Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

ΜΙΑ ΔΙΑΛΕΞΗ ΠΟΥ ΑΡΓΗΣΕ
(σαν σήμερα γεννήθηκε ο Βούδας)

Ο Βούδας στέκει συλλογισμένος. 
Η διάλεξη έπρεπε να ’χει αρχίσει. 
Μα έλειπε ο Άναντα-δίχως ’κείνον
δεν εγινότανε να προχωρήσει.

Στέλνει τον Μάντζουρσι να τον έβρει
κι όσο πιο γρήγορα να τονε φέρει
γιατ’ ήταν φίλος πρώτος του Βούδα
κι ο πιο υπάκουος ακόλουθός του.

Τώρα η Μάντενκα, πόρνη απ’ τις πρώτες
μαζί κι η όμορφη κόρη της Ψίτα
τον Άναντα είχανε στη μέση βάλει
και το γλεντούσανε οι τρεις παρέα.

Βέβαια ο Άναντα «άθελά του»
τάχα εβρέθηκε με τις πόρνες
κι είπε στον Μάντζουρσι πως με μάγια
εχθροί τον είχανε κάπως μαγέψει.

«Τα μάγια» ο Μάντζουρσι αμέσως λύνει
και πάει τον Άναντα πάλι στον Βούδα.
«Α! Επιτέλους!», κάνει ο Βούδας, 
«μπορώ τη διάλεξη τώρα ν’ αρχίσω!»