Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

Φώτη τρία συμβάντα ή καταστάσεις του εικοσιτετραώρου που που πρέπει να μάθεις. Θα στα πω με συντομία.
Πρώτο.
Κοιτάχτηκα σε ολόσωμο καθρέφτη πρώτη φορά σήμερα μετά από χρόνια. Είμαι χάλια. Τώρα καταλαβαίνω γιατί η Δήμητρα φέρθηκε όπως φέρθηκε. Έμενα τότε κάτω από τ’ αυλάκι στην Τρίπολη. Η Δήμητρα έμενε στην ίδια πολυκατοικία με μένα και λάτρευε κυριολεκτικά την ποίησή μου. Μια μέρα τη συνάντησα στο δρόμο. Ήταν με κάποιον άλλο. Μου τον σύστησε και είπε στον τύπο με θαυμασμό «δεν ξέρεις τι ποιήματα γράφει!» και αμέσως μετά γύρισε προς εμένα, στράβωσε το πρόσωπό της σε μια έκφραση απέχθειας και συνέχισε δείχνοντάς με στον τύπο «και κοίτα τον πώς είναι…»
Φαίνεται πως από τότε είμαι έτσι. Να μη στα πολυλογώ έτρεξα και πήρα ένα καινούργιο μπουφάν μήπως κρύψει τίποτα.
Δεύτερο.
Διαπίστωσα πως ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΧΑΖΟΣ. Πώς το διαπίστωσα;
Δυο μέρες, Πέμπτη και Παρασκευή, για να μη σου πω δυο μερόνυχτα, αγωνιζόμουν να βρω στον κομπιούτερ μου πώς θα βάλω μερικές λέξεις αυτόματα σε αλφαβητική σειρά. Δεν τα κατάφερα. Είχα καταλήξει πως είμαι χαζός αφού δεν μπορώ να βρω κάτι που ξέρουν ως και παιδάκια πέντε χρονών. Ξαγρυπνισμένος και με πόδια να πονάνε πήρα τον κομπιούτερ υπό μάλης και επισκέφτηκα με τη σειρά έναν ειδικό στα κομπιούτερς, μία κυρία γειτόνισσα που η δουλειά της είναι να δουλεύει τον κομπιούτερ εννιά ώρες την ημέρα επί τριάντα χρόνια και ένα ίντερνετ καφέ. ΔΕΝ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΑΝ ΟΥΤΕ ΑΥΤΟΙ! Πήγα στο φαρμακείο της γειτονιάς που είμαι πελάτης. Εκεί υπάρχει μια κοπέλα που είναι επαγγελματίας του θέματος και προσωρινά εργάζεται στο φαρμακείο. Έλειπε. Η φαρμακοποιός «ήξερε από αυτά» Προσπάθησε για μισή ώρα. ΔΕΝ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΕ! Καταλαβαίνεις, αφού τόσοι άνθρωποι που δεν είναι χαζοί δεν κατάφεραν να το κάνουν, άραγε ούτε κι εγώ είμαι χαζός. Γύρισα σπίτι με ανικανοποίητη την ανάγκη μου αλλά με αγαλλίαση: δεν είμαι χαζός.
Τρίτο.
Χες βράδυ, για να ξεδώσω από την παραπάνω προσπάθεια, βγήκα έξω για μια βόλτα. Στο τραπεζάκι του καφενείου της πλατείας ένας παλιός συνάδελφος. Ενενηκοντούτης αλλά που κρατιέται ακόμα. Το βράδυ είχε έρθει και νύχτωνε γρήγορα. Ομιλίες γύρω, που ακούγονταν σαν να έρχονταν από κάπου μακριά. Ο φίλος μού ανακοίνωσε πως αυτό το καλοκαίρι θα πάει για τελευταία φορά στην ιδιαίτερη πατρίδα του γιατί από του χρόνου, μου είπε, δεν θα μπορεί να οδηγεί γιατί δεν θα βλέπει καλά. Η κοπέλα μέσα στο καφέ έτρεχε να προλάβει τους πελάτες. Δυο μικρούτσικα παιδάκια παίζαν τρέχοντας γύρω μας προφέροντας ακαταλαβίστικες λέξεις. Ένας λατερνατζής πέρασε, το μικρό κοριτσάκι του μας έτεινε το πιάτο για τις δεκάρες μας. Όλα αυτά εκτυλίσσονταν σαν μέσα σε μια χριστουγεννιάτικη νύχτα που μέσα στην ομίχλη της οι λέξεις έρχονταν πνιχτές και τα μάτια έβλεπαν θαμπά.
Και ξαφνικά, χωρίς να καταλάβω πώς, όλα φωτίστηκαν. Όλα. Σαν ένα εξώκοσμο φλας ξάφνω να άναψε. Και μέσα στη λάμψη του, τα είδα όλα. Όλα. Εκεί, λίγο πριν χωρίσουμε με το φίλο και ενώ μιλούσαμε ακόμα.Τα είδα όλα Φώτη. Τα είδα καθαρά και αναμφίβολα. Είδα την αλήθεια Φώτη. Και είδα ένα άδειο Φώτη. Είδα το τίποτα Φώτη. Όλα αφανισμένα. Είδα χαμένα όλα Φώτη. Σαν όσα δήθεν υπάρχουν να μην ήταν παρά εικόνες ασύστατες, φανταστικές, που όμως σε καμιά διάνοια μέσα δεν διαδραματίζονται και που μόνον η ανάγκη για επικοινωνία μας με κάνει να τις χαρακτηρίσω κάπως. Φώτη δεν μας ονειρεύεται καν κάποιος. Ούτε όνειρο δεν είμαστε.