Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

ΠΑΣΧΑ

Αυτός που όλα τα κρατεί, έπρεπε στην αγκάλη
μίας μικρής να κρατηθεί αβρόχερης κοπέλας.
*
Διπλά ειν’ οι άγγελοι ευτυχισμένοι
όταν μπορέσουνε να δουν μιαν άκρη
μονάχα, του χιτώνα του θεού τους.
*
Το ρόδο που είδε σήμερα εδώ στη γη η ματιά μου 
αιώνια μέσα στου θεού ανθούσε την αγκάλη.
*
Παντού υπάρχει ο θεός εκτός απ’ τον εαυτό Του.
*
Μέσα μου ο θεός φωτιά. Μέσα του εγώ η λάμψη.
Ε, τι; Δεν είμαστε γερά οι δυο μας λες δεμένοι;
*
Γιατί  μας  έπλασες θεέ  μου  θα χορτάσεις
ευχαριστίες από κάθε σου πιστό.
Κι  ας  μην  μπορούσες παρά να μας πλάσεις-
ανάγκη και  για μας το "ευχαριστώ".
*
 Άνθρωπε γίνε κάτι πιό από άνθρωπο μεγάλο.
Την υψηλότερη κορφή προσπάθησε να φτάσεις.     
Μες στο βασίλειο του θεού μόνο θεοί θα μπούνε.
*
Ο Θεός πάντα δουλεύει.
Τη δουλειά Του αν δεν βλέπεις
φταις εσύ κι όχι Εκείνος.
*
Η αιωνιότητα για μας αδιαπραγμάτευτη είναι.
Θέλουμε ή δε θέλουμε θα υπάρχουμε αιώνια.
 *
-Γιατί ο Θεός μας έπλασε όπως τον εαυτό Του;
Είναι απλό: γιατί άλληνε δεν είχεν εμπειρία.
 *
 Ο Θεός ό,τι είμαι γίνεται
Γιατ’ ήμουν πριν ό,τι είναι.
 *
Τί ωραιότερο για ’με
από το να ’ναι ο θεός
μαζί μου ερωτευμένος;
*
Τι ’ταν στον τόπο αυτόν προτού
ο Θεός τον κόσμο πλάσει;
Τότε ο ίδιος ο Θεός
αυτός ο τόπος ήταν.
*
Για το θεό δεν ξέρουμε τίποτε απολύτως.
Κι ό,τι γι Αυτόν δεν ξέρουμε να γίνουμε και πρέπει.
 *
Αν νομίζεις ο θεός πως δεν ειν’ όλα
και γυρεύεις κάτι έξω απ’ Αυτόν
τότε φίλε μου από χέρι έχεις χαμένα
 και τον ίδιο το θεό κι όλα για πάντα.


             ΠΕΣ…
 
Άφησες το θρόνο Σου
και το βασίλειό Σου,
άφησες τ’ αστέρια Σου
και τον ουρανό,

κι ήρθες και κατοίκησες
Θε, πάνω στη γη μας΄
κι ήρθες και γεννήθηκες
σε μικρή σπηλιά

Πες-πώς διάλεξες τη γη
μες σε τόσα αστέρια;
Τ’ ειν’ αυτό που Σ’ έκανε
να ’ρθεις κάτω εδώ;

Μην η δυστυχία της;
Μην η απονιά της;
Μη του ήλιου της το φως;
Μην η θάλασσά της;

Όχι. Δε Σε τράβηξε
τίποτε από τούτα
για να ΄ρθείς στον τόπο μας
τον εφιαλτικό.

Ως εδώ κατέβηκες
μοναχά για μένα-
μοναχά για χάρη μου
σήκωσες Σταυρό-

για ν’ ανοίξεις γύρω μου
μονοπάτια νέα.
Για ν’ ανοίξεις μέσα μου
Σωτηρίας οδό.



ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΕΥΣΕΒΟΥΣ
ΜΕΛΛΟΝΥΜΦΟΥ ΚΟΡΗΣ

Ας γίνει ο γάμος μου Θεέ
δεντρί που θα καρπίσει
κι όλες τις χάρες της ψυχής
στα κλώνια του ν' ανθίσει:

την άγια του έρωτα χαρά,
την άκοιμη φροντίδα,
και του παιδιού την ευλογιά-
του κόσμου την ελπίδα.

Και να ’ναι η ένωση αυτή
πάνω Σου στηριγμένη-
να φέγγει απ’ την ανάσα Σου,
το Φως Σου ν’ ανασαίνει.

Και μες στο Χάος του Σήμερα
που όλα έχει ρημάξει
να πλέκει αυτή αθόρυβα
του Αύριο την Τάξη.


ΠΑΝΑΓΙΑ

Παντάνασσα. Οδηγήτρα. Ελεούσα.
Επίσκεψις των καταπονουμένων.
Πανάχραντος. Πανύμνητος. Θεομήτωρ.
Μεσίτρια των χριστιανών. Η ελπίδα
Απελπισμένων. Η Αλουργίς η Θεία.
Άσπιλος. Ουρανών Υψηλοτέρα.
Πηγή Ζωής. Περίβλεπτος. Θεοφόρος.
Αχειροποίητος. Χαρά των ζώντων.
Πάνσεπτος. Προστασία αδικουμένων.
Άφλεκτος Βάτος και Λαβίς Πυρφόρος.
Πάναγνος. Χερουβίμ Ενδοξοτέρα.
Αμαρτωλών Εγγυήτρια. Πλατυτέρα....
Κι απλά για όλους μας: η Παναγία.


          ΕΛΕΟΣ
Κύριε απόψε τα θεριά
ουρλιάζουν αγριεμένα.
Η γη δείχνει τα νύχια της.
Αίμα σταλάζουν τ' άστρα.

Κύριε απόψε τα βουνά
πλακώνουν την ψυχή μας'
μάς σαβανώνει ο ουρανός..
η θάλασσα μας πνίγει...

Έλεος Κύριε! Έλεος!
Είμαστε πλάσματά Σου!
Έλεος Κύριε! Δείξε μας
το άλλο πρόσωπό Σου.



ΠΑΣΧΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ

Από νωρίς-πριν ξημερώσει-μια κίνηση παράξενη ακούω ακόμα ξαπλωμένος όντας. Θόρυβοι, βιαστικά πατήματα, φωνές εργατικές,
ήχοι από τρίξιμο καιόμενων κλαδιών.
Κουβέντες ασυνήθιστες από τον δίπλα κήπο:«Άναψε η φωτιά;» «Φέρε κι άλλες κληματόβεργες» «Χρόνια πολλά» «Χριστός ανέστη!»

Σηκώνομαι. Απ΄ το παράθυρο μου βλέπω καλά τώρα τους γείτονες που έχουν αρχίσει το αρνί να ψήνουνε.Προσκαλεσμένοι φτάνουνε σιγά σιγά.Όλων τα βλέμματα προς τη φωτιά στραμμένα.

Η θάλασσα από δίπλα βλέπει παραξενεμένη τ’ ανθρώπινα καμώματα.
Οι ελιές και τα πορτοκαλόδεντρα πνιγμένα μες σε τσίκνας σύννεφα.

Αλλά κι εμένα-όχι, δε θα με αγνοήσουν οι γειτόνοι μου. Σα βγω,μετά το τέλος της γιορτής τους, θα μου ειπούν χρόνια πολλά κι εμένα,
ήσυχα ήσυχα και φυσικά πολύ.
Με μια για χρόνια καλλιεργούμενη από μένα αναγκεμένη τακτική, έχουνε πλέον καταλάβει ότι και αν με είχανε καλέσει στη γιορτή τους δεν θα πήγαινα.
..........................................
Τώρα τρώνε. Γέλια, φωναχτές κουβέντες, τσουγκρίσματα, ευχές... (μα Θεέ μου, δεν ξέρουν ότι όλα αυτά είναι ψεύτικα;)
Να! Μυρωδιές ψημένου κρέατος... πλησίασμα των εορταζόντων στον εσμό...
............................................................



ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ...


Χριστός ανέστη. Όλα καλά.
Όλα στον κόσμο φως και χαρά.
Χριστός ανέστη. Ο Άδης ’νικήθη
και των αγγέλων χαίρουν τα πλήθη.

Όλα ωραία. Όμως λεφτά
μονάχα βλέπουμε στα κλεφτά
κι η αδικία πηγαίνει γόνα
στου μεροκάματου τον αγώνα.

Λίγοι κατέχουνε τον παρά
κι εμείς βαράμε τον ταμπουρά
και μες στη ζήση καλοπερνάνε
σε πτώματα όσοι πάνω πατάνε.

Πρωί ως βράδυ δουλειά σκληρή.
Άμετρος  κόπος-κέρδος σπυρί.
Αλλού οι όρνιθες κακαρίζουν
κι αλλού τ’ αυγά τους παν και χαρίζουν.

Χριστός ανέστη. Μα η κοιλιά
ειν’ άδεια πάλι όπως παλιά.
Κι αν αναστήθηκε ο Σωτήρας
εμείς στα δίχτυα της ίδιας μοίρας.

Και περιμένουμε γιατρειά
για την που δέρνει μας δυστυχία
όταν θα πάψουμε πια να ζούμε-
όταν στο μνήμα μέσα θα μπούμε.

Χριστός ανέστη. Μέρα χρυσή.
Σε θλίψεων πόντους χαράς νησί.
Χριστός ανέστη. Μα ο πλησίον
«όχι» και «μείον» για τον πλησίον.

…Χριστέ αναστήθης αληθινά.
Κάθε τι γύρω μάς το μηνά:
πανηγυρίζοντας τα λουλούδια
δοξολογώντας Σε τ’ αγγελούδια.

Κι επειδή όταν πα’ στο Σταυρό
Σε δούμε, χάνουμε το μυαλό,
γι αυτό τη χάρη που προσδοκούμε
από τα τώρα Σ’ τήνε ζητούμε-

και μη Χριστέ μου μας αρνηθείς:
του χρόνου, όταν θ’ αναστηθείς-
το θάνατο όταν γερά χτυπώντας
βγεις απ’ τον τάφο ’στραφτοκοπώντας-

σήκωσ’ το χέρι και δυνατά
δώσε και μία κατραπακιά
στη χαροκλέφτρα Χριστέ μου φτώχεια
και χάλασέ της τ’ άτιμα βρόχια.





  Θ'  ΑΝΑΣΤΗΣΩ

Στρατιώτες λογχοφόρους θέλω εγώ-
δε θέλω Σίμωνες στην άγρια μάχη.
Κι ούτε με ψεύτικες ελπίδες ζω-
ξέρω-ανάσταση για μένα δεν υπάρχει.

Όχι πως Σίμωνες δεν έψαξα να βρω
ή δεν επάσκισα τις λόγχες ν' αποφύγω.
Μονάχος όμως σέρνω ακόμα το σταυρό
κι οι λογχισμοί πληθαίνουν λίγο λίγο.

Ποιος ξέρει… ίσως μέσα μου να κλείνω
τη δύναμη που θα  'ρθει να με σώσει-
που θα με κάνει τις πληγές να υπομείνω
και ίσως ίσως το σταυρό μου να σηκώσει.

Όχι!   Δε θέλω Σίμωνες εγώ! 
Μονάχος το σταυρό μου θε'  να στήσω
μονάχος μου διπλά θα σταυρωθώ
κι ένα Χριστό δικό μου θ'  αναστήσω.


      ΓΙΑ ΨΑΞΤΕ

Για ψάξτε στα τεφτέρια σας
και για ξαναδιαβάστε
κι ανοίξτε πάλι τις Γραφές
να τις ξαναταιριάστε.

Κοιτάξετε προσεκτικά
και εμβριθώς ιδείτε
και την αλήθεια ύστερα
σ’ όλο τον κόσμο πείτε:

Αλήθεια εκυλίστηκε
του τάφου Του ο λίθος
ή είναι η Ανάσταση
ένας μεγάλος μύθος;

Μήπως Αυτός που ανάστησε
άλλους, δεν αναστήθη;
Μη δε δοξάζουνε θεό
αλλ’ άνθρωπο τα πλήθη;

Αν πράγματι αναστήθηκε
κι ανάμεσά μας μένει
γιατί στα τόσα τα στραβά
ποτέ δεν επεμβαίνει;

Γιατί πολέμους φονικούς
στον κόσμο επιτρέπει;
Γιατί αφήνει πράγματα
να γίνουν που δεν πρέπει;

Γιατί αν υπάρχει κάθεται
και τ’ Άδικο κοιτάζει
μ’ αδιαφορία τραγική-
γιατί δεν το κολάζει;

Κι ας λένε ίσως οι πιστοί
ότι δι’ αυτού του τρόπου
μόνο, μπορεί να δοξαστεί
ο Υιός του Ανθρώπου-

δοξολογίες θα ’κουγε
πιο ζωηρές ακόμα
κι όχι από λίγους μοναχά
παρά από κάθε στόμα,

αν κάθε αρχικατέργαρο
στο πάγκο τον εκάθιζε
κι αν άλλαζε όλους τους κακούς
ή όλους τους καθάριζε.

Γι αυτό σας λέω-μη τυχόν
δεν ξέρετε καλά;
Στο κάτω κάτω είδατε
την πέτρα να κυλά;

Μην οι πιστοί οι Μαθητές
χωρίς να ερευνήσουν
έτρεξαν την Ανάσταση
παντού να διαλαλήσουν;

Και μήπως κάτι ήξερε
ο άπιστος Θωμάς
που όμως, ίσως σκόπιμα,
δεν έφτασε ως εμάς;

Δεν ξέρω. Κι ούτε έχω σκοπό
αυτά να τ’ αναδέψω
όμως κι εγώ δεν ξέρω τι
αλήθεια να πιστέψω:

Μπουρλότο η Ανατολή
φωτιά η Παλαιστίνη
«Ειρήνη υμίν» αλλά, θεέ,
πού είναι η ειρήνη;

Γι αυτό λοιπόν κοιτάξετε
και πέστε την αλήθεια-
έγινε η Ανάσταση
ή είναι παραμύθια;


ΑΝD ΝΟΕΜΙΝ SΕΕΙΝG ΤΗΑΤ SΗΕ WΑS  DEΤΕRΜΙΝΕD ΤΟ  GO WIΤΗ ΗΕR, CΈΑSED ΤΟ SΡΕΑΚ  ΤΟ HER ANY ΜΟRΕ
(BIBLE)

   ΡΟΥΘ
Μια επιμονή... Μία κουβέντα ακόμα…
την Ιστορία ν' αλλάξουν θα μπορούσαν-
αν της Νοεμίν τα χείλη δε σιωπούσαν…
αν δε της σφράγιζε ο Θεός το στόμα… 

Μα τι ωφελούν τα «αν»... η Ιστορία
γράφτηκε όπως Αυτός έχει θελήσει:
η Ρουθ την ίδια ακλούθησε πορεία
και τον Βοόζ επήγε να γνωρίσει. 

Μετά Ωβήδ... Ιεσσαί... κι ο Προφητάναξ!
Χωρίς της Ρουθ και της Νοεμίν τη φίλια
του αγέννητου θα έθαφτε η λάρναξ
τα που καλά στον κόσμο ήρθαν χίλια. 

Κι η ευλογία δε θα είχε υπάρξει
της Ρουθ, που αιώνες πριν την Πηνελόπη
του Σύμπαντος εχάραξε την Τάξη-
κι ας τήνε χάλασαν ξανά οι ανθρώποι.


"ΕΞΕΓΕΡΘΗΤΙ ΒΟΡΡΑ, ΚΑΙ ΕΡΧΟΥ ΝΟΤΕ, ΚΑΙ ΔΙΑΠΝΕΥΣΟΝ ΚΗΠΟΝ ΜΟΥ, ΚΑΙ ΡΕΥΣΑΤΩΣΑΝ ΑΡΩΜΑΤΑ ΜΟΥ."
(Άσμα, 3,16)

Για πόσους ο Βορράς δεν εξεγείρεται…
 Για πόσους δεν προσέρχεται ο Νότος…
Κι αξέχυτα απομένουνε και άρρευστα
και αχρησίμευτα τ' αρώματα τους… 

Α! Πιο καλά κανείς πέτρα να ήτανε
και όχι ρόδου χάρη μες στον κόσμο-
βαριά τ' αρώματα που δε σκορπίζονται'
της αχρηστίας αφόρητη ειν'  η γνώση. 

 Βαριά τ’ αρώματα όταν τριγύρω σου
απ' ασιτία η όσφρηση πεθαίνει
κι αφόρητη η γνώση πως η άπνοια
τη δυστυχιά στον κόσμο μας πληθαίνει. 



Η ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ ΥΠΟ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΞΙΦΕΙ ΤΕΛΕΙΟΥΤΑΙ."
(Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης)

Θεέ, όταν στης γης τα σκότια βάθη
το σίδερο εδέησες να φανεί
ήξερες τάχα πως μια μέρα θα 'ρθει
που φονικό μαχαίρι θα γενεί;

Κι όταν τον άνθρωπο έδινες στην Πλάση
ήξερες πως ο ήλιος Σου θα δει
ότι  πατέρας κάποτε θα φτάσει
να μαχαιρώσει το ίδιο του παιδί; 
………………………………………………
……………………………………………...
………………………………………………
……………………………………………...

………………………………………………
……………………………………………...
………………………………………………
……………………………………………...


Ο ΘΕΟΣ ΣΤΑ ΠΑΙΔΑΚΙΑ

Πριν πάω για ύπνο κάθε βράδυ
παιδάκια μου καλά
το μάγουλό μου ένα χάδι
γλυκά γλυκά φιλά.

Η βραδινή ειν’ η προσευχή σας
Τ’ όμορφο χάδι αυτό
που με καλεί κι εμέ μαζί σας
στον ύπνο ν’ αφεθώ.

Και με ζεσταίνει ως μέσαθέ μου
αγνούλα μια φωνή:
"Kοιμήσου ήσυχα Θεέ μου-
όλα καλά στη γη…"

Α! Το χαδάκι αυτό μικρά μου
το θέλω αληθινά-
αλλιώς μεγάλη η μοναξιά μου
κι η νύχτα δεν περνά.

Λοιπόν σαν πάντα κάθε νύχτα
στον φίλο σας ψηλά
λέτε μικρή μια καληνύχτα
κι αυτός θα σας φυλά.    




ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΤΕΡΜΑ

Ο προπάππος μας Αδάμ
και η προγιαγιά μας Εύα
τζάμπα νάνι τζάμπα μαμ
και καθόλου δε δουλεύαν.

Ξάπλα βράδυ και πρωί
ζούσαν όμορφη ζωή.
Δίχως κόπους και ιδρώτα
πέρναγαν ζωή και κότα.

Και δεν πλήρωναν ΟTΕ
δεν πληρώναν εφορία
κι ούτε είχανε ποτέ
με δοσάδες φασαρία:

με αγγέλους συντροφιά
και με το θεό παρέα
όλα ήτανε καλά
κι όλα ήτανε ωραία.

Ώσπου η Εύα βιαστική
στον Αδάμ πάει μια μέρα
που τον φρέσκο του εκεί
κάπου έπαιρνε αέρα,

και κραδαίνοντας σφιχτά
μες στο χέρι ένα ξύλο
στο κεφάλι τον χτυπά
και του λέει: «θέλω μήλο!»

«Βρε καλή μου-βρε χρυσή
τι κουβέντα είν’ αυτή
κι έτσι άξαφνα πώς σου ’ρθε;
κι από ποιόνε; κι από πούθε;

ξέρεις τι ο κραταιός
μας εδιάταξε ο θεός:
τ’ άλλα δέντρα να τρυγάμε
αλλά μήλο να μη φάμε».

«Ξέρω τι μας έχει πει
μα εγώ έμαθα ακόμα
το γιατί τέτοια εντολή
του ’χει βγει από το στόμα.

Είναι γιατί αν γευτούμε
από κείνο τον καρπό
σαν και κείνον θα γινούμε-
δηλαδή θεοί: γι αυτό!».

«Τι ιδέα μα το ναι..
ποιος σου το 'πε αυτό μωρέ;
ζώο θα ’λεγα πως θα ’ναι
μα τα ζώα δε μιλάνε...»

«Να που έγινε κι αυτό
και μου μίλησε ένα ήδη-
το μεγάλο μυστικό
μου το σφύριξε το φίδι».

«Τι απρόσμενο κακό
είναι τούτο που ακώ!
ένα φίδι να τολμάει
στους ανθρώπους να μιλάει...

και γιατί παρακαλώ;
για να βάλει στο μυαλό
μιας κουτής όπως εσένα
λόγια ψεύτικα ένα ένα...

τι θα γίνω εγώ με σε;
ρε Ευάκι άκου κι εμέ-
ο θεός όταν το μάθει
θα μας δώσει χίλια πάθη..»

«Συ θα πεις εμέ κουτή;
άρπα τη λοιπόν κι αυτή!»
και το ξύλο που κρατάει
στο κεφάλι του το σπάει.

«Και να ξέρεις-μήλο εγώ
θες δε θέλεις θα γευτώ:
στο μυαλό μου ό,τι βάνω
δε ’συχάζω αν δεν το κάνω.

Όμως συ ’σαι ο κουτός'
γιατί ακόμα κι αν ο θεός
θέλει να μας τιμωρήσει
γι αυτό που χουμε τολμήσει

Δε θα το μπορεί αφού
θα ’μαστε θεοί, βρε ζώο!..»
«Τι ξερό κεφάλι! φτου!
Φάει συ-εγώ δεν τρώω!»

Έτσι είπε ο φτωχός.
Όμως έφαγε κι αυτός.
Κι ο θεός απ’ το πανώριο
τους κυνήγησε φυτώριο.

Η συνέχεια είναι γνωστή:
μια ζωή μόχθου μεστή
και ταλαιπωριών περνούνε
έκτοτε όσοι ανθρώποι ζούνε.

Κι από τότε όλες κρατάνε
οι γυναίκες ένα ξύλο
και τους άντρες τους χτυπάνε.
Κι αντίς φίδι, έχουν φίλο.





ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΛΑΟ

Καράβι ειν' η ζωή μας που το κύμα
μ' ασίγαστη μανία το χτυπάει'
στον τάφο λες μας πάει κάθε βήμα
και τ' άλλο στον αέρα μας ξερνάει.
 
Άγιε Νικόλα,της θαλάσσης Άγιε,
των ναυτικών προστάτη και σωτήρα
έλα την τρικυμία να κοπάσεις
και στης ξηράς την άξενην αρμύρα. 

Άκου πώς βαριοτρΐζουν οι αρμοί μας
δες τα πανιά μας τα κουρελιασμένα'
σε λίγο Άγιε η φτωχή ψυχή μας
ναυάγιο θα μετράει χωρίς εσένα.

                       -----