Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2024

 ΑΤΙΜΗΤΟ

Όταν πεθαίνει μιας μικρής κοπέλας ο πατέρας
τη λύπη την αβάσταχτην εκείνης της ημέρας
ας την εμέτριαζεν αυτή λίγο με το να μένει
με κάθε φίλο ή συγγενή για λίγο αγκαλιασμένη.

Έτσι και όταν πέθανε ο πατέρας ο καλός της
θα στέγνωνα απ' τα δάκρυα τ' ωραίο πρόσωπό της
και θα τη σφιχταγκάλιαζα. Εκείνη έτσι αγνούλα
της λύπης θα ενόμιζε την τόση μου τρεμούλα.

Αλλά εμένα μια άλληνε από τη δική της μέθη
θα μ' έπαιρνε. Για μένανε τα μαύρα μου τα πένθη
αντίθετα, θα λύνονταν. Ό,τι καιρό ποθούσα
τη μερα αυτήν-αλίμονο-ακέριο θα τρυγούσα:

στον κυρτωμένον ώμο μου γερτό της το κεφάλι
τόσο κοντά μου όλα της τα μυρωμένα κάλλη…
και ας την έσπρωξεν εκεί μονάχα μια ανημπόρια-
στην αγκαλιά μου ας ζήταγε μόνο την παρηγόρια.

Για μένανε δε θ' άλλαζε τίποτα. Και στον Άδη
τη μνήμη αυτή ατίμητο θα κράταγα πετράδι,
και με ακράτηγη χαρά θα φώναζα στο χώμα:
"Τ' αγκάλιασα!-τ' αγκάλιασα το λατρεμμένο σώμα!"