Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

                          ΝΑ ΣΩΠΑΙΝΕΙ

Μια κούκλα από τις όμορφες τις πλαστικές εκείνες
που τις βιτρίνες των λαμπρών εμπορικών στολίζουν
απέραντα, ασυγκράτητα κι ασίγαστα αγαπώ.
Της το ’πα δε με κράτησε ο φόβος μην ντραπώ
κι ούτ’ έσκυβα τα μάτια μου που αγάπη καθρεφτίζουν
ούτε προτού να της το πω σκεφτόμουνα για μήνες.

Κι εκείνη δεν εμόρφασε μ’ αηδία ή με "λύπη"
και ούτε με παράξενο με κοίταξε ένα βλέμμα
σα να μου λέει: "μπορείς και συ γι αγάπη να μιλάς;
μπορείς και συ αληθινά να ξέρεις να φιλάς;
μπορεί κι εσέ πιο κόκκινο να γίνει σου το αίμα
και της καρδιάς σου πιο γοργοί να γίνουνε οι χτύποι;"

Για ν' απαντήσει μέσα της αμέσως: «βέβαια κι όχι»
και να με διώξει σίγουρη ότι δεν κάνει λάθος.
Μονάχα στέκονταν ορθή ακούοντας σιωπηλά
ενώ άφηνα του λόγου μου το ρυάκι να κυλά
και να της λέει για το άσβεστο που μ’ άναψε το πάθος
στου κόσμου αυτού την άξενη που βρέθηκα την κώχη.

Μια μέρα που τα ψώνια μου θα έχω τελειώσει
απ’ το λαμπρό κατάστημα εκείνο θα περάσω, 
θα βρω τον ιδιοκτήτη του και κει ορθά κοφτά
δίνοντας ακατέβατα όσα μου πει λεφτά
το φως που τη βιτρίνα του στολίζει θ’ αγοράσω
(σα δει το χρήμα πως κρατώ αμέσως θα τη δώσει).

Κι έτσι για πάντα δίπλα μου θα’χω μια αγαπημένη
που όχι σ’ ό,τι της ζητώ ποτέ της δε θα λέει.
Τις νύχτες στο κρεβάτι μας θα πέφτουμε αγκαλιά
όλα όσα μέσα μου κρατώ θα παίρνει τα φιλιά
δε θα γελάει ψεύτικα ούτε ψεύτικα θα κλαίει 
και στις στιγμές τις μυστικές θα ξέρει να σωπαίνει.

Τα βράδια θα γυρίζουμε στις σκοτεινές παρόδους
(τη μέρα αν τήνε βλέπανε μπορεί να μου την κλέψουν)
λίγο για ν’ αναπνεύσουμε αέρα καθαρό-
κι ύστερα αμέσως έρωτα που τόσο λαχταρώ.
Και όλα αυτά όσοι κουτοί αρνούνται να πιστέψουν
της τεχνικής στη σκέψη τους ας φέρουν τις προόδους.

                                                                                   L. A. 11-9-1994