Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

      ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ

Γη τόσα χρόνια προσπαθώ
δική μου να σε κάνω
μα δεν μπορώ. Μες στο υγρό
στοιχείο σου σαν μπαίνω

ή θα 'μαι καρυδότσουφλο
στα κύματά σου επάνω
ή κρύο θα 'ναι και απέ
αμέσως αρρωσταίνω.

Αν στα βουνά σου ν' ανεβώ
κάποτε προσπαθήσω
πρέπει καλά να με φυλάει
ο φύλαξ άγγελός μου

γιατί έτσι και στα βράχια σου
τα μυτερά γλιστρήσω
δε με γλιτώνει απ’ αυτά
η τύχη όλου του κόσμου.

Κι όλα το ίδιο: σα βρεθώ
μες σ’ έρημο διψάω,
στα χιόνια και στους πάγους σου
αμέσως ξεπαγιάζω,

στο φως του ηλιού σου καίγομαι,
κι αυτό που ’ναι να φάω
πρέπει από μέσα σου με ιδρώ
και μ’ αίμα να το βγάζω.

Απ’ τα δεντράκια θέλησα
που πάνω σου φυτρώνουν
ν’ αρχίσω την πολύπαθη
για με κατάκτησή σου-

με τις ριζούλες που γερά
στα σπλάχνα σου απλώνουν
να στείλω σήματα ζεστά
για με μες στην ψυχή σου.

Μα οταν πάνω τους βρεθώ
και πάω να τους μιλήσω
φυσάς και ο αέρας σου
με στελνει κάτω πάλι

και πάνω σου αναγκάζομαι
πάλι να περπατήσω
κάπου αφού πρέπει να πατώ
και γη δεν έχω άλλη.

Κι έτσι τα χρόνια φεύγουνε-
συ μια κακιά ερωμένη
που απρόθυμα με ανέχεσαι
κι εγώ ένας άθλιος πλάνης

που πρέπει τα καπρίτσια σου
όλα να υπομένει
και από πριν να σου σχωρνά
ό,τι κακό κι αν κανεις.

Όλα μου λένε όμως πως
η μέρα πλησιάζει
που τέλος το αβάσταγο
θα πάρει αυτό παιχνίδι.

Πως να! σε λίγο η κακιά
η μοίρα μου αλλάζει
καθώς το δέρμα το παλιό
αλλάζει ένα φίδι.

Όλα μου λεν πως γρήγορα
γι αντίδωρο θα δώσεις
σε μένα την κατάκτηση
ολόκληρης της Πλάσης:

τα ωχρά και κρύα χέρια σου
προς μένα πως θ’ απλώσεις
και το νεκρό μου το κορμί
με πάθος θ’ αγκαλιάσεις.