Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

ΠΑΣΧΑ ΔΥΟ
α.
ΥΜΝΟΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ
(ψαλλόμενη μετάφραση στα νέα ελληνικά)

ΣΤΑΣΙΣ Α΄

Τη Ζωή-Εσένα-,
μες σε τάφο Σε κλειούν
κι οι στρατιές εκστατικές των Αγγέλων Σου
την ταπείνωσή Σου δόξαζαν Χριστέ.

Η Ζωή πεθαίνει;
Πώς σε τάφο έχεις μπει
και το θάνατο απ' το θρόνο του έριξες
και ανάστησες του Άδη τους νεκρούς;

Σε δοξολογούμε
και, τιμούμε Ιησού
βασιλιά μας, την ταφή και τα πάθη Σου
που μ' αυτά μας έχεις σώσει απ' το Χαμό.

Συ τη γη έχεις φτιάξει,
τώρα όμως Εσέ
βασιλιά, σ' έναν μικρό τάφο σ' έβαλαν
κι απ' τα μνήματα ανασταίνεις τους νεκρούς.

Ο άρχοντας των πάντων
είναι μες στους νεκρούς
και Αυτός που πεθαμένους ανάστησε
σ' αναπάντεχο έναν τάφο έχει μπει.

Από τους ανθρώπους
ο πιο ωραίος κι αγνός
πεθαμένος λες, Αυτός! ότι κείτεται
που σε όλα έχει δώσει ομορφιά.

Θάνατος και Ζήση
θαύμα! Να! Συζητούν!
Πώς με θάνατο ακυρώνεται ο θάνατος
και πηγή γίνεται Ζωής ένας νεκρός;

Πνεύματα βοηθάνε
με μαζί τον Ιωσήφ
το Νικόδημο, Εσέ τον αχώρητο
μες σε μνήμα να χωρέσουνε μικρό.

Τον Αδάμ Συ έχεις
πλάσει από πηλό
και για κείνον έχεις Συ γίνει άνθρωπος
κι έχεις, θέλοντας, ανέβει στο Σταυρό.

Τον Αδάμ να σώσεις
κάτω 'δω έχεις ερθεί
και στη γη μη βρίσκοντάς τόνε Δέσποτα
μες στον Άδη έχεις κατέβει να τον βρεις.

Από φθόνο είχε
πάει στον Άδη ο Αδάμ
και στη ζωή τον ξαναδίνεις πεθαίνοντας
σαν να είσαι νέος ένας Συ Αδάμ.

'Σένα που δικάζεις
να δικάσουν ζητούν
που από δίκη όλους Σύ μας απάλλαξες
και αθάνατους μας έκανες κι εμάς.

Μια πλευρά Εσύ πήρες
κι είχε η Εύα πλαστεί
και πλευρά μία σε Σένα τρυπήσανε
κι έχει τρέξει Σωτηρία απ' την πληγή.

Ημερών τεσσάρων
φίλο Σου νεκρό
αναστήσει έχεις Χριστέ μου: το Λάζαρο'
τώρα Συ πώς μέρες τρεις μένεις νεκρός;

Τον νεκρό Σαββάτο
Αναστήσει είχες συ.
Πώς το Σάββατο Εσύ, τώρα Αθάνατε,
το γιορτάζεις σαν νεκρός μες στους νεκρούς;

Σαν θνητός, Σωτήρα,
πας στον τάφο νεκρός,
σαν Θεός όμως νεκρούς Συ ανάστησες
από τάφους αμαρτίας βαθιούς πολύ.

Άτρωτος της Τριάδας
Είσαι ο Ένας Εσύ
μα υπόφερες σαν έγινες άνθρωπος
για να κάνεις έτσι άτρωτους κι εμάς.

Και σε τάφο μπήκες
μα, από δίπλα Χριστέ,
’π’ τον Πατέρα Σου καθόλου δεν έφυγες,
πράγμα αλλόκοτο κι απίστευτο μαζί.

Σαν νεκρός στον τάφο,
με Πατέρα Θεός,
και στον Άδη σαν κυρίαρχος Δέσποτας
τους ανθρώπους έχεις σώσει απ' τη φθορά.

Κάτω από το χώμα
θέλοντας, αφού πας,
στα ουράνια από τη γη ξανανέβασες
όσους κάποτε είχαν πέσει από κει.

Σε καινούργιον τάφο
Συ εμπήκες Χριστέ 
και του ανθρώπου την ουσία καινούργιωσες
όταν είχες σαν Θεός αναστηθεί.

Ουρανό έχεις θρόνο.
και τη γη πάτωμα
και τον τάφο Σου πώς να τον ελέγαμε;
Μάλλον: τόπο Αναστάσεως Χριστού.

Δακρυοθρηνώντας
η Μητέρα η αγνή
φώναζε καθώς με μύρα Σε ράντιζε:
Πώς θα Σε κηδέψω εγώ παιδί μου-πώς;

Φώς Εσύ του Κόσμου,
των ματιών μου το φως,
Ιησού Εσύ πολυαγαπημένε μου!
η Παρθένος κλαίοντας έκραζε πικρά.

Θεϊκέ Συ Λόγε!
Μόνη μου Εσύ χαρά!
Πώς θ' αντέξω την ταφή Σου την τριήμερη;
Αχ! τα σπλάχνα μου σπαράζουνε βαριά!

Πού νερό θα έβρω;
Πού δακρύων πηγές;
η Παρθένα η Θεοπάντρευτη φώναζε,
για να κλάψω τον γλυκό μου τον Ιησού;

Σεις βουνά, φαράγγια,
σεις ανθρώπων φυλές,
κι όσα έφτιαξε ο Θεός μας, θρηνήστε Τον
σαν που η μάνα Του-εγώ-Τόνε θρηνώ.

Το σπαθί-αλί μου!-
της πικρής σου σφαγής
την καρδιά μου διαπερνά, ω! αιώνιε!
ω! Μυστήριο ακατανόητο! Γιε μου Εσύ!

Πότε το αιώνιο
φως Σωτήρα εγώ-
η Παρθένος μες στους θρήνους Της έλεγε-
την τρανή εγώ χαρά πότε θα δω;

Με μελάνι το άγιο 
το αίμα σου, όλα Εσύ
τα δικά μας έσβησες τ' αμαρτήματα
κι απ' τον τάφο Συ βραβεύεις τη ζωή.

Προσκυνώ τα Πάθη,
την ταφή Σου αινώ,
κι εξυμνώ τη δύναμή Σου φιλάνθρωπε,
γιατί αυτά μ' έχουν γλιτώσει απ' το Χαμό.

Κι όπως εθυμήθης
τον Ληστή στο Σταυρό
μα κι εμάς που σε υμνούμε θυμήσου μας
την ψυχή Σου λύτρα που έδωσες για μας.

Κι όσους επεθάναν
ευσεβείς Σου πιστούς
δώσε τους Σωτήρα μου δίκια ανάπαυση
και στο βασίλειό Σου βάλε τους να ζουν.

Τον Πατέρα υμνούμε
και μαζί Του κι Εσέ,
Θεέ των πάντων και το Άγιο το Πνεύμα Σου
και τη Θεια Σου ανυμνούμε την ταφή.

Σε καλοτυχίζου-
με Θεοτόκε Αγνή
και τιμούμε την ταφή την τριήμερη
του Παιδιού Σου που Θεός είναι για μας.

Τη Ζωή, Εσένα,
μες σε τάφο σε κλειούν
κι οι στρατιές εκστατικές των Αγγέλων Σου
την ταπείνωσή Σου δόξαζαν Χριστέ.

β.

Θες με μια κίνηση να δεις μπροστά σου
ν’ απλώνεται ο παράδεισος ο ίδιος;
Στρέψε το πρόσωπό σου από τον κόσμο.  
*
«Γιατί» δεν έχει ο θεός. Φυτρώνει σαν το ρόδο    
κι αδιάφορος για το αν εμείς τον βλέπουμε ή όχι.
*
Μπορούσε ο Λόγος του Χριστού να πέθαινε μαζί Του;
Όχι, γιατί ο Λόγος Του είναι Αυτός ο ίδιος.

γ.
1.
ΧΙΛΙΩΝ

Τι κι αν τις εντολές όλες τηρήσω
τι κι αν πιστέψω και μετανοήσω-
αφού έχω σκέψη και βουλή δική μου
σίγουρη έχω εγώ την Κόλασή μου.

Αφού βαδίζω κόντρα στον αέρα
τη νύχτα αφού εγώ την κάνω μέρα
την πέτρα αφού απ’ τον τόπο της την παίρνω
και όπου ο νους μου ορίζει τήνε φέρνω-

αφού αντίθετα ενεργώ στη Φύση
αντιστρατεύομαι το Θείο Μεθύσι.
Αφού χαλώ την Τάξη των Πραγμάτων
χιλίων είμαι άξιος θανάτων.


2.

ΔΕΥΤΈΡΑ ΠΑΡΟΥΣΊΑ

«Λιόντας… στην Κόλαση κι αυτός…
άλλος… σειρά ποιος έχει;..
…εσύ... τι είσαι;..»
                             «Άθρωπος!»
«Τι γνώρισες σα ζούσες;»
«Γνώρισα τ’ άδυτα του νου,
τα βύθη της θαλάσσης,
τ’ άσωστα ύψη τ’ ουρανού,
τα μυστικά της Πλάσης,
γνώρισα…»
                     «Φτάνει ως εδώ-
έχεις εμέ γνωρίσει;»
«Θεέ μου δεν επρόλαβα,
είχα πολλά να κάνω…»
«Στην Κόλαση κι ο άνθρωπος...
άλλος… σειρά ποιος έχει;..»


3.
ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΤΟΥ

«Θεέ γιατί πάνω στη γη
να ζήσω μ’ έχεις στείλει;»
Αυτό ασταμάτητα ρωτάν
τα δυο του ανθρώπου χείλη.

«Δικοί σου για να γίνουνε
οι πόνοι όλης της Πλάσης
και σαν και με να σταυρωθείς.
Γι αυτό: για να μου μοιάσεις.»

Μα ας του απαντάει ο Θεός
με όλες τις φωνές Του,
ο άνθρωπος μόνο τις φωνές
ακούει τις δικές του.

4.
ΠΛΗΣΊΣΤΙΟΣ

Την ώρα που θ’ αστράψεις μέσα μου και θα βροντήσεις
την τρέμω Κύριε.

Με κατοπτεύεις Κύριε
σα λέαινα το ζαρκάδι.
Φορές σου κρύβομαι. Με βλέπεις
μα περνάς αδιάφορα
σα να μην είσαι εκεί για μένα.

Παίζεις μαζί μου.

Την ώρα που θα γίνω παίγνιο της ισχύος σου
την τρέμω Κύριε.

Έπαψα πλέον ν’ αφαιρώ τις μάσκες των Πραγμάτων
μη και Σε δω σε κάποιο.
Ω ς πότε όμως; Κάποτε
θα εισβάλεις μέσα μου πλησίστιος.
Και θα μ’ εκμηδενίσεις.
                         -----