Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

ΠΑΣΧΑ ΤΡΙΑ

α.
Η ΕΛΛΑΣ ΕΝ ΤΑΦΩ
ΤΑ ΕΓΚΩΜΙΑ
ΣΤΑΣΙΣ ΠΡΩΤΗ
ΗΧΟΣ ΠΛΑΓΙΟΣ ΠΡΩΤΟΣ
(KAI ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΤΗΣ)


Η ζωή εν τάφω κατετέθης Ελλάς
κι ευρωπαίων στρατιές καταχάρηκαν
να σε βλέπουν προς τα κάτω να τραβάς.

Σαν  πασάς εζούσες σα σκυλί έχεις πάει.
Το σαθρό εσύ το κράτος σου άφησες
και νεκρή ’σαι πιο πολύ κι απ’ τους νεκρούς.

Η χλιδάτη ζωούλα που περνούσες πάει πια.
Και τιμάμε την ταφή και τα πάθη σου
κι ας χαντάκωσες με ολ’ αυτά κι εμάς.

Συ που λεν τα φώτα είχες δώσει στη γη
Δε σε φέγγει ούτε φανάρι πλέον μικρό:
σ’ έχει φάει ως κι ο Διογένης στη στροφή!

Αχ ! βασίλισσά μας-αχ Ελλάδα μου εσύ
τι ’θελες στον μαύρο Κάτω Κόσμο να πας
αφού σκότος και στον Πάνω είχες βαθύ;

Η ζωή εν τάφω κατετέθης Ελλάς
και που σ’ είδε ως κι η Κόλαση εσκιάχτηκε
μην αντίπραξη της κάνεις και χαθεί.

Μετά των κακούργων ως κακούργος Ελλάς
δίκιο έδωσες σε όσους ελέγανε
το Μνημόνιο πως στον τάφο θα σε πάει.

Όμως ναι! Ήθελές τα κι έπαθές τα Ελλάς
Γιατί μόνη σου τα μάτια σου έβγαλες 
Στο Μαξίμου έναν βάζοντας χαζό.

Πού το βρήκες κείνο το γελοίο παιδί
Και το έκανες δραγάτη κι αφέντη σου
Και που κάτω σ’ έβαλε και σε πατά;

Κι ήρθε κυβιστίας κι οσφυοκάμπτης δεινός
Που ενώ γι ανάστασή σου μιλάει διαρκώς
Μα σε τάφο σ’ έχει χώσει για καλά.

Για τον τώρα που ’χεις λέω πρωθυπουργό
Που για πρέζα μια εξουσίας επαίσχυντης
Σε ξεπούλησε σε μια μόνο ζαριά.

Θαύμα έχει γίνει! Νέο είναι αυτό!
Όποια έδινε ζωή πάει: τα τέζαρε
και τη θάψαν συριζαίοι εκπορνευτές.

Συ του Χίτλερ που είχες μοναχή αντισταθεί
απ’ της Μέρκελ μία μπλόφα εχάθηκες-
συ! η μόνιμη του πόκερ παρτενέρ!

Η Βουλή σε κλαίει. Δάκρια χύνει καυτά-
θα ληστεύει τώρα πώς τους πολίτες σου
που κανείς δεν έχει πια στην τσέπη ευρώ;

Ω! Ελλάς και Λόγε! Η χαρά η εμή!
Πώς θ’ αντέξω που σε θάψαν για πάντοτε
συ που τριών χιλιάδων χρόνιων είχες ζωή;

Ούτε για κεράκι δεν κρατάω ευρώ
για να άναβα κανένα στον τάφο σου
που σε βάλαν συριζαίοι και νουδικοί.

Γεια σου Ελλαδίτσα που στον Άδη μετράς.
Και να μην αναστηθείς γιατί σούμπιτη
τα παιδιά σου θα σε στείλουν πάλι εκεί.


β.

Αυτός που όλα τα κρατεί, έπρεπε στην αγκάλη
μίας μικρής να κρατηθεί αβρόχερης κοπέλας.
*
Όπως μια πέτρα σ' άπατη θάλασσα όταν βυθίσει
πάει και πάει ατέλειωτα χωρίς ποτέ της πάλι
απ' το νερό έξω να βγει, και η ψυχή το ίδιο
μες στο θεό βυθίζεται κι εκεί για πάντα μένει.
*
Αλήθεια παντοδύναμος θα πρέπει να 'σαι Θε μου
αφού την άθλια μου ψυχή θα τη δεχτείς μια μέρα
χωρίς μικρή ούτε μια σκιά- το λάμπας Σου να σκιάσει.


γ.

1.

ΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ
Παράλογος δεν είμαι Θε μου
(θυμάσαι; εικόνα Σου κι ομοίωσή Σου)
γι αυτό κι η προσευχή μου λογική θα είναι.

Δε Σου ζητώ καλούς να κάνεις τους ανθρώπους.
Να μη φοράνε μόνο μάσκες καλοσύνης.

Δε Σου ζητώ να μη πατούν τα πόδια τ’  άνθη.
Τ’ άνθη όμως Θε μου να μη νιώθουν πόνο.
Κι ούτε οι πόλεμοι να σταματήσουν.
Μόνο τα όπλα ας έχουν πάνω τους ζωγραφισμένο
εν’ άστρο
μια λαμπρίτσα, ή, Θεέ μου,
(που ’ναι ίδιο)
τη μορφή Σου.

2.

         ΘΑ ΔΕΙΣ

Όλα γύρω μου μού λένε
να γελάσω-να χαρώ.
Όταν όμως άλλοι κλαίνε
τότε Θε μου δεν μπορώ.

Κάνε Θε μου πρώτα εκείνους
χαρωπούς και πια θα δεις-
ευτυχίας θ’ ανθίζω κρίνους
απ’ τα βάθη της ψυχής.


3.
            ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ

Τάχα οι άνθρωποι το Χρόνο βρήκαν,
τον πήρανε, τον κόψανε κομμάτια
και λένε στην ουσία του πως μπήκαν
και πως γνωρίσαν μήκη του και πλάτια.

Κι αν όμως οι πολλοί έτσι νομίζουν
με τη μεγάλη που τους δέρνει άγνοια,
ο Χρόνος, για όσους πράγματι γνωρίζουν,
στη Θεία αναπαύεται τη Διάνοια.

4.                     
               ΜΕ ΣΙΩΠΗ

Και όλα όταν διαβάσω τα βιβλία
και όλους αν ακούσω τους σοφούς
στην ίδια μένω πάλι απορία,
στο ίδιο πάλι σκότος του ο νους.

Ούτε την πιο μικρή δεν έχω ιδέα
για την ουσία Σου ή τη Μορφή-
κάθε υπόθεση που κάνω νέα
στην αίσθηση άφταστη είναι κορυφή.

Και πώς να Σου μιλήσω; Σε ποια γλώσσα;
Σε λέξης ποιας το νόημα να χαθώ;
Ποια να Σε κλείσει Εσένα εικόνα ζώσα
και πώς, Θεέ, να Σου προσευχηθώ;

Αλλ’ αγαπώ αυτή μου την τυράγνια
κι αγάλλομαι γι αυτή μου την ντροπή:
το Θείο το γνωρίζεις με την Άγνοια
και του μιλάς μονάχα με Σιωπή.

                            -----