Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

Κέρβερος

Πώς έγινε και τούτο του συνέβη; Πώς αφέθηκε
να τόνε πιάσει ο ζωντανός αυτός
έτσι
που ούτε τα στόματα τα τρία του
να τον δαγκώσουνε να μην μπορούν
ούτε κι η ουρά του να τόνε τυλίξει; 

Πώς αυτός
ο Κέρβερος
ο τρομερός ο φύλακας του Άδη 
τώρα στον πάνω κόσμο τον απαίσιο βρέθηκε
τον φωτεινό… α! όλα μπορούσε να τ’ αντέξει
όμως αυτό το φως τι τρομερό! 
και πόσες μέσα του απειλές να κρύβει … 

 Και τώρα υψωμένονε στα χέρια του
αυτός ο βρωμερός ο ζωντανός τον πάει…

«Α! Σκότος τρυφερό
απόλυτο
αγαπημένο 
τάχα και πάλι θα σε δω;» αδύναμος να κινηθεί
ο τρομερός ο Κέρβερος σκεφτόνταν.