Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

Τ’ ΑΣΚΕΦΤΑ

Βγαίνοντας για τον βραδινό περίπατο ξαφνιάστηκα.
Τι ’ναι αυτό το υγρό
που πέφτει σε σταγόνες γρήγορες
συμμετρικές
τόσο κοντά τη μία με την άλλη
και δεν αφήνει τίποτα άβρεχο;

Που ο θόρυβος που κάνει
χτυπώντας στα γερτά τα κεραμίδια,
στα κόκκαλα,
στο χώμα,
στις ψυχές,
μοιάζει με μούρμουρο λυπητερό-
μοιάζει σα θρήνος τ’ ουρανού
σαν αστρομοιρολόγι;..

Βέβαια δε θα βγει ο ήλιος πια ποτέ-
αυτό το ατέλειωτο υγρό τον έχει σβήσει.
Κι όπως νυχτώνει και δε βλέπω ούτε φεγγάρι
λέω θα το ’σβησε κι αυτό.

Τι να ’ναι το υγρό αυτό που εσκαρφάλωσε κει πάνω
και ποιος υπομονή τόσο μεγάλη έχει
σε στάλες τόσες να το ξεχωρίζει;

Ο εγγονός μου όταν τον ρώτησα
μου ’πε αμέσως: "Βροχή παππού-βρέχει."
Α! Τ’ ασυλλόγιστα-
τ’ άσκεφτα νιάτα!