Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

Φίλε Αντρέα
Την περίοδο αυτή βρίσκομαι σε ένα σταυροδρόμι κυκεώνων.  Οι κυκεώνες: υπαρξιακός, οικονομικός, λογοτεχνικός. Όλους αυτούς ήρθε να τους αναμοχλεύσει και να τους δραστηριοποιήσει η επιχειρούμενη έκδοση των Απάντων μου.
Και μεταξύ κομπιούτερ, εκτυπωτή και βιβλιοδέτη παρεμβάλλονται μυριάδες προβλήματα, που η επίλυση όλων και μόνον εγγυάται μια στοιχειωδώς ανεκτή εμφάνιση των Απάντων μου. Η δαπόφαση για κάθε προσπάθεια επίλυσης κάθενός από αυτά τα προβλήματα, είναι δικιά μου.
Θα απαντήσω στο ερώτημά σου κλέβοντας χρόνο από τα παραπάνω, όχι μόνο γιατί εκτιμώ την εμβάθυνσή σου σε λογοτεχνικά κείμενα, αλλά και για να ξαναβρεθώ για λίγο πάλι σε γνωστά μου λημέρια και έτσι να ανασάνω από τα άγνωστα για μένα προβλήματα στη θάλασσα των οποίων έχω πέσει με σωσίβιο την επιθυμία μου πριν πεθάνω να προλάβω να κλειστώ μέσα στους τόμους των γραφτών μου, που σημαίνει να αφήσω πίσω μου τον κόσμο-το σύμπαν που δημιούργησα.

Να λοιπόν ένας τρόπος και μια θέση από την οποία κοιτάζοντας θα ανέλυα ότι κάνει αυτό το ποίημα να μου αρέσει. Βέβαια υπάρχουν κι άλλοι τρόποι.

Αλήθεια πόσο απελπισμένος είναι ο φίλος μας που ούτε στα όνειρα του να μην έχει πια ελπίδες...
Πόσα πολλά μπορεί κανείς να πει πάνω σε ένα ποιηματάκι πέντε στροφών... Δεν θα εκμεταλλευτώ όμως την επιθυμία που έχεις να με διαβάζεις ώστε να τα πω.
Το ποίημα ρίζωσε σαν μια απλή ερώτηση που μου σφηνώθηκε στο μυαλό κοιτάοντας την πανσέληνο: "πώς να πας να κοιμηθείς-και ν’ αφήσεις το φεγγάρι;.."  Και άπαξ και μου σφηνώθηκε ο πρώτος στίχος στο μυαλό, αυτό δεν άλλαζε πια με τίποτα.
Η δεύτερη στροφή του είναι μια καλή εικόνα και ικανή
μόνη αυτή να δώσει τη μαγεία του φεγγαρόφωτος.
Το "εσύ" στην πρώτη και στην τελευταία στροφή δίνουν
με ένταση και χωρίς αμφισβήτηση τη μόνιμη, προϋπάρχουσα οπωσδήποτε του ποιήματος  κατάσταση, αλληλεπίδρασης τουλάχιστον, του προσώπου του ποιήματος με το φεγγάρι.
Το πρόσωπο αυτό λατρεύει το φεγγάρι για τη θλίψη και
για τη χάρη του (β' στροφή), που αυτό τον
καλεί (γλυκά) να τα απολαύσει (δ΄ στροφή).
Το "απ’ τα ουράνια τέτοιο σώμα" της (δ) στροφής, εκτός από το φεγγάρι σαν ουράνιο σώμα, παραπέμπει και σε σώμα γυναικείο, αφήνοντας ορθάνοιχτο το δρόμο και για
τέτοια, ερωτική προσέγγιση και ερμηνεία.
Το "απαρνηθείς" σημαίνει βέβαια πως αποποιείσαι κάτι
που σου προσφέρεται. Ώστε δεν θα είχε πρόβλημα το
πρόσωπο του ποιήματος αν προτιμούσε το φεγγάρι από
τη γη, να του αρνηθεί αυτό ό, τι εκείνος θα του ζητούσε.
Αυτό το γεγονός οξύνει και μεγεθύνει την αιτία που
έκανε το πρόσωπο να σκεφτεί την αυτοκτονία (κρατάει
μαχαίρι, θέλει ν’ αφήσει το φεγγάρι, το μόνο φως, θέλει να κοιμηθεί-ας σκεφτούμε εδώ ότι μερικοί άνθρωποι, όπως οι άγιοι, δεν πεθαίνουνε, κοιμούνται), επειδή πρέπει η αιτία αυτή να είναι ισχυρότερη από την απόλαυση του φεγγαριού από ένα λάτρη του.
Η γη πάλι, αν και ντυμένη σαν νύφη (και όχι «νυφούλα», που θα προδιάθετε και το πρόσωπο του ποιήματος αλλά και τον αναγνώστη πολύ πιο ευνοϊκά γι αυτήν), και αν και είναι λαμπρή απόψε, δεν παύει να είναι μαύρη
("μαυρίλα", γ'στροφή), «να έχει για στρώμα το χώμα» και το φιλί της να είναι «αιώνιος ύπνος».
Μεγάλη και η διαφορά αυτή της γης από το
Φεγγάρι-δεν είναι; Η μία «κάτω», το άλλο «επάνω», στα ουράνια, με ό,τι συνειρμούς γεννάει αυτό.
 Ποιος ξέρει τι έκανε το πρόσωπο του ποιήματος να θελήσει να πεθάνει, χάνοντας όλα τα πλεονεκτήματα που του εξασφάλιζε άνετα η αγάπη του προς το φεγγάρι...
Η αλλαγή της αναφοράς του φεγγαριού σαν σελήνης (προτελευταίος στίχος), κάνει τη γη να χάνει ακόμα ένα, το βασικότερο ίσως πλεονέκτημα που είχε μέχρι τώρα μεσα στο ποίημα, δηλαδή το ότι αυτή είναι θηλυκό, ενώ το φεγγάρι ουδέτερο, και το πρόσωπο που μιλάει στο ποίημα είναι σαφώς αρσενικό, άραγε έλκεται από τα θηλυκά.
Τώρα και το φεγγάρι γίνεται θηλυκό, ώστε παύει πια η γη να έχει πιθανότητες να κερδίσει με τη βοήθεια και του φύλου της, το μέχρι πιο πριν αμφιταλαντευόμενο πρόσωπο. Τέλος το πρόσωπο ρίχνει κάτω το μαχαίρι και δε θ’ αγκαλιάσει-δε θα "κοιμηθεί" τη γη. (Ας θυμηθούμε εδώ εκτός από τον ύπνο-θάνατο και τον ύπνο-έρωτα του Μακρυγιάννη).
Μπαίνουμε τώρα σε μια δισημία, με την όχι έντονη εδώ επισήμανση της οποίας, μπορεί να τελειώνει αυτό το ποίημα, που όμως κάνει να αρχίζει μια ολόκληρη συζήτηση για τη σχέση έρωτα-θάνατου, που δε θα μπω σ’ αυτήν.
Μία απόπειρα λοιπόν αυτοκτονίας ακόμα (δεν μας λέει το ποίημα αν και πόσες έχει κάνει ακόμα το πρόσωπο του), που έμεινε απόπειρα.
Και το πρόσωπο δεν πεθαίνει, όχι γιατί βρήκε κάτι πάνω στη γη για το οποίο να αξίζει να ζήσει, αλλά γιατί εξακολουθεί να έλκεται από την ομορφιά του φεγγαριού, να είναι ένας ονειρευτής, αν και άπελπος, ακόμα και σαν ονειρευτής.
Ίσως την επόμενη φορά που το πρόσωπο θα επιχειρήσει να αυτοαναιρεθεί σαν "αντικείμενο", να μην υπάρχει φεγγάρι, και να μην βρεθεί κανείς μέσα ή έξω του που να τον πείσει, με τα λόγια, (με το Λόγο) να πετάξει το μαχαίρι, αλλά να το χρησιμοποιήσει και να "κοιμηθεί" τη γη.-
Γεια σου