Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2024

 Αδιάκοπο

Όταν εβγήκε με τα ψώνια
(πυκνά τα ολόξανθα μαλλιά της)
έβαλε κάτω τη σακούλα
(άσπρα τα πόδια τα κομψά της)

και γύρισε και με φωνάζει
(απαλοχάϊδευτη η φωνή της):
"Έλα να δεις κάτι αστείο..."
(τα μπλε τα μάτια της μαγνήτης).

Πήγα. Κι ανοίγει τη σακούλα
(σαν να την άνοιξε πνοούλα)
"Κοίτα", μου λέει, "μια πεταλούδα!"
(μα άλλο εγώ ήτανε που ΄δα...)

Και αστειεύτηκε-μου λέει:
"Πάλι καλά, δε με χρεώσαν…"  
Σηκώθη. Έφυγε. Γι αυτήνε
φεύγοντας όλα ετελειώσαν.

Για μένα ούτε είχε αρχίσει
ούτε και κάτι είχε τελειώσει:  
αδιάκοπο είναι το μεθύσι
ώσπου στο τέλος με σκοτώσει.