Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

ΘΥΜΩΝΤΑΣ

Όπως κάτι λέξεις που με τον καιρό ξεχάστηκαν
και σαν θα τις ακούσουμε μένουμε για λίγο αμίλητοι
θυμώντας έξαφνα όσα πήρανε μαζί τους,
έτσι και Σύ, Ώρα Γεμάτη, τη συνείδηση
με τον αστραπιαίο,τον μοναδικό,
τον απόκοσμο ήχο Σου δονείς.

Και η ακοή μας συνταράζεται,
και φέρνει μες στα δέντρα της ψυχής πουλιά
και σκιόφως, και ανεμοψιθυρίσματα άλλα,
του καιρού που χαμένοι ήμασταν-
τότε που η άγρυπνη ελπίδα και η λίγη μας ευχαρίστηση
χτυπούσαν αδύναμα φτερά
στο δόκανο πιασμένες της ρυτιδιασμένης Σου επιφάνειας-
ανάμεσα σε δυο πτυχές της
που νερό δεν έβρισκαν ν’ αναταχτούν.