται από τον κόσμο' και το ψηλωμά του ένας
σαρκασμός της μόνωσής μου.
Με πολιορκεί απ' όλες τις μεριές η χυδαιότητα.
Κανένα αίτημα ανθρώπινης ποιότητας γύρω μου.
Άλλοτε, τα δάκρυα, οι ενθουσιασμοί, οι απαντοχές-κι
οι απογοητεύσεις ωρίμαζαν την καρδιά.
Τώρα η σκληρότητα κυβερνά το γεμάτο πάθος και
τόλμη παρανάλωμα της ανθρώπινης υπαρξης.
Τον κόσμό αυτό, τον έχει πνίξει ο φόνος, ο
τραυματισμός, ο εξολοθρεμός.
Οι άνθρωποι παραιτήθηκαν από την άγια μανία του
τέλειου.
Τα δάση των ονείρων τους-δε λαμπυρίζουν πια.
Ο άνθρωπος! Δέσμιος των χρήσιμων αντικειμένων!
Εκεί άνθρωποι έχετε οδηγήσει την ανθρωπότητα. Αντιανθρώπινη η γη σας άνθρωποι.
Τα πουλιά κελαδούν ελεύθερα στα κλώνια. Κανείς-ούτε τα παιδιά-δεν τα προσέχει.
Τα χέρια όλων κρατούνε όπλο και σκοτώνουν ανθρώπους.
Όποιος λαός κελαδήσει ελεύθερα πέφτει νεκρός κάτου.
Μια συνεχής πάλη η ζωη σας άνθρωποι.
Και βγαίνετε νίκητές σε όλα: στην πάλη σας με τη δικαιοσύνη, στην πάλη σας με τη δημοκρατία, στην πάλη σας με την ειρήνη.
Και να! η δικαιοσύνη με σπασμένα μύτη και δόντια
και καταματωμένη
πεσμένη χάμου.
Υψώνει το χέρι να πιαστεί από ένα κλαδί δίκαιου
νόμου-
να σηκωθεί-
και δε βρίσκει.
Και να! η ειρήνη
με το περιστέρι της τρύπιο από σφαίρες
και τα λογικά της σαλεμένα.
Σκύβει και παίρνει χώμα να κλείσει τις πληγές του
και το χώμα είναι μπαρούτι.
Πάει να πάρει νερό να του πλύνει τα αίματα
και το νερό είναι αίμα.
Και να! με δεμένα τα χέρια της πιστάγκωνα, βουτηγμένη ολόκληρη στη λάσπη με βαρύ γόνα λυγισμένο στη μέση της πάνω: η ελευθερία.
Και δεν μπορεί ν' ανασάνει.
Με τα χέρια σας την αρπάζετε από τα μαλλιά και
της βουτάτε κάθε τόσο το πρόσωπο στη λάσπη.
Ένας αέρας ξεκινάει από την ψυχή σας και κρυώνει την πλάση.
Ένα κύμα κτηνωδίας ροβολάει από τις καρδιές σας
και βουνό το βουνό,
και κύμα το κύμα
κατακλύζει τη γη όλη.
Και σας πνίγει.
Α! Πότε TO χέρι στο χέρι μου θα πιάσω
που πάνω χου ευτυχία να γράφει θα διαβάσω...
Που μες στα τραχιά δάχτυλά του
της οργής το μαχαίρι της πικρής θα κρατήσει
και με βία του πλούτου το κορμί θα χτυπήσει
σωριάζοντας τ' άψυχο το σώμα του κάτου...
ΑΥΛΑΙΑ
Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026
Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026
ΥΠΟΘΕΣΙΣ ΒΙΑΣΜΟΥ
Κάθε Πυθία είχε ως γνωστόν
Τον θείο Απόλλωνα για σύζυγο της.
Κι οφείλουμε το θάμα των χρησμών
Στο σμίξιμο μ’ αυτόν το ερωτικό της.
Κι ήταν αμόλυντη-κι ήταν αγνή
Κι ήτανε στον θεό δοσμένη όλη.
Κι ήταν γι αυτήν οι δάφνινοι αχνοί
Το θείο της συζυγικό ροσόλι.
Μα κάποιος Εχεκράτης, Θεσσαλός,
Ξύπνιο παιδί και μάγκας απ’ τους πρώτους,
Που διόλου δεν λογάριαζε ασφαλώς
Μαντεία και χρησμούς και δάφνης κρότους,
Μία Πυθία που γούσταρε πολύ
Ευθύς την απαγάγει και τη βιάζει.
Κι έτσι παρθένα ως ήταν και δειλή,
Πολύ ο Θεσσαλός το διασκεδάζει.
Διαδόθηκε το πράγμα παρευθύς
Και όλοι λέγαν: «Ιεροσυλία!»
Μον' ένας Δέλφιος, τύπος ευθύς,
"Μπράβο του τύπου!" λέει με μανία.
Οι μπάτσοι τόνε πιάνουνε λοιπόν
Και μια και δυο τον παν στο δικαστήριο.
Φτάνει η σειρά του. «Δέλφιος!» "Παρών",
Και, «Ασέβεια» το κατηγορητήριο.
« Λοιπόν τι έχεις ν’ απολογηθείς;»
Ο δικαστής του λέει αγριεμένος.
«Κυρ-δικαστή το ξέρει ο καθείς
Για τους Θεούς πως δίκαια έχω μένος:
Γιατί, οι βρωμιάρηδες, πόσες φορές,
Δεν ήρθανε σε μας πόθο γεμάτοι,
Και δεν αγκαλιαστήκαν με θνητές
Πάνω σ’ ανίερου έρωτα κρεβάτι…
Γιατί να μην μπορούνε κι οι θνητοί
Με τους Θεούς να κάνουνε τα ίδια;
Εμείς τους πλάσαμε. Λοιπόν γιατί
Δικά τους να γινόμαστε παιχνίδια;
Γι αυτό μπροστά σας πάλι θα το πω:
Μπράβο στον Εχεκράτη πούχει αλλάξει
Λίγο τον παλαιό στραβό σκοπό,
Κι απ’ την ντροπή μας έχει απαλλάξει."
Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2026
ΚΟΡΙΝΝΑ
Τόπος: Λος Άντζελες.
Χρόνος:1999.
Πρόσωπα: Κορίννα, Αντρέ.
Νύχτα μέσα σ’ ένα σταματημένο και κλειδωμένο ασανσέρ. Η Κορίννα κάθεται πάνω σ' ένα σκαμνί σε μια γωνία του ασανσέρ και ο Αντρέ στη διπλανή γωνία στο δάπεδο.
ΚΟΡΙΝΝΑ
Έτσι θα μείνουμε όλη τη νύχτα εδώ-αμίλητοι;
ΑΝΤΡΕ
Αν το θέλεις ας γίνει έτσι.
ΚΟΡΙΝΝΑ
Δεν το θέλω εγώ. Εσύ το θέλεις. Μήνες τώρα έχεις που δε μου μιλάς.
ΑΝΤΡΕ
Ναι. Έχεις δίκιο. Μα αυτό γινόταν έξω. Εκεί, με τους άλλους. Τώρα είμαστε μόνοι μας. Αν το θέλεις μπορούμε να μιλήσουμε.
ΚΟΡΙΝΝΑ
Ναι, το θέλω. Εκεί ήταν ο κόσμος. Η κίνηση. Τα φώτα. Η ζωή. Εδώ είναι νέκρα, σκοτάδι και θάνατος. Εδώ είμαστε μόνοι εγώ κι εσύ. Κι η νύχτα αυτή είναι όλη η ζωή μας-είναι το δικαστήριο του μέλλοντός μας. Είναι η ίδια η αιωνιότητα.
ΑΝΤΡΕ
Αύριο πάλι όλα θα είναι ίδια.
ΚΟΡΙΝΝΑ
Ποτέ πια δε θα είναι ίδια. Δεν υπάρχει αύριο. Εδώ μέσα, στη φοβερή αυτή ησυχία, είμαστε η μόνη πηγή ήχων. Ό,τι πούμε εμείς απόψε είναι τα μόνα λόγια που θ' ακουστούν πάνω στη γη. Η αλήθεια είναι τούτη η νύχτα, τούτο το κελί, τούτη η ώρα.
ΑΝΤΡΕ
Ο ήλιος θα 'βγει αύριο το πρωί. Κι όταν έβγει, ο επόπτης θα σηκωθεί από το κρεβάτι του, θα πιεί τον καφέ του και στις εφτά η ώρα θα είναι εδώ και θα μας ανοίξει. Κάθε μέρα αυτό συμβαίνει και σε πολλούς άλλους.
ΚΟΡΙΝΝΑ
Κι αν ακόμα γίνει όπως λες, όλα θα 'ναι πάλι διαφορετικά. Ένας άλλος επιστάτης, ένας άλλος ήλιος. Η νύχτα αυτή όλα θα τα καθαρίσει. Και αυτό που έγινε εξαιτίας σου ανάμεσά μας θέλει ένα ξεκαθάρισμα.
Ήτανε κάτι διαφορετικό. Ήτανε μια αλλαγή πέρα από τα συνηθισμένα. Σε ξέρω τέσσερα χρόνια. Μου μιλούσες, σου μιλούσα. Είχαμε μιαν επικοινωνία όπως όλοι οι γνωστοί άνθρωποι μεταξύ τους. Όποτε βλεπόμασταν μιλούσαμε, γελούσαμε..
Και ξαφνικά άρχισες να μην απαντάς στις καλημέρες και στις κουβέντες μου. Πάνε πέντε μήνες. Πέντε μήνες και δέκα μέρες.
ΑΝΤΡΕ
Και τι σε πείραξε που δε σου μιλούσα; Τρώθηκε ο εγωισμός σου; Ελαττώθηκαν οι θαυμαστές σου κατά έναν; Τι;
ΚΟΡΙΝΝΑ
Σου είπα, ήταν μια αλλαγή. Την παρατήρησα...
ΑΝΤΡΕ
Ας δούμε πώς μπορεί να βγούμε από εδώ μέσα και να μείνουν όλα όπως ήσαν. Να μείνουμε στην τωρινή ζωή μας. Πώς μπορεί ν' ανοίξει μία πόρτα χωρίς το κλειδί της;
ΚΟΡΙΝΝΑ
Δεν μπορεί.
ΑΝΤΡΕ
(σηκώνεται και εξετάζει την κλειδαριά)
Αν είχα ένα εργαλείο κάτι θα κατάφερνα. Σε παρακαλώ μου δίνεις το σκαμνί σου;
(Η Κορίννα του δίνει το σκαμνί, αυτός πατάει επάνω και εξετάζει την οροφή. Κατεβαίνει απογοητευμένος. Σκουπίζει το σκαμνί και της το δίνει. Κάθονται)
Πώς έγινε και άργησες τόσο πολύ κι εσύ; Άλλες φορές είμαι μόνος εδώ μέσα.
ΚΟΡΙΝΝΑ
Έγινε. Όπως έγινε και σταμάτησε.
ΑΝΤΡΕ
Είσαι σίγουρη πως ο επιστάτης έχει φύγει;
ΚΟΡΙΝΝΑ
Ναι. Ήμουν η τελευταία. Νόμιζα...
ΑΝΤΡΕ
Σε είδα πολλές φορές να μιλάς μαζί του. Δε συζητήσατε ποτέ για την περίπτωση που κάποιος κλειστεί στο ασανσέρ;
ΚΟΡΙΝΝΑ
Όχι.
(σιωπή)
ΑΝΤΡΕ
Λοιπόν θα μείνουμε εδώ για μιαν ολόκληρη νύχτα...
ΚΟΡΙΝΝΑ
Ναι. Κι αυτό θα κάνει τη ζωή μου ν' αλλάξει. Όπως έχει αλλάξει δυο φορές ως τώρα χωρίς την αποψινή νύχτα. Κι αυτή εδώ, ό,τι και να γίνει ανάμεσά μας, θα είναι η μεγάλη αλλαγή. Η γνώση που έρχεται κάποτε και που φέρνει την κατανόηση της ύπαρξης. Κάτι που δεν περίμενα να γίνει ποτέ. Μέσ σ' αυτό το ασανσέρ οι δυο
μας... ποιος θα το φανταζόταν; Μια γη έπρεπε να υπάρχει για τον καθένα μας και να μη σμίγαμε ποτέ. Ή να μην είχαμε γεννηθεί.
ΑΝΤΡΕ
Κρυώνω..
ΚΟΡΙΝΝΑ
(τον κοιτάζει, διστάζει, τον ξανακοιτάζει, τέλος αποφασίζει. Βγάζει τη ζακέτα της και του την τείνει)
Πάρε. Εγώ δεν κρυώνω.
ΑΝΤΡΕ
(τρομοκρατημένος)
Όχι! Όχι! Δεν κρυώνω.
ΚΟΡΙΝΝΑ
Τώρα είπες ότι κρυώνεις.
ΑΝΤΡΕ
(βρίσκοντας την αυτοκυριαρχία του)
Δεν κρυώνω.
(μαζεύεται όσο μπορεί στη γωνιά του. Η Κορίννα αποθέτει αμίλητη τη ζακέτα στην ποδιά της)
Να φορέσω τη ζακέτα σου! Για σκέψου...Φτάνει που είμαι κλεισμένος εδώ μέσα μαζί σου. Που αναπνέω τον ίδιο αέρα με σένα. Που έτσι και γυρίσω μόνο το κεφάλι μου το πρόσωπό σου θα 'βλεπα...
ΚΟΡΙΝΝΑ
Με σιχαίνεσαι λοιπόν; Με μισείς; Τι σου έκανα; Γιατί με αποφεύγεις; Γιατί όταν με βλέπεις αλλάζεις δρόμο; Ούτε ένα ρούχο μου δε θέλεις ν' ακουμπήσεις;
ΑΝΤΡΕ
Δε θέλω. Ναι, δε θέλω. Κράτα τη ζακέτα σου.
ΚΟΡΙΝΝΑ
Άραγε αυτή η νύχτα θα μου μάθει την αιτία που σταμάτησες να μου μιλάς;..
Σε ξέρω τέσσερα χρόνια. Ερχόσουν στο σπίτι μου. Όλοι σ’ αγαπούσαμε. Κουβεντιάζαμε, περνούσαμε τα βράδια μας με την παρέα σου, εσύ με τη δική μας. Υπήρχε μια περίοδος μάλιστα που κάθε βράδυ ήσουν εκεί. Κι αν δεν ερχόσουν μας έλειπες. Το γέλιο δεν έλειπε από την παρέα μας. Και ο πατέρας μου σ' εκτιμούσε πολύ. Η μητέρα δεν ξέρει τι να πει που δεν μας έρχεσαι πια. Κι όταν ακόμα πιάσαμε δουλειά στο ίδιο εργοστάσιο, τίποτε δεν άλλαξε στις σχέσεις μου μαζί σου. Μάλιστα τώρα ήταν καλλίτερα. Και ξαφνικά, χωρίς αιτία, σταμάτησες να έρχεσαι στο σπίτι και σταμάτησες να μου μιλάς. Σου έλεγα καλημέρα κι εσύ μουρμούριζες κάτι και απομακρυνόσουν βιαστικά. Στους άλλους μιλάς όπως πρώτα. Στ' αδέρφια μου το ίδιο. Μόνο σε μένα δε μιλάς. Όταν από μακριά με βλέπεις λοξοδρομείς για να μη συναντηθούμε. Κατάφερες αυτό που ήθελες-τώρα δε σου μιλώ ούτε εγώ. Έχω κι εγώ αξιοπρέπεια.
Μα όμως πόσο παράλογο μου μοιάζει αυτό που κάνω... Να διακόψω τις σχέσεις μου με κάποιον έτσι, επειδή αυτός με αποφεύγει χωρίς να ξέρω γιατί. Έμεινα ξάγρυπνη πολλές νύχτες ψάχνοντας να βρω την αιτία αυτής σου της συμπεριφοράς. Προσπαθούσα να βρω μήπως έκανα κάτι που σε πρόσβαλε, που σε πείραξε. Που σε έθιξε. Γιατί είσαι εύθικτος. Δεν πήγε πουθενά το μυαλό μου. Ποτέ δε σου μίλησα άσχημα. Σαν επισκέπτη του σπιτιού μας, σαν μεγαλύτερο, σαν φίλο ακόμα, σε σεβόμουνα πάντα. Ούτε με μια πράξη μου δε σε πρόσβαλα. Μήπως είπα κάτι κακό σε κάποιονε για σένα και το έμαθες; Ούτε αυτό συμβαίνει. Πρώτα γιατί δε συζητώ για σένα με τους άλλους. Και προσέχω τα λόγια μου όταν μιλώ στο χώρο της δουλειάς, εδώ, στο εργοστάσιο, γιατί δε θα 'θελα να κάνω κάποιο λάθος και να τα χαλάσω μαζί σου. Η παρέα σου ήταν καλή, είσαι ευχάριστος, έξυπνος και, είναι αλήθεια, ποτέ και συ δε μου φέρθηκες άσχημα. Ποτέ δε μου κακομίλησες, πάντα μου φερόσουν με ευγένεια, με κατανόηση, σαν ένας πατέρας ή σαν μεγαλύτερος αδερφός. Βέβαια δεν ήσουν
πατέρας ούτε αδερφός μου. Και θα μπορούσες να δείξεις μια δυσαρέσκεια κάποτε, θα μπορούσες σαν μεγαλύτερος να μη με προσέχεις, να με μεταχειρίζεσαι σαν παιδί ακόμα. Όμως όχι. Πάντοτε ήσουν καλός μαζί μου. Και ευγενικός, Και περιποιητικός. Για να με πλησιάζεις κατέβαινες στην ηλικία μου. Το πρόσεξα πολλές φορές αυτό. Δεν στεκόσουν στο βάθρο του μεγάλου που απλά καταδέχεται να μιλήσει σε μια μικρή κοπέλα, αλλά γινόσουν μικρός κι εσύ κοντά μου. Και το εκτιμούσα πολύ αυτό. Δεν είμαι παιδί όμως πια. Είμαι γυναίκα. Και-τώρα μπορώ να στο πω-πολλές φορές ένιωθα να κολακεύεται αυτή η γυναίκα μέσα μου από τη συμπεριφορά σου. Γιατί αν και το φέρσιμό σου ήτανε πάντα το ίδιο, μεγαλώνοντας εγώ το δεχόμουν όπως ταίριαζε με την ηλικία μου. Έτσι ένα κομπλιμέντο που, μικρή όταν ακόμα ήμουνα μου έλεγες, το δεχόμουνα με ένα γέλιο παιδιάστικο, για να το ξεχάσω αμέσως μέσα στο παιχνίδι και τις άλλες παιδικές μου απασχολήσεις που πάντοτε με περίμεναν. Όμως εδώ κι ένα χρόνο το ίδιο αθώο κομπλιμέντο το έπαιρνα, το έδενα, το κρατούσα και το νόημά του σκορπιζόταν σε όλο μου το κορμί χαρίζοντάς μου μια γλυκιά ευχαρίστηση. Και δεν το ξεχνούσα ώσπου να ακούσω το επόμενο κομπλιμέντο σου. Και ήσουνα πλούσιος σ’ αυτά. Κι έδινες τόσα ώστε να μην ξεπεράσεις το όριο. Αλλιώς θα χάλαγες όλη τη ουσία, όλη την απόλαυση. Το ήξερες αυτό και το πρόσεχες πολύ. Πόσες τέτοιες ωραίες στιγμές μου ’χες χαρίσει...Χωρίς ίσως να το υποπτεύεσαι, εγώ χρησιμοποιούσα τα λόγια σου για να ευωχούμαι. Δεν τα έπαιρνα πια σαν λόγια μεγάλου σε μικρόν, παρά σαν λόγια άντρα σε γυναίκα. Και το καταλάβαινες αυτό καμιά φορά και αμέσως άλλαζες κουβέντα ή στρεφόσουν σε άλλον και, δείχνοντας πως τάχα με αγνοείς, συζητούσες μαζί του για άλλα θέματα.
Ντρεπόμουν τότε για ό,τι ένιωθα και πήγαινα στο δωμάτιό μου όπου, ανάμεσα στα γράμματα των βιβλίων μου μπαίνανε τα γράμματα του πιο καλού λόγου που μου είχες πει πριν λίγο. Κι αυτόν το λόγο τον κρατούσα σαν φυλαχτό.
Στην κοινωνία που ζούμε δεν υπάρχει χρόνος για περιττά λόγια. Όλοι τρέχουν να προλάβουν-τι;-και δεν τους μένει καιρός να πουν παρά μόνο τα απαραίτητα για την μεταξύ τους ρηχή επικοινωνία. Μόνο εσύ, ίσως γιατί ήρθες από αλλού, ίσως γιατί έτσι είναι ο χαρακτήρας σου, μόνο εσύ μπορούσες να λες τέτοια όμορφα λόγια. Και δεν ήτανε μόνο τα λόγια. Ήταν και τα μάτια σου. Γεμάτα θαυμασμό κάθε φορά, συμπλήρωναν τον καλό σου λόγο. Γεμάτα θαυμασμό και λαμπύρισμα.
Με ρώτησες γιατί μ' ένοιαξε που σταμάτησες να μου μιλάς. Ίσως και να μου έλειψαν αυτά τα λόγια τα θαυμαστικά, αυτά τα φωτεινά βλέμματα. Που για σένα βέβαια δε σήμαιναν ίσως τίποτα, σε μένα όμως έδιναν κάτι που δε θα το βρω αλλού όσο και να ψάξω.
(μικρή σιωπή)
Θυμάμαι εκείνο το ροζ φουστάνι που πήγα κι αγόρασα για το χορό. Από την πρώτη στιγμή που το είδα δε μου άρεσε. Μα ήτανε το μόνο που βρήκα. Το αγόρασα, το φόρεσα, δεν μπορούσα όμως να το χωνέψω. Μου έμοιαζε ανυπόφορο. Ώσπου όταν με είδες να το φορώ -θυμάσαι;-μου είπες πως είναι όμορφο και πως μου πηγαίνει θαυμάσια. Τότε το αγάπησα κι εγώ.
(χαμογελάει)
Θυμάμαι μια μέρα όταν είχα φτιάξει μια χάρτινη γιρλάντα και την είχα κρεμάσει γύρω από το λαιμό μου γυρίζοντας από το σχολείο. Όλοι με μάλωναν και με κορόϊδευαν που έκανα τέτοιες παιδιάστικες κουταμάρες. Εσύ είπες: "Τι ωραίο κολλιέ! Και πώς σου πηγαίνει!.."
Γιατί έχεις θυμώσει μαζί μου;
ΑΝΤΡΕ
(ονειροπόλα και σαν να μιλάει στον εαυτό του)
Το ροζ φουστάνι... μια πανδαισία... η χάρτινη γιρλάντα... Ποιος μπορεί να πει ότι ήρθε άσκοπα στον κόσμο όταν σε είδε να φοράς το ροζ εκείνο φουστάνι και την χάρτινη γιρλάντα στο λαιμό... Έξυπνος εγώ... για σκέψου... έξυπνος κι όμως πιασμένος σαν χαζή μύγα στο δίχτυ. Αρκετά έξυπνος για να μπορέσω να καταλάβω τι κρύβει μέσα του ένα άνθος, αρκετά έξυπνος για να καταλάβω πόσο αδύναμη είναι η δύναμη... πόσο μικρό είναι το μεγάλο… πόσο πολύ το τίποτα... όμως πολύ κουτός ώστε να μη μπορέσω να μυρίσω το άνθος, να μη γνωρίσω τη δύναμη ή την αδυναμία, να μείνω έξω από κάθε μεγάλο ή μικρό. Πολύ κουτός για να ζήσω... για να υπάρξω... για να γεννηθώ λες... Μα πάλι πώς μπορεί να πει κανείς πως δεν έζησε όταν έχει κρατήσει μέσα στο χέρι του το χέρι σου...
ΚΟΡΙΝΝΑ
Ναι...η χειρομαντεία...Μου κράταγες το χέρι στο χέρι σου και διάβαζες τη μοίρα μου. Εγώ το είχα αφήσει μέσα στο δικό σου κι ένιωθα τόσο ελαφριά σαν να είχα ξεφορτωθεί όλο το βάρος μου κι όχι μόνο του χεριού μου. Κι όλο πράγματα που αρέσουν μου 'λεγες. Πόσο είμαι έξυπνη, πόσο είμαι όμορφη, πόσο πολύ θα ζήσω. Μόνο λόγια όμορφα βγαίναν από το στόμα σου για μένα. Μου είπες ξάφνω πως αγαπώ ένα νέο της ηλικίας μου. Σου είπα: "Φυσικά θα είναι της ηλικίας μου. Κανένα γέρο θ' αγαπούσα;" Ύστερα από αυτό τελείωσε γρήγορα η χειρομαντεία.
ΑΝΤΡΕ
Ω! Η ζωή! Η ζωή! Η ζωή μου! Γεμάτη αβεβαιότητα, κενό, φόβο πριν απ' όλα.
Μα από τότε που βρέθηκα σε τούτη τη χώρα βλέπω γύρω μου ανθρώπους που φόβος δεν ξέρουνε τι θα πει. Που ντροπή δεν ξέρουνε τι θα πει. Που δεν έχουν αισθήματα. Όλοι αντιδρούν ίδια σε κάθε ίδιο ερέθισμα. 'Ολοι λένε τα ίδια λόγια σαν απάντηση στην ίδια ερώτηση. Αναρωτιέσαι αν είναι ζωντανά όντα ή ρομπότ, δημιουργήματα κάποιου αργόσχολου μηχανικού. Αφότου ήρθα εδώ προσπαθώ ν' ανακαλύψω σε κάποιον από αυτούς κάτι που να με κάνει να πω πως είναι άνθρωπος κι αυτός, όπως τόσοι που άφησα φεύγοντας από την πατρίδα.
Μάταια όμως.
Ωραία είναι να κυλάει έτσι η ζωή. Ήσυχη, προγραμματισμένη, με από πριν όλα γνωστά, με τις ανάγκες της όλες από καιρό καλυμμένες, με το θάνατο ένα ακόμα επεισόδιο, το τελευταίο της σειράς.
Είπα πως είναι ωραία τέτοια ζωή. Όχι. Δεν εννοώ πως είναι ωραία για κείνους που τη ζούνε. Γιατί δεν τη ζουν. Για κείνους αυτό δεν είναι ζωή. Είναι ένα πρόγραμμα, μια κουρντισμένη παρέλαση όπου σαν στρατιώτες συμμετέχουν.
Ωραία είναι για κείνον που τη βλέπει απέξω. Που ζηλεύει. Που θα ήθελε να είναι ένας απ' αυτούς. Που θα ήθελε να είναι ένα τίποτε δηλαδή. Ή, που είναι το ίδιο, να ζει μηχανικά τη ζωή του χωρίς όλα εκείνα τα φοβερά συναισθήματα που κάνουν τη ζωή μια κόλαση.
Ναι! Έρχονται φορές που θα το 'θελα κι εγώ. Θα ήθελα να είμαι ένα στρατιωτάκι ανάμεσα στα πλήθη εκείνα που βλέπω να περνάνε μπροστά μου αλύγιστα, άφοβα, αναίσχυντα αναίσθητα, βαδίζοντας άσκεφτα προς ένα άγνωστο τέρμα. Άγνωστο για μένα, τώρα, όχι γι αυτούς-αυτοί τίποτα δεν ξέρουν-τα ξέρουν όλα... Να βγω από ένα εργοστάσιο δηλαδή στο οποίο θα μου έχουν δώσει μορφή και υπόσταση κι από κει θα προχωρώ όπως εκείνοι έχουν κανονίσει.
Άλλες φορές όμως τα βάζω με τον εαυτό μου που αφέθηκε να ζηλέψει τέτοια ζωή. Όχι πως είμαι εγώ κάτι καλλίτερο από κείνους. Μακριά από μένα η αίσθηση αυτή. Δεν έχω κατηγόρια για κανέναν. Κι αν κάποιος παίρνει τις διαπιστώσεις μου σαν κατηγόριες, το σφάλμα δεν είναι δικό μου. Όχι, δεν είμαι καλλίτερος απ'
αυτούς. Είμαι όμως διαφορετικός. Κι όχι γιατί φτιάχτηκα εξαρχής έτσι, αλλά γιατί δεν έζησα σ' αυτή τη χώρα. Αν ζούσα εδώ, η ίδια πορεία θα περίμενε κι εμένα. Ίδιο ρομπότ θα ήμουνα κι εγώ τώρα. Μα έζησα αλλού. Δε με άδραξε η μηχανή στα γρανάζια της. Ελεύθερος ήμουνα και είμαι. Κανείς δε με έβαλε στο καλούπι να βγω
ρομπότ από κει. Κανείς δεν έβγαλε το φόβο από μέσα μου. Κανένας δε με έστυψε ώσπου να αποβάλω τα ανθρώπινα στοιχεία μου-τη ντροπή, τη σκέψη, το φόβο. Μακριά από μένα η πίστη στην παντοδυναμία του ανθρώπου. Μακριά από μένα η δήθεν νίκη του ανθρώπου πάνω στη φύση. Μακριά από μένα η νίκη του ανθρώπου πάνω στη μοίρα του. Μακριά από μένα τέλος η ιδέα του ανθρώπου σαν του προνομιούχου όντος του ζωικού βασιλείου. Είναι το πιο δυστυχισμένο.
Και ήρθα εδώ. Και τα είδα όλα αυτά. Και βρέθηκα μόνος μέσα σε έναν άλλο κόσμο όπου κανένας δε με γνώριζε, κανένας δε με καταλάβαινε, κανένας δεν είχε κάτι κοινό με μένα. Ήρθα εδώ ένας άνθρωπος μέσα στα ρομπότ. Κάποια ανώτερη τεχνική βέβαια τα 'χει δημιουργήσει που ένας ηλίθιος θα υποκλίνονταν μπροστά της. Ούτε την ευτυχία να είμαι ένας ηλίθιος δεν έχω. Και η ενέργεια για να δρουν και να κινούνται όλα αυτά τα ρομπότ δεν είναι ο ηλεκτρισμός. Και για να μη σκουριάσουν δεν τ' αλείφουν με λάδι. Η δύναμη που τα κινεί είναι η εργασία. Και το συντηρητικό λάδι τους είναι το χρήμα. Θεέ μου! Πόσο χαρούμενη ήσουν όταν έκλεισες τα δεκάξι χρόνια σου! Όχι γιατί μεγάλωσες, όχι γιατί έγινες γυναίκα, αλλά γιατί θα μπορούσες να δουλέψεις πια. Γιατί θα μπορούσες να βγάλεις λεφτά. Όταν μιλούσες γι αυτά έλαμπες ολόκληρη από... από ευτυχία. Ναι, ήσουν ευτυχισμένη γιατί θα έβγαζες χρήματα.
Στη χώρα μου όταν τα κορίτσια γίνονται δεκάξι, έχουν μια τρελή παιδιάστικη χαρά γιατί θα βάλουν κοκκινάδι στα χείλη, γιατί θα τους επιτρέψουν να μείνουν έξω ως τις έξη το απόγευμα αντί ως τις πέντε, γιατί ο μπαμπάς θα τους πάρει καινούργια παπούτσια. Κι όταν θυμάμαι τη λάμψη στα μάτια σου όταν σου είπα πως θα σου έδινα τα μισά λεφτά αν θα κέρδιζα το λαχείο... ούτε ο Έρωτας δε λάμπει έτσι στα μάτια των κοριτσιών του τόπου μου. Άλλη ήπειρος, άλλος κόσμος. Άλλος πλανήτης.
Άγγιξα κάποιον από τους ανθρώπους του καινούργιου μου πλανήτη. Σκληρό και κρύο ήταν η αίσθηση που αποκόμισα. Κοίταξα μέσα στα μάτια τους. Απλανή, ουδέτερα, ούτε του μίσους τη σπίθα δεν μπορούσαν να κρατήσουν. Άφοβοι στο περπάτημά τους, στις κινήσεις τους, στη ζωή τους. Τραβούν κατεπάνω στα εμπόδια και τα τσακίζουν. Δισταγμός, λέξη άγνωστη για κείνους. Οι ερωτήσεις και οι απαντήσεις, οι δηλώσεις και οι αναφορές τους, ακολουθούν η μια την άλλη προδιαγραμμένες. Ίδιοι όλοι τους αναμεταξύ τους. Σε ένα λαό τριακοσίων εκατομμυρίων! Ποιος θα μπορούσε να το φανταστεί! Αλλά δεν έχει νόημα να απαριθμήσω τις μηχανικές τους ενέργειες και ιδιότητες. Κοίταξε τον εαυτό σου. Θα τα δεις ακόμα και τώρα όλα αυτά. Μερικά ξεθωριασμένα. Γιατί έχεις αρχίσει να ξεφεύγεις πια από εκείνη την ακραία κατάσταση κα ν' αποκτάς συνείδηση, έστω επιοπόλαια ακόμα, έστω σχετική. Κι αυτή η διαφορά σου από κείνους, είναι έργο δικό μου. Εγώ σου χάρισα το δώρο αυτό. Εγώ σ' έκανα να ξεχωρίζεις λίγο έστω από τους άλλους. Και αυτό μπορείς να το διαπιστώσεις με την πρωταρχική σκέψη που σου έχω δώσει.
Έριξα μια ματιά γύρω μου Είδα τις μορφές των ατσάλινων ανθρωπόμορφων όντων, είδα την παντοδυναμία του χρήματος, είδα τη στερεμένη βρύση της ανθρωπιάς . Είδα το χάος στα μάτια τους. Είδα το Τίποτα πίσω από το μυαλό τους. Είδα το απελπισμένο κάθε προσπάθειας για να αλλάξω κάποιον απ' αυτούς. Είδα τη μοίρα του κόσμου τούτου που κάποια σαδιστική μηχανή τον έφτιαξε, είδα τον άνθρωπο χαμένον για πάντα και για όλα. Εσύ ήσουν η μόνη που προσφερόσουν για μια προσπάθεια ανθρωποποίησης. Ήσουνα κόρη μεταναστών αγνών και πρωτόγονων που είχανε κουβαλήσει από την πατρίδα τους ό,τι καλό μπόρεσαν να φορτώσουν στο καράβι που τους έφερε εδώ. Κι αυτά τα λίγα καλά θα μπορούσαν να σου τα δώσουν κι εσένα. Μα εσύ γεννήθηκες εδώ. Και ό,τι ανθρώπινο σου δίνανε ανατρέφοντάς σε, έλιωνε σαν κερί κάτω από το βάρος της ατσάλινης νέας κοινωνίας σου.
Σιγά σιγά αλλά σταθερά οι μηχανικές στρατιές σε άλωσαν και οικειοποιήθηκαν όλα σου τα ανθρώπινα. Και η ψυχή σου πήρε κι εσένα τη μορφή του σώματός, του μεταλλικού σώματός τους. Και δεν ξεχώριζε μέσα σου ψυχή. Ζούσες όπως αυτοί. Αγαπούσες τα παιχνίδια τους, διάβαζες τα βιβλία τους, χανόσουν όλο και πιο βαθιά στην απανθρωπιά της χώρας σου. Κι είχες την ίδια άλογη αντίδραση σε κάθε τι λογικό. Και είχες πάρει και το γέλιο τους το φριχτό που δεν είναι ούτε ξέσπασμα χαράς ούτε στοιχείο μιας ευχάριστης διάθεσης, αλλά απλή μηχανική πράξη που μπαίνει σε ενέργεια όταν πατηθεί το ανάλογο κουμπί. Έτσι, εμόρφαζες το γέλιο σε κάθε συνάντησή σου με κάποιον, σε κάθε χωρισμό σου απ' αυτόν, σε κάθε σημείο της συζήτησης που η αμηχανία αλλιώς θα γέμιζε.
(στρέφει στην Κορίννα)
Αλλά, δυστυχισμένο πλάσμα, πώς θα έδειχνες τη χαρά σου;
(στρέφει πάλι εμπρός)
Εξοστράκισες τη ντροπή από τη ζωή σου. Κάθε ίχνος ευγένειας και τακτ το έβγαλες από μέσα σου. Κάθε είδος ευαισθησίας, λύπης, φόβου, τρόμου, ήταν άγνωστο για σένα. Και η ελευθερία η περίφημη της χώρας σου ήταν για σένα η ίδια η ύπαρξή σου. Ελευθερία να μην είσαι άνθρωπος-αυτή ήταν η ελευθερία σου. Αυτή ήσουν όταν σε γνώρισα. Είχες κάνει τα περισσότερα βήματα προς το χαμό κι ήσουν έτοιμη να κάνεις κι όσα έμεναν ακόμα. Δεν κρατιόσουν. Κι ακόμα δεν κρατιέσαι. Θέλεις να ορμήσεις μπροστά. Να γίνεις ένα μεγάλο ρομπότ δικαιώνοντας τους κατασκευαστές σου.
Πότε μίλησες μαζί μου στον καιρό που σε γνωρίζω; Πότε έκατσες ν' ακούσεις τι είχα κι εγώ να σου πω και να μου πεις κι εσύ την άποψή σου; Πότε αντάλλαξες μαζί μου κάποιες λέξεις παραπάνω από όσες το πρόγραμμά σου σου επέτρεπε; Τέσσερα χρόνια που σε γνωρίζω πότε μίλησες σοβαρά μαζί μου; Σου δόθηκαν πολλές ανθρώπινες ευκαιρίες, μα τα ρομπότ τις εξουδετέρωσαν όλες. Όταν ένιωθες πως η συζήτηση άρχιζε να γίνεται δύσκολη για σένα, σηκωνόσουν κι έφευγες. Έτσι, αναπάντεχα, χωρίς καμία πρόφαση, χωρίς καν να ζητάς τυπικά συγνώμη, χωρίς καμιά αιτία, μόνο και μόνο επειδή το ρομποτικό σου μυαλό ήταν έτσι φτιαγμένο να κάνει. Και πότε πήγαινες κι έπαιρνες ένα ποτό από το ψυγείο, πότε πήγαινες κι άνοιγες την τηλεόραση, πότε πήγαινες στο δωμάτιό σου, ή έβγαινες έξω αφήνοντάς με με την ατελείωτη κουβέντα στα χείλια μου. Θα μπορούσες να μου πεις πως δεν είχες να πεις τίποτα με έναν μεγαλύτερο σαν και μένα, που τόσο αταίριαστες οι ηλικίες μας ήταν. Μα δε θα ήταν αλήθεια. Γιατί έκανες ώρες παρέα και συζητούσες με άλλους, της ίδιας ηλικίας με μένα, που όμως ήσαν κι αυτοί ρομπότ. Ο λόγος λοιπόν δεν ήτανε αυτός. Μακάρι να ήτανε. Αυτό θα προϋπέθετε λογική, σκέψη, συνείδηση. Όχι. Τίποτα τέτοιο. Γίνονταν επειδή και μόνο έτσι ήταν προσχεδιασμένο να γίνει από τους σοφούς του κόσμου σου που σε είχαν σχεδιάσει. Αν δε σταματούσε το ασανσέρ αυτό την ώρα που μας κατέβαζε, δε θα γινόταν η συζήτηση αυτή ανάμεσά μας. Μερικές φορές το απρόοπτο μπορεί να προβλέψει. Και που ήρθα στη χώρα σας και σε συνάντησα ήτανε κάτι απρόβλεπτο. Μέσα στην ρομποτοποίησή τους και τελείως σίγουροι για τη δύναμή τους οι σοφοί σας δεν είχαν προβλέψει πως ο ανθρωπισμός ενός ξένου θα μπορούσε να κρατήσει άσβηστος επί πολύ ύστερα από τον ερχομό του εδώ και πολύ περισσότερο πως θα μπορούσε αυτός να επηρεάσει και άλλους. Φυσικά ο μηχανισμός σας είναι έτσι στημένος που από τη σύστασή του προβάλλει κάθε δυνατή αντίσταση σε κάθε ανθρώπινο. Ως ένα σημείο όμως. Σκέφτηκα πως ο έρωτας, το πάθος, όσο κι αν είχε μαχανοποιηθεί, όσο κι αν είχε προσεχτεί η τυποποίησή του από τους επιστήμονές σας, πάντα, μέσα στην πολλαπλότητα των παραγόντων που το επηρεάζουν και το δραστηριοποιούν, πάντα θα έμενε κάποιο μικρό άνοιγμα ,κάποιο μικρό σημείο που δε θα το είχαν προσέξει καλά ώστε να το απομονώσουν, να το αποκλείσουν κι αυτό. Κάποια μικρή τρυπούλα, κάποιο παραθυράκι θα τους διέφευγε. Κάποια διαρροή δε θα αντιλαμβάνονταν. Σε σένα τουλάχιστο, που δε σε είχαν φτιάξει εκείνοι από την αρχή, αλλά τους παραδόθηκες αργότερα.
Και πέτυχα αλήθεια αυτό που έψαχνα να βρω. Το αδύνατο σημείο σου ήτανε ίδιο με κείνο που έχουν όλες οι γυναίκες πάνω στη γη-η φιλαρέσκεια, αυτή η βρώμικη και καταστροφική κατάσταση. Στην αρχή, στους πρώτους μήνες, ό,τι μηχανευόμουν για να σε κολακέψω κύλαγε πάνω σου χωρίς να σε αγγίξει καθόλου. Σαν όπως οι κύκνοι βουτάνε στο νερό και βγαίνουν άβροχοι όλο. Έβρισκα κάτι κάθε φορά για να υμνήσω
πάνω σου. Τη μια κάποια από τις ομορφιές του σώματός σου, την άλλη κάποιο σου ελάττωμα που συ δεν το 'ξερες ή το περνούσες για προτέρημα, ύστερα κάποιο ρούχο σου, κάποιο στολίδι έπειτα. Κίνδυνος να παρεξηγηθώ από τους άλλους που ήταν μπροστά δεν υπήρχε. Ούτε που καταλάβαιναν τι έλεγα. Όπως εσύ στην αρχή.
Μα οι λέξεις αιωρούνταν στο ψυχρό δωμάτιο, ξαναγύριζαν σε μένα, με πλήγωναν σε κάθε άγγιγμά τους, μόνο στ' αυτιά σου δεν πλησίαζαν, μόνο το ρομποτικό σου μυαλό δεν μπορούσαν να προσπελάσουν. Σαν το άγριο ζαρκάδι ανύποπτη τριγύριζες ανάμεσά τους. Μα επέμενα. Κάτι μου 'λεγε πως θα πετύχω στο τέλος. Δοκίμασα να σου πω πως έχεις κρυφά πνευματικά χαρίσματα. Το ίδιο αποτέλεσμα. Άρχισα να βρίσκω υπέροχη κάθε γελοία σου πράξη, κάθε ρομποτένιο σου λόγο. Έπρεπε να τραβήξω την προσοχή σου. Αυτό θα ήτανε το πρώτο βήμα.
Μα συ χανόσουν. Πολλές φορές ερχόμουν στο σπίτι και δε σ' έβρισκα. Ήσουν πότε σε μια φίλη σου, πότε για ψώνια, πότε στο δωμάτιό σου, πότε στον κινηματογράφο. Κι έπρεπε να κυνηγάω σαν λαχανιασμένο σκυλί τις ώρες για να σε πετύχω και μέσα σ' αυτό το μικρό χρονικό διάστημα να δημιουργήσω τις προϋποθέσεις που θα δικαιολογούσαν το κομπλιμέντο μου, ώστε αυτό να έρθει φυσικό και να μάθεις να το δέχεσαι ύστερα από μια διεργασία παρόμοια πάντοτε, ώστε να το συνηθίσεις.
Ήθελα να σε κάνω άνθρωπο. Ήθελα να νιώσεις το φόβο, την έλλειψη, την εγκατάλειψη, την απογοήτευση, την ερημία, τη φρίκη του να ζεις, τον πόνο, το φόβο τέλος, το πιο ανθρώπινο. Και ο χρόνος περνούσε. Οι εβδομάδες, οι μήνες, τα χρόνια... και τίποτα δε φαινόταν ικανό να σε αλλάξει.
Ώσπου μια μέρα κάτι φάνηκε. Είδα ένα φως να ανάβει στα μάτια σου, που φώτισε το σύμπαν. Είχα έρθει στο σπίτι σου κι ήσουν έξω. Περίμενα. Ήρθες. Με χαιρέτησες με το ρομποτικό χαμόγελό σου. Πήγες στο δωμάτιό σου. Πήρες κάτι που ήθελες, βγήκες και κατευθύνθηκες πάλι προς την εξώπορτα."Πού πας;" σου είπα. "Έξω", μου είπες, "θα πάω σινεμά με την Έϊμυ". Και για να μου πεις αυτά είχες σταθεί για λίγο κοντά μου. "Δε σε είδα καθόλου σήμερα. Κάτσε να σε δω λίγο", σου είπα. Μια λάμψη φώτισε το κρύο βλέμμα σου. Κατάλαβες. Έκανες να κάτσεις-εσύ που άλλοτε σε παρόμοια περίσταση ούτε που θ' άκουγες τι σου είχα ζητήσει-, ξαναπήγες να φύγεις, ξανακοντοστάθηκες. Τέλος έφυγες λέγοντας σιγά: "θα ξανάρθω". Πήγες αργά προς την πόρτα. Ήταν η πρώτη φορά που περπάταγες ανθρώπινα. Χωρίς εκείνη την ορμή και την άλογη αγερωχότητα που οδηγούσαν μέχρι τότε το βήμα σου.
ΚΟΡΙΝΝΑ
Εκείνη την ημέρα, εκείνη την ώρα, τότε σε είδα για πρώτη φορά.
ΑΝΤΡΕ
Τόσων χρόνων προσπάθεια είχε αποδώσει επιτέλους καρπούς. Τόσοι κόποι τότε φάνηκε πως δεν πήγαν χαμένοι. Ύστερα από δυο μέρες ήμουν σίγουρος πως σωστά είχα καταλάβει-πως είχες νιώσει. Ξανάρθα. Ήσουν στο δωμάτιό σου. Όταν έμαθες πως ήμουν εκεί ήρθες έξω και έκατσες αμίλητη στον καναπέ. Σε έβλεπα καθώς κουβέντιαζες με τους άλλους, να στρώνεις επάνω σου μια μπλούζα φανταχτερή που πρώτη φορά την έβλεπα. Την είχες αγοράσει την προηγούμενη μέρα όπως έμαθα μετά. Περίμενες να τελειώσω τη συζήτηση και να στραφώ σε σένα. Περίμενες να σου δείξω το θαυμασμό μου για τη μπλούζα και για το πόσο ωραία σου πήγαινε. Γύρισα τέλος προς το μέρος σου. Έδειξα χαρούμενη έκπληξη: "Καινούργια μπλούζα:;" "Ναι, σ' αρέσει;" "είναι υπέροχη!" Και αμέσως μετά: "Δεν μπορούσα να φανταστώ πως θα βρισκόταν κάτι που να σε ομορφήνει περισσότερο… "
Για πρώτη φορά είδα χαρά να ζωγραφίζεται στο πρόσωπό σου. Α! Να μπορούσε έτσι ευτυχισμένα να γελάσει κανείς μόνο μια φορά στη ζωή του... Συνέχισα ύστερα από αυτό να σε επαινώ κάθε φορά που σ' έβλεπα. Αν και δεν είναι δύσκολο να βρει κανείς λόγια υμνητικά για μια εμορφιά σαν τη δική σου, πολλές φορές δεν έβρισκα τι να σου πω. Χρησιμοποίησα για ένα διάστημα όσους επαίνους σου είχα πει ως τότε, όταν ακόμα ούτε καν άκουγες πως σου μιλούσα. Όλα
ηχούσαν σαν για πρώτη φορά στ' αυτιά σου που τώρα ήσαν ορθάνοιχτα κι ευαίσθητα για κάθε μου λόγο. Σιγά σιγά δε χρειάζονταν να σου μιλώ. Μια θαυμαστική ματιά μου, ένας θαυμαστικός μορφασμός μου ήταν αρκετός για να καταλάβεις. Και τόσο ακατανόητος για τους άλλους ώστε κανείς να μην υποθέσει πως κάτι μας συνέδεε.
ΚΟΡΙΝΝΑ
Ναι. Είχα αρχίσει μιαν άλλη ζωή.
Ήμουν χαρούμενη και πρώτη φορά ένιωθα έτσι.
Κι αυτή ήταν η δεύτερη αλλαγή που ένιωσα στη ζωή μου.
Η πρώτη ήταν όταν από παιδί έγινα γυναίκα.
Θυμάμαι με νοσταλγία τα παιδικά μου χρόνια. Θυμάμαι τα τριαντάφυλλα. Όταν τ’άγγιζα ήμουν τριαντάφυλλο κι εγώ. Όταν ήμουν δίπλα στα ζωάκια ήμουν κι εγώ ένα απ' αυτά... Κοντά στο ποταμάκι κυλούσα κι εγώ μαζί του και όταν ενύχτωνε χανόμουν μες στη νύχτα. Μόνο πουλί ποτέ δεν έγινα. Κι αυτό είναι το μέγα μου παράπονο από τα παιδικά μου χρόνια. Και φωτιά έγινα, και αέρας, και βράχος απότομος και αιχμηρός. Χωρίς να το επιδιώκω-όλα γίνονταν αυτόματα. Ήμουν ένας ανύποπτος χαμαιλέοντας. Μόνο που δεν πέταξα. Τα πουλιά τ’ άγγιζα όταν ήταν σκοτωμένα ή φυλακισμένα.
Και ξαφνικά, μέσα σε λίγες κιόλας μέρες όλα τέλειωσαν. Όλα έγιναν απλά και γρήγορα και ας ήτανε τόσο βαθιά. Τα παιδικά μου όλα χάθηκαν πίσω από ένα τοίχο που ορθώθηκε μπροστά μου αδιαπέραστος. Και πίσω του, μαζί με τ΄ αλλα χάθηκες και συ, ένα απ' όλα, ούτε καλλίτερο ούτε χειρότερο από όλα τ' άλλα. Γιατί μέχρι τότε δεν σε έβλεπα παρά σαν κάτι από κείνα τα παιχνίδια μου που όπως τα κούρντιζα πήγαιναν. Ήταν τότε που εσύ είχες βαλθεί να με κάνεις άνθρωπο όπως λες. Μα πώς θα γινόταν άνθρωπος ένα παιδί διαχυμένο σε όλα; Και ο τοίχος στεκόταν εκεί ολοένα κρύβοντάς μου κάθε τι. Είχαν τελειώσει λοιπόν όλα; Αυτό ήτανε η
ζωή, αυτό ήτανε ό,τι μπορούσα να χαρώ με το κορμί μου; Ένα παιχνίδι με τα παιχνίδια, μια χαρά με τη χαρά και πάει; Εχτύπησα τον τοίχο με τα χέρια μου. Τον έγδαρα. Τον κλώτσησα. Τον
πάλεψα για να τον γκρεμίσω. Εφώναζα: Πάρτε αυτό τον τοίχο από μπροστά μου. Όποιος τον έχτισε εδώ ας τον γκρεμίσει. Ή ας με ξαναπάει στο άλλο του το μέρος. Εγώ ανήκω στην από κει μεριά του. Ακούστε με. Γκρεμίστε τον τοίχο μου.
Και κάθε φορά, μετά από κάθε τέτοια πάλη, αποκαμωμένη, δαρμένη, άϋπνη, απογοητευμένη, έπεφτα στο χώμα.
Πόσος χρόνος πέρασε έτσι; Δε μετριέται με ανθρώπινα μέτρα. Και είχα αποφασίσει πως αυτή θα ήταν η ζωή μου από κει και πέρα. Η ζωή των «μεγάλων». Ένας τοίχος και μια μοναξιά. Τριγύριζα μέσα στο πλήθος των γύρω μου σαν υπνωτισμένη από την επιρροή τους επάνω μου. Και ν' αντιδράσω δεν μπορούσα στη δύναμη που με έκανε ένα μ' αυτούς. Πολλοί φίλοι των αδερφών μου και αργότερα πολλοί συμμαθητές μου από το κολέγιο έρχονταν στο σπίτι μου. Πολλά αγόρια με πλησίαζαν. Μα κανένα ποτέ δε μου είπε πόσο όμορφη ήμουν. Κανένας τους δεν πρόσεξε ποτέ κάτι καινούργιο επάνω μου. Το μόνο που κάνανε που και που, ήταν να μου προσφέρουν σφίγγοντάς την μέσα στη γροθιά τους και προτείνοντάς την μου κατάμουτρα σαν να θέλαν να με απειλήσουν, μια πορτοκαλάδα ή μια κόκα κόλα. Και θαρρούσαν ότι έπρεπε εγώ να την πάρω ευχαριστώντας τους επειδή είχαν χαλάσει για μένα λεφτά για να αγοράσουν το ποτό που μου πρόσφεραν. Και το μόνο περιστατικό μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια
που μου θύμισε πως είμαι γυναίκα ήταν όταν ένας από αυτούς ξαφνικά πλησίασε το πρόσωπό του μια μέρα κοντά στο δικό μου διατάζοντάς με: φίλησέ με!..
Δεν ένιωθα τίποτε από όλα αυτά. Καμιά ζέστα δε με τύλιξε. Καμιά γλύκα δεν με έλιωσε, κανένα κουδούνισμα δεν ήχησε όμορφα στα αυτιά μου.
Και τότε ήρθες εσύ. Δηλαδή ήρθες εσύ για μένα-γιατί πάντοτε ήσουν κοντά μου αλλά εγώ, τυφλωμένη από τη βαναυσότητα των συναναστροφών μου δε σ' έβλεπα. Ή ίσως γιατί όπως λες κι εγώ ήμουν ένα ρομπότ μέσα στα άλλα.
Και ήρθες εσύ και γκρέμισες τον απαίσιο τοίχο που μου είχε στερήσει κάθε χαρά. και μου έδειξες τον καινούργιο μου κόσμο, γεμάτον με ανυποψίαστες πρωτόφαντες για μένα χαρές. Και όλα άλλαξαν από τότε μέσα μου και γύρω μου. Και πάλι όλη η γη έγινε δική μου. Απέραντοι κάμποι καταπράσινοι απλώνονταν μπροστά στα κατάπληκτα μάτια μου. Ήτανε σαν να ήμουνα πάλι παιδί. Μα τώρα ένα παιδί με μάτια και χέρια και πόδια και κορμί δικά του που δεν ήτανε εξαρτήματα της φύσης γύρω, μα που ζητούσανε να παίξουνε τον δικό τους ρόλο μέσα στον καινούργιο κόσμο που ανοίχτηκε μπροστά τους. Και αυτή η δεύτερη αλλαγή που έγινε σε μένα ήταν υπέροχη.
Ξανάγινα ένα παιδί-ναι. Μα ένα παιδί που μόνο μέσα από ένα μαγικό γυαλί θεωρώντας την μπορούσε να ζει και να αισθάνεται τη νέα του γλυκιά πραγματικότητα. Και το μαγικό αυτό γυαλί ήσουν εσύ.
Εσύ που γκρέμισες τον τοίχο που μου έκρυβε τη χαρά, εσύ που έγινες για μένα σαν ένα μαγικό γυαλί που μόνο κοιτάζοντας μέσα από αυτό φαίνονταν όλα ωραία.
Γρήγορα κατάλαβα πως μακριά από σένα όλα ξαναγίνονταν μαύρα και ο τοίχος άρχιζε να υψώνεται και πάλι απειλητικός.
Μα κοντά σου και μέσα από σένα όλα ήταν απρόσμενα επιθυμητά και ωραία.
Όταν έβλεπα τα γλυκά κι ευγενικά σου μάτια να με κοιτάζουν γεμάτα θαυμασμό που δεν προσπαθούσες καθόλου να κρύψεις, τότε κάθε τι καινούργιο μέσα μου ξυπνούσε και με αγωνία περίμενε κάποιον σου λόγο για να ευωχηθεί.
Όταν μου 'λεγες τα ωραία σου λόγια ολόκληρη συνεπαιρνόμουν από τη μουσική τους.
Δεν μπορούσα να δείξω τίποτε μπροστά σου. Κάτι πιο δυνατό από τη θέλησή μου με κράταγε να μη δείξω πόσο με ευχαριστούσαν όλα αυτά.
Πολλές φορές στη διάρκεια των συζητήσεών μας θα πρόσεξες πως με κάποια πρόφαση ζητούσα συγνώμη κι έφευγα γρήγορα. Πήγαινα στο δωμάτιό μου ,έκλεινα την πόρτα, και άφηνα τον εαυτό μου να ξεσπάσει σε μιαν άφωνη χαρά για να μην ακουστώ.
Ύψωνα τα χέρια μου κι ευχαριστούσα το θεό και τον παρακαλούσα να μην τελειώσει ποτέ αυτή η χαρά. Μετά ερχόμουν όσο μπορούσα πιο γρήγορα στο μέρος όπου καθόσουν εσύ. Πόσο φοβόμουν μην πάρεις για αγένεια την απουσία μου! Ναι, εγώ που προτύτερα έφευγα από το δωμάτιο σαν να μην υπήρχε άλλος μέσα σ' αυτό, σαν να μην υπήρχε κάποια κουβέντα που έτσι την άφηνα μετέωρη, εγώ, τώρα κρεμόμουν από τα χείλη σου.
Από την άλλη άρχισα να σε ντρέπομαι. Έπαψα να φορώ τα κοντά παντελόνια που έδειχναν τους μηρούς μου ως επάνω και φορούσα ρούχα φαρδιά που δεν εφάρμοζαν πάνω μου. Μα τίποτα δεν άλλαξε στη στάση σου απέναντί μου. Το βλέμμα σου τρυπούσε το κορμί μου και όσα μου έλεγες για το κορμί μου δεν άλλαξαν. Ήταν σαν η ματιά σου να τρυπούσε τα ρούχα μου και να με έβλεπες γυμνή. Και αυτή η σκέψη μού άρεσε και βάθαινε τη σημασία των λόγων σου κάθε φορά που αυτά λυτρωτικά ραίναν το μύρο τους επάνω μου.
"Πού θα σταματήσει;", "Ως πού θα φτάσει;", "Ως πότε;", αναρωτιόμουνα. Και ένας τρόμος με τύλιγε και μια δυστυχία με έζωνε στη σκέψη πως κάποτε θα έπαυες να μου λες πόσο όμορφη είμαι. Μα κάθε ανησυχία μου διαλύονταν όταν έφτανε το πρωί. Μια καινούργια μέρα άρχιζε, μια μέρα που κάποια από τις ώρες της θα σε έφερνε κοντά μου πάλι. Και με την πρώτη ευκαιρία, που τώρα βοηθούσα κι εγώ να δημιουργηθεί, θα άκουγα πάλι τον γλυκό λόγο σου, θα ένιωθα πάλι να ηλεκτρίζομαι από τον θαυμασμό που ξεχύνονταν από όλο το είναι σου για το πνεύμα μου, για την την ομορφιά μου.
Και κάποτε, όλα αυτά σταμάτησαν.
Σταμάτησαν απότομα.
Έπαψες να έρχεσαι στο σπίτι.
Έπαψες να μου μιλάς.
Έπαψες να με χαιρετάς όταν με έβλεπες έξω.
Άλλαζες δρόμο όταν συναντιόμασταν.
Μετά από τη μεγάλη χαρά ήρθε η μεγάλη λύπη. Σιγά σιγά μα χωρίς οπισθοχώρηση το σκοτάδι έπεσε σταθερά και σκέπασε όλα γύρω.
Ήρθες κοντά μου, μού ’δειξες το φως και ύστερα μ’ έριξες στο σκοτάδι.
Ήρθες, μου 'φερες το πιο λαμπρό φόρεμα, κι όταν ντύθηκα μ' αυτό μου το ξέσχισες και με άφησες γυμνή.
Μου έδειξες την ευτυχία και την πήρες αμέσως από κοντά μου.
Μέσα στη γύρω ξερασιά νεράκι σε είχα δροσερό και στέρεψες.
Έτσι, χωρίς εξήγηση, χωρίς λόγο κανένα.
Αν ήξερα το γιατί, η λογική θα έντυνε, έστω επιφανειακά, λίγο από το χάος που άνοιξε η απουσία σου.
Ούτε αυτήν δε με αφήνεις να έχω. Γιατί; Και τι θα γίνω πια; Η τύχη μου ποια θα 'ναι;
ΑΝΤΡΕ
Ο προορισμός μου τελείωσε εδώ. Έπρεπε να σε βγάλω από αυτό τον συρφετό των ρομπότ. Έπρεπε να σου δώσω την αίσθηση. Έπρεπε μέσα σ' αυτή τη χώρα να σπείρω σπόρο ανθρώπινης ουσίας. Το κατάφερα. Αυτό είναι το τέλος της αποστολής μου. Δε με χρειάζεσαι πια. Δεν πρέπει να είμαι κοντά σου πια. Αλλού είναι η θέση μου τώρα.
Θυμάσαι τη μέρα που ήμασταν μέσ' στον κήπο σου και βλέπαμε κατάπληκτοι τα άνθη της πορτοκαλιάς μετά από τη βροχή; Και τα μυρίζαμε, και ο αέρας, υγρός και νοτισμένος βαριά με το άρωμά τους μας ζάλιζε καθώς τον αναπνέαμε;
ΚΟΡΙΝΝΑ
Πώς να μη θυμάμαι; Ήταν η τελευταία φορά που ήρθες στο σπίτι. Ήταν η τελευταία φορά που μου μίλησες.
ΑΝΤΡΕ
Εκστατική κοίταζες τα καθαροπλυμένα ανθάκια. Μου είπες: "Ένα τέτοιο ανθάκι είναι η ψυχή μου".
Δεν είχα να σου μάθω τίποτε άλλο πια. Ούτε περίμενα ν' ακούσω από σένα τίποτε άλλο έξω από αυτό.
ΚΟΡΙΝΝΑ
Αυτό ήτανε λοιπόν; Για να μου κάνεις ένα μαρτύριο τη ζωή μου με πλησίασες; Μου λείπουν τα λόγια που μου έλεγες. Τώρα οι μέρες μου περνάνε άχαρες, κρύες. Οι νύχτες μου είναι φριχτές καθώς ξέρω πως κανείς δε βρίσκεται κοντά μου να νοιώσει τη βαθύτερη ουσία της ύπαρξής μου, να τη ντύσει με όμορφα φορέματα και να τήνε φέρει μπροστά μου ωραία όπως εσύ μόνο την έκανες κάποτε να είναι.
Ναι, θα αλλάξουν όλα απόψε. Θα με ξανακάνεις ευτυχισμένη. Δεν είναι η περιέργεια που με σπρώχνει να μάθω γιατί με απαρνήθηκες. Είναι η ελπίδα πως όλα θα ξαναγίνουν όπως πρώτα. Είναι η ελπίδα πως όσες μέρες πέρασα μακριά σου θα γίνουν από σήμερα ένας περασμένος εφιάλτης που θα τον ξεχάσω τελείως όταν θ' ακούσω από το στόμα σου και πάλι λόγια θαυμασμού για ό,τι δικό μου. Την πρώτη φορά που η ζεστή και σίγουρη φωνή σου θα βυθίσει πάλι μέσα μου για να με κυριέψει πάλι το νόημά της. Έλα να συνεχίσουμε τη ζωή μας από κει που την αφήσαμε. Έλα να νιώσουμε ό,τι ο κάθε άνθρωπος ποθεί να νιώθει. Έλα συ μοναδική μου μέσα στον κόσμο χαρά. Έλα και δώσε μου την ευτυχία που κανείς άλλος δεν μπορεί-δεν ξέρει να μου δώσει.
Έλα πάλι στο σπίτι μας. Τα δέντρα είναι πάλι ανθισμένα. Τα πορτοκάλια κάνουν πάλι την παράξενη συντροφιά τους με τα σταφύλια-εκείνα, προς το μέρος της κουζίνας-και σε περιμένουν κι αυτά να τα γέψεις.
Έλα πες μου πάλι εκείνα τα λόγια που με καίνε γλυκά. Ας γίνει η νύχτα η αποψινή μια καινούργια αρχή για την
παλιά μας συντροφιά που όσο δεν εκτιμούσα τότε τους θησαυρούς της τόσο τώρα τους αναζητώ.
Είναι άχαρα όλα γύρω αν κανένας δε με θαυμάζει. Αν δε με προσέχει κανείς. Αν δε με χαϊδεύει κανένα μάτι με τα χάδια της αφοσίωσης, του θαυμασμού…
(χαμηλώνει τη φωνή της)
της αγάπης… της λατρείας... του πόθου...
(δυνατά και αποφασιστικά)
Ναι! Γιατί να μη το πω; Το ξέρω. Μ' αγαπάς. Με ποθείς. Με λατρεύεις. Κι εγώ θέλω να αρέσω. Να μ' αγαπάνε. Να με ποθούν. Δώσε μου τη χαρά που εσύ με έμαθες να χαίρομαι...
(σταματάει να μιλά και περιμένει απάντηση κοιτάζοντάς τον)
ΑΝΤΡΕ
Αν σε έμαθα τη χαρά δε στην έμαθα για να χαρείς μα για να σου λείψει. Αν σου γνώρισα της ευτυχίας τα ρίγη ήταν για να τα στερηθείς. Αν σου έφερα την ελπίδα ήταν για να σε παραδώσω στο φόβο.
ΚΟΡΙΝΝΑ
Θεέ μου!
ΑΝΤΡΕ
Όλα της ζωής σου πρέπει να είναι δύστυχα. Πρέπει να ζητάς και να μη βρίσκεις. Πρέπει να νοιώθεις και να μη σε νοιώθουν. Πρέπει να τρέμεις μπροστά στο άγνωστο. Πρέπει το μέλλον σου να είναι ζοφερό. Πρέπει ολόκληρη να είσαι μια επιθυμία και να βρίσκεις την αδιαφορία. Σου έδωσα την αίσθηση για να αισθάνεσαι πόνο. Σου έδωσα τη γνώση για να ξέρεις πως δε θα έβρεις εκείνο που ζητάς. Σου έδωσα ψυχή για να υποφέρεις. Σου έσπειρα τον πόθο για να σε σπαράζει απλήρωτος.
ΚΟΡΙΝΑ
Δεν μπορώ να το πιστέψω! Γιατί δε με άφησες όπως ήμουν; Ένα ρομπότ; Γιατί αν ήτανε να με αφήσεις βουτηγμένη στον πόνο-γιατί να μου δώσεις πρώτα την ευτυχία; Και πώς θα ζήσω σε τέτοια μια κόλαση σ' όλη μου τη ζωή; Από τις φλόγες της τυλιγμένη; Πώς χωρίς σταγόνα νερού για να σβήσω λίγη από τη δίψα που εσύ... εσύ μου άναψες;
ΑΝΤΡΕ
Είσαι άνθρωπος.
ΚΟΡΙΝΝΑ
Νόμιζα πως μ' αγαπάς. Δε μ' αγαπάς λοιπόν καθόλου;
ΑΝΤΡΕ
Σ' αγαπώ. Είσαι το δημιούργημά μου.
ΚΟΡΙΝΝΑ
(θυμωμένα και ειρωνικά)
Το δημιούργημά σου; Είσαι θεός λοιπόν;
ΑΝΤΡΕ
Ναι. Είμαι θεός.
ΚΟΡΙΝΝΑ
(έξαφνα σηκώνεται και φωνάζοντας όλο και δυνατότερα, υστερικά)
Ναι; Ναι; Λοιπόν είσαι θεός; Θα σου πω εγώ τι είσαι.
(κάνοντας εξαγριωμένη βόλτες μπροστά του)
Είσαι ένας σάτυρος. Αυτό είσαι! Ένας παραλυμένος. Με βρήκες μικρή και βάλθηκες να με τυλίξεις στα δίχτυα σου. Μπόρεσες να με κοροϊδέψεις και θα κατάφερνες ό,τι είχες στο νου σου αν δε σε σταματούσε ο φόβος για τις συνέπειες. Αυτό είσαι. Με βρήκες μικρή και νόστιμη και βάλθηκες με γλυκόλογα να με κάνεις να σ’ αγαπήσω. Τα κατάφερες. Μα για κάποιαν αιτία την τελευταία στιγμή έκανες πίσω.
Ένας σάτυρος! Ένας βρωμιάρης! Αυτό είσαι! Ένας διεστραμμένος που του αρέσουν τα μικρά κοριτσάκια-αυτός είσαι.
(ο Αντρέ μένει ακίνητος κοιτάζοντας κάτω. Η Κορίννα ορμάει πάνω του, τον πιάνει από τα ρούχα του, τον ταρακουνάει, τον χτυπάει, τέλος τον ξαπλώνει κάτω)
Μ' ακούς ελεεινέ; Αυτό είσαι. Ένας παλιάνθρωπος. Ένας ετοιμόρροπος που μπορεί να σε κάνει καλά μια γυναίκα σαν και μένα. Μια οχιά είσαι! να τι είσαι...
(Τα τελευταία λόγια τα προφέρει όντας έτοιμη να του πατήσει με το πόδι της το κεφάλι. Κατεβάζει σιγά σιγά το πόδι της δίπλα στο κεφάλι του)
Ναι... μια οχιά είσαι. Είσαι το φίδι. Όχι ο θεός. Μα την αλήθεια, έτσι σερνάμενος χάμου ίδιος μοιάζεις. Και σε σιχαίνομαι. Σε σιχαίνομαι όσο μπορεί άνθρωπος να σιχαθεί. Ένα σιχαμερό φίδι. Ένα γλοιώδες ερπετό.
(λέγοντας αυτά κάθεται στη γωνιά της πάλι. Σιωπή. Αυτός σηκώνεται αργά και παίρνει πάλι τη θέση του)
ΑΝΤΡΕ
Ναι. Είμαι το φίδι. Αυτό είναι ο θεός.
ΚΟΡΙΝΝΑ
Όχι. Είσαι το φίδι μα ο θεός είναι άλλος. Και θα με πάρει από την κόλαση που εσύ με έριξες και θα με πάει στον παράδεισο. Και συ θα μείνεις εκεί, σερνάμενος στο χώμα και γλοιώδης.
ΑΝΤΡΕ
(ήρεμα)
Παράδεισος ήταν η ρομποτική σου ζωή. Δε χαίρεσαι που τώρα έχεις ψυχή-που έγινες άνθρωπος;
ΚΟΡΙΝΝΑ
(αλλάζοντας απόφαση, προκλητικά μέχρι χυδαία)
Κι αν έχω ψυχή όμως έχω και σάρκα.
(σηκώνεται και γονατίζει δίπλα του)
Και αυτή η σάρκα έχει το σχήμα που σου αρέσει. Τόσες φορές μου το 'δειξες. Τόσες φορές μου το είπες. Τη σάρκα αυτή την ποθείς. Θέλεις να τη χαρείς. Γιατί κι εσύ, θεός ή φίδι, είσαι κι εσύ από σάρκα που διψάει έρωτα.
(τον αγγίζει, σκύβει προσπαθώντας να τον δει στα μάτια)
Θυμήσου πόσες φορές με πόθησες, πόσες φορές ευχήθηκες να ήμουν δική σου. Πόσες φορές μ' έγδυσες με τα μάτια σου. Τώρα ήρθε η ώρα να γίνουν αλήθεια όλα όσα φανταζόσουν στην πιο τρελή σου φαντασία. Γύρνα τα μάτια σου και δες με έτσι φλεγόμενη. Άπλωσε τα χέρια σου και πιάσε με. Άγγιξέ με. Μίλα μου πάλι. Και πες μου πόσο είμαι ωραία. Και μη μιλήσεις για τα πόδια, το στήθος, το κορμί μου, όπως φανταζόσουν πως είναι.
(αρχίζει να γδύνεται)
Δικά σου όλα τώρα είναι ζωντανά. Και ούτε που χρειάζεται να με ξεντύσεις. Όλα μου τα ρούχα τα αποθέτω μπροστά στα πόδια σου. Και πάνω τους γυμνό θα ξαπλώσω το κορμί μου. Δικό σου.
(βγάζει και το τελευταίο της ρούχο και το απιθώνει μπροστά του. Ύστερα ξαπλώνει πάνω στα ρούχα που έβγαλε, τον πιάνει από το χέρι και προσπαθεί να τον φέρει κοντά της )
Έλα. Να μου πεις μονάχα έστω πως είμαι ωραία. Πες το μου. Δες με. Αγκάλιασέ με. Νοιώσε με και ύστερα πες μου πως αυτό που ένοιωσες ήτανε ωραίο.
ΑΝΤΡΕ
(σηκώνεται και αποφασιστικός και ήρεμος τήνε βοηθάει να σηκωθεί και αρχίζει να την ντύνει με ήρεμες και αποφασιστικές κινήσεις. Αυτή πεισμένη πια ότι δεν μπορεί να τον πείσει, και σαν ανήμπορη, το δέχεται αυτό αμίλητα. Σιγά αλλά σταθερά)
Χίλιες στιγμές κι αν ζήσεις σαν και τούτη, πάλι την άρνηση θε ν' αντικρίσεις. Κανείς ποτέ δε θα σου δώσει ό,τι σου 'δωσα. Δυστυχισμένη θα κυλά η ζωή σου και ποτέ ικανοποίηση δε θα 'βρεις. Κι όταν στο τέλος φτάσεις του μακρινού σου ταξιδιού, μέσα στο σκεβρωμένο το κορμί σου η ίδια φωτιά θα λαμπαδιάζει άσβηστη κι ακοίμητη. Είναι η φωτιά που εγώ μέσα σου έχω ανάψει. Για να μη χαθεί. Για να υπάρχει δίνοντας τη ζέστα της στον κόσμο να κινείται. Για να γεννοβολάει αστέρια και ήλιους και φεγγάρια και σύμπαντα. Για να πλάθει φίδια θεούς κι ανθρώπους. Κι ακόμα-μην τρομάζεις-για να φτιάχνει ρομπότ. Για να φτιάχνει κήπους, εργοστάσια και ασανσέρ που σταματάνε κρατώντας μέσα τους φυλακισμένους πλάστη και πλάσμα, δυο δυστυχισμένα όντα χαμένα μέσα στου σύμπαντος μιαν άκρη.
(λέγοντας αυτά την έχει ντύσει και την καθίζει στο σκαμνί της. Ύστερα κάθεται κι αυτός στη γωνιά του)
Ας κάτσουμε πάλι όπως ήμασταν πρώτα. Είπαμε πολλά. Τώρα ξέρεις. Χώθηκες πιο βαθιά στη δυστυχία. Λίγο ακόμα και θα υποταχτείς τέλεια. Ας ησυχάσουμε τώρα. Όλα είναι περιττά όπως και όλα είναι απαραίτητα. Τα υπηρετήσαμε και τα δυο. Κανένας δεν μπορεί να μας ψέξει για ανεπάρκεια. Ας ακολουθήσει καθένας το δρόμο του. Εγώ οδεύοντας το δρόμο μου κι εσύ τον δικό σου, δυστυχισμένη και λιγότερο ελπίζοντας κάθε καινούργια σου μέρα.
(σιωπή)
ΚΟΡΙΝΝΑ
(βγάζει από την τσέπη της ένα κλειδί)
Πάμε να φύγουμε από δω. Εγώ σταμάτησα το ασανσέρ.
(Ο Αντρέ δεν ξαφνιάζεται. Σηκώνεται και ετοιμάζεται να βγει ενώ η Κορίννα ανοίγει την πόρτα του ασανσέρ. Ο Αντρέ βγαίνει τραβώντας προς την έξοδο του κτιρίου. Η Κορίννα βγαίνει πίσω του. Με όση δύναμη μπορεί να συγκεντρώσει του φωνάζει)
Στάσου!
(ο Αντρέ κοντοστέκεται. Στρέφει προς αυτήν. Ικετευτικά)
Πες μου κάτι... κι ας μην το πιστεύεις.
(ο Αντρέ ξαναστρέφει εμπρός και συνεχίζει να περπατά ώσπου να πάψουν να ακούγονται τα βήματά του. Η Κορίννα απλώνει το χέρι προς αυτόν σαν για να κρατηθεί από κάτι. Κάνει κάτι να πει, δεν το λέει. Κατεβάζει το χέρι απελπισμένη. Γονατίζει και σκύβει το κεφάλι ώσπου αυτό να ακουμπήσει στο πάτωμα)
Α Υ Λ Α Ι Α