ΣΑ ΛΑΒΑ
Σα λάβα υγρή κι έτσι ζεστή
δεκαπεντάχρονη μικρούλα
βρίσκεσαι μπρος μου αιδώ μεστή
χωρίς ψυχή-χωρίς φωνούλα.
Κι ως με θωρείς γονατιστή
τόσο γλυκιά κι έτσι αγνούλα
λες άλλης είναι οι μαστοί
που σει' του πόθου η τρεμούλα.
Κι εγώ, κεντρίζοντας βαθιά
το Άλογο που 'χω εντός μου
μ' όσα η σβησμένη σου φωνή:
"πάρε μου", λέει και :"δοσμου",
λύνω την άσπρη σου ποδιά,
σε ντύνω με το φως μου,
και λεηλατώ και τη σοδειά
και το δεντρί του κόσμου.