Τρίτη, 2 Μαΐου 2017

ΟΜΦΑΛΗ ΚΑΙ ΗΡΑΚΛΗΣ

Τον εβαρέθηκε-
τον εσιχάθηκε στα πόδια της να τρίβεται
άντρας αυτός
που τόσα κατορθώματα είχε κάνει.
Κι αναρωτιέται 
γιατί πάντα ο έρωτας 
μία σκλαβιά να είναι.

Το σανδάλι της ελαφρά κινεί,
εκείνος τρέμει
μη κι η κυρά του έπαθε κάτι
και στα μάτια υποταχτικά τη βλέπει.
Από βαθιά πολύ έρχεται
η λαχταρισμένη του ματιά
και την υψηλή δική της
ανήσυχη αποζητά.

Τη ρόκα του ωθεί εκείνη ενοχλημένη
και «γνέθε σκλάβε!», του πετά.
Ελαφρά ύστερα κοιμάται
μες στου μεσημεριού το γλυκοκάρωμα
νανουρισμένη απ’ τον μονότονο
και αλαφρόν του γνέσιμου ρυθμό.

Κι όταν ξυπνάει,
βαριά ηδονή γεμάτη,
τα χέρια της χτυπά
και τις δούλες της βραχνά προστάζει
«φέρτε τον μέσα!»
καθώς για το κρεβάτι της τραβά.