Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017

Φώτη
Οι δέκα πρώτοι τόμοι έτοιμοι. Εκατόν είκοσι βιβλία πάνω στο τραπέζι, τόνα πάνω στάλλο, σαν οβελίσκος πάνω από τον τάφο μου.
Οι δέκα επόμενοι, και τελευταίοι ελπίζω, ετοιμάζονται. Κι ύστερα πιά, έτσι έτοιμους και περιεκτικούς, θα βγω στο πάνω το κατάστρωμα του πλοίου μας και θα τους πετάξω στη θάλασσα. Κι αφού κανένας επιβάτης δεν διαβάζει, ας γίνουν τα βιβλία μου τροφή σκυλόψαρων. Αν και θα προτιμούσα μαρίδες νάτρεφαν ή ιππόκαμπους. 
Έχω σκαλώσει στον Ιερεμία. Ενώ είχα αποφασίσει να μη τον περιλάβω στα άπαντα, η Νανά με μάλωσε: τόσον κόπο έκανες να τόνε γράψεις-πώς τώρα τον πετάς; Ήρθαν στο νου μου οι ώρες που στο γκαζένιο τζάκι δίπλα τον μετάφραζα, με μέταλλα να συγκρούονται τριγύρω και με οπλές ρομπότ να ηχούν σαν μουσικό μοτίβο του νέου, αποιητικού μωρού που αμντρωνόταν, και, από άλλο δρόμο ερχόμενος, συμφώνησα με της Νανάς την απλοϊκή σκέψη. Μα ο Ιερεμίας απαιτεί να μπει στον κομπιούτερ μου περνώντας από σκάνινγκ. Η Νανά με βόηθησε σ’ αυτό. Όμως το σκάνινγκ φέρνει στην οθόνη σου όχι ότι ακριβώς βλέπει, αλλά, εν πολλοίς ότι του κετέβει. Κι άντε τώρα να διορθώσεις εκατό σελίδες πράμα. Τουλάχιστον διασκεδάζω με τις αντιδράσεις της Νανάς καθώς μου υπαγορεύει το σωστό κείμενο, δηλαδή με τα επιφωνήματα έκπληξης και με τα σχόλιά της κάθε φορά που ο θεός απειλεί, ή απαριθμεί τις λεπτομέρειες της εκδίκησής που σχεδιάζει για τους λαούς ή τους ανθρώπους που τον εγκαταλείψανε. Όπως: «τι πράμα ειν’ τούτο;… θεός ειν’ αυτός;… όχι που δεν θα τόκανε κι αυτό…»
Η σύντροφός μου το σκοπό της-πρόθυμη να μου κρατάει αναμμένο τον δαυλό της αναπαραγωγικής διαδικασίας και, εμένα, ένα ερείπιο, εμένα, που
Αν μα μεγάλη έβρισκα λάμα, της ανθρωπότης
πέρα για πέρα θα 'κοβα τον άπονο λαιμό της,
να εξακολουθεί να αρέσκεται να πυροβολώ την αγάπη της για μένα με ατέρμονα αναγεννώμενες συμπαντικές εκρήξεις.
Παιδί ήταν πες όταν τη γνώρισα. Τότε ούτε σαν σκέψη επερνούσε απ’ το μυαλό της άλλο απ’ τη χαρά. Με τα χρόνια άλλαξε. Τότε είχε πρόσωπο τριανταφυλλένιο κι ένα στόμα καλογραμμένο και με χείλη τρυφερά, με προς τα πάνω πάντα τις γωνιές τους. Τώρα, το μέρος το δεξί του στόματος, καθώς αυτή μιλάει ή σκέπτεται, μια κλίση έχει πάρει προς τα κάτω, μικρή αλλ’αρκετή σε κάποιονε να καταλάβει ότι αυτό ακολουθεί τη μέσα της καταρρέουσα ζωή, που ασυμβίβαστη είναι με ό,τι είδε, άκουσε, κι ένιωσε πως υπάρχει γύρω της, με το οποίο κι έπρεπε να ζήσει. Και για την κατάντια της αυτή λίγο κι εγώ πως έχω ένα μερίδιο υπολογίζω.
Μέσα σ’ όλα, η κυρία Δάφνη, που για χρόνια τηρούσε απέναντί μου μια παγερή ουδετερότητα αν όχι ένα καλυμμένο μίσος, ξάφνω, είναι ένας μήνας τώρα, μου δείχνει μια φροντίδα, έναν σεβασμό, μιαν αγάπη θα έλεγα.  Καλόδεχτη. Δεν είναι άσχημη μια τέτια μεταστροφή όταν όλα τραβάνε στο χειρότερο.
Γεια σου. Με περιμένουν άλλοι δέκα τόμοι. Το ολιγότερο. (Ώσπου να τελειώσω, αν παίρνεις και δεν απαντάω και λες τι διάολο, κλειστό τόχει το τηλέφωνο, μην αναρωτιέσαι Φώτη, ναι, κλειστό τόχω.)