Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Αγαπητέ «ΑΝΥΠΟΜΟΝΕ ΘΑΥΜΑΣΤΗ»(!), έχω πέσει με τα μούτρα στην έκδοση των ΑΠΑΝΤΩΝ μου. Και καθώς όλα περνάνε από τα χέρια μου, δεν μου μένει λεφτό για τίποτε άλλο. Όταν τελειώσω θα με βρεις και πάλι.
Μόνο, σκαλίζοντας χαρτιά χρόνων, βρίσκω και πράγματα ξεχασμένα, που δε θα ’ταν άσχημο να τα ξαναθυμηθώ και να τα δώσω και στους «ηλεκτρονικούς»
αναγνώστες μου, αν και είναι πρόχειρα και της στιγμής.

Η «Σαντορίνη» είναι από τα του κύκλου «της παρέας» ή αλλιώς «του Μπουλάρα» τον καιρό που ήταν ερωτευμένος με την Τίνα.
Το «ΨΑΞΕ!» είναι γραμμένο για την αδερφή του Μπουλάρα και εν Αμερική Μούσα μου.
Ο «ΠΑΠΑ-ΡΕΛΟΣ» γράφτηκε για ένα φίλο συνταξιούχο ιερέα, που για τους άλλους ήτανε το αποπαίδι, ο παράξενος, ο αλλοπαρμένος, ενώ για μένα τα αντίθετα. Ίσως με παρακίνησε να γράψω γι αυτόν η κοινή γνώμη των άλλων για μας.
Η «ΕΛΕΝΗ» ήταν γυναίκα του κυρ-Θιοφάνη, στο χωριό μου. Έφυγε πριν από αυτόν. Εκείνος μετά τον χαμό της κλείστηκε στο Γηροκομείο. Σ’ αυτόν απευθύνθηκαν και οι σχετικοί στίχοι.
Φίλε, «θαύμασέ με»!


ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ

Φαίνεται έρωτα για μένα
ότι έχει η Σαντορίνη
γιατί όλο με κοιτάει
και το μάτι όλο μου κλείνει.

Μα κι εγώ δεν πάω πίσω
και τ’ ομολογώ: ορισμένως
ειμαι αγιάτρευτα μαζί της
και τρελά ερωτευμένος. 

Αχ βρε Τίνα! Αχ βρε Τίνα!
Σηκω πάμε στην Αθήνα
κι από κει με τρεχαντήρι 
Μεσσαριό και Ακρωτήρι.

Πάμε! Όλα εδώ πέρα
τίναξέ τα στον αέρα
και ας παμε εγώ και συ
για της φάβας το νησί.

Και στο χώμα το ξερό του
να κολλήσουμε σα βδέλλες
και να κάνουμε εκεί πέρα
όσες βάζει ο νους μας τρέλες.

Μια φορά μοναχά ζούμε
και ζωή δεν έχει άλλη
γι αυτό έλα ν’ αφεθούμε
στη μονάκριβή της ζάλη.

Κι ας μας φάει όλο το χρήμα
το Σαντορινιό το κύμα
κι ας θολώσει από δολάριο
το νερό του το καθάριο.

Με το λάγγεμα στα στήθια
κάθε όνειρο αλήθεια
με το κέφι μας γι αφέντη
κάθε βράδυ κι άλλο γλέντι.

Να μεθάμε και μαζί μας
να μεθούνε όλα γύρω
και με σπέρμα το φιλί μας
να καρπίζει κάθε στείρο.


Αχ! Βρε Τίνα! Αχ! Βρε Τίνα!
Σαντορίνη θέλω να ’δω:
Φοινικιά και Μεροβίλι  
Εμποριό και Καρτεράδο.

Να ξελύσεις τα μαλλιά σου
να ζηλέψει το Αιγαίο
και με μια γλυκιά ματιά σου
να το κάνεις πάλι ωραίο.

Στου ηφαίστειου να δώσεις
το νησί ένα φιλί
να μας πει από τα δυο
ποιο το καίει πιο πολύ.

Και να δούμε αν οι κύκλοι
των πανέμορφων Κυκλάδων
πιάνουν μπάζα μπρος στους κύκλους
των δικών σου εμορφάδων.       

Σήκω Τίνα και τραβάμε
κατευθείαν Σαντορίνη-
τ’ αλλα ας παν κατά διαόλου
κι η δουλειά στάχτη ας γίνει.

Άσε μισοτελειωμένα
όσα είχες αρχινήσει-
μας προσμένει εσέ κι εμένα
τ’ ακριβό Κυκλαδονήσι.

Και να μη σταθούμε διόλου!
Συνεχώς-λόγο τιμής-
σαν τους ανεμόμυλούς του
να γυρίζουμε κι εμείς.

Και αν έρημο κανένα     
θα ’βρουμε ξενοδοχείο    
και αν όρεξη για μπάνιο
πιάσει ξάφνου εμάς τους δύο,

να πηδήξουμε τη μάντρα
κι ο Μπουλαρας και η Τίνα
σαν ζευγαρωτά δελφίνια
να χορεύουν στην πισίνα.

Νεσκαφέ σερί για σένα
όπου πάμε θα ζητάω
και τα βράδια αν το γουστάρεις
θα σου φέρνω και κακάο.

Και βαμμένα μες στα αίματα
και πρωτόειδωτα και θεία
θα ’δουμε ηλιοβασιλέματα
σαν τραβήξουμε ως τα Ία.

Πάμε Τίνα! Πάμε Τίνα!
Σήκω πάμε στην Αθήνα
κι από κει με τρεχαντήρι
Μεσσαρια και Ακρωτήρι.

Τη φορά ετούτη όμως
κοίταξε μην αρρωστήσεις
και στο ραντεβού να έρθεις
μη ξανά καθυστερήσεις,
                        
και μου πεις "θα έρθω Πέμπτη"
και Παρασκευή μου ’ρθεις
γιατί αυτό αν πάλι κάνεις
καρπαζιά θα πέσει ευθύς.

Γιατί όχι τίποτ’ άλλο
μα απ’ της ζήσης τον αθέρα
χάνουμε έτσι-συλλογίσου-
μια ολόκληρη ημέρα.

Και στην τόση μέσα λύπη
της δικής μας εποχής
αν χαθεί χαράς μια μέρα
άντε πάλι να τη βρεις…

Και θα βγάλουμε και πάλι
άφθονες φωτογραφίες      
σε χοτέλια, σε πισίνες,
σε δρομάκια, σε πλατείες.

Και θα τις κοιτάζω κάθε
που η δουλειά θα με κουράζει
και η κούραση αμέσως
τη γωνιά θα μου αδειάζει.

Και μεγέθυνση θα κάνω       
της φωτογραφίας εκείνης
που φιλί στο μαγουλό μου
ένα ολόγλυκο μου δίνεις,

και στον τοίχο θα τη βάλω
στο δωμάτιο που κοιμάμαι
…γιατί θέλω το ποτήρι
που κρατάω να θυμάμαι.

Αχ! Βρε Τίνα! Αχ! Βρε Τίνα!
Σήκω πάμε στην Αθήνα
κι από κει με τρεχαντήρι 
Μεσσαριά και Ακρωτήρι.



ΨΑΞΕ!..

Ντόρα Ντόρα ήρθ’ η ώρα
Ντόρα Ντόρα ήρθ’ ο καιρός
μια νυφούλα λευκοφόρα
να γινείς κι εσύ. Εμπρός!

Α! βρε Ντόρα! α! βρέ Ντόρα!
Α! δεν  είσαι ποια μικρή
κι  η δική σου έφτασε ώρα
κι η δική σου ήρθε γιορτή.

Βρέ  ποιού άρχοντα εγγόνι
και παιδί ποιού  βασιλιά
με ταξίμι μεγαλώνει
τη δική  σου αγκαλιά;

Βρε  ποιο άστρι ποιο φεγγάρι
ποιος λαμπρός αυγερινός
ποιο  πανώριο παλικάρι
θα γενεί  για σε γαμπρός;

Ψάξε Ντόρα! ψάξε Ντόρα!
Ψάξε Ντόρα να χαρείς!
Της ζωής τα ωραία δώρα
προσφορά δεν  ειν’ διαρκής.

Ψάξε  Ντόρα! Ψάξε Ντόρα!
Ψάξε Ντόρα μην αργείς.
Και να ψάχνεις τότε πάψε
όταν μόνο τόνε βρεις.

Ψάξε μέσα στα συρτάρια
ψάξε πάνω στο μπουφέ
Ψάξε μέσα στα φλυτζάνια
του ποτού  και  του καφέ.

Ψάξε μες στη  γειτονιά σου
μες τη πόλη, πα’ στη γη
ψάξε στ’ άντρα τα δικά σου
στη κρυφή  ψάξε πηγή.

Ψάξε Ντόρα μυαλωμένη
ψάξε Ντόρα σοβαρή
η ζωή  δε περιμένει
η ζωή δεν καρτερεί.

Ψάξε σύ! Ψάξε Ντορούλα!
Ψάξε συ ώστε κι εγώ
να γινείς να δω νυφούλα
πρίν να φύγω από δω.

Ψάξε ψάξε-δε μας παίρνει-
ο καιρός φεύγει, περνά
ότι πλούσιο είναι φτωχαίνει
κι ότι νέο είναι γερνά.

Ψάξε Ντόρα! ψάξε Ντόρα!
Ψάξε μύρο της αυγής!
Ο καιρός είναι το τώρα
και ο τόπος είναι η γης.

Ψάξε δίπλα ψάξε πέρα
ψάξε εδώ ψάξε κι εκεί
ψάξε μέσα στον αέρα
ψάξε μέσα στην βροχή.

Ψάξε στ’ άδειο, στο γεμάτο
στο μεγάλο, στο μικρό
στο επάνω  και στο κάτω
στο πικρό  και στο γλυκό.

Ψάξε. Μόνο την τελειότη
μη γυρεύεις τη χρυσή
θα ταν άσκοπο διότι
τέλεια είσαι μόνο σύ.

Όμως έστω μόνο τρία
οπωσδήποτε καλά
ν’ απαιτήσεις, κι αβαρία
μη δεχτείς ποτέ γι αυτά.

Τόσα να ’χει νιάτα, πλούτη
κι ομορφιά, που ούτε αυτή
η ρημάδα η ρίμα ετούτη
να μη δύναται να πει.

Προπαντός μην ξεστρατίσεις
σ’ επιζήμιες οδούς
προσοχή  μη ξαστοχήσεις:
κάλλη! νιότη! χρήμα!-ακούς;

Κι άντε γρήγορα κουφέτα
κι άντε γρήγορα κοκά
κι ένα κέικ  που μια του φέτα
να ζυγίζει  μια οκά.

Κι αντί δώρου άλλου εγώ 
στο γιορτάσι σου-τι κρίμα!
θα σου γράψω μοναχό
και φτωχό κι αυτό, ένα ποίημα.


ΚΟΙΜΗΘΗΚΑΜΕ ΑΠΟΨΕ

Κοιμηθήκαμε απόψε μονάχοι
Και  τόσο μικροί  που  το σπίτι
Μεγαλείο στις πέτρες του εζήτει
Και συντρόφεμα από το στάχυ.

Τεράστια η σκια μας εσκιούσε
Του ζόφου και βαριά η απουσία
Τα μεγάλα της χέρια εκεινούσε
Και μας έραινε απελπισία.

Ένας θόρυβος απ’ το κρεβάτι
Σχίζει ξάφνου  της νύχτας το δίχτυ
Κι αφηνιάζει το ανήσυχο ατι
Που φρουμάζει στο μεσονύχτι.

Είναι η χάλκινη  αδερφή μας
Και ο  ανεψιός μας ο ξένος
Που προσχήματα τη ζωή μας
Πλυμμυρίζουν με ορμή  και μένος.

Σε καιρούς παλιούς λησμονημένοι
Μετρημένοι με άλλον πήχυ
Στο σκοτεινό κάδρο τους κλεισμένοι
Απροσπέλαστοι, γελούν όπως τύχει.

Και το πρωί  τι ήταν εκείνα
τα βαθουλώματα στα στρώματά τους
Και τι φοβέρα επρομήνα
το κρατημένο μίλημά τους…


ΕΛΕΝΗ

Διάβασα στη «ΦΩΝΗ» πως η Ελένη
πέθανε τάχα, λέει, κυρ-Θιοφάνη.
Όμως δε χάνεται και το βαγένι
όταν κρασί θα πάψει πια να βγάνει.

Στη θέση του για παντα αυτό θα μένει
κι έτοιμο να δεχτεί το μούστο θα ’ναι
αυτών που, απ’ τη Μοίρα διαλεγμένοι
μ’ ένα κρασί αλλιώτικο μεθάνε.

Κι έρχεται μες στα γύρω μου σκοτάδια
η φωτεινή κι ανέφελη μορφή της
κι ακούραστα γεμίζει όλα τ’ Αδεια
κι απλά κι αληθινά όλα μαζί της.

Όλο σκυφτή, σαν προσευχή να κάνει
σ’ έναν Θεό απ’ άλλους ξεχασμένον
ή σαν κρατώντας θερισμού δρεπάνι
καρπό να θησαυρίζει ευλογημένο.

Πάντα σκυφτή. Στο σπίτι και στο δρόμο,
στον κήπο, στο χωράφι, στο περβόλι,
σαν να εκράταε δέσμιες στον ώμο
Την Απονιά και την Κακία όλη.

Γι αυτό πονετικός κάθε της λόγος.
γι αυτό κάθε ματιά της καλοσύνη.
γι αυτό ποτέ και μάλωμα ή ψόγος
δε βγήκε από τα δύο της τα χείλη.

Γι αυτό και δε βοσκούσεν η Μοσκούλα
αν δίπλα της δε στέκονταν η Ελένη
(τα ζώα του λογικού δεν είναι δούλα-
με το θεό η ψυχούλα τους δεμένη).

Κι ένιωθες τη φωνή της απ’ την εγνια
λαφριά για λύπες άλλων να τρεμίζει 
καθώς θροΐζει μπόλια μεταξένια
του ζέφυρου το χάδι όταν τη ’γγίζει.

Πάντοτε καθαρό το σπιτικό της
το προκομένο της τόχε χεράκι
κι απ’ το μπουφέ για ξένο ή για δικό της
δεν έλειπε καφές και λουκουμάκι.

Βοηθός του άντρα της κι όχι δυνάστης 
σοφός του σύντροφος και συμβουλός του 
Κόσμου και Σιγουριάς γύρω του Πλάστης
σύμμαχος και ποτέ αντίμαχός του.

Και    πάντα αγαπημένη μ’ όλους γύρω.
Και    παντα αγαπημένη μ' όλα γύρω.
Και    τίποτα γι αυτήν ξένο και στείρο.
Και τ’ Άγιο ευώδαες σιμά της Μύρο.

"Πέθανε" η Ελένη. Τίποτα όμως
γι αυτήν δεν άλλαξε: στην Ευτυχία
δεν οδηγεί κανένας άλλος δρόμος
πάρεξ αυτός που τράβηξε η Αγία.

Κι αν η ψυχή μου καυτερά δυό δάκρυα
έσταξε στ’ άκουσμα της κοίμησης της,
κι αν ως του απείρου αντήχησε τα μάκρια
ο σπαραγμός της άπελπης κραυγής της,

είναι γιατί μ’ Αυτής την απουσία
κι άλλη ανεκτίμητη μια σπίθα ακόμα
έσβησε από τη χόβολη τη θεία
που ’χει απομείνει πα’ στης γης το χώμα.

Και σπίθες πλέον τέτοιες δεν ανάβουν-
όλο μακρύτερα οι άθλιοι ανθρώποι
απ’ το θεό να τρέχουνε δεν παύουν
κι απ’ το θεσπέσιο του το χαροκόπι.

Δεν πέθανε η Ελένη κυρ-Θιοφάνη.
Βαθιά είναι κλεισμένη στην ψυχή μου
(και μέσα κει ο θάνατος δε φτάνει)
με τ’ άλλα πεθαμένα μου-μαζί μου»


Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

25 Ιούνη
Σαν σήμερα πέθανε ο Μάικλ Τζάκσον

Με φιγούρες κομψές, γεωμέτρισσες
το τραγούδι-τις νότες σου έντυσες.
Και ψόγος από κάποιον πριν σε βρει
σε πήρε ο που αεί γεωμετρεί.

Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

Κέρβερος

Πώς έγινε και τούτο του συνέβη; Πώς αφέθηκε
να τόνε πιάσει ο ζωντανός αυτός
έτσι
που ούτε τα στόματα τα τρία του
να τον δαγκώσουνε να μην μπορούν
ούτε κι η ουρά του να τόνε τυλίξει; 

Πώς αυτός
ο Κέρβερος
ο τρομερός ο φύλακας του Άδη 
τώρα στον πάνω κόσμο τον απαίσιο βρέθηκε
τον φωτεινό… α! όλα μπορούσε να τ’ αντέξει
όμως αυτό το φως τι τρομερό! 
και πόσες μέσα του απειλές να κρύβει … 

 Και τώρα υψωμένονε στα χέρια του
αυτός ο βρωμερός ο ζωντανός τον πάει…

«Α! Σκότος τρυφερό
απόλυτο
αγαπημένο 
τάχα και πάλι θα σε δω;» αδύναμος να κινηθεί
ο τρομερός ο Κέρβερος σκεφτόνταν.

Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

Ούτε μια κατσαρίδα φέτος. Να σιχαθώ τουλάχιστον.

Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

Φίλε Αντρέα
Την περίοδο αυτή βρίσκομαι σε ένα σταυροδρόμι κυκεώνων.  Οι κυκεώνες: υπαρξιακός, οικονομικός, λογοτεχνικός. Όλους αυτούς ήρθε να τους αναμοχλεύσει και να τους δραστηριοποιήσει η επιχειρούμενη έκδοση των Απάντων μου.
Και μεταξύ κομπιούτερ, εκτυπωτή και βιβλιοδέτη παρεμβάλλονται μυριάδες προβλήματα, που η επίλυση όλων και μόνον εγγυάται μια στοιχειωδώς ανεκτή εμφάνιση των Απάντων μου. Η δαπόφαση για κάθε προσπάθεια επίλυσης κάθενός από αυτά τα προβλήματα, είναι δικιά μου.
Θα απαντήσω στο ερώτημά σου κλέβοντας χρόνο από τα παραπάνω, όχι μόνο γιατί εκτιμώ την εμβάθυνσή σου σε λογοτεχνικά κείμενα, αλλά και για να ξαναβρεθώ για λίγο πάλι σε γνωστά μου λημέρια και έτσι να ανασάνω από τα άγνωστα για μένα προβλήματα στη θάλασσα των οποίων έχω πέσει με σωσίβιο την επιθυμία μου πριν πεθάνω να προλάβω να κλειστώ μέσα στους τόμους των γραφτών μου, που σημαίνει να αφήσω πίσω μου τον κόσμο-το σύμπαν που δημιούργησα.

Να λοιπόν ένας τρόπος και μια θέση από την οποία κοιτάζοντας θα ανέλυα ότι κάνει αυτό το ποίημα να μου αρέσει. Βέβαια υπάρχουν κι άλλοι τρόποι.

Αλήθεια πόσο απελπισμένος είναι ο φίλος μας που ούτε στα όνειρα του να μην έχει πια ελπίδες...
Πόσα πολλά μπορεί κανείς να πει πάνω σε ένα ποιηματάκι πέντε στροφών... Δεν θα εκμεταλλευτώ όμως την επιθυμία που έχεις να με διαβάζεις ώστε να τα πω.
Το ποίημα ρίζωσε σαν μια απλή ερώτηση που μου σφηνώθηκε στο μυαλό κοιτάοντας την πανσέληνο: "πώς να πας να κοιμηθείς-και ν’ αφήσεις το φεγγάρι;.."  Και άπαξ και μου σφηνώθηκε ο πρώτος στίχος στο μυαλό, αυτό δεν άλλαζε πια με τίποτα.
Η δεύτερη στροφή του είναι μια καλή εικόνα και ικανή
μόνη αυτή να δώσει τη μαγεία του φεγγαρόφωτος.
Το "εσύ" στην πρώτη και στην τελευταία στροφή δίνουν
με ένταση και χωρίς αμφισβήτηση τη μόνιμη, προϋπάρχουσα οπωσδήποτε του ποιήματος  κατάσταση, αλληλεπίδρασης τουλάχιστον, του προσώπου του ποιήματος με το φεγγάρι.
Το πρόσωπο αυτό λατρεύει το φεγγάρι για τη θλίψη και
για τη χάρη του (β' στροφή), που αυτό τον
καλεί (γλυκά) να τα απολαύσει (δ΄ στροφή).
Το "απ’ τα ουράνια τέτοιο σώμα" της (δ) στροφής, εκτός από το φεγγάρι σαν ουράνιο σώμα, παραπέμπει και σε σώμα γυναικείο, αφήνοντας ορθάνοιχτο το δρόμο και για
τέτοια, ερωτική προσέγγιση και ερμηνεία.
Το "απαρνηθείς" σημαίνει βέβαια πως αποποιείσαι κάτι
που σου προσφέρεται. Ώστε δεν θα είχε πρόβλημα το
πρόσωπο του ποιήματος αν προτιμούσε το φεγγάρι από
τη γη, να του αρνηθεί αυτό ό, τι εκείνος θα του ζητούσε.
Αυτό το γεγονός οξύνει και μεγεθύνει την αιτία που
έκανε το πρόσωπο να σκεφτεί την αυτοκτονία (κρατάει
μαχαίρι, θέλει ν’ αφήσει το φεγγάρι, το μόνο φως, θέλει να κοιμηθεί-ας σκεφτούμε εδώ ότι μερικοί άνθρωποι, όπως οι άγιοι, δεν πεθαίνουνε, κοιμούνται), επειδή πρέπει η αιτία αυτή να είναι ισχυρότερη από την απόλαυση του φεγγαριού από ένα λάτρη του.
Η γη πάλι, αν και ντυμένη σαν νύφη (και όχι «νυφούλα», που θα προδιάθετε και το πρόσωπο του ποιήματος αλλά και τον αναγνώστη πολύ πιο ευνοϊκά γι αυτήν), και αν και είναι λαμπρή απόψε, δεν παύει να είναι μαύρη
("μαυρίλα", γ'στροφή), «να έχει για στρώμα το χώμα» και το φιλί της να είναι «αιώνιος ύπνος».
Μεγάλη και η διαφορά αυτή της γης από το
Φεγγάρι-δεν είναι; Η μία «κάτω», το άλλο «επάνω», στα ουράνια, με ό,τι συνειρμούς γεννάει αυτό.
 Ποιος ξέρει τι έκανε το πρόσωπο του ποιήματος να θελήσει να πεθάνει, χάνοντας όλα τα πλεονεκτήματα που του εξασφάλιζε άνετα η αγάπη του προς το φεγγάρι...
Η αλλαγή της αναφοράς του φεγγαριού σαν σελήνης (προτελευταίος στίχος), κάνει τη γη να χάνει ακόμα ένα, το βασικότερο ίσως πλεονέκτημα που είχε μέχρι τώρα μεσα στο ποίημα, δηλαδή το ότι αυτή είναι θηλυκό, ενώ το φεγγάρι ουδέτερο, και το πρόσωπο που μιλάει στο ποίημα είναι σαφώς αρσενικό, άραγε έλκεται από τα θηλυκά.
Τώρα και το φεγγάρι γίνεται θηλυκό, ώστε παύει πια η γη να έχει πιθανότητες να κερδίσει με τη βοήθεια και του φύλου της, το μέχρι πιο πριν αμφιταλαντευόμενο πρόσωπο. Τέλος το πρόσωπο ρίχνει κάτω το μαχαίρι και δε θ’ αγκαλιάσει-δε θα "κοιμηθεί" τη γη. (Ας θυμηθούμε εδώ εκτός από τον ύπνο-θάνατο και τον ύπνο-έρωτα του Μακρυγιάννη).
Μπαίνουμε τώρα σε μια δισημία, με την όχι έντονη εδώ επισήμανση της οποίας, μπορεί να τελειώνει αυτό το ποίημα, που όμως κάνει να αρχίζει μια ολόκληρη συζήτηση για τη σχέση έρωτα-θάνατου, που δε θα μπω σ’ αυτήν.
Μία απόπειρα λοιπόν αυτοκτονίας ακόμα (δεν μας λέει το ποίημα αν και πόσες έχει κάνει ακόμα το πρόσωπο του), που έμεινε απόπειρα.
Και το πρόσωπο δεν πεθαίνει, όχι γιατί βρήκε κάτι πάνω στη γη για το οποίο να αξίζει να ζήσει, αλλά γιατί εξακολουθεί να έλκεται από την ομορφιά του φεγγαριού, να είναι ένας ονειρευτής, αν και άπελπος, ακόμα και σαν ονειρευτής.
Ίσως την επόμενη φορά που το πρόσωπο θα επιχειρήσει να αυτοαναιρεθεί σαν "αντικείμενο", να μην υπάρχει φεγγάρι, και να μην βρεθεί κανείς μέσα ή έξω του που να τον πείσει, με τα λόγια, (με το Λόγο) να πετάξει το μαχαίρι, αλλά να το χρησιμοποιήσει και να "κοιμηθεί" τη γη.-
Γεια σου

Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

                 ΠΕΡΙ ΑΝΑΝΔΡΩΝ ΕΠΙΘΕΣΕΩΝ

Μια φορά κι έναν καιρό, στα πολύ παλιά χρόνια, υπήρχε μια χώρα πλούσια και ισχυρή.
Λαμπροί δρόμοι, λαμπροί κήποι και αλέες, λαμπρά κτίρια και ανάκτορα. 
Οι άνθρωποι της χώρας ζούσαν ξέγνοιαστοι και γελαστοί.
Η χώρα ώφειλε τον πλούτο της στους ανθρώπους.
Στους ανθρώπους και δικούς της αλλά και στους ανθρώπους άλλων χωρών. 
Οι δικοί της άνθρωποι που βοήθησαν στην ευμάρεια της χώρας ήσαν οι μηχανικοί και οι γεωπόνοι. 
Οι μηχανικοί της είχαν εφεύρει έναν πολύ έξυπνο τρόπο οικοδόμησης κτιρίων και δημιουργίας δρόμων. 
Η εφεύρεση συνίστατο στην μετά θάνατον κατάλληλη επεξεργασία των νεκρών σωμάτων των ανθρώπων άλλων χωρών, ώστε αυτά, μετά την αποστράγγιση του αίματος και των άλλων υγρών τους να καθίστανται συμπαγή και κατάλληλα για την χρησιμοποίησή τους σαν δομικών υλικών.
Αυτή η εφεύρεση βοήθησε στην δόμηση γερών μεγάλων κτιρίων, δρόμων, πλατειών και γενικά κτισμάτων που απαιτούσαν ανθεκτικά, ελαφρά και, πρακτικά άφθαρτα, υλικά. 
Οι γεωπόνοι από τη δική τους μεριά εφηύραν μία σχεδόν αδάπανη μέθοδο εμπλουτισμού των νεκρών ανθρώπινων σωμάτων σε ορμόνες και σε χημικές ουσίες που απαιτούσε η ανάπτυξη φυτών και δέντρων παντός είδους.
Οι άνθρωποι των άλλων χωρών βοήθησαν σε όλα αυτά  μόνο γιατί είχαν γεννηθεί. Η χώρα με τους εφευρετικούς και φιλοπρόοδους επιστήμονες δεν είχε παρά να τους σκοτώνει και ύστερα μετά την κατάλληλη διαμόρφωση να τους χρησιμοποιεί. 
Και αυτό έκανε. Με τον καιρό μάλιστα και για να εξοικονομεί  ενέργεια κατά την αφυδάτωση, εφάρμοσε την εν ζωή αφυδάτωση των υποψηφίων δομικών μονάδων-των ανθρώπων- , κάτι που επιτεύχτηκε στερώντας από αυτούς νερό και τροφή.
Γρήγορα και άλλες χώρες σκέφτηκαν ίδια και συνασπίστηκαν με την πρώτη διδάξασα χώρα ώστε δημιουργήθηκε ένα τραστ χωρών λαμπρών και πλούσιων.
Και οι χώρες αυτές έγιναν τρανές και πολλοί τις ζήλευαν στην υφήλιο.
Και ο πλούτος και η ευμάρεια όλο και μεγάλωναν, επειδή σπουδαίοι επιστήμονες βρήκαν μεθόδους χρήσης των νεκρών και για άλλες ανάγκες. Για παράδειγμα ανακατεύοντας σκόνη από τριμένα ανθρώπινα κόκαλα κατασκεύαζαν σκούπες, μηχανές πλυσίματος, υλικά κατασκευής μέσων μετακίνησης, έπιπλα, τέλος με τον κατάλληλο συνδυασμό όλων αυτών και με την πρόοδο της τεχνογνωσίας έφτιαχναν εργοστάσια, φράγματα, τρυπούσαν βουνά για να συντομέψουν διαδρομές.
Και όλα καλά τραβούσαν για τις πλούσιες και από τον θεό τους ευλογημένες χώρες, ώσπου κάποτε, κάποιοι συγγενείς των νεκρών ανθρώπων-δομικών υλικών, αποφάσισαν να σκοτώσουν αυτοί τώρα μερικούς ανθρώπους των πλούσιων χωρών, θεωρώντας ότι αυτό ήταν κάτι καλό αφού το έκαναν πλούσιοι και λαμπροί άνθρωποι.
Από τις πρώτες προσπάθειές τους όμως αυτοί θεωρήθηκαν άνανδροι, δειλοί, βάρβαροι, τρομοκράτες, θρασύδειλοι, τα συμβαίνοντα σε κάθε επίθεσή τους χαρακτηρίζονταν φρικτά, σοκαριστικά, τραγικά, οι επιθέσεις τους εσκεμμένες και θρασύδειλες ενάντια σε αθώους πολίτες και σε επισκέπτες, και όλοι οι μεγάλοι της κάθε πλούσιας χώρας υπογράμμιζαν ότι οι σκέψεις όλων τους πάνε στα θύματα των άνανδρων επιθέσεων και στους οικείους τους, και πως όλοι προσεύχονται  για τις χώρες στις οποίες κάθε φορά έγινε η άνανδρη ενέργεια.
Και ύστερα από όλες αυτές τις αντιδράσεις τόσων ευλογημένων χωρών, απορίας άξιον είναι για τους ιστορικούς ότι οι άνανδρες επιθέσεις συνεχίστηκαν.

Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2017

Φίλοι της Πορτογαλίας, της Γερμανίας, των ΗΠΑ και της Αλάσκας ιδιαιτέρως, της Νότιας Αφρικής, της Γαλλίας, της Ουγγαρίας, της Ρωσίας, βέβαια της Ελλάδας αλλά και του υπόλοιπου κόσμου όπου διαβάζεται το μπλογκ αυτό, σας παρακαλώ να με συγχωρήσετε που δεν δημοσιεύω αυτό τον καιρό. Θα με καταλάβετε και θα με δικαιολογήσετε εσείς-εσείς που τα γραφόμενά μου σας κρατούν συντροφιά. Θα με καταλάβετε γιατί είμαι σίγουρος πως συμφωνείτε ότι πρέπει πριν φύγω από αυτή τη ζωή να αφήσω τα γραφτά αυτά κάπου. Ίσως κάποιοι και στο μέλλον να βρουν κάτι καλό σ’ αυτά. Και ακριβώς για να βάλω αυτά τα γραφτά σε μερικά βιβλία μέσα αγωνίζομαι τον καιρό αυτόν. Όταν η δουλειά θα έχει μπει, σύντομα ελπίζω, στο δρόμο της, θα είμαι πάλι κοντά σας. Αλλά το σπαουδαιότερο θα είστε πάλι κοντά μου.
Με αγάπη Γιώργης Χολιαστός