Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

ΠΑΣΧΑ ΕΝΑ

α.

ΠΑΣΧΑΛΙΝΑ ΔΩΡΑ ΣΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ

Αφού για λίγο πρώτα το μυρίσω
στον Πάγκαλο θα στείλω εν’ αρνί
να τον ακούω πριν λιμοκτονήσω
να λέει πως το φάγαμε μαζί.

Στη Ντόρα, της Νινί Ζαχά το δίσκο
θα δώσω, που πολύ της πάει βρίσκω:
«Να ζεις δίχως σύντροφο μόνη
στο άδειο μικρό σου σαλόνι…»

Και μη ξεχνώντας τον πιστό μου φίλο
και χρόνια ευχόμενος πολλά να ζήσει
άσπρο ένα-στον Κουτσούμπα-αυγό θα στείλω
μιας κι όταν πάει εκεί… θα κοκκινίσει.

Μια σούβλα δώρο στον Καρατζαφέρη
μακριά από Κρήτη ως Μακεδονία
τους μετανάστες για να καταφέρει
να τους σουβλίσει όλους με τη μία.

Στον Άκη ένα κουλούρι θα δωρίσω
κάνοντας ένα τεστ: αν θα το φάει
ότι δεν έκλεψε θ’ αποφασίσω,
αφού -ως καθ’ έλληνας- κι αυτός πεινάει.

Για τη Βουλή ένα λαμπρό φυτίλι
με τι-εν-τι στην άλλη του την άκρη
στον Άδη σούμπιτη για να τη στείλει
χωρίς γι αυτήν να τρέξει ουτ’ ένα δάκρυ.

Στους πολίτες της Ελλάδας θα χαρίσω
χάπια ύπνου ώστε πλήρως ν’ ασφαλίσω
πως για πάντα όπως τώρα θα κοιμούνται
του χαμού τους τα λιοντάρια κι ας βρυχιούνται.

Για τους τίμιους βουλευτές θα χαλαλίσω
ευρώ χίλια που στην Τράπεζα έχω βάλει-
μα για δες, μετά, όταν πάλι τα μετρήσω
…τα καημένα… θα τα έβρω χίλια πάλι…

Για τον Τσίπρα ένα μακρύ μακρύ καλάμι
με καμάρι και χαρά που θα το ιππεύει
που μ’ αυτό, μαντάρα όλα όταν τα κάμει,
σωτηρία στο φεγγάρι να γυρεύει. 

Κι ό,τι άλλο ωραίο δώρο σκαρφιστώ
στέλνοντάς το θα το γράψω κι εδώ μέσα
για να βλέπετε πως είμαι όλος μπέσα
και διαφάνεια διέπει ό,τι κάνω εγώ… 

β.
 Το ρόδο που είδε σήμερα εδώ στη γη η ματιά μου 
αιώνια μέσα στου θεού ανθούσε την αγκάλη.
*
Η άβυσσός μου του θεού την άβυσσο απαντάει.
Στέκουν κι οι δυο διστακτικές-βαθύτερη ποια είναι;

γ.

I.

«Συ κατ’ αρχάς, Κύριε, την γην εθεμελίωσας και έργα των χειρών σου εισίν οι ουρανοί. Αυτοί απολούνται, συ δε διαμένεις, και πάντες ως ιμάτιον παλαιωθήσονται. Και ωσεί περιβόλαιον ελίξεις αυτούς, και αλλαγήσονται. Συ δε ο αυτός ει και τα έτη σου ουκ εκλείψουσιν.»
(ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ, Ι, 10-12) 

                  ΩΣ ΙΜΑΤΙΟΝ

θα ’ρθει καιρός που απ’ την πολλή τη χρήση
oι ουρανοί σα ρούχο θα παληώσουν
κι έτσι γλυκά η πνοή Σου θα φυσήσει
και σα νιογέννητοι θα ξανανιώσουν.

Τη φωτεινή θαυματουργή Σου πέννα
στα πανταρκή κρατώντας μέσα χέρια
πουλιά θα ζωγραφίζεις φτερωμένα
τους Γαλαξίες, τους Ήλιους και τ’ Αστέρια.

Και κείνα μες στ’ ατέρμονα τα χάη
θα λάμνουνε της σφαίρας της ουράνιας,
απλά κι αβίαστα, καθώς κυλάει
το πυρωμένο δάκρυ της μετάνοιας.

Και στην αφεύγατη διάτα όλα τούτα
μιας μόνο σκέψης Σου θα πειθαρχούνε,
σαν όπως ωριμάζουνε τα φρούτα
όταν του θέρους τ’ άγγιγμα δεχτούνε.

Έτσι γι ατέλειωτο διάστημα χρόνου
Πλάσες θα φτιάχνονται και θα χαλιούνται,
καθώς στο δάγκαμα του Νόστιου Πόνου
Θλίψες θεριεύουνε κι Ελπίδες σβηούνται.

Και Συ για πάντα ο ίδιος θα υπάρχεις
καθώς προ των αιώνων ήσουν πάντων,
κι ευδαίμων κι εύχαρις επάνω θ’ άρχεις
στη δυσστονία του Νου και των Συμπάντων.

Σαν φόρεμα η Πλάση που φοράει
οι ουρανοί της έτσι θα παληώνουν
κι έτσι γλυκά η πνοή σου θα φυσάει
και σα νιογέννητοι θα ξανανιώνουν.

II

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ
Απ' τη ζωή αν γαντζώνομαι
σα γάτα πα’ σε δέντρο
που να γλιτώσει απ’ του σκυλιού
πασκίζει τα σαγόνια,

δεν είναι γιατί μέσα της
φτηνές χαρές γυρεύω
δεν είναι τόπους για να δω
ή πλούτη να μαζέψω.

Απ' τη ζωή αν γαντζώνομαι
δεν είναι για να ζήσω-
είναι για να 'χω τον καιρό,
μου να σε γνωρίσω. 

III

ΣΑΝ ΠΕΡΙΒΟΛΙ

Καθώς Θεέ τους βόλους του
μικρό παιδί κρατάει
και Συ μες στην παλάμη Σου
ίδια κρατείς την Πλάση.

Κι όταν γυρίζεις να τη δεις
από χαρά μεθάει
κι όταν μια λέξη θα της πεις
ανθεί σαν περιβόλι.

                     -----